Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιανουαρίου 2011

Σήμερα ανέσυρα απο το χρονοντούλαπο τις ιστορίας(μου) κάποιες παλιές ιστορίες που είχα γράψει πριν απο καμιά δεκαριά χρόνια.

Ρίξτε μια ματιά σε μια απο αυτές.

~~~

ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΕΡΘΟΥΝ ΠΡΟΣ “ΕΜΕ”

Νύχτα και βροχή, φυσικά φαινόμενα που συνοδεύουν τη Γη στο ταξίδι της αμέτρητα χρόνια τώρα. Φαινόμενα καθημερινά και συνηθισμένα που όμως καταφέρνουν τρομοκρατούν το ανθρώπινο είδος από τη γέννησή του μέχρι και σήμερα. Ακόμα και τώρα που γνωρίζουμε πως δεν είναι δυνάμεις θεών ή δαιμόνων, ακόμα και τώρα μπορούν και κάνουν την καρδιά μας να χτυπά δυνατότερα, ιδιαιτέρα όταν βρισκόμαστε σε λάθος τόπο και χρόνο.

Τα επί ενετοκρατίας πετρόχτιστα στενάκια της πόλης του Άρκαμ, δεν μπορεί κάποιος να τα διασχίσει με αυτοκίνητο, μένουν απείραχτα από τότε μέχρι και σήμερα χαρίζοντας την συσσωρευμένη γοητεία αιώνων στη νησιωτική πόλη. Χαμηλά σπίτια, όμοια με καταφύγια και χορταριασμένα σκαλοπάτια δεσπόζουν σε ένα λαβύρινθο από ακανόνιστα δρομάκια που εκτείνονται άναρχα προς κάθε κατεύθυνση. Τα λιγοστά κατοικήσιμα σπίτια αυτού του μέρους της πόλης κατοικούνται από μετανάστες και εξαθλιωμένους ναρκομανείς ή άστεγους που βρίσκουν καταφύγιο κάτω από μισογκρεμισμένες στέγες παρέα με ποντίκια και αηδιαστικά έντομα.

Φυσιολογικά, οι πιο «καθωσπρέπει» κάτοικοι του Άρκαμ αποφεύγουν να διασχίζουν την παλιά πόλη τις νυχτερινές ώρες ακόμα και όταν χρειάζεται να περπατήσουν περισσότερη απόσταση περιμετρικά από αυτή για να φτάσουν στον προορισμό τους. Που και που, κατά λάθος, παραστρατίζουν από εκεί μεθυσμένοι ξενύχτηδες ή ακόμα και ανόητοι έφηβοι προκειμένου να αποδείξουν την παλικαριά τους στους φίλους τους.

Παρόλη την ασχήμια του, το μέρος αυτό έχει μακριά ιστορική αξία, ανέκαθεν συνδεδεμένη με θρήνους και αίμα. Είχε χτιστεί από τους Ενετούς το 1300 μ.Χ., που ήρθαν ως κατακτητές στο νησί και είχε αλλάξει χέρια με τους Τούρκους δύο φορές μέχρι να παραδοθεί με συνθήκη ολόκληρη η πόλη σε αυτούς. Οι ξακουστοί πειρατές του Αιγαίου αργότερα, πλήρωναν στον τοπικό Πασά χαράτσι ώστε να μπορούν να το χρησιμοποιούν ως κρυσφήγετο για της επιδρομές τους. Άλλοτε χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, ενώ στην γερμανική κατοχή ως στρατόπεδο συγκεντρώσεως, πάντα συνδεμένο κάτι δυσάρεστο.

Και είναι η αποψινή νύχτα άναστρη, συννεφιασμένη και υγρή, το νερό της βροχής είναι τόσο πολύ που σχηματίζει ρυάκια στα πλάγια των δρόμων. Κι εγώ, που είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος επιδιώκει να απολαμβάνει κάθε φύσεως έντονο συναίσθημα, ακόμα και αυτό του τρόμου προκειμένου να νιώσει ζωντανός, προκειμένου να «σπάσει» τη ρουτίνα, μια τέτοια νύχτα περίμενα.

Οπλισμένος μόνο με ένα αδιάβροχο και ένα ζευγάρι στεγανές μπότες, χωρίς φακό, χωρίς φεγγάρι, έτοιμος να χωθώ στη χολή της πόλης, μονάχος, και μη λογαριάζοντας τους κινδύνους, έκανα το πρώτο βήμα.

Οι ήχοι που δέσποζαν, πέρα από αυτούς των αστραπών και του βρόχινου νερού, περιοριζόταν σε παρανοϊκά νιαουρίσματα γατιών και σφυρίγματα που έκανε ο αέρας περνώντας από τα συντρίμμια των κτισμάτων.

Ο βηματισμός μου στην αρχή ήταν αργός, μα γινόταν γρηγορότερος λες και του έδιναν παράγγελμα “εν δυο” οι συνεχώς αυξανόμενοι χτύποι της καρδιάς μου.

Που και που στο δρόμο προσπερνούσα φιγούρες ημιανθρώπινες σα νεκροζώντανες καρικατούρες βγαλμένες από ταινία τρόμου, ντυμένοι με κουρέλια να περιφέρουν σαν κουρέλι τη σάρκα τους, ανήμποροι, ανίκανοι, ξεχασμένοι, συνάμα τρομοκρατημένοι και τρομακτικοί.

Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι έτρεμα από το κρύο· κατάφερα να τον ξεγελάσω μέχρι κάποιο βάθος της σκέψης μου, όμως όχι αρκετά βαθιά για να κουκουλώσω τον πρωτόγονο τρόμο. Είχε το σκηνικό για τη φαντασία μου την ίδια επίδραση που θα είχε για ένα ζωγράφο ένας μαύρος καμβάς, με προδιέθετε δηλαδή να κάνω αρνητικές σκέψεις λες και πίσω από κάθε γωνιά κρυβόταν κάποιο πλάσμα της νύχτας, λες και πάνω σε κάθε σκεπή κουλουριαζόταν κάποιο νυχτεριδόφτερο σαρκοφάγο έτοιμο να μου επιτεθεί. Κι όσο σκοτείνιαζε η σκέψη μου, κι όσο πιο δυνατά ακουγόταν η καρδιά μου, τόσο περισσότερο ένιωθα μέσα μου το συναισθηματικό μεγαλείο που αποζητούσα. Τρόμος πρωτόγνωρος, μοναδικός, έντονος σαν τον πρώτο έρωτα, ξαφνικός σαν αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τόσο γήινος όσο η βαρύτητα, τόσο απόκοσμος όσο τα αστέρια.

Αν και το μέρος ήταν γεμάτο στενάκια, ανηφόρες-κατηφόρες και πετρόχτιστα σκαλοπάτια, υπήρχε μοναχά μια είσοδος και μια έξοδος. Οι Γερμανοί είχαν φτιάξει ένα προστατευτικό τείχος γύρω από την υπόλοιπη συνοικία ώστε να μπορούν να ελέγχουν καλύτερα τους κρατουμένους τους. Σκοπός μου ήταν να πάω από τη μια μεριά στην άλλη, σαν να διέσχιζα λαβύρινθο.

Μερικά παράθυρα από τα σπίτια που προσπερνούσα εξέπεμπαν ένα χλωμό φωτισμό, κοντοστάθηκα σε ένα από αυτά και αδιάκριτα κοίταξα μέσα. Ο φωτισμός προερχόταν από μια αυτοσχέδια λάμπα πετρελαίου και έφτανε ίσα για να διακρίνω ανθρώπους, στοιβαγμένους σαν σακιά, ακουμπισμένους ο ένας πάνω στο άλλον σαν τα γουρούνια πριν την σφαγή. Η μπόχα από αλκοόλ ιδρώτα και καπνό έφτανε μέχρι έξω. Άθλιες συνθήκες ζωής για τουλάχιστον μια ντουζίνα ανθρώπους, σε ένα δωμάτιο απαλλαγμένο από έπιπλα ή κάθε άλλου είδους περιττή πολυτέλεια. Πραγματικά, έμοιαζε σαν να έχει σαρώσει κάποιος την ανθρώπινη σκόνη όλης της πόλης και να την έχει κρύψει κάτω από το χαλί, να μη τύχει και τη δουν οι επισκέπτες.

Οι κεραμιδόγατες ζευγάρωναν πάνω από τις σκεπές κάνοντας αυτούς τους ψυχεδελικούς θορύβους που μοιάζουν με κλάμα μωρού, ενώ ένα σκυλί γαύγιζε στο βάθος σαν μανιασμένο, όπως ο ενοχλημένος γείτονας που φωνάζει στους ξενύχτηδες να τον αφήσουν να κοιμηθεί.

Είχε περάσει αρκετή ώρα και θα μπορούσα να πω πως είχα χάσει το δρόμο μου, όμως θα ήταν σωστότερο να πω πως δεν έψαχνα πια να βρω κάποιο δρόμο. Περιφερόμουν σαν αποχαυνωμένος, με είχε αφομοιώσει η αισθητική και η καταραμένη ομορφιά αυτού του τόπου.

Τα σύννεφα είχαν πια αραιώσει και μια σκόρπια ομάδα από αστέρια είχε εμφανιστεί στον ουρανό, το φεγγάρι ήταν γεμάτο τεράστιο και κατακόκκινο, τόσο τρομαχτικά κόκκινο που είμαι σίγουρος πως αν ο Νιλ Άρμστρονγκ διάλεγε μια τέτοια μέρα να κάνει τον περίπατό του στη Σελήνη, δεν θα είχε επιστρέψει ποτέ.

Ένα μικρό βήμα για μένα λοιπόν”, ψιθύρισα στον εαυτό μου και συνέχισα την πορεία μου δίχως να έχω την αίσθηση πια ότι τρέμω, δίχως να ακούω τη καρδιά μου που χτυπούσε ακόμη πιο δυνατά. Ήταν λες και είχε προσαρμοστεί το πνεύμα μου στην μαγεία του τοπίου, μια μαγεία που ήταν ασύμβατη με τις αισθήσεις μου, ασύμβατη με τις σωματικές μου λειτουργίες, ενώ ίσα που επικοινωνούσε με κάποια συναισθήματα υψηλότερα από αυτά της αγάπης, του μίσους, της ζήλειας, της χαράς. Συναισθήματα τόσο έξω από τη φύση του ανθρώπου, όσο έξω από το διαιτολόγιό του είναι το νέκταρ και η αμβροσία, οι τροφές των θεών.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, λίγο πριν αρχίσω να πιστεύω ότι μπορώ να πετάξω και να ακουμπήσω με τη μύτη μου το ουράνιο στερέωμα, ένα στρίγκλισμα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν δυο αλήτες που μετέφεραν ένα μεγάλο πορτοκαλί κάδο με στραβωμένα ροδάκια, εκείνα ήταν που στρίγκλιζαν. Ήταν το λάφυρό τους από την επιδρομή που είχαν κάνει στη πόλη. Είναι απίστευτο τι μπορεί να βρει κανείς στα σκουπίδια, ειδικά όταν έχει μέρες να φάει. Κουβαλούσαν το κάδο λες και ήταν παιδιά που είχαν κλέψει το σάκο του Αϊ-Βασίλη, φαινόταν η χαρά τους από το τρόπο που περπατούσαν, φαινόταν η πονηριά τους από το τρόπο που με κοίταξαν όταν πέρασαν από δίπλα μου. Είμαι σίγουρος ότι αν ξυπνούσαν και τα υπόλοιπα «παιδιά» της περιοχής, θα διεκδικούσαν και εκείνα το παιχνίδι τους, και ίσως να μην ήταν τόσο ευγενικά. Κάποια «παιδιά» ήταν ικανά να σκοτώσουν τον Άγιο Βασίλη προκειμένου να του πάρουν το σάκο του, οποιοσδήποτε φοράει κόκκινα ρούχα φωνάζει δυνατά “χο, χο, χο” και κυκλοφορεί τη νύχτα είναι σκέτη πρόκληση.

Ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις, άκουσα πραγματικές φωνές παιδιών να έρχονται από παρακάτω. Παιδιά στις τρεις η ώρα τη νύχτα να παίζουν; Αυτό μου φάνηκε κάπως περίεργο, βέβαια τι ήταν φυσιολογικό σε αυτό το μέρος, τίποτα.

Κατευθύνθηκα προς το σημείο που ερχόταν ο σαματάς, όσο πλησίαζα, παρατήρησα ότι μαζί με τα ουρλιαχτά και τις παιδικές φωνές έξαψης, ακόμα μια φωνή ερχόταν στα αυτιά μου από το ίδιο σημείο. Ήταν ένα κλαψιάρικο νιαούρισμα γάτας, κλαψιάρικο, έντονο και τρομαγμένο.

Προσπέρασα δυο ακόμα στενά και έφτασα στο προορισμό μου, τα παιδιά ήταν μαζεμένα σε μια μικρή πλακόστρωτη πλατεία. Μέτρησα πέντε, έδειχναν να ήταν απασχολημένα με κάτι, προσπάθησα να δω καλύτερα. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους ήταν μια μαξιλαροθήκη, η οποία ήταν δεμένη στην άκρη της και ήταν γεμισμένη…  γεμισμένη με κάτι που κουνιόταν και ούρλιαζε και πάλευε να ελευθερωθεί. “Θεέ μου, ήταν η γάτα που άκουγα!”, σκέφτηκα.

Ένα ξανθό αγόρι περίπου πέντε χρονών είχε αρπάξει τη μαξιλαροθήκη και την περίφερε πάνω από το κεφάλι του όπως κάνουν οι καουμπόηδες με το λάσο, μόλις έκανε μερικές περιστροφές την χτύπησε στο πάτωμα με δύναμη. Το ζώο από μέσα αλυχτούσε με τρόπο που θα σπάραζε την καρδιά ακόμα και σε χασάπη, όμως εκείνα δεν έδειχναν ίχνος συμπόνιας. Μεταξύ τους ήταν και δύο μικρά κοριτσάκια ντυμένα στα λευκά που χαμογελούσαν έχοντας τα χέρια τους μπροστά από το στόμα με τον χαρακτηριστικό εκείνον τρόπο που αντιδρούν οι κυρίες των αριστοκρατικών κύκλων όταν ακούσουν ένα σόκιν αστείο. Τα παιδιά έδειχναν να το χαίρονται και ένα-ένα άρχισαν να ποδοπατούν το άμοιρο ζωντανό που μάταια πάλευε για τη ζωή του. Το κλώτσαγαν, το έσερναν, το χτύπαγαν από ‘δω και από ‘κει μέχρι που το ύφασμα της μαξιλαροθήκης βάφτηκε κόκκινο.

Συνέχισαν το «παιχνίδι» τους μέχρι που το «πράγμα» στη μαξιλαροθήκη σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε να κουνιέται. Τότε κι εκείνα σαν να τελείωσε η μπαταρία στο αγαπημένο τους τρενάκι, έχασαν τον ενθουσιασμό τους και σταμάτησαν να ασχολούνται μαζί του.

Ίσως τόση ώρα θα ήταν σωστό να είχα επέμβει, όμως δε το έκανα, υπήρχε κάτι το απόκοσμο στα μάτια αυτών των παιδιών, υπήρχε μια υποψία χλομής λάμψης, όπως όταν βάζουμε ένα φακό κάτω από τα σκεπάσματα και λίγο από το φως το διαπερνά η κουβέρτα. Το πιο λογικό ήταν πως αυτό ήταν η ιδέα μου, προφανώς είδα σε αυτά τα παιδιά μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά λόγω της ζωώδους πράξης που είχαν διαπράξει, μια πράξη που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε απ’ το γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν άγρια παιδιά του δρόμου.

Έτσι έμεινα αμίλητος και κρυμμένος να τα χαζεύω μέχρι που εξαφανίστηκαν στα στενά. Βρισκόμουν σε υπερένταση και δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά.

Η αναπνοή μου κόπηκε όταν ένα χέρι μου τράβηξε το ρούχο, γύρισα αστραπιαία να δω τι ήταν. Το παράθυρο του σπιτιού του οποίου ο τοίχος μου παρείχε κάλυψη τόση ώρα είχε ανοίξει και μια μαυροφορεμένη φιγούρα είχε απλώσει το χέρι της πάνω μου. Μου πέρασε από το μυαλό ότι ήταν ο Χάρος.

– “Αλίμονό μας!”, φώναξε με γερασμένη φωνή η μαυροφορούσα

που τελικά δεν ήταν ο Χάρος, αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα.

– “Ποια ήταν αυτά τα παιδιά;”, τη ρώτησα.

– “Αυτά δεν είναι πια παιδιά, είναι τελώνια, και δεν έχουν όνομα, ποτέ δεν είχαν, δε βαφτίστηκαν ποτέ και θάφτηκαν χωρίς να τα λειτουργήσει παπάς, σαν τα ζώα. Αλίμονό μας!”, ξαναφώναξε, έκανε το σταυρό της και τραβήχτηκε στις σκιές κλείνοντας με δύναμη το παράθυρο.

Δε ξέρω τι με οδήγησε να το κάνω αυτό, ίσως η περιέργεια του ανθρώπου να ξεπερνάει σε ένταση τον φόβο του μερικές φορές. Μακάρι να μην ήμουν τόσο περίεργος και να είχα φύγει, όμως δυστυχώς δε το έκανα. Προχώρησα προς το κέντρο της πλατείας και αφού κάλυψα το χέρι μου με το μανίκι του αδιάβροχου, έσκυψα και έπιασα τη μαξιλαροθήκη. Όταν την άνοιξα, τίποτα δεν μπορούσε να με προϊδεάσει για το τι θα έβρισκα μέσα της. Ακόμα και τώρα δε μπορώ να το εκφράσω με άμεσο τρόπο, δεν έρχονται τα λόγια στο στόμα μου. Μπορώ να πω μόνο το εξής: ότι μερικές φορές δε κλαίνε μόνο οι γάτες σα τα μωρά, μερικές φορές κλαίνε και τα μωρά σαν γάτες…

~~~

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος

Read Full Post »

Δίνη

Δίνη

~

Βγάζω την τάπα της μπανιέρα και κοιτώ,

χρόνος, το νερό που φεύγει και χάνεται,

που νδ πηγαίνει άραγε;

~

Και είναι η μπανιέρα σαν το πάνω μέρος μιας κλεψύδρας,

όχι διάφανης,

που νιώθουν το χρόνο να περνά,

μόνο όσοι είναι μέσα της.

~

Έτσι είναι,

και ίσως για τους έξω να μην υπάρχει ο χρόνος,

ίσως ο χρόνος να υπάρχει μόνο μέσα στην κλεψύδρα,

παγιδευμένος και αυτός.

~

Μα είναι τελικά κανείς έξω απ΄ το χρόνο;

Υπάρχει τίποτα πέρα απ΄ τα τείχη;

Πως να είναι ο κόσμος που δε φτάνουμε να δούμε;

Και ακόμα πιο πέρα, πως είναι ο κόσμος που δεν φτάνουμε να φανταστούμε;

~

Μόνο ενα ξέρω, πως είμαι εδώ κλεισμένος, και εγώ, και το νερό, και ο χρόνος.

Παγιδευμένοι όλοι σε κυκλικές κινήσεις, ή που έστω μοιάζουν κυκλικές, γιατί ούτε εγώ, ούτε το νερό, ούτε ο χρόνος, είμαστε ίδιοι μετά απο κάθε ταξίδι, και ας αποτελούμαστε από τα ίδια ανακατεμένα συστατικά.

~

Αν, λέω αν, μπορούσε κάποιος απέξω να μας παρακολουθήσει, θα ήμασταν άραγε για αυτόν κάτι παραπάνω από κόκκους άμμου που κυλάνε στην κλεψύδρα;

Θα ήμασταν έστω θεατρίνοι, σαλτιμπάγκοι, μαριονέτες;

Θα ξέρει τώρα αυτός, αν με κοιτά, πως το σκέφτομαι ότι μπορεί να με κοιτά;

~

Δεν γνωρίζω τίποτα…

πάρα μόνο ότι περνάει ο χρόνος,

όμως ακόμα και για αυτό,

μου έχουν δημιουργηθεί κάποιες αμφιβολίες,

μήπως το πέρασμα του χρόνου είναι απλά ένας τρόπος να μην σκέφτομαι,

ότι εγώ είμαι περαστικός…

~

Τέλος

Read Full Post »

 

Ο ληστής Προκρούστης

Τον Απόστολο Γκλέτσο ποτέ δεν τον συμπαθούσα, θεωρούσα ότι αυτή η Snake Pliscen αλα ελληνικά περσόνα του, περπατάω και πίσω μου γαμιέται το σύμπαν, ήταν λιγάκι «ψευτομαγκιόρικη».

Τον Απόστολο Γκλέτσο ποτέ δεν τον συμπαθούσα, μέχρι προχθές, που έμαθα ότι τα έκανε όλα γυαλιά καρφιά στα διόδια και απέδειξε ότι μόνο ψευτόμαγκας δεν είναι.

Για μένα, ο αγώνας αυτός για την κατάργηση των διοδίων είναι πολύ σημαντικός, για συμβολικούς και ουσιαστικούς λόγους. Αν δούμε την Ελλάδα ως ενα ζωντανό οργανισμό, οι δρόμοι είναι οι φλέβες της, δεν δικαιούται κανέις, να αφήνει τους «ληστές», εταιρίες των διοδίων να κατακλέβουν τον ελληνικό λαό. Οι μόνοι που δικαιούνται να κλείνουν τους δρόμους είναι ο ελληνικός λαός, μιας και αυτός τους έχει πληρώσει, και όχι οι κατασκευαστικέ εταιρίες που τα παίρνουν απο 1000 μπάντες. Παλιότερα, στην ελληνική επικράτεια, υπήρχαν οι ληστές, οι οποίοι έστηναν ενέδρες στους δρόμους και ξ’άφριζαν τους περαστικούς. Σήμερα, μετά απο τόσα χρόνια «προόδου», το «ελληνικό» κράτος έχει νομιμοποιήσει τους ληστές και την κλεψιά, και αντί να προστατεύει τον ελληνικό λαό απο αυτούς, προστατεύει αυτούς απο τον ελληνικό λαό.

Είναι αστείο, αλλά αν το καλοσκεφτεί κανείς, πλέον, οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες είναι τα μεγάλα αφεντικά, και έχουν τους πολιτικούς, να δουλεύουν για εκείνους, σαν υπάλληλοι τους, βγάζοντας τους μάλλιστα πολλά χρήματα. Είναι επίσης αστείο, το γεγονός, πως όταν οι αγρότες, οι φορτηγατζήδες και λοιποί κλάδοι κλείνουν για κάποιες μέρες τους δρόμους, οι πολιτικοί και τα μέσα ενημέρωσης λένε την κλασική πλέον ατάκα «έκοψαν την Ελλάδα στα δυο«, εκείνοι που κόβουν την Ελλάδα στα 152 μόνιμα, δεν φένεται να τους ενοχλούν.

Και έρχομαι και λέω…από πόσες μπάντες θα φορολογηθούμε ακόμα που κάνουμε το λάθος να έχουμε αμάξι; Πληρώνουμε τρελούς φόρους στην βενζίνα, πληρώνουμε τέλη κυκλοφορίας, πληρώνουμε μέσα απο τους άμεσους και έμμεσους φόρους χρήματα για την κατασκευή και συντήρηση δρόμων. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το κράτος φτιάζει φοροχαράτσια και για ώφελος των ιδιωτών, όπως είναι για παράδειγμα τα ιδιωτικά κτεο, οι κάρτες καυσαερίων, τα διόδια, οι ασφάλιση των οχημάτων κλπ. Κάνει πως ξεχνάει φένεται ο εκάστοτε υπουργός, ότι όλα τα έργα που έχουν γίνει σε αυτόν τον τόπο, έχει κανονίσει να τα πληρώσουμε ήδη δυο και τρείς φορές πάνω απο την κανονική τους αξία. Το χειρότερο όμως, δεν είναι ότι κάνει πως το ξεχνά ο εκάστοτε υπουργός, αλλά μοιάζει να το ξεχνά ή να μην το γνωρίζει, και ο ίδιος ο ελληνικός λαός.

Το κίνημα αυτό των διοδίων, είναι κατά τη γνώμη μου μια χρυσή ευκαιρία για να αρχίσει ο λαός να συνειδητοποιεί τη δύναμη του, να αρχίσει να θυμάται, να αρχίσει να αντιδρά!

Viva la revolution!

Και ξαναviva!

Στίχοι:

Στίχοι: Κωστούλα Μητροπούλου
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Πρώτη εκτέλεση: Σούλα Μπιρμπίλη

Άλλες ερμηνείες:
Μάνος Λοΐζος
Χαρούλα Αλεξίου & Δήμητρα Γαλάνη ( Ντουέτο )

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά
ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία
κι ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά

Κι ύστερα πέρασε ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά
ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά

Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία
κι ύστερα γήπεδο στοιχήματα καυγάς
ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
είπανε όμως πως την έγραψαν παιδιά

Read Full Post »

Για τους στωικούς φιλόσοφους, η κοσμόπολη ήταν το μέρος εκείνο που τα ανθρώπινα πνεύματα συναντώνταν. Για τους στωικούς, η κοσμόπολη, δεν ήταν ενα γεωγραφικά ορισμένο μέρος, αλλά κάτι πάνω απο την ύλη, ανώτερο, όπως ήταν για τον Πλάτωνα ο δικός του, «κόσμος των ιδεών». Φανταστείτε την κοσμόπολη, σαν μια μεγάλη υδάτινη μάζα, της οποίας μέρος είναι όλοι οι κοσμοπολίτες, αυτοί δηλαδή που μπορούν, μέσω της φιλοσοφίας, να συντονιστούν και να σχηματίσουν ενα μεγάλο, κοινό νου.

Από την πρώτη στιγμή που διάβασα την θεωρία της κοσμόπολης, μου ήρθε στο νού το Internet, σκεφτείτε το! Τι είναι το Internet, αν όχι ενας «κοινός νούς», μιας ομάδας ανθρώπων, μυημένων στην τεχνολογία. Βέβαια για τους στωικούς, η κοσμόπολη, αποτελούσε μια ιδανική κοινωνία νοών, στην οποία το ατομικό, υποτασσόταν στο συλλογικό, και δημιουργούσε μια ουτοπική, αιώνια και απρόσβλητη απο την ανθρώπινη αδυναμία, οντότητα. Αυτό, όπως όλοι ξέρουμε, είναι κάτι που δεν ισχύει για το διαδίκτυο, μιας και εκείνο μοιάζει περισσότερο να είναι μια κοσμόπολη, αποτελούμενη κυρίως απο τις αδυναμίες των οντοτήτων εκείνων που την αποτελούν.

Η κοσμοπολιτεία των στωικών, κατοικείται απο ανθρώπους ηθικούς, ανθρώπους σώφρονες. Το internet απο την άλλη, μοιάζει να φτύνει στα μούτρα κάθε κανόνα ηθικής και σοφρωσύνης, να αγνοεί το μέτρο και να ερωτοτροπεί με την παραφροσύνη και την ανηθικότητα.

Θα έλεγε κανείς, ότι εμείς οι άνθρωποι, φτιαγμένοι κατ εικόνα και ομοίωση του ενός πραγματικού-παντοδύναμου-φιλεσπλαχνου και γενικώς αγαπησιάρη θεού, αφού διαφθείραμε τον κόσμο τον οποίο σταλθήκαμε να κατοικήσουμε, έχοντας πρώτα καταφέρει να διωχθούμε απο τον παράδεισο, αποφασίσαμε να κατακτήσουμε, να κατοικοίσουμε, και να διαφθειρούμε, ακόμα και τον κόσμο των ιδεών του Πλάτωνα και του Σωκράτη, ακόμα και εκείνη την ιδανική, ιδεατή, ουτοπική πολιτεία, που οι στωικοί φιλόσοφοι ονόμασαν κοσμόπολη. Είναι δηλαδή, λες και προσπαθούμε να ξανακατακτήσουμε τον παράδεισο, προκειμένου να τον εκφυλίσουμε, για να εκδικηθούμε ίσως με αυτόν τον τρόπο, εκείνον που αρχικά μας τον στέρησε.

Όχι, δεν μιλάω υπερβατικά, δεν αμπελοφιλοσοφώ, όπως κάποιοι ίσως υποθέσατε, δεν μου αρέσει να πετάω χρώματα στον καμβά χωρίς να έχω στο μυαλό μου κάτι συγκεκριμένο. Αυτό που πραγματικά θέλω να πω, είναι πως ο άνθρωπος, έχει στις μέρες μας καταφέρει να δημιουργήσει, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, τις συνθήκες εκείνες που θα του επιτρέψουν να κατακτήσει, αυτό που για κάποιους, κάποτε, θεωρούταν ιδεατό. Όμως, παρόλο που απο τεχνικής πλευράς, έχει γίνει δυνατόν να ακουμπήσει το τέλειο, μοιάζει να αρέσκεται περισσότερο στο να ερωτοτροπεί με το χάος, να διαφθείρει, να κατακτά και να καταστρέφει, και ύστερα να βάζει ψηλότερα τον πήχη, μονο και μόνο για να καταστρέψει αυτά που προηγουμένως δεν μπορούσε να φτάσει.

Μοιάζει λες και ο μόνος τρόπος να ανακαλύψουμε τα όρια μας, είναι να τα ξεπεράσουμε, καλό θα ήταν όμως να μην αφήναμε καμένη γη εκεί απο όπου περάσαμε, επειδή ίσως κάποτε χρειαστεί να επιστρέψουμε…

Καλημέρα.

Read Full Post »

Λοιπόν, το συγκεκριμένο άρθρο, με τον προκλητικό τίτλο «κομμουνιστική προπαγάνδα«, έχει σκοπό, να προπαγανδίσει διάφορες έννοιες της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας, όπως και να αναφερθεί σε κάποια επίμαχα ζητήματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Το άρθρο αυτό το γράφω, προκειμένου να αποκαταστήσω την «ορθότητα» κάποιων όρων-ζητημάτων και εννοιών, που συχνά σκοπόμως, και σπανιότερα κατά λάθος, παρερμηνέυονται.

Τι είναι η δικτατορία του προλεταριάτου;

Εμπλεκόμενοι σε συζητήσεις εμείς οι κομμουνιστές, συχνά ακούμε την εξής ερώτηση, «μα καλά, εσέις δεν λέτε ότι θα κάνετε δικτατορία;«

Συνήθως αυτοί που την θέτουν, έχουν παρανοήσει την έννοια της δικτατορίας αυτής, επειδή αγνοούν τη σημαίνει «προλεταριάτο», ο παρακάτω «ορισμός» ίσως τους διαφωτίσει.

Δικτατορία του προλεταριάτου είναι η εξουσία της εργατικής τάξης που δεν την μοιράζεται με κανέναν, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλους τους τύπους εξουσίας. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι όργανο της εργατικής τάξης στην ταξική πάλη που συνεχίζεται με άλλα μέσα και μορφές.

Η εργατική τάξη, ως φορέας των κομμουνιστικών σχέσεων που δημιουργούνται, ως συλλογικός ιδιοκτήτης των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής, είναι η μόνη τάξη που μπορεί να ηγηθεί της πάλης για την ολοκληρωτική κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων, την «εκμηδένιση» των τάξεων και την «απονέκρωση» του κράτους.(18ο συνέδριο ΚΚΕ, απο την ενότητα «Η Πορεια της Σοβιετικής Εξουσίας»)

Γιατί όμως πρέπει τα μέσα παραγωγής να ανήκουν στην εργατική τάξη; Τι της δίνει αυτό το δικαίωμα; Απλά, ο ρόλος τους στην παραγωγική διαδικασία, αφού η παραγωγή, στηρίζεται καθαρά στις συντονισμένες προσπάθειες της εργατικής τάξης. Για τους κομμουνιστές, η ίδια η εργατική τάξη πρέπει να είναι εκείνη που καρπώνεται αλλά και που διευθύνει την παραγωγή. Όταν όλα τα μέσα παραγωγής είναι κοινωνικοποιημένα, τότε είναι δυνατόν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά για εναν κοινό σκοπό, που είναι η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών και κατ επέκταση η εξέλιηξη της κοινωνίας.

Ποιός είναι όμως ο ρόλος ενός κομμουνιστικού κόμματος σε αυτήν την «διαδικασία»;

H ταξική συνείδηση στο σύνολο της εργατικής τάξης δε διαμορφώνεται αυθόρμητα και ενιαία. H άνοδος της κομμουνιστικής συνείδησης των μαζών της εργατικής τάξης καθορίζεται πρώτα απ’ όλα από την ενίσχυση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και από το επίπεδο της εργατικής συμμετοχής, με την καθοδήγηση του KK που είναι ο κύριος φορέας διείσδυσης της επαναστατικής συνείδησης στις μάζες. Σε αυτήν την υλική βάση πρέπει να θεμελιώνεται και η ιδεολογική δουλειά, η επίδραση του επαναστατικού κόμματος που επιβεβαιώνει τον καθοδηγητικό του ρόλο στο βαθμό που κινητοποιεί την εργατική τάξη για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση(18ο συνέδριο ΚΚΕ, απο την ενότητα «Συμπεράσματα για το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος στη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης«).

Με λίγα λόγια, το Κ.Κ, ωφείλει να είναι το κυριότερο συντονιστικό εργαλείο, στην δύσκολη πορεία της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης.

Και θα πεί κανείς,

Καλά όλα αυτά, όμως γιατί η Σ.Ε, διαλύθηκε;μήπως η μαρξιστική θεωρία είναι ελατωματική;

Η κατάρρευση/ανατροπή της Σ.Ε, ωφείλεται σε μεγάλο βαθμό(μεταξή άλλων), όχι στο ελατωματικό της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά στην ελατωματική εφαρμογή αυτής. Συγκεκριμένα, σημείο σταθμό, και αρχή του τέλους, αποτελεί το 20 συνέδριο του ΚΚΣΕ(1956), απο το οποίο και πέρα άρχισε να υιοθετείται μια σειρά απο οπορτουνιστικές-αναθεωρητικές απόψεις, που παρέκλιναν απο την μαρξιστική-λενινιστική θεωρία. Μερικά σημεία κλειδιά αυτής της αντίστροφης μέτρησης ήταν:

Το σταδιακό σταμάτημα της συνένωσης και κολεκτιβοποίησης(ένταξη τους στον κεντρικό σχεδιασμό) των Κολχόζ(παραγωγικοί συνεταιρισμοί της υπαίθρου), και η μετατροπή τους σε Σοβχόζ(κρατικά αγροκτήματα). Για να το κάνω πιο λιανά, το σωστό θα ήταν τα Κολχόζ, να μπούν κάτω απο κρατικό έλεγχο που θα έκανε πιο εύκολο τον κεντρικό σχεδιασμό και θα μείωνε τους κυνδίνους δημιουργίας «σχέσεων αγοράς». Όσο υπήρχαν οι συνεταιρισμοί, δημιουργόταν σε αυτούς συμφέροντα, και υπήρχε κερδοφορία την οποία καρπωνόταν αυτοί που τα έλεγχαν. Αν τα Κολχόζ γινόταν κρατικά, τότε θα γινόταν άμεσα δημόσια περιουσία, που είχε δυο πλεονεκτήματα, καλύτερος έλεγχος, και κοινωνικοποίηση του παραγόμενου προιόντος χωρίς «διαρροές».

Υπαναχώρηση της παραγωγικής διαδικασίας προς την ελεύθερη αγορά: κάτι που αποτελεί ακραίο εκφυλισμό στην πορεία για οικοδόμηση του κομμουνισμού. Απο ενα σημείο και μετά, ο κεντρικός έλεγχος ατόνησε τόσο, που οι παραγωγικές μονάδες λειτουργούσαν ως ενα βαθμό ανεξάρτητα, έτσι ώστε τα διευθυντικά στελέχη, να καρπώνωνται ατομικά οφέλη, τα οποία δεν τα απολάμβαναν τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, κάτι που αργότερα οδήγησε στο παραεμπόριο και στην ενδυνάμωση της «μαύρης αγοράς». Το ίδιο συνέβαινε και για συγκεκριμένες ομάδες, δηλαδή οι εργάτες του ενός εργοστασίου αμοιβόταν καλύτερα απο ενα άλλο, και αυτό δημιουργούσε ανισότητες στην κοινωνία. Συμπληρωματικά, υπαναχώρηση προς την ελεύθερη αγορά αποτελούσε και η μετατροπή των δεικτών, απο δείκτες παραγωγικότητας σε δείκτες κερδοφορίας. Άρχισε δηλαδή, το ζητούμενο να είναι όχι η ίδια η παραγωγή, αλλά το κέρδος, όμως το κέρδος δεν είναι ο αυτοσκοπός της μαρξιστικής ιδεολογίας. Αυτοσκοπός είναι, η παραγωγή να είναι με τέτοιο τρόπο διαμορφωμένη που να βελτιώνει εξ ίσου, την ευημερία των πολιτών, ή πιο απλά, την ευημερία της κοινωνίας ως σύνολο ίσων πολιτών.

Εκφυλισμός των μελών και στελεχών του Κ.Κ: Ο εκφυλισμός αυτός ήταν πολλών ειδών, όπως για παράδειγμα η μη επαρκής γνώση της μαρξιστικής θεωρίας, κάτι που ήταν ιδιαίτερα έντονο μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, που το κόμμα αύξησε τα μέλη του απο 1.588.852(τακτικά μέλη) το 39, σε 6.013.259, το 52. Τα μέλη αυτά αφενώς δεν είχαν ιδεολογική επάρκεια της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, και αφεταίρου, πολλά απο αυτά είχαν αναθεωρητικές τάσεις. Οι αναθεωρητές, κατάφεραν σταδιακά να επικρατήσουν και να επιβάλουν την βούληση τους, κάτι που έιχε ως αποτέλεσμα το τελειωτικό χτύπημα μετά απο μερικές δεκαετίες που ακούει στο όνομα «Περεστροικα«.

Αυτές είναι μόνο μερικές απο τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ενα κομμουνιστικό κόμμα κατά την οικοδόμηση του κομμουνισμού, το ΚΚΕ, δείχνει να τις έχει αναγνωρίσει, βάσει της κριτικής που ασκεί στην εφαρμογή και αποτυχία(χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξε προσφορά) του σοσιαλιστικού μοντέλου στις χώρες της πρώην Σ.Ε. Η θεωρία βέβαια απέχει πολύ απο την πράξη, όμως όπως όλα τα πράγματα, έτσι και αυτό είναι στο χέρι μας, όχι ατομικά αλλά συλλογικά, να το πετύχουμε.

Τέλος πρώτου μέρους.

Read Full Post »

Μιας και τον αρχίσαμε, ας αναλύσουμε λίγο και την συνέντευξη που έδωσε προτοχρονιάτικα για να «ευχηθεί» στον ελληνικό λαό.

Εδώ η πηγή

«Μία ακόμα παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, λίγες ώρες μετά την ανατολή του 2011. «Η κυβέρνηση και οι κρατούντες πρέπει να δώσουν έμφαση στην κοινωνική συνοχή» τόνισε ο Κάρολος Παπούλιας, εκφράζοντας παράλληλα την αισιοδοξία του ότι η χώρα θα βγει σταδιακά από τη στενωπό της ύφεσης.»

Καθυσυχαστικός εμφανίζεται ο κυρ Παπούλιας, «κάντε λίγο υπομονή και θα περάσει» φένεται να λέει, λες και τα δεινά της «κρίσης» θα τα υποστεί αυτός. Υπομονή συνιστά και όχι αγώνα, όχι εναντίωση στο άδικο. Και προσέχτε, ζητάει απο τους κρατούντες και την κυβέρνηση να δείξουν κατανόηση και να δώσουν έμφαση στην κοινωνική συνοχή. !!!ΑΚΟΥΣΟΝ ΑΚΟΥΣΟΝ!!!, ζητάς ποτέ απο τους λύκους να φυλούν τα πρόβατα; Προφανώς ναι…

αλλά πάμε και παρακάτω

««Θεωρείτε ότι μέγα ζητούμενο είναι η κοινωνική συνοχή στη χώρα;» ρώτησαν τον Πρόεδρο οι πολιτικοί συντάκτες.

«Έτσι είναι, αλλά η κοινωνική συνοχή βγαίνει από την πάταξη των αδικημάτων, σε βάρος του ελληνικού λαού. Δεν μπορεί να διαφεύγουν αυτοί που πρέπει να πληρώσουν φόρους και ύστερα να τρέχουν στα κρατικά νοσοκομεία να θεραπευτούν. Αυτό είναι απαράδεκτο.»»

Για τον κύριο Παπούλια, το μεγάλο πρόβλημα, όπως και για την κυβέρνηση, είναι η φοροδιαφυγή. Δεν τον ενδιαφέρει φένεται, το «που πήγαν τα λεφτά;« εκείνων που και φόρους πλήρωσαν, και εισφορές(των δημοσίων υπαλλήλων ντε), και τώρα βλέπουν τους μισθούς και τις συντάξεις τους να παίρνουν την κατρακύλα. Δεν τον ενδιαφέρει ούτε αν όλοι εκείνοι οι μικρομαγαζάτορες, οι «με μπλοκάκι» και λοιποί επαγγελματίες στα όρια της πτώχευσης που φοροδιαφεύγουν, το κάνουν επειδή αφενός δεν έχουν άλη επιλογή και αφεταίρου επειδή το κράτος τους τα παίρνει απο τόσες μπάντες, χωρίς να υπάρχει κανένα αντίκρυσμα. Και όχι μόνο δεν βλέπει αντίκρυσμα, αλλά βλέπει ενα κράτος που ενισχύει τους μεγαλοξενοδόχους, τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, τις αλυσίδες Fast Food και πάει λέγοντας. Και είναι προφανές, ότι ο κυρ Παπούλιας, δεν συμπεριλαμβάνει στην κριτική του, ούτε τους μεγαλοκαρχαρίες που τους χαρίζονται οι φόροι κανονικά και με το νόμο, ούτε τους μεγάλους απατεώνες, αυτοί έτσι και αλλιώς τα έχουν χεσμένα τα δημόσια νοσοκομεία, δεν είναι της κλάσης τους.

«Ο δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Κ.Παπούλια τα δύσκολα ήταν το 2010 που αφήσαμε πίσω ή έρχονται το 2011.

«Το 2011 θα έχει δυσκολίες, αλλά πιστεύω ότι ανοίγει σιγά σιγά ένας δρόμος που θα πέσουμε στο 2012. Είναι αυτό που λένε οι Γερμανοί: καλό γλίστρημα το 2012».»

Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας…

Καλό γλίστριμα, καλό σκύψιμο, καλά κρασιά, καλό ταξίδι…

Αυτήν την παροιμία τους οι Γερμανοί έχουν βαλθεί να την κάνουν πράξη καθώς φένεται.

Πάντως εμένα κατά τη γνώμη μου, ο Παπούλιας αυτό που πραγματικά ήθελε να πει είναι, «ναι δύσκολο θα είναι το 2011, αλλά περιμένετε να δείτε πόσο θα μεγαλώσει το αγγούρι που θα σας μπεί το 2012, θα κάνει το 2011 να μοιάζει με εκδρομή στην παιδική χαρά, και έχει ο θεός…»

«Σε ερώτηση αν φοβάται κοινωνικές αντιδράσεις, είπε ότι παρόλο που υποφέρουν τα ασθενέστερα στρώματα του ελληνικού λαού, έχουν καταλάβει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

«Πρέπει να βαδίσουμε αυτό το δρόμο. Και βλέπετε για αυτό και έχουν μια επιμονή, που είναι ό,τι θαυμάζω.

» Αλλά από την άλλη μεριά επειδή έχω περάσει κι εγώ δύσκολες περιόδους στη ζωή μου, ο ελληνικός λαός τις αντιμετώπισε αυτές τις περιόδους με μεγάλο θάρρος και με την ελπίδα ότι το αύριο θα είναι καλύτερο» συνέχισε και τόνισε:»

Ε αυτό και αν είναι!!! Κατά πρώτον απο που και ως που βαδίζουμε τον ίδιο δρόμο; Κατά δεύτερον, αυτό που θαυμάζει ο κύρ Παπούλιας είναι προφανές ότι δεν είναι η επιμονή των ελλήνων, αλλά η υπομονή τους, να βλέπουν μπροστά τους τη Σκύλα και την Χάρυβδη και αντί για να αντιδράσουν, δέχονται σαν αποχαυνωμένοι την έλευση της και όλα τα δεινά που αυτή φέρνει. Τέλος, κάποιος πρέπει να πει στον κυριο πρόεδρο, ότι το αύριο δεν γίνεται ούτε γινόταν ποτέ καλύτερο με την ελπίδα, το αύριο γίνεται καλύτερο με τον αγώνα!!!

Όσο για τις δύσκολες περιόδους σας, μάλλον θα εννοετε κάποια φορά που θα βαρυστομαχιάσατε…

«Και νομίζω ότι αυτό γίνεται και σήμερα, παρόλο που οι κρατούντες πρέπει οπωσδήποτε να διευκολύνουν αυτή την ανοχή που τους δίνει ο ελληνικός λαός. Και όταν λέω να διευκολύνουν είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να ενισχύσουν οικονομικά, τουλάχιστον, τα χαμηλότερα εισοδήματα».

Με το μαράζι μας κοιμούνται και ξυπνούν…

Ωραίο ανέκδοτο και αυτό, εκείνους που ευθύνονται για το ότι τα εισοδήματα μας είναι χαμηλά, εκείνους καλείτε για να τα προστατεύσουν…

ΜΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΔΕΙΞΤΕ ΛΙΓΗ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΚΥΡΙΕ ΠΑΠΟΥΛΙΑ!!!


Read Full Post »

Alltogether

Μιας και έκανα την αρχή, ορίστε και τα υπόλοιπα μου κολάζ συγκεντρωμένα σε ενα Post

Read Full Post »

Ο Όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας

«Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας
και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω
τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων
και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού»

Ο λόγος για τον Κάρολο Παπούλια, ο οποίος, συχνά, λες και δεν του πέφτει μερίδιο ευθύνης, σχολιάζει τα τεκταινόμενα, χαιδεύοντας με λόγια τον λαό.

Ο λαός κύριε Παπούλια, ειδικά αυτήν την περίοδο, δεν θέλει λόγια, θέλει έργα!

Και είναι έργο δικό σας, να κατακεραυνώσετε μια κυβέρνηση, η οποία στην κυριολεξία βιάζει το ελληνικό σύνταγμα, αυτό του οποίου την προστασία εσείς έχετε επωμιστεί.

Δεν είστε ουδέτερος παρατηρητής κύριε Παπούλια, δεν είστε εκεί για να στολίζετε τον ρακένδυτο θεσμό της δημοκρατίας, είστε εκεί για να τον προστατεύετε!

Δεν είστε σχολιαστής της επικερότητας, ο κόσμος δεν έχει ανάγκη την συμπάθεια σας, έχει ανάγκη την δράση σας, να κάνετε χρήση της εξουσίας που σας παραχωρήθηκε!

Δυστυχώς κύριε Παπούλια, είστε και εσείς μέρος του παιχνιδιού, είστε και εσείς ξεπουλημένος, γιατί αυτή σας η αδράνεια κάθε άλλο παρά τυχαία είναι!

Κύριε Παπούλια, ή μήπως να πω Πόντιε Πιλάτε, μαζί τους είσαστε, όχι μαζί μας!

Και τώρα…

Και πάντα…

Αλλά μάλλον όταν ορκιζόσαστε, αντί να πείτε «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας» σας ξέφυγε και είπατε «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τροικας»

Read Full Post »

Είχα καιρό να φτιάξω κολάζ, σήμερα έφτιαξα ενα

Read Full Post »

Απο το σημερινό φωτό-σαφάρι

Read Full Post »

« Newer Posts

Αρέσει σε %d bloggers: