Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 30 Αυγούστου 2009

Εμπνευσμένος απο την ταινία «into the wild» που μισοείδα σήμερα πριν απο τη μεσημεριανή μου σιέστα, ξαναστριφογύρισαν στο νού μου ιδέες σχετικά με τη «μεγάλη φυγή».
Η «φυγή» στο νού του ανθρώπου, συσχετίζεται με έννοιες όπως, ελευθερία, απροσδόκητο, απεξάρτηση απο την καθημερινότητα, πρόκληση, ανατροπή.
Πόσο εύκολο είναι όμως κάποιος να ανατρέψει τον κόσμο του, στον οποίο καλώς ή κακώς έχει μάθει να ζεί, και να αποδράσει προς ένα αφιλόξενο, χωρίς εγγυήσεις περιβάλλον;
Στις μέρες μας βέβαια η απόδραση απο την ρουτίνα και η ανατροπή της καθημερινότητας γίνεται και με τη βοήθεια τεχνητών μέσων, εκ του ασφαλούς, και απολύτως οικονομικά, αφού ενας ολοένα αναπτυσόμενος ηλεκτρονικός κόσμος δομείται και αποδομείται μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα στις μπροστά στις οθόνες μας.
Ένας κόσμος μάλιστα που δεν κάνει κρύο, δεν έχει ή έχει θόρυβο κατ επιλογήν, δεν χρειάζεται να περπατήσουμε για να φτάσουμε απο τη μία άκρη στην άλλη, όυτε να βρούμε που να κοιμηθούμε, ούτε τελειώνει ποτέ το ζεστό νερό, ούτε το κωλόχαρτο.
Όμως, για όσο ακόμα έχουμε συνείδηση του τι είναι πραγματικό και τι όχι, ο κόσμος αυτός είναι πλαστός, ανεπαρκής, αύλος, αλλά και άψυχος σε σχέση με τον φυσικό. Και λέγοντας εδώ φυσικό, δεν εννοώ τις οργανωμένες κοινωνίες που υπάρχει κάθε 100 μέτρα ψιλίκατζίδικο, κάθε 200 σούπερ μάρκετ και κάθε 500 βενζινάδικο, αλλά εκείνο τον κόσμο που προεκτείνεται πέρα απο τα όρια της εκμοντερνισμένης κοινωνίας.

Έχει άραγε μείνει κάποιο ίχνος συμβατότητας του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλον;
Μπορούμε άραγενα αποκωδικοποιήσουμε τα δεδομένα που κρύβονται εκεί;
Να τα απολαύσουμε; Να τα εκτιμήσουμε;

Σίγουρα ως ενα βαθμό μπορούμε, άλλωστε αρκεί για κάποιους ενας ολιγόωρος περίπατος στο βουνό ή σε κάποιο δάσσος για να αποβάλουν απο πάνω τους αρκετά απο τα άγχη και τις σκοτούρες, είναι όμως δυνατόν να προσαρμοστεί σε ένα ολοκληρωτικά διαφορετικό τρόπο ζωής, σε μια διαφορετική καθημερινότητα;

Σίγουρα υπάρχουν πολυήμερα πακέτα διακοπών δίπλα στη φύση, χωρίς ηλεκτρισμό, με ξυλόσομπες, με μαγειρευτό φαγητό στον ξυλόφουρνο. Όμως και αυτά δεν προσφέρουν τίποτα παραπάνω απο μερικές ανάσες, απλά προιόντα στα πλαίσια μιας καταπιέστικής κοινωνίας, κονσέρβες που αν έχεις το κατάλληλο ανοιχτήρι μπορείς να γευτείς το περιεχόμενο τους.

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός και είχα μετακομίσει απο την Αθήνα σε μια μικρή πόλη, και απο την μικρή αυτή πόλη σε μια κωμόπολη, την εντύπωση που μου είχαν κάνει τα παιδιά της γειτονιάς στην κωμόπολη αυτή. Ήξεραν να βάζουν φωτιά, να χτίζουν δεντρόσπιτα, να πελεκάνε ξύλα, να μπροκόνουν, να σκαρφαλώνουν, πράγματα που δεν άργησα βέβαια να μάθω, αλλά που ώστα να τα μάθω αισθανόμουν ανεπαρκής, ενώ εκείνοι έμοιαζαν να τα ήξεραν όλα.

