Το σπάσιμο του κύκλου
Κρεμόταν ο καρπός από το δέντρο, και ήταν κλειστός, επτασφράγιστος. Ήρθε η άνοιξη και ένα σμήνος από πουλιά τον έκοψαν, έπεσε κάτω και έσπασε.
Ξεχύθηκαν από μέσα χιλιάδες κουκούνια, κατακόκκινα και ολοδρόσερα. Ήρθανε τα παιδιά και αρχίσανε να τα μαζεύουνε από χάμω και να τα τρώνε.
Όταν βράδιασε και πήγαν τα παιδιά στα σπίτια τους τα μαλώσανε οι γονείς τους έτσι που ήταν βρωμεσμένα απ τους χυμούς και απ τα χώματα, μα αυτά ξαναδώσανε ραντεβού στο ίδιο μέρος.
Την άλλη μέρα ξαναβρεθήκανε, μάζεψαν τα υπόλοιπα κουκούνια και τα φυτέψανε. Γυρίσανε το βράδυ πάλι στο σπίτι και οι γονείς τους τα τιμώρησαν, δεν τα ξαναφήσανε να πάνε να παίξουνε.
Πέρασε η άνοιξη, το καλοκαίρι, και ήρθε ο χειμώνας, έκανε κρύο πολύ και οι γονείς βγήκαν έξω να μαζέψουνε ξύλα.
Παρακάτω, εκεί που πάιζαν το καλοκαίρι τα παιδιά, είχανε φυτρώσει κάτι δέντρα, κόψανε οι γονείς μερικά κλαδιά και γυρίσανε το βράδυ στο σπίτι να ανάψουν το τζάκι.
Άνοιξε πάλι ο καιρός και οι γονείς, που είχαν ξοδέψει όλες τις προμήθειες κλεισμένοι στο σπίτι όλο το χειμώνα, βγήκαν έξω να βρούνε φαγητό.
Πήγαν πάλι εκεί που παίζαν τα παιδιά και μάζεψαν όλα τα φρούτα που είχαν φυτρώσει στα κλαδιά των δέντρων, μονάχα ένα αφήσανε επειδή ήτανε ψηλά και δεν το φτάνανε.
Όταν γύρισαν στο σπίτι, τα παιδιά τους παρακάλεσαν να τα αφήσουν να πάνε να παίξουν, μα εκείνοι τους είπαν ότι μεγάλωσαν, και το παιχνίδι δεν τους ωφελεί πια, έπρεπε να σοβαρευτούν και να τους βοηθήσουν με τις δουλειές στο σπίτι.
Έτσι και έκαναν…
