Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 14 Φεβρουαρίου 2011

Άφησα πίσω μου το σπίτι την Παρασκευή προκειμένου να πάω στο λιμάνι της Σούδας και να αναχωρήσω για την Αθήνα. Αν κάποιος έμπαινε στο σπίτι μετά που έφυγα, το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να πάρει την αστυνομία.

«Ναι, 100 εκεί, θα ήθελα να δηλλώσω μια απαγωγή, δεν έκλεψαν τίποτα, και αν κρίνω απο την κατάσταση(η πιο σωστά την ακαταστασία) του σπιτιού το θύμα πρέπει να αντιστάθηκε»

Βλέπετε δεν έβρισκα την φοιτητική μου ταυτότητα και το σπίτι ήταν λες και το είχε χτυπήσει Γκοτζίλας.

Έχοντας βρεί τελικά την ταυτότητα, και εφόσον το εισητήριο ήταν μισό, αποφάσισα να πάρω μαζί μου την μοτοσυκλέτα, για να διευκολυνθώ στις διαδρομές, θα ήταν και ο καιρός καλός σύμφωνα με τα δελτία, οπότε δεν με εμπόδιζε τίποτα.

Για κάποιο λόγο άγνωστο, τσιγκουνεύτηκα τα λεφτά για καμπίνα, και έτσι στο καράβι δεν κατάφερα να κοιμηθώ ούτε 1 λεπτό. στην προσπάθεια μου να με πάρει ο ύπνος έκαμψα το σώμα μου σε όλα τα σχήματα που παίρνουν τα τουβλάκια του τέτρις, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερα. Όταν έδεσε το πλοίο το πρωί, υποσχέθηκα στον εαυτό μου στον γυρισμό να πάρω καμπίνα.

Ψάχνοντας το πρωί τις αποβάθρες, για να βρω σε ποιό μέρος δένει το ηρακλειώτικο καράβι, με το οποίο ταξίδευε μια φίλη και λέγαμε να πιούμε καφέ, κατάφερα να χαθώ, ή περίπου να χαθώ μέσα στο λιμάνι του Πειραιά. Κάποια στιγμή, στην μια άκρη του λιμανιού, έρημη εκείνη την ώρα, παρατήρησα κάτι περίεργους μπόγους πάνω στα παγκάκια. Οι μπόγοι αυτοί, όπως θα υποπτευθήκατε ήταν άστεγοι, κουλουριασμένοι μέσα σε μάλινες κουβέρτες, που κοιμόνταν, στο σημείο εκείνο πρέπει να βρισκόταν καμια 30αριά, καθόλου ευχάριστο θέαμα. Στο μυαλό μου δεν μπόρεσα παρά να κάνω τον εξής συλλογισμό, ότι σε 4-5 μήνες, όχι απλά τα παγκάκια θα είναι γεμμάτα, αλλά οι άστεγοι θα παίζουν το παιχνίδι με τις μουσικές καρέκλες για να δουν ποιός θα τα προλάβει, ίσως μάλλιστα, εδώ που φτάσαμε, να τους τα επινοικιάζει ο δήμος…

Μετά απο τον καφέ ξεκίνησα για το σπίτι του ξαδέρφου μου που βρισκόταν στο Μαρούσι. Κατάφερα να το βρώ μετα κόπων και βασσάνων, σταματώντας σε κάθε δρόμο για να βγάλω το Gps απο την τσέπη ώστε να διαπιστώσω αν ακολουθούσα την σωστή πορεία, που 2 στις 3 φορές δεν την ακολουθούσα, καταφέρνωντας να μετατρέψω μια διαδομή τις μισής ώρας, σε διαδρομή της μιάμιση(ς)…

Στο σπίτι του ξαδέρφου μου με περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες, πράγμα ευχάριστο υπο νορμάλ συνθήκες, που αυτομάτως μετατράπηκε σε δυσσάρεστο μιας και είχαν όλοι τους ίωση, τα παιδιά, η γυναίκα του, ο ίδιος. Παρόλα αυτά λέω, «δεν γαμιέται», και αποφάσισα ότι το ανοσοποιητικό μου σύστημα χρειάζεται κανένα red alert που και που, ώστε να δικαιολογεί και την ύπαρξη του, πάντως μέχρι σήμερα ακόμα δεν έχω αρρωστήσει.