Αργότερα που μετακομίσαμε πάλι πίσω στην πόλη, τα πράγματα άλλαξαν προσ το χειρότερο, μου πήρε τουλάχιστον 1 χρόνο να αρχίσω να προσαρμόζομαι, μια προσαρμογή όχι ευχάριστη όσο εκείνη που προηγήθηκε στο χωριό, μιας και αυτή τη φορά προσαρμοζόμουν όχι επειδή μου άρεσε, αλλά για να «χωρέσω» στις καινούριες παρέες οι οποίες δεν συγχωρούσαν αποκλίνουσες συμπεριφορές.

Θυμάμαι ένα βράδυ, όταν ήμουν ακόμα φαντάρος, νήσος Κώς, σκοπία στην πύλη, βραδυνή, καλοκαίρι, ησυχία, μοναξιά. Η πύλη του στρατοπέδου στο πλάι του δρόμου, αυτοκίνητα πουθενά, αριστερά και δεξιά της πύλης δύο μεγάλες λάμπες σαν κρυστάλινες μαγικές σφαίρες απο εκείνες που έχουν τα μέντιουμ και γύρω απο τις σφαίρες δεκάδες κουνούπια να τρυγιρίζουν σαν δορυφόροι. Ήμουν ξεχασμένος και αφημένος στις σκέψεις μου, με το G3 σε ρόλο μαγκούρας και το κεφάλι μου ακουμπησμένο στον τοίχο σαν να προσπαθούσα να κοιμηθώ όρθιος. Άξαφνα κάτι σαν να πέρασε απο πάνω μου, δεν άκουσα θόρυβο, μάλλον είδα τη σκιά του, σήκωσα το κεφάλι, ανασήκωσα το κράνος με το χέρι μου, και είδα τον επισκέπτη. Ήταν μια μεγάλη κουκουβάγια, είχε γραπωθεί σε ενα μεγάλο γυμνό κλαδί ακριβώς πάνω απο το κεφάλι μου και μου έδειχνε την πλάτη της. Κάποια στιγμή, ίσως επειδή με άκουσε, γύρισε το κεφάλι της 180 μοίρες για να με κοιτάξει και έμεινε να με κοιτά.

Κοιταζόμασταν κάμποση ώρα, εγώ προσπαθούσα να μείνω ακίνητος για να μην την τρομάξω, ίσως πέρασε και ολόκληρο λεπτό πριν πετάξει και φύγει αφήνοντας με εμένα με 12 ακόμα μήνες θητείας στην πλάτη και με την πικρή συνειδητοποίηση του πόσο μου έλειπε εκείνη τη στιγμή η ελευθερία. Δεν ξέρω αν είναι πραγματικά το πουλί της σοφίας, πάντως εμένα με έκανε να αισθανθώ ιδιαίτερα βλάκας.

Εκτός όμως απο την «άγρια» φύση, πλέον δίεξοδο δίδει και η πόλη, που δικαίως μερικοί την αποκαλούν ζούγκλα, αφού πίσω απο τα τεράστια θεανθρώπινα δημιουργήματα, και στους δρόμους και στις πλατείες και στα παρκάκια, κυκλοφορούν «άγρια» ζώα με ανθρώπινη μορφή. Αξύριστοι και ακούρευτοι νομάδες σαλτιμπάγκοι, κουρελήδες ζωγράφοι, ατάλαντοι οργανοπαίχτες, που έρχονται ο θεός ξέρει απο που, δίδουν υπαίθριες παραστάσεις σε πολυσύχναστα μέρη για τα προς το ζήν, και που κανείς δεν ξέρει που φωλιάζουν ή τουλάχιστον δεν ενδιαφέρεται να μάθει. Αυτό που τους κάνει να διαφέρουν απο όλους εμάς τους υπόλοιπους, είναι οτι σε αυτόν τον τρόπο ζωής  δεν κατέληξαν, αλλά τον επέλεξαν.

Όταν αντιμετωπίζω τέτοιους ανθρώπους, αισθάνομαι αυτό που αισθανόμουν και όταν είχα πρωτομετακομίσει στο χωριό, οτι ξέρουν δηλαδή κάποια μυστικά που δε ξέρω, μυστικά που θα με ενδιέφερε να μάθω, μυστικά πολύ πιο ουσιαστικά απο αυτά που κρύβονται πίσω απο ενα λογιστικό φύλο του excel ή στις κουβέντες που λαμβάνουν χώρο σε μια καθως πρέπει καφετέρια.

Όμως είτε επειδή δεν έχω τα φτερά της κουκουβάγιας, είτε επειδή δεν μπορώ να κάνω το κεφάλι μου στροφή 180 μοιρών, τέτοιου είδους μυστικά ίσως να μην τα μάθω ποτέ…

AJH-BarredOwl-mouse

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: