Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Φεβρουαρίου 2012

Έχοντας ασχοληθεί έστω και επιδερμικά με την ιστορία της φιλοσοφίας, παρατήρησα ότι η επαφή μου με αυτήν είχε ως αποτέλεσμα την απομυθοποίηση της. Η «φιλοσοφία» , ως καταγεγραμμένη μαρτυρία από το παρελθόν δεν είχε καμία σχέση με αυτό που νόμιζα ότι ήταν. Βάσει αυτού λοιπόν, ίσως θα ήταν πιο ορθό να πω, ότι δεν ήταν η ίδια η φιλοσοφία η οποία απομυθοποιήθηκε στη σκέψη μου, αλλά η εικόνα(το είδωλο όπως θα έλεγε και ο Πλάτωνας)[1] η οποία είχα εγώ για αυτήν.

Όσο λοιπόν η «ψευδής» ιδέα για την φιλοσοφία που είχα στο μυαλό μου οξειδωνόταν, την ίδια στιγμή και αντιστρόφως ανάλογα από τις στάχτες της γεννιόταν μια πιο ψαγμένη(για να μην πω φιλοσοφημένη) εκδοχή/ εικόνα αυτής.

Στο συγκεκριμένο άρθρο θα ξεκινήσω από μια πρόταση βασισμένη στις πρόσφατες μου διαπιστώσεις , και βάσει αυτής θα αμπελοφιλοσοφήσω μέχρι να βαρεθώ ή να νυστάξω.

Πρόταση

Η ουσία της φιλοσοφίας βρίσκεται πολύ περισσότερο στις ερωτήσεις παρά στις απαντήσεις που δίνονται.

Στην ερώτηση για παράδειγμα τι είναι φώς, διαφορετικοί φιλόσοφοι απαντούν με διαφορετικούς τρόπους, αλλιώς το ερμηνεύει ο Αυγουστίνος, αλλιώς ο Einstein, και οι δύο όμως προσπαθούν να απαντήσουν στην ίδια ακριβώς ερώτηση.[2]

Τόσο ο Αυγουστίνος όσο και ο Einstein, προσπάθησαν να βρουν την απάντηση σε ένα ερώτημα, προκειμένου να ικανοποιήσουν κάποιες σκοπιμότητες, των οποίων(σκοπιμοτήτων) δεν θα κρίνουμε την «ηθική» στην παρούσα φάση.

Ο φιλόσοφος ρωτά, και προσπαθεί με την απάντηση να προωθήσει ένα σκοπό, που μπορεί να είναι είτε η εξέλιξη της θεολογίας(της ανώτερης στα χρόνια του Αυγουστίνου «τέχνης»/ «επιστήμης) είτε η εξέλιξη της επιστήμης(της ισχυρότερης στα χρόνια μας θρησκείας).

Έτσι λοιπόν, και δεδομένου ότι η ερώτηση είναι και στις δυο περιπτώσεις κοινή(του Αυγουστίνου και του Einstein), η απάντηση είναι διαφορετική, εξ αιτίας ακριβώς του διαφορετικού περιεχομένου των δυο σκοπιμοτήτων αλλά και της εξέλιξης των μεθόδων και των τεχνικών μέσων φυσικά.

Τι είναι αυτό όμως που εξελίσσει τις μεθόδους και τις τεχνικές;

Η συσσώρευση της γνώσης

Τι είναι αυτό που οδηγεί τους ανθρώπους στην αναζήτηση της γνώσεως;

Η ανάγκη να εξυπηρετηθεί κάποια σκοπιμότητα

Πως εκφράζεται μια σκοπιμότητα;

Υπό την μορφή ερώτησης(προς τον εαυτό μας ή προς άλλους)

Υπάρχουν όμως μερικές ερωτήσεις οι οποίες συναντώνται ξανά και ξανά με την πάροδο του χρόνου στην φιλοσοφία, ερωτήσεις όπως:

–        Τι είναι ο άνθρωπος;

–        Ποιο το νόημα της ζωής;

–        Υπάρχει ζωή μετά από τον θάνατο;

–        Υπάρχει θεός;

–        Υπάρχει «πνεύμα» και αν ναι τι το συνιστά;

Αυτού του είδους οι ερωτήσεις είναι τόσο συχνές και τόσο κοινές, που μοιάζει λες και αποτελούν τις εμμονές της ανθρώπινης διανόησης, μια μόνιμη φαγούρα σε σημείο που δεν μπορούμε να ξύσουμε με το χέρι μας, για αυτό προσπαθούμε να το προσεγγίσουμε με το νου μας.

Και τίθεται εδώ το εξής ερώτημα

Μπορούν να απαντηθούν αυτές οι ερωτήσεις ή μήπως πρέπει να τις ξεπεράσουμε για να αποδεσμευθούμε από αυτές;

Ο Νίτσε για παράδειγμα θεωρούσε ότι για να προοδεύσει ο άνθρωπος, έπρεπε να σκοτώσει τον θεό, να πάψει δηλαδή να εξαρτάται από μια ανώτερη δύναμη, την οποία εξάρτηση εκμεταλλευόταν και καλλιεργούσε το εκάστοτε ιερατείο για να μπορεί να τον χειραγωγεί.

Ένας από τους λόγους για τους οποίους καταφεύγουν οι άνθρωποι στην θρησκεία είναι ο εφησυχασμός που τους παρέχει απέναντι στο φόβο του θανάτου. Όλες ή έστω η συντριπτική πλειοψηφία των θρησκειών επινοούν έναν τρόπο για να σκοτώσουν τον θάνατο.

Η κάθε θρησκεία δίδει και από μια απάντηση σε αυτό, όμως ο συνδετικός κρίκος δεν είναι η απάντηση αλλά η ερώτηση, και υπό αυτήν την έννοια όπως είπα και παραπάνω, έχουν μεγαλύτερη αξία οι ερωτήσεις από ότι οι απαντήσεις.

Και επειδή χαρακτήρισα και την επιστήμη ως την ισχυρότερη θρησκεία της εποχής μας, ας πούμε δυο λόγια για αυτήν.

Η