Όπως και να έχει, κατάφερα και πήγα στο μάθημα, συναντήθηκα με φίλους, μπήκα στην ατική οδό και βγήκα ξανά απο την ίδια έξοδο ανάποδα, έχασα την είσοδο στο The Mall, έχασα την έξοδο στο The Mall, έχασα το ίδιο το The Mall, και γενικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι η διαμονή μου στην πρωτεύουσα ήταν γεμάτη σασπένς, έντονες εμπειρίες και δράση. Χώρια που σε αρκετές φορές, σαν δεύτερος πολυμήχανος Οδυσσέας, χρησιμοποίησα το μυαλό μου για να παρακάμψω τα εμπόδια, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που κόλησα με σελοτειπ το Gps στο τιμόνι της μηχανής.

Α ΝΑΙ!!!

Είχα και εμπειρία με διόδια! Καταρχήν την πρώτη φορά μπήκα κατά λάθος σε λωρίδα απο αυτές που χρειάζεσαι κάρτα για να περάσεις. Έκανα πίσω και μπήκα στην διπλανή, που χρειαζόσουν και εκεί κάρτα…Βλαστήμησα και μπήκα στην παραδιπλανή που δεν χρειαζόσουν κάρτα αλλά 1.40. Η αλήθεια είναι πως πέρασε απο το μυαλό μου η ιδέα να εφαρμόσω το «δεν πληρώνω» αλλά φοβήθηκα μήπως δεν μπορούσα να ανοίξω την μπάρα και γινόμουνα ρόμπα(κάποιος να δημοσιεύσει οδηγίες παρακαλώ, για την επόμενη φορά), αμα δεν έχεις την τεχνογνωσία…

Μ’ αυτά και μ΄ αυτά ήρθε η ώρα της επιστροφής, αφού κατάφερα να φτάσω στον Πειραιά, συναντήθηκα και εκεί με εναν φίλο, και ενώ τον περίμενα, έβγαλα και εισητήριο, με καμπίνα αυτήν την φορά, δεν θα την ξαναπατούσα! Αμ δε… η μοίρα για ακόμη μια φορά μου έπαιξε βρώμικο παιχνίδι. Στην αρχή, όταν μπήκα στην καμπίνα ήμουν μόνος, άνοιξα και τις ντουλάπες για να βεβαιωθώ ότι δεν υπήρχαν άλλες αποσκευές, δεν υπήρχαν και χάρηκα. Η χαρά μου κράτησε για πολύ, αλλά όχι και τόσο πολύ, γιατί μετά απο κανα δίωρο ήρθε ο πρώτος συνεπιβάτης. Ενας μεσήλικας που έμοιαζε με τον Φιλέα Φόγκ απο τον γύρο του κόσμου, ποιός ξέρει ίσως και να ήταν συνεχιστής του, ίσως εκείνη τη στιγμή να βρισκόταν στο μεγάλο ταξίδι του γύρω απο τον κόσμο…ΠΑΠΑΡΙΕΣ!!! Ο τύπος ροχάλιζε τόσο έντονα, που σίγουρα δεν θα μπορούσαν να κοιμηθούν και στις δίπλα καμπίνες, ο ήχος απο τη μηχανή του πλοίου έμοιαζε μπροστά του με γουργούρισμα γατιού. Η πλάκα είναι ότι έκανε και «φιγούρες», δεν του αρκούσε το ομοιόμορφο ροχάλισμα, που μετά απο λίγο το συνηθίζεις, αλλά έριχνε και άριες, και κορώνες…κλπ….γάμησε τα δηλαδή. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μετά απο λίγο ήθρε και ενας νεαρός, αυτός δεν ροχάλιζε, αφού για να ροχαλίζεις βασική προυπόθεση είναι να κοιμηθείς πρώτα, αντιθέτως, βλαστημούσε συνεχώς για το ροχαλητό του «Φιλέα», εγώ στην κάτω κουκέτα, ανήμπορος να κοιμηθώ, δοκίμαζα ενα ενα όλα τα παιχνίδια του κινητού, μέχρι που φτάσαμε. Πραγματικά, είχα να μην κοιμηθώ τόσο πολύ απο τότε που ήμουν φαντάρος και «έλιωνα» στη σκοπιά, τουλάχιστον θυμήθηκα ποιός ήταν αυτός ο «άγνωστος λόγος» που με έκανε να τσιγκουνευτώ τα λεφτά για καμπίνα στο «πήγαινε».

Δεν ξέρω για την Ιθάκη, όμως αμα ξαναβγώ στον πηγαιμό για την Αθήνα, θα εύχομαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος…

Τύφλα να χει ο λαβύρινθος της Κνωσού

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: