

Σε αυτό, το πρώτο μέρος, θα γίνουν συγκρίσεις μεταξύ των θεωριών του Μαρξ και του Βέμπερ, λαμβάνοντας υπόψην το βιβλίο του Βέμπερ για την Προτεσταντική Ηθική, στο δεύτερο μέρος θα αναφερθώ σε μετέπειτα θεωρήσεις του Βέμπερ σχετικά με την φύση του καπιταλισμού.
Πιο αναλυτική αναφορά μου στην ιδεολογία του Βέμπερ θα βρείτε σε παλιότερο κείμενο μου εδώ, είναι απαραίτητο να διαβαστεί καθότι γίνεται επεξήγηση εννοιών οι οποίες χρησιμοποιούνται και στο παρόν άρθρο, έννοιες όπως “καπιταλιστικό πνεύμα“, “προτεσταντική ηθική” κ.α
Να σημειωθεί ότι το κείμενο το έγραψα στο Word με τις ανάλογες παραπομπές στις πηγές μου, όμως για κάποιο λόγο οι παραπομπές δεν μεταφέρονται με copy-paste εδώ. Επειδή βαριέμαι να τις ξαναφτιάζω απο την αρχή(είναι καμιά 50αριά σύνολο και στα δυο μέρη), θα μεταφέρω μια προς μια μόνο τις υποσημειώσεις, οι οποίες είναι επεξηγηματικές, καθώς και την βιβλιογραφία στην οποία βασίστηκα.
Πριν ξεκινήσω την αντιπαράθεση μεταξύ των θεωριών του Μαρξ και του Βέμπερ, είναι απαραίτητο να αναφερθώ σε δυο πράγματα τα οποία πρέπει να λάβουμε υπόψη μας.
- Η Προτεσταντική Ηθική(στο εξής Π.Η) δεν γράφτηκε μόνο ως απάντηση στον Μαρξ, αλλά ως απάντηση στον μαρξισμό και στους μετέπειτα εκφραστές του. Ο Μαρξισμός στα χρόνια του Βέμπερ έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση των πολιτικών δρώμενων.
- Ο Βέμπερ δεν είχε πρόσβαση σε ολόκληρο το έργο του Μαρξ, αφού υπήρχε υλικό το οποίο δημοσιεύτηκε όταν αυτός(ο Βέμπερ) είχε πεθάνει.
Η πρώτη και σπουδαιότερη διαφορά που πρέπει μας κάνει εντύπωση μεταξύ των δύο προσεγγίσεων έχει να κάνει με την ίδια τους την μεθοδολογία.
Ο Μαρξ ερευνά την ιστορία ολιστικά, αναζητά γενικούς νόμους για την εξέλιξη της κοινωνίας στον χρόνο. Αντίθετα ο Βέμπερ προσπαθεί αν είναι δυνατόν να ερευνήσει το κάθε φαινόμενο ξεχωριστά, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζει τις σχέσεις μεταξύ των φαινομένων αυτών. Ο Βέμπερ προσπαθεί να εντοπίσει συγκεκριμένες αιτιακές σχέσεις και τις επιπτώσεις τους και να τις εντάξει σε ένα ερμηνευτικό «σχήμα», το σχήμα αυτό το αποκαλεί ιδεότυπο, και μάλιστα αντιμετωπίζει και την μαρξιστική θεωρία ως έναν τέτοιο(ιδεότυπο)[1].
Για τον Βέμπερ η εξέλιξη του καπιταλισμού στην Δύση αποτελεί μοναδικό φαινόμενο που δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια γενική οικονομική-ιστορική θεωρία. Στο έργο του Προτεσταντική Ηθική, δίνει μεγάλη σημασία στην συμβολή που είχε η εν λόγω ηθική στη διάδοση του καπιταλιστικού πνεύματος(και κατ επέκταση του καπιταλισμού) στις χώρες τις Μεταρρύθμισης. Με εκκίνηση τα διάφορα θρησκευτικά δόγματα τα οποία ξεπήδησαν από την Μεταρρύθμιση δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι τόσο η εργασία όσο και η κερδοφορία ήταν «τρόποι» με τους οποίους οι άνθρωποι δοξάζουν τον θεό, η μεν εργασία ως υποχρέωση του πιστού ή δε κερδοφορία ως ανταμοιβή.
Επίσης ο Βέμπερ δείχνει να δίνει προτεραιότητα στις ιδέες που διαμορφώνουν την συνείδηση του ανθρώπου και κατ επέκταση την κοινωνία. Αντίθετα, ο Μαρξ θεωρεί πως το εκάστοτε σύστημα ιδεών πηγάζει από τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, και εκφράζει/εξυπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Βέβαια και οι δυο συμφωνούν στο ότι υπάρχει αμοιβαία αλληλεπίδραση μεταξύ των ιδεών και του υλικού κόσμου, όμως ο ένας δίνει το βάρος στις «ιδέες» και ο άλλος στην «ύλη». Για τον Μαρξ οι ιδέες αποτελούν το εποικοδόμημα που εξαρτάται από την οικονομική βάση της κάθε κοινωνίας και διακρίνονται σε νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, αισθητικές, φιλοσοφικές κ.α.
Ενώ ο Βέμπερ πασχίζει να αναλύσει τον Δυτικού τύπου καπιταλισμό στα συστατικά του προκειμένου να βρει μια προς μια τις όποιες απαντήσεις για τη φύση του, ο Μαρξ έχει καταλήξει πως με τον όρο «καπιταλισμός» περιγράφουμε «την παραγωγή εμπορευμάτων που πραγματοποιείται σε ένα πλαίσιο οπού τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης και της ζωντανής εργατικής δύναμης που χρησιμοποιείται για την δημιουργία των εμπορευμάτων, έχουν μετατραπεί σε εμπορεύματα» Βάσει αυτού μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η «εμμονή» του Βέμπερ γύρω από τη δημιουργία ενός συγκεκριμένου ιδεοτύπου που θα περιέγραφε και θα ερμήνευε τον Δυτικού τύπου καπιταλισμό και μόνο, δεν θα συγκινούσε ιδιαίτερα τον Μαρξ, αφού για εκείνον οι βασικές αιτίες της μετάβασης ήταν ξεκάθαρες και συγκεκριμένες, και είχαν να κάνουν με τους τρόπους και τις σχέσεις παραγωγής και όχι με «επί μέρους» ζητήματα.Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ παραγνωρίζει την συμβολή επί μέρους φαινομένων στην διαμόρφωση των κοινωνιών, για παράδειγμα όσον αφορά τον Μεσαίωνα, αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε η εκκλησία εκείνη την μακρά περίοδο χρησιμοποιώντας ως εργαλείο της την χριστιανική θρησκεία. Αυτό όμως έγινε εσκεμμένα από την εκκλησία για να προωθήσει τα υλικά της συμφέροντα, δεν χρησιμοποίησε δηλαδή η «πίστη» την εκκλησία αλλά η εκκλησία την πίστη.
Στο έργο του Βέμπερ διακρίνονται δυο θέσεις αναφορικά με την σχέση των προτεσταντικών δοξασιών και της καπιταλιστικής νοοτροπίας, η ισχυρή και η ισχνή. Σύμφωνα με την ισχνή θέση η καπιταλιστική ηθική και η προτεσταντική ηθική είχαν ένα βαθμό ταυτόχρονης συμφωνίας και συναλληλίας, ενώ μεταξύ τους υπάρχει «εκλεκτική συγγένεια»[3]. Σύμφωνα με την ισχυρή θέση η προτεσταντική ηθική προηγείται και διαμορφώνει αποφασιστικά τον δυτικό καπιταλισμό.
Ο Βέμπερ θεωρούσε ότι ο ιστορικός υλισμός του Μαρξ[2] κατέληγε σε «λαθραίες γενικεύσεις» και ότι από ένα σημείο και πέρα λειτουργούσε ντετερμινιστικά, ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αυτός είναι και ο λόγος που τον «πολεμά» αναφέροντας περιπτώσεις που κατά τη γνώμη του αναιρούν την ορθότητα του , χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του για την Μασαχουσέτη, σύμφωνα με το οποίο, το πνεύμα του καπιταλισμού, εμφανίστηκε εκεί πριν να υπάρξει καπιταλιστική ανάπτυξη. Όμως σύμφωνα με τον J.A.Doyle, του οποίου την διεισδυτική ματιά ο Βέμπερ εκτιμούσε και συχνά παρέπεμπε σε αυτόν, αποδίδει σε υλικούς παράγοντες την εμφάνιση του «πνεύματος». Συγκεκριμένα αναφέρει ότι «Ο εύπορος κάτοικος της Νέας Αγγλίας, ο οποίος ήδη είχε καλλιεργήσει τόση γη όση μπορούσε ο ίδιος να φροντίζει, πρέπει να φυλάξει τον πλούτο του σε ένα χρηματοκιβώτιο ή αλλιώς να τον επενδύσει στο εμπόριο. Και αν αυτό ίσχυε για το πλεονάζον κεφάλαιο του αγρότη, ίσχυε πολύ περισσότερο για το συσσωρευμένο κεφάλαιο του εμπόρου. Σε μια κοινωνία όπως αυτή της Νέας Αγγλίας το εμπόριο, αφότου ξεκίνησε, έπρεπε διαρκώς να αναζητά νέες διεξόδους.»
Ο Βέμπερ χρησιμοποιεί ως παράδειγμα και τον Φραγκλίνο, υποστηρίζοντας ότι η άποψη του για την συσσώρευση χρήματος μέσω της εργασίας πηγάζει από ένα συναίσθημα ηθικής, για τον λόγο αυτό παραθέτει ένα «χωρίο» από την βιβλιογραφία του ιδίου. «Είδες άνθρωπον επιτήδειον εις τα έργα αυτού; Αυτός θέλει εμφανισθεί ενώπιον βασιλέων». Όμως το γενικό συμπέρασμα που βγαίνει από τα χωρία του Φραγκλίνου τα οποία παραθέτει ο Βέμπερ σε άλλα σημεία στην Π.Η, είναι ότι αυτός θεωρούσε το χρήμα ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσον για την κατάκτηση της ηθικής. Προτάσεις όπως «ο χρόνος είναι χρήμα», «το χρήμα έχει αναπαραγωγική και καρποφόρα φύση», «όποιος σκοτώνει πέντε σελίνια καταστρέφει όλα όσα θα μπορούσε να είχε δώσει η σωστή χρησιμοποίηση τους: ολόκληρες κολόνες λίρες στερλίνες» βρίσκονται διάσπαρτες στο έργο του Φραγκλίνου. Έτσι είναι πιο ασφαλές να πούμε ότι η αγάπη του Φραγκλίνου για το χρήμα οφειλόταν περισσότερο στην αλλοτρίωση την οποία ο Μαρξ πιστεύει ότι επιφέρει αυτού του είδους η «σχέση», αλλά και στην αξία του ως μέσο κοινωνικής ανάδειξης
Όσον αφορά τώρα την πάλη των τάξεων, την οποία ο Μαρξ αναγνώριζε ως φορέα αλλαγών και εξελίξεων, και την εργατική τάξη, που ο Μαρξ σε αυτήν έβλεπε τον νεκροθάφτη της αστικής τάξης και κατ επέκταση του καπιταλισμού, ο Βέμπερ έχει διαφορετική γνώμη αλλά και διαφορετική προτίμηση. Για τον Βέμπερ η εργατική τάξη, κρίνοντας από την κατάσταση που επικρατούσε στην εποχή του, ήταν πολιτικά ανώριμη και ανίκανη να ηγηθεί. Παίρνοντας ως δεδομένο το εργατικό κίνημα στην Γερμανία, και τους εκπρόσωπους του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ο Βέμπερ προέβλεψε την προσάρτηση αυτού στην κυρίαρχη εξουσία, έχοντας διαγνώσει διάσταση μεταξύ του λόγου και των πράξεων των στελεχών του, και πραγματικά δεν έπεσε έξω.[4]
Στην θέση της εργατικής, ο Βέμπερ θεωρούσε πρωτοπόρα την αστική τάξη, αυτή και πίστευε ότι έπρεπε να ενισχυθεί στην Γερμανία για να παίξει τον ανάλογο πολιτικό ρόλο. Ο Βέμπερ δεν θεωρούσε ότι ο αστικός τρόπος ζωής στην Γερμανία είχε φτάσει στο ζενίθ του, και υπό αυτήν την έννοια ο καπιταλισμός είχε πολλά ακόμα να δώσει πριν ανατραπεί, αν και εφόσον γινόταν ποτέ αυτό, κάτι το οποίο ο ίδιος απευχόταν. Πίστευε δε πως και η ίδια η εργατική τάξη δεν απειλούσε στο άμεσο μέλλον τον καπιταλισμό, αφού υπήρχαν σαφείς διαχωρισμοί συμφερόντων μεταξύ των εργατών, αλλά και μεταξύ των κατώτερων και μεσαίων στρωμάτων.[5] Δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε πως ο Βέμπερ δεν παραγνώριζε τον ρόλο των ταξικών συγκρούσεων στην ιστορία, απλά δεν τους έδιδε τόση βαρύτητα όση τους έδινε ο Μαρξ και πίστευε ότι η κοινωνιολογική έρευνα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο εκεί, γιατί μια τέτοιου είδους έρευνα δεν μπορεί να δώσει μια επαρκή ερμηνεία.
Και οι δυο πάντως θεωρητικοί συμφωνούν ότι το πέρασμα από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό χαρακτηρίζεται από την τυπικά ελεύθερη εργασία, και οι δυο αναγνωρίζουν ότι αυτού του είδους οι εργασία είναι μόνο τυπικά ελεύθερη, αφού οι εργάτες, επειδή είναι αναγκασμένοι να δουλέψουν για να ζήσουν, βρίσκονται σε μειονεκτική σχέση σε σύγκριση με τους εργοδότες. Ο Μαρξ το πάει ένα βήμα παραπέρα και δείχνει ότι ο εργάτης στον καπιταλισμό είναι θύμα στυγνής εκμετάλλευσης, αφού ο εργοδότης, προκειμένου να βγάλει κέρδος, του κλέβει την υπεραξία.[6]
[1] Ο ιδεότυπος είναι ένα μεθοδολογικό εργαλείο που οικοδομείται μέσα από την απομόνωση της ουσίας των πιο χαρακτηριστικών δεδομένων του υπό μελέτη φαινομένου. Υπό αυτήν την έννοια και η ίδια «η προτεσταντική ηθική της εργασίας» αποτελεί ιδεότυπο.
[2] «Ο Μαρξ πίστευε πως οι υλικές συνθήκες διαδραμάτιζαν θεμελιώδη ρόλο σε όλες τις μορφές κοινωνικής και ιστορικής εξέλιξης. Αυτό αντανακλούσε την πίστη πως η παραγωγή των μέσων συντήρησης του ανθρώπου είναι η σημαντικότερη από όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες…ο Μαρξ έδωσε στη θεωρία αυτή την πλέον περιεκτική της έκφραση υποστηρίζοντας πως η κοινωνική συνείδηση και η «νομική και πολιτική υπερδομή» αντανακλούν την «οικονομική βάση», το πραγματικό θεμέλιο της κοινωνίας. Η «βάση» αποτελείται ουσιαστικά από τον «τρόπο παραγωγής» ή το οικονομικό σύστημα…»
[3] Όταν υπάρχει σύγκλιση και αλληλεπίδραση μεταξύ δύο κοινωνικών φαινομένων.
[4] Όμως κατά πόσο ένα Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα μπορεί να αντικαταστήσει ένα κομμουνιστικό στην επιδίωξη της λαϊκής εξουσίας και την σοσιαλιστική οικοδόμηση. Δηλαδή κατά πόσο μας δίδεται το «δικαίωμα» να κατακρίνουμε την μαρξιστική θεωρία με τον τρόπο που αυτή ερμηνεύεται ή παρερμηνεύεται από ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αλλά και να καταδικάζουμε την εργατική τάξη, όταν αυτή καθοδηγείται από έναν τέτοιο ιδεολογικό και πολιτικό φορέα.
[5] Εδώ βέβαια τίθεται το ερώτημα κατά πόσο αυτοί οι διαχωρισμοί των συμφερόντων ήταν εγγενείς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και ως ένα βαθμό πλασματικοί, και κατά πόσο αυτοί θα μπορούσαν να εξαλειφθούν προς το συμφέρον του συνόλου σε ένα άλλο πολιτικοκοινωνικό σύστημα.
[6] Μέρος της εργασίας το οποίο μένει απλήρωτο στον εργάτη έτσι ώστε ο εργοδότης να μπορεί να έχει κέρδος.
Βιβλιογραφία
- Anthony Giddens, Ο Μαρξ, ο Βέμπερ και η εξέλιξη του καπιταλισμού, μτφ. Στέλιος Χρονόπουλος
- Σ.Κονιόρδος, Ειδικά Θέματα του Ευρωπαικού Πολιτισμού, η Θέση του Βέμπερ για την Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002
- Michael Lowy, Βέμπερ εναντίον Μαρξ, η πολεμική εναντίον του Ιστορικού Υλισμού στην Προτεσταντική Ηθική, μτφ. Στέλιος Χρονόπουλος
- Andrew Heywood, Πολιτικές ιδεολογίες, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2007, μτφ. Χαρίδημος Κουτρής
Τέλος πρώτου μέρους
Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Εν αναμονή του δεύτερου μέρους
Πολύ καλός!
Ευχαριστω φιλε, το δευτερο μερος ισως αργησει λιγο γιατι πρεπει να τελειωσω πρωτα κατι εργασιες.
Παντως ειναι μισογραμμενο, απλα θελω να βαλω καποια παιρεταιρω συμπερασματα και διορθωσεις.