Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 3 Μαρτίου 2010

Εδώ το πρώτο μέρος

Λοιπόν, στο δεύτερο μέρος αυτού του ομολογουμένως μακροσκελούς άρθρου, θα «πηδήσουμε», απο την ανάλυση των εργασιακών συνθηκών που καθιέρωσε ο καπιταλισμός, στην ανάλυση των ευρύτερων στρατηγικών εδραίωσης και λειτουργίας του.

Σχετικά με την γεωργία:

«Η «επανάσταση»(μιλάμε για 18ο-19ο αιώνα) στο καθεστώς της ευρωπαικής έγγειας ιδιοκτησίας συνιστούσε θεμελιώδη προυπόθεση της εγκαθίδρυσης του καπιταλισμού κυρίως μέσα απο δύο πρωταρχικές διαδικασίες: την εμπορευματοποίηση της γης, την υπαγωγή της στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στα χέρια μιας μειοψηφίας με σταθερό προσανατολισμό προς την καπιταλιστική αγορά και, για τον κόσμο των ευρωπαίων αγροτών, την απώλεια της μικρής ιδιοκτησίας, τη σταδιακή αποξένωση τους απο τη γη και την μετατροπή τους σε ένα ελεύθερα κινούμενο εργατικό δυναμικό, στρατευμένο στο μη αγροτικό τομέα της οικονομίας«(Κ. Γαγανάκης, Κοινωνική και Οικονομική ιστορία της Ευρώπης,σελ. 248.)

Αγροτική οικογένεια στην Αγγλία, τέλη 19ου αιώνα.

Αγροτική οικογένεια στην βρετανική ύπαιθρο, τέλη 19ου αιώνα.

Στην Ελλάδα, παρατηρούμε αυτό το φαινόμενο, της εξαθλίωσης του αγροτικού κόσμου, τα τελευταία 15-20 χρόνια. Οι λόγοι που συμβαίνει μόνο τώρα είναι οι εξής. Αφενός, στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, και μετά, η ελλάδα, δεν ήταν χώρα η οποία είχε βιομηχανική παραγωγή, οπότε αναγκαστικά, διατηρούσε αγροτική παραγωγή, παραδοσιακού τύπου(χωρίς βέβαια να λείπουν οι μεγαλοτσιφλικάδες). Βέβαια σε περιόδους «κρίσης», οι Έλληνες άφηναν τα χωράφια τους και την αγροτική ζωή και μετανάστευαν σε βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες(Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική), οπού εργαζόταν κάτω απο ακραίες συνθήκες. Αφετέρου, αυτή η απαξίωση της καλλιέργειας της γης απο μικροκτηματίες, είναι φαινόμενο των καιρών μας(τα τελευταία 20 χρόνια όπως είπα και πρίν), λόγω του ότι στα πλαίσια της Ε.Ε, «ωφείλουμε» να συμορφωθούμε στις διεθνής απαιτήσεις, που θέλουν την αγροτική παραγωγή να είναι πλήρως ενταγμένη στους μηχανισμούς του κεφαλαίου. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στον τουρισμό, όπου οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες τείνουν να εκτοπίσουν τους μικρούς επιχειρηματίες.

Με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνεις, απο τη μια να αποκομίσεις τα μέγιστα απο την εκμετάλλευση της γης(ως διεθνές κεφάλαιο), και απο την άλλη, να εξαφανίσεις κάθε είδους, πολιτικού-οικονομικού πλεονεκτήματος, απο χώρες εξαρτημένες απο την αγροτική παραγωγή, όπως η Ελλάδα, και να τις καταστήσεις δέσμιες, των ισχυρών αγορών.

Σε σχέση με τους κρατικούς δανεισμούς και τον ρόλο των πολέμων:

«…Παρόμοια, οι ναπολεόντειοι πόλεμοι επέκτειναν τον δανεισμό των κυβερνήσεων: το βρετανικό δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκε από 244 εκατομμύρια στερλίνες το 1790, σε 443 εκατομμύρια το 1800, και 838 εκατομμύρια το 1821. Το αντίστοιχο αυστριακό δημόσιο χρέος εξακοντίστηκε από τα 372 εκατομμύρια κορόνες το 1790 σε 1,01 δισεκατομμύριο το 1821. Ο κρατικός δανεισμός έθρεωε τον αναδυόμενο κόσμο της «υψηλής πίστης», δηλαδή σχετικά νεοσύστατους τραπεζικούς οίκους(σημαντικότεροι οι Hope του Άμστερνταμ, οι Rothcild της Φρανκφούρτης, οι Baring το Λονδίνου και οι Hambro της Κοπεγχάγης), οι οποίοι γρήγορα εδραιώθηκαν ως δανειστές αλλά και χρηματοδότες των κρατικών μηχανισμών.«(Κ. Γαγανάκης, σελ. 256-257)

Και παρακάτω αναφορικά με την βιομηχανική-οικονομική(εγώ θα την έλεγα διαχειριστική) επανάσταση στις σελίδες 265-266 του ίδιου βιβλίου:

«Πρωταγωνιστής σε αυτή την οικονομική επανάσταση στάθηκε ο τραπεζιτικός κόσμος, κύρια εξέλιξη στο εσωτερικό του οποίου ήταν η εδραίωση μετοχικών πιστωτικών ιδρυμάτων(στην θέση των παλαιών εμπορικών τραπεζών(1)), τα οποία αντλούσαν τεράστια κεφάλαια απο μεσο-αστούς επενδυτές, διατεθημένους να ριψοκινδυνέψουν σε βιομηχανικές επενδύσεις. H Credit Mobilier, των Γάλλων Pereire, εμφανίστηκε ως ο μεγάλος ανταγωνιστής των Rothchild και του «παλαιού τραπεζικού κόσμου», στελεχωμένου απο επίλεκτες πρωτεσταντικές και εβραικές οικογένειες. Έπειτα απο μια αρχική περίοδο αβεβαιότητας, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1850, όπου οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις οδήγησαν πολλές τράπεζες στην παραδισιακή «ασφαλή» πιστωτική σχέση με τις ευρωπαικές κυβερνήσεις(!!!), οι νομοθετικές ρυθμίσεις(με σημαντικότερη τη θέσπιση της αρχής της «περιορισμένης ευθύνης» για τις μετοχικές εταιρίες) της δεκαετίας του 1860 απλευθέρωσαν εκ νέου την επενδυτική επίθεση των τραπεζών στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, των δημοσίων έργων(τουλάχιστον τότε δεν είχαν τα μεγάλα «Ολυμπιακά Έργα»), των βιομηχανιών και του διεθνούς εμπορίου.(Κ. Γαγανάκης, σελ. 265-266)

Σε σχέση με τους μεγάλους οικονομικούς οργανισμούς:

Οι μεγάλοι οικονομικοί κολοσσοί, θέλοντας να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στο διεθνές οικονομικό στερέωμα, ανέπτυξαν «βιομηχανικούς συνασπισμούς», στην ουσία μονοπώλια(είπε κανείς τίποτα για την συγχώνευση της Ολυμπιακής;), με την μορφή των καρτέλ και των τράστ. Παρακάτω, δίνω τους ορισμούς του βιβλίου του Γαγανάκη για το τι είναι καρτέλ και τι τραστ.

– Καρτέλ: Συμφωνίες εταιριών ενός κλάδου για την διακύμανση των τιμών ή για τον προσδιορισμό της συνολικής παραγωγής.(Κ. Γαγανάκης, σελ. 269)

– Τραστ: Ενώσεις και συγχωνεύσεις εταιριών για τη δημιουργία μονοπωλιακών βιομηχανικών κολοσσών και την εξουδετέρωση  του ασθενέστερου ανταγωνισμού.(Κ. Γαγανάκης, σελ. 269)

Διαβάζοντας τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε ότι αυτός ο όρος «ελεύθερη αγορά» ο οποίος ακούγεται όμορφος και ελκυστικός, είναι τελικά καταχρηστικός, για να μην πω αποπροσανατολιστικός.

Η ομηρία των «μικρών» κρατών:

Κατά την διαμόρφωση των νεων οικονομικών σχέσεων μεταξύ κρατών, και την κατηγοριοποίηση αυτών, σε πλούσια και φτωχά, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου(καύσιμα, πρώτες ύλες, χημικά, κλπ). Τι γινόταν όμως με τις χώρες, που είτε δεν είχαν ορυκτό πλούτο, είτε δεν είχαν την δυνατότητα να τον εκμεταλλευτούν(λέγε με Ελλάδα); Ας δούμε τι γράφει ο Γαγανάκης.

«Οι αγροτικές και υποανάπτυκτες βιομηχανικά χώρες στήριζαν την εκβιομηχάνιση τους στην εισροή ξένου επενδυτικού κεφαλαίου. Η Ιταλία στράφηκε πρώτα στην Γαλλία και κατόπιν στη Γερμανία για την χρηματοδότηση των βιομηχανιών της, ενώ το ποσοστό του ξένου κεφαλαίου στη συνολική επένδυση κεφαλαίου στη ρώσικη εκβιομηχάνιση ανερχόταν στο 60%. Γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά κεφάλαια κινητοποιούσαν τη διαδικασία της εκβιομηχάνισης σε πανευρωπαική κλίμακα, από τις πετρελαιοπηγές του Μπακού και του Καυκάσου, ως την Ουκρανία, τη Βαλτική, την Πολωνία, την Αυστρία και την Ουγγαρία»(Κ. Γαγανάκης, σελ. 269)

Για όσους χάρηκαν που δεν είδαν την Ελλάδα σε αυτήν την λίστα, θα τους απογοητεύσω, μιας και αυτή βρισκόταν(και βρίσκεται) σε χειρότερη μοίρα, διαβάστε παρακάτω.

«Για τις ασθενέστερες οικονομικά χώρες του μεσογειακού Νότου και ιδιαίτερα των Βαλκανίων, η εξάρτηση απο το διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο οδήγησε στην επιβολή ενός «χρηματοδοτικού ιμπεριαλισμού» απο μέρους των μεγάλων δυνάμεων(το 95% της Ρουμάνικης πετρελαιοβιομηχανίας άνηκε σε ξένους επενδυτές το 1914). Αδυναμία αποπληρωμής των τόκων σήμαινε διεθνή παρέμβαση και δέσμευση εθνικών πόρων για λογαριασμό ξένων επενδυτών(πολλά απανωτά Deja-vu έτσι;). Το 1876 η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Αίγυπτος, το 1895 η Σερβία, το 1898 η Ελλάδα(και έλεγα που ήταν που ήταν;) και το 1902 η Βουλγαρία, υποχρεώθηκαν να υπαχθούν σε διεθνή διαχειριστικό έλεγχο, σε μια κατάσταση οικονομικής ομηρίας(α ρε Μέρκελ, δεν είσαι καν πρωτότυπη), εξαιτίας πλημελούς τήρησης των υποχρεώσεων τους προς ξένους δανειστές.»(Κ. Γαγανάκης, σελ. 269)

Οικονομικός Χάρτης της Ευρώπης του 1900

Οικονομικός Χάρτης της Ευρώπης του 1900(πατήστε πάνω στο χάρτη για να τον δείτε σε πλήρη ανάλυση)

Αναφορικά με τις οικονομικές κρίσεις:

Οι οικονομικές κρίσεις, όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι φαινόμενο αποκλειστικό της εποχής μας, στο παρακάτω απόσπασμα, γίνεται αναφορά στις πρώτες οικονομικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος(κοντά στα μέσα του 18ου αιώνα) και τα αίτια εμφάνισης τους.

«Παρακινημένοι από τη μεγιστοποίηση του προσδοκώμενου κέρδους, οι κεφαλαιούχοι της εποχής εναποδόθηκαν σε έντονη κερδοσκοπική δραστηριότητα, η οποία προσανατόλιζε την επένδυση κεφαλαίων σε νέους, υποσχόμενους τομείς(όπως οι σιδηρόδρομοι), υπο την προυπόθεση πως το κόστος της εργασίας και των απαραίτητων πρώτων υλών θα παρέμενε χαμηλό. Η υπερσυσσώρευση κερδοσκοπικών κεφαλαίων συντέλεσε, ωστόσο, σε έναν «επενδυτικό κορεσμό», μειώνοντας τα κέρδη και αυξάνοντας το κόστος της εργασίας, όσο και των, δυσεύρετων πλέον, πρώτων υλών. Αποτέλεσμα ήταν η επικράτηση ενός κλίματος πανικού στις αγορές με τη μαζική πώληση μετοχών σε κλάδους που οδηγούταν σε παρακμή…»(Κ. Γαγανάκης, σελ. 260).

Το διέξοδο απο την κρίση αυτή, το έδωσε η ανάπτυξη του σιδηροδρόμου, όπου πρόσφερε νέες επενδυτικές διεξόδους για τους κεφαλαιοκράτες της εποχής. Εγω κάνω λοιπόν μια «αυθαίρετη» σκέψη, και λέω, «μήπως τα εξουσιαστικά κέντρα αποσκοπούν, να παίξει αυτόν τον ρόλο, στις μέρες μας, η πράσινη ανάπτυξη(δείτε εδώ σχετικό μου άρθρο);».

Σιδηροδρομικά έργα 1860, Αμερική.

Σιδηροδρομικά έργα 1860, Αμερική.

Λοιπόν, αν και θα μπορούσα να πω πολλά παραπάνω, όπως επίσης και να χρησιμοποιήσω βιβλιογραφία απο περισσότερα βιβλία, το σταματάω εδώ και «έχει ο θεός:)». Πιστεύω, ότι ακόμα και έτσι, κατάφερα να δείξω μερικά πράγματα, το πως θα τα εκλάβει κανέις είναι δικό του θέμα, για περεταίρω «ενημέρωση», μείνετε συντονισμένοι.

(1) Οι τράπεζες αρχικά είχαν δημιουργηθεί για τις ανάγκες ασφαλούς μεταφοράς και αποθήκευσης χρήματος και όχι ως πιστωτικοί οργανισμοί(δείτε και σχόλιο, εκεί αναλύω).

Read Full Post »

https://i2.wp.com/www.olemiss.edu/depts/philosophy/images/school-of-athens.jpg

Εφόσον, το έχει και ως συνθετικό ο τίτλος του ιστολογίου, ας παραθέσω μερικές τυχαίες σκέψεις μου περί  φιλοσοφίας.

Καταρχήν, να ορίσω τι σημαίνει για μένα φιλοσοφία, ώστε να μην υπάρχουν παρερμηνεύσεις. Φιλοσοφία λοιπόν για μένα, είναι εκείνη η «ελεύθερη», νοητική διαδικασία, η οποία οδηγείαι απο ερωτήματα, σχετικά με διαφόρων ειδών ζητήματα, που δύσκολα «ψηφιοποιούνται», έτσι ώστε να ερευνηθούν πειραματικά. Οι απαντήσεις και τα συμπεράσματα, τα οποία προκύπτουν ύστερα απο μια φιλοσοφική ενδοσκόπηση, σπάνια είναι «τελικά», αντικειμενικά ή ξεκάθαρα. Μπορούμε χοντρικά να πούμε, ότι η φιλοσοφία στηρίζεται σε υποθέσεις, υποθέσεις, οι οποίες είναι  πιθανόν να οδηγήσουν σε αποτέλεσματα, εφόσον συνδιαστούν με επιστημονική έρευνα.

Όμως η φιλοσοφία μπορεί να είναι ωφέλιμη στον άνθρωπο, ακόμα και στην πρωταρχική της μορφή, αυτήν της ενδοσκόπησης και της υποθέσεως. Η πιο σημαντική απο αυτές της ωφέλειες, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτή που οδηγεί σε μεγαλύτερα επίπεδα αυτάρκειας. Μέσω της φιλοσοφίας δηλαδή, επεκτείνουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, την «ψυχή» μας αν θέλετε, πράγμα που έχει μεγάλη σημασία τόσο στη σχέση μας με τον εαυτό μας, όσο και στο πως αντιλαμβανόμαστε και αντιδρούμε στα εξωτερικά ερεθίσματα.

Μια δεύτερη ωφέλεια της φιλοσοφίας, που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο και προυπόθεση, είναι το αίσθημα ελευθερίας που μας προσφέρει. Δηλαδή, αν και απόλυτη ελευθερία δεν υπάρχει(άλλωστε είναι μια λέξη με διαφορετικές ερμηνείες η «ελευθερία»), με τη συνδρομή της φιλοσοφίας, η οποία αν και βασίζεται στο «λόγο»(και με την έννοια της γλώσσας και της λογικής), προεκτείνει τα όρια του λόγου, στα όρια του νου. Και ζώντας ο άνθρωπος σε ενα σύστημα, αντιληπτό απο τις αισθήσεις του, με συγκεκριμένο, όχι απόλυτο, αλλά σίγουρα περιορισμένο τρόπο, μέσω της φιλοσοφίας υποψιάζεται, χωρίς «τεχνητή υποβοήθηση»(τεχνολογία), τις διαστάσεις αυτού. Δηλαδή το  μέγεθος αφενός του ίδου, αλλα και τη σχέση του με το «σύμπαν». Το ίδιο το «σύμπαν», πρώτα το οραματίζεται(με τη φιλοσοφία), και μετά το αποκωδικοποιεί, κομμάτι-κομμάτι(με την επιστήμη). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι ιστορικά, η φιλοσοφική σκέψη προηγήθηκε της επιστημονικής.

Γενικά, αν αντιμετωπίσουμε τον άνθρωπο απλά σαν ενα ζώο, που σύμφωνα με τα δικά του μέτρα και σταθμά είναι πιο εξελιγμένο απο τα υπόλοιπα. Και αν θεωρήσουμε τη φιλοσοφία ως ενα ζωώδες ένστικτο(δηλαδή κάτι που δεν έμαθε αλλά που το έχει μέσα του) του ανθρώπου, τότε, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια, ότι ενα μεγάλο μέρος αυτής της «στα μέτρα του υπεροχής», το χρωστά στη φιλοσοφία.

Αυτό που δεν γνωρίζω, και δεν ξέρω καν που καταλήγουν σχετικές υποθέσεις, είναι το αν η φιλοσοφία, με την έννοια της ενδοσκόπησης, υπήρχε στον άνθρωπο πριν εμφανιστεί η γλώσσα, όμως εικάζω ότι θα υπήρχε, επειδή πιστεύω ότι χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος δεν θα καλλιεργούσε και την γλωσσική επικοινωνία. Σκέφτομαι επαγωγικά, ότι η ίδια η γλώσσα, αν και βελτιώνει θεαματικά την επικοινωνία, κατά κάποιο τρόπο περιορίζει την φιλοσοφία, δηλαδή την παγιδεύει, σε λέξεις και έννοιες, με περιορισμένη έκταση και διάτμηση. Βέβαια, επειδή για τον άνθρωπο η γλώσσα, είναι το Α και το Ω, έχει βασίσει τη φιλοσοφική του σκέψη πάνω σε αυτή, και δεν μπορεί να την φανταστεί, εκτός απο ελαχίστων περιπτώσεων, απελευθερωμένη και ανεξάρτητη.

Γιατί μέσω της φιλοσοφίας(και αλλιώς βέβαια),  φτάνουμε σε ένα σημείο που οι λέξεις μετατρέπονται σε ιδέες και οι ιδέες σε συναισθήματα, δηλαδή σε μια πιο «πηγαία» μορφή επικοινωνίας, τόσο με την «ψυχή» μας, όσο και με το περιβάλλον μας. Αλλά και αντίστροφα, δηλαδή, το έναυσμα για μια «φιλοσοφική ακολουθία», μπορεί να είναι ενα συγκεκριμένο ή μεικτό συναίσθημα. Αυτό σημαίνει, ότι η φιλοσοφία, διατηρεί συνδέσμους, πέραν της γλώσσας, στον άνθρωπο, κάτι που αν το επεκτείνουμε, αποτελεί ένδειξη, ότι προυπήρχε της γλώσσας.

Όπως και να έχει, όλα τα παραπάνω, αποτελούν, μια δική μου(αν και τίποτα δεν είναι καθ’ ολοκληρία δικό μας) ακολουθία φιλοσοφικής σκέψης, πάνω στην ίδια τη φύση της φιλοσοφικής σκέψης. Το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά, είναι ότι με αυτόν τον τρόπο, κατάφερα να ξεκουράσω τον εγκέφαλο μου, εκτελώντας κατά κάποιο τρόπο ενα είδος «διανοητικής αναπνοής», χρησιμοποιώντας ως πνεύμονα, την φιλοσοφία, και αυτή είναι μια ακόμα σημαντική ωφέλεια της.

Καλή νύχτα!!!

Ελπίζω να μην σας μπέρδεψα…

…πολύ.

Αύριο θα προσπαθήσω να γράψω το δεύτερο μέρος του «The Great Achievments of Capitalism».

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: