Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 20 Ιανουαρίου 2011

Σήμερα ανέσυρα απο το χρονοντούλαπο τις ιστορίας(μου) κάποιες παλιές ιστορίες που είχα γράψει πριν απο καμιά δεκαριά χρόνια.

Ρίξτε μια ματιά σε μια απο αυτές.

~~~

ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΕΡΘΟΥΝ ΠΡΟΣ “ΕΜΕ”

Νύχτα και βροχή, φυσικά φαινόμενα που συνοδεύουν τη Γη στο ταξίδι της αμέτρητα χρόνια τώρα. Φαινόμενα καθημερινά και συνηθισμένα που όμως καταφέρνουν τρομοκρατούν το ανθρώπινο είδος από τη γέννησή του μέχρι και σήμερα. Ακόμα και τώρα που γνωρίζουμε πως δεν είναι δυνάμεις θεών ή δαιμόνων, ακόμα και τώρα μπορούν και κάνουν την καρδιά μας να χτυπά δυνατότερα, ιδιαιτέρα όταν βρισκόμαστε σε λάθος τόπο και χρόνο.

Τα επί ενετοκρατίας πετρόχτιστα στενάκια της πόλης του Άρκαμ, δεν μπορεί κάποιος να τα διασχίσει με αυτοκίνητο, μένουν απείραχτα από τότε μέχρι και σήμερα χαρίζοντας την συσσωρευμένη γοητεία αιώνων στη νησιωτική πόλη. Χαμηλά σπίτια, όμοια με καταφύγια και χορταριασμένα σκαλοπάτια δεσπόζουν σε ένα λαβύρινθο από ακανόνιστα δρομάκια που εκτείνονται άναρχα προς κάθε κατεύθυνση. Τα λιγοστά κατοικήσιμα σπίτια αυτού του μέρους της πόλης κατοικούνται από μετανάστες και εξαθλιωμένους ναρκομανείς ή άστεγους που βρίσκουν καταφύγιο κάτω από μισογκρεμισμένες στέγες παρέα με ποντίκια και αηδιαστικά έντομα.

Φυσιολογικά, οι πιο «καθωσπρέπει» κάτοικοι του Άρκαμ αποφεύγουν να διασχίζουν την παλιά πόλη τις νυχτερινές ώρες ακόμα και όταν χρειάζεται να περπατήσουν περισσότερη απόσταση περιμετρικά από αυτή για να φτάσουν στον προορισμό τους. Που και που, κατά λάθος, παραστρατίζουν από εκεί μεθυσμένοι ξενύχτηδες ή ακόμα και ανόητοι έφηβοι προκειμένου να αποδείξουν την παλικαριά τους στους φίλους τους.

Παρόλη την ασχήμια του, το μέρος αυτό έχει μακριά ιστορική αξία, ανέκαθεν συνδεδεμένη με θρήνους και αίμα. Είχε χτιστεί από τους Ενετούς το 1300 μ.Χ., που ήρθαν ως κατακτητές στο νησί και είχε αλλάξει χέρια με τους Τούρκους δύο φορές μέχρι να παραδοθεί με συνθήκη ολόκληρη η πόλη σε αυτούς. Οι ξακουστοί πειρατές του Αιγαίου αργότερα, πλήρωναν στον τοπικό Πασά χαράτσι ώστε να μπορούν να το χρησιμοποιούν ως κρυσφήγετο για της επιδρομές τους. Άλλοτε χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, ενώ στην γερμανική κατοχή ως στρατόπεδο συγκεντρώσεως, πάντα συνδεμένο κάτι δυσάρεστο.

Και είναι η αποψινή νύχτα άναστρη, συννεφιασμένη και υγρή, το νερό της βροχής είναι τόσο πολύ που σχηματίζει ρυάκια στα πλάγια των δρόμων. Κι εγώ, που είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος επιδιώκει να απολαμβάνει κάθε φύσεως έντονο συναίσθημα, ακόμα και αυτό του τρόμου προκειμένου να νιώσει ζωντανός, προκειμένου να «σπάσει» τη ρουτίνα, μια τέτοια νύχτα περίμενα.

Οπλισμένος μόνο με ένα αδιάβροχο και ένα ζευγάρι στεγανές μπότες, χωρίς φακό, χωρίς φεγγάρι, έτοιμος να χωθώ στη χολή της πόλης, μονάχος, και μη λογαριάζοντας τους κινδύνους, έκανα το πρώτο βήμα.

Οι ήχοι που δέσποζαν, πέρα από αυτούς των αστραπών και του βρόχινου νερού, περιοριζόταν σε παρανοϊκά νιαουρίσματα γατιών και σφυρίγματα που έκανε ο αέρας περνώντας από τα συντρίμμια των κτισμάτων.

Ο βηματισμός μου στην αρχή ήταν αργός, μα γινόταν γρηγορότερος λες και του έδιναν παράγγελμα “εν δυο” οι συνεχώς αυξανόμενοι χτύποι της καρδιάς μου.

Που και που στο δρόμο προσπερνούσα φιγούρες ημιανθρώπινες σα νεκροζώντανες καρικατούρες βγαλμένες από ταινία τρόμου, ντυμένοι με κουρέλια να περιφέρουν σαν κουρέλι τη σάρκα τους, ανήμποροι, ανίκανοι, ξεχασμένοι, συνάμα τρομοκρατημένοι και τρομακτικοί.

Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι έτρεμα από το κρύο· κατάφερα να τον ξεγελάσω μέχρι κάποιο βάθος της σκέψης μου, όμως όχι αρκετά βαθιά για να κουκουλώσω τον πρωτόγονο τρόμο. Είχε το σκηνικό για τη φαντασία μου την ίδια επίδραση που θα είχε για ένα ζωγράφο ένας μαύρος καμβάς, με προδιέθετε δηλαδή να κάνω αρνητικές σκέψεις λες και πίσω από κάθε γωνιά κρυβόταν κάποιο πλάσμα της νύχτας, λες και πάνω σε κάθε σκεπή κουλουριαζόταν κάποιο νυχτεριδόφτερο σαρκοφάγο έτοιμο να μου επιτεθεί. Κι όσο σκοτείνιαζε η σκέψη μου, κι όσο πιο δυνατά ακουγόταν η καρδιά μου, τόσο περισσότερο ένιωθα μέσα μου το συναισθηματικό μεγαλείο που αποζητούσα. Τρόμος πρωτόγνωρος, μοναδικός, έντονος σαν τον πρώτο έρωτα, ξαφνικός σαν αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τόσο γήινος όσο η βαρύτητα, τόσο απόκοσμος όσο τα αστέρια.

Αν και το μέρος ήταν γεμάτο στενάκια, ανηφόρες-κατηφόρες και πετρόχτιστα σκαλοπάτια, υπήρχε μοναχά μια είσοδος και μια έξοδος. Οι Γερμανοί είχαν φτιάξει ένα προστατευτικό τείχος γύρω από την υπόλοιπη συνοικία ώστε να μπορούν να ελέγχουν καλύτερα τους κρατουμένους τους. Σκοπός μου ήταν να πάω από τη μια μεριά στην άλλη, σαν να διέσχιζα λαβύρινθο.

Μερικά παράθυρα από τα σπίτια που προσπερνούσα εξέπεμπαν ένα χλωμό φωτισμό, κοντοστάθηκα σε ένα από αυτά και αδιάκριτα κοίταξα μέσα. Ο φωτισμός προερχόταν από μια αυτοσχέδια λάμπα πετρελαίου και έφτανε ίσα για να διακρίνω ανθρώπους, στοιβαγμένους σαν σακιά, ακουμπισμένους ο ένας πάνω στο άλλον σαν τα γουρούνια πριν την σφαγή. Η μπόχα από αλκοόλ ιδρώτα και καπνό έφτανε μέχρι έξω. Άθλιες συνθήκες ζωής για τουλάχιστον μια ντουζίνα ανθρώπους, σε ένα δωμάτιο απαλλαγμένο από έπιπλα ή κάθε άλλου είδους περιττή πολυτέλεια. Πραγματικά, έμοιαζε σαν να έχει σαρώσει κάποιος την ανθρώπινη σκόνη όλης της πόλης και να την έχει κρύψει κάτω από το χαλί, να μη τύχει και τη δουν οι επισκέπτες.

Οι κεραμιδόγατες ζευγάρωναν πάνω από τις σκεπές κάνοντας αυτούς τους ψυχεδελικούς θορύβους που μοιάζουν με κλάμα μωρού, ενώ ένα σκυλί γαύγιζε στο βάθος σαν μανιασμένο, όπως ο ενοχλημένος γείτονας που φωνάζει στους ξενύχτηδες να τον αφήσουν να κοιμηθεί.

Είχε περάσει αρκετή ώρα και θα μπορούσα να πω πως είχα χάσει το δρόμο μου, όμως θα ήταν σωστότερο να πω πως δεν έψαχνα πια να βρω κάποιο δρόμο. Περιφερόμουν σαν αποχαυνωμένος, με είχε αφομοιώσει η αισθητική και η καταραμένη ομορφιά αυτού του τόπου.

Τα σύννεφα είχαν πια αραιώσει και μια σκόρπια ομάδα από αστέρια είχε εμφανιστεί στον ουρανό, το φεγγάρι ήταν γεμάτο τεράστιο και κατακόκκινο, τόσο τρομαχτικά κόκκινο που είμαι σίγουρος πως αν ο Νιλ Άρμστρονγκ διάλεγε μια τέτοια μέρα να κάνει τον περίπατό του στη Σελήνη, δεν θα είχε επιστρέψει ποτέ.

Ένα μικρό βήμα για μένα λοιπόν”, ψιθύρισα στον εαυτό μου και συνέχισα την πορεία μου δίχως να έχω την αίσθηση πια ότι τρέμω, δίχως να ακούω τη καρδιά μου που χτυπούσε ακόμη πιο δυνατά. Ήταν λες και είχε προσαρμοστεί το πνεύμα μου στην μαγεία του τοπίου, μια μαγεία που ήταν ασύμβατη με τις αισθήσεις μου, ασύμβατη με τις σωματικές μου λειτουργίες, ενώ ίσα που επικοινωνούσε με κάποια συναισθήματα υψηλότερα από αυτά της αγάπης, του μίσους, της ζήλειας, της χαράς. Συναισθήματα τόσο έξω από τη φύση του ανθρώπου, όσο έξω από το διαιτολόγιό του είναι το νέκταρ και η αμβροσία, οι τροφές των θεών.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, λίγο πριν αρχίσω να πιστεύω ότι μπορώ να πετάξω και να ακουμπήσω με τη μύτη μου το ουράνιο στερέωμα, ένα στρίγκλισμα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν δυο αλήτες που μετέφεραν ένα μεγάλο πορτοκαλί κάδο με στραβωμένα ροδάκια, εκείνα ήταν που στρίγκλιζαν. Ήταν το λάφυρό τους από την επιδρομή που είχαν κάνει στη πόλη. Είναι απίστευτο τι μπορεί να βρει κανείς στα σκουπίδια, ειδικά όταν έχει μέρες να φάει. Κουβαλούσαν το κάδο λες και ήταν παιδιά που είχαν κλέψει το σάκο του Αϊ-Βασίλη, φαινόταν η χαρά τους από το τρόπο που περπατούσαν, φαινόταν η πονηριά τους από το τρόπο που με κοίταξαν όταν πέρασαν από δίπλα μου. Είμαι σίγουρος ότι αν ξυπνούσαν και τα υπόλοιπα «παιδιά» της περιοχής, θα διεκδικούσαν και εκείνα το παιχνίδι τους, και ίσως να μην ήταν τόσο ευγενικά. Κάποια «παιδιά» ήταν ικανά να σκοτώσουν τον Άγιο Βασίλη προκειμένου να του πάρουν το σάκο του, οποιοσδήποτε φοράει κόκκινα ρούχα φωνάζει δυνατά “χο, χο, χο” και κυκλοφορεί τη νύχτα είναι σκέτη πρόκληση.

Ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις, άκουσα πραγματικές φωνές παιδιών να έρχονται από παρακάτω. Παιδιά στις τρεις η ώρα τη νύχτα να παίζουν; Αυτό μου φάνηκε κάπως περίεργο, βέβαια τι ήταν φυσιολογικό σε αυτό το μέρος, τίποτα.

Κατευθύνθηκα προς το σημείο που ερχόταν ο σαματάς, όσο πλησίαζα, παρατήρησα ότι μαζί με τα ουρλιαχτά και τις παιδικές φωνές έξαψης, ακόμα μια φωνή ερχόταν στα αυτιά μου από το ίδιο σημείο. Ήταν ένα κλαψιάρικο νιαούρισμα γάτας, κλαψιάρικο, έντονο και τρομαγμένο.

Προσπέρασα δυο ακόμα στενά και έφτασα στο προορισμό μου, τα παιδιά ήταν μαζεμένα σε μια μικρή πλακόστρωτη πλατεία. Μέτρησα πέντε, έδειχναν να ήταν απασχολημένα με κάτι, προσπάθησα να δω καλύτερα. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους ήταν μια μαξιλαροθήκη, η οποία ήταν δεμένη στην άκρη της και ήταν γεμισμένη…  γεμισμένη με κάτι που κουνιόταν και ούρλιαζε και πάλευε να ελευθερωθεί. “Θεέ μου, ήταν η γάτα που άκουγα!”, σκέφτηκα.

Ένα ξανθό αγόρι περίπου πέντε χρονών είχε αρπάξει τη μαξιλαροθήκη και την περίφερε πάνω από το κεφάλι του όπως κάνουν οι καουμπόηδες με το λάσο, μόλις έκανε μερικές περιστροφές την χτύπησε στο πάτωμα με δύναμη. Το ζώο από μέσα αλυχτούσε με τρόπο που θα σπάραζε την καρδιά ακόμα και σε χασάπη, όμως εκείνα δεν έδειχναν ίχνος συμπόνιας. Μεταξύ τους ήταν και δύο μικρά κοριτσάκια ντυμένα στα λευκά που χαμογελούσαν έχοντας τα χέρια τους μπροστά από το στόμα με τον χαρακτηριστικό εκείνον τρόπο που αντιδρούν οι κυρίες των αριστοκρατικών κύκλων όταν ακούσουν ένα σόκιν αστείο. Τα παιδιά έδειχναν να το χαίρονται και ένα-ένα άρχισαν να ποδοπατούν το άμοιρο ζωντανό που μάταια πάλευε για τη ζωή του. Το κλώτσαγαν, το έσερναν, το χτύπαγαν από ‘δω και από ‘κει μέχρι που το ύφασμα της μαξιλαροθήκης βάφτηκε κόκκινο.

Συνέχισαν το «παιχνίδι» τους μέχρι που το «πράγμα» στη μαξιλαροθήκη σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε να κουνιέται. Τότε κι εκείνα σαν να τελείωσε η μπαταρία στο αγαπημένο τους τρενάκι, έχασαν τον ενθουσιασμό τους και σταμάτησαν να ασχολούνται μαζί του.

Ίσως τόση ώρα θα ήταν σωστό να είχα επέμβει, όμως δε το έκανα, υπήρχε κάτι το απόκοσμο στα μάτια αυτών των παιδιών, υπήρχε μια υποψία χλομής λάμψης, όπως όταν βάζουμε ένα φακό κάτω από τα σκεπάσματα και λίγο από το φως το διαπερνά η κουβέρτα. Το πιο λογικό ήταν πως αυτό ήταν η ιδέα μου, προφανώς είδα σε αυτά τα παιδιά μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά λόγω της ζωώδους πράξης που είχαν διαπράξει, μια πράξη που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε απ’ το γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν άγρια παιδιά του δρόμου.

Έτσι έμεινα αμίλητος και κρυμμένος να τα χαζεύω μέχρι που εξαφανίστηκαν στα στενά. Βρισκόμουν σε υπερένταση και δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά.

Η αναπνοή μου κόπηκε όταν ένα χέρι μου τράβηξε το ρούχο, γύρισα αστραπιαία να δω τι ήταν. Το παράθυρο του σπιτιού του οποίου ο τοίχος μου παρείχε κάλυψη τόση ώρα είχε ανοίξει και μια μαυροφορεμένη φιγούρα είχε απλώσει το χέρι της πάνω μου. Μου πέρασε από το μυαλό ότι ήταν ο Χάρος.

– “Αλίμονό μας!”, φώναξε με γερασμένη φωνή η μαυροφορούσα

που τελικά δεν ήταν ο Χάρος, αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα.

– “Ποια ήταν αυτά τα παιδιά;”, τη ρώτησα.

– “Αυτά δεν είναι πια παιδιά, είναι τελώνια, και δεν έχουν όνομα, ποτέ δεν είχαν, δε βαφτίστηκαν ποτέ και θάφτηκαν χωρίς να τα λειτουργήσει παπάς, σαν τα ζώα. Αλίμονό μας!”, ξαναφώναξε, έκανε το σταυρό της και τραβήχτηκε στις σκιές κλείνοντας με δύναμη το παράθυρο.

Δε ξέρω τι με οδήγησε να το κάνω αυτό, ίσως η περιέργεια του ανθρώπου να ξεπερνάει σε ένταση τον φόβο του μερικές φορές. Μακάρι να μην ήμουν τόσο περίεργος και να είχα φύγει, όμως δυστυχώς δε το έκανα. Προχώρησα προς το κέντρο της πλατείας και αφού κάλυψα το χέρι μου με το μανίκι του αδιάβροχου, έσκυψα και έπιασα τη μαξιλαροθήκη. Όταν την άνοιξα, τίποτα δεν μπορούσε να με προϊδεάσει για το τι θα έβρισκα μέσα της. Ακόμα και τώρα δε μπορώ να το εκφράσω με άμεσο τρόπο, δεν έρχονται τα λόγια στο στόμα μου. Μπορώ να πω μόνο το εξής: ότι μερικές φορές δε κλαίνε μόνο οι γάτες σα τα μωρά, μερικές φορές κλαίνε και τα μωρά σαν γάτες…

~~~

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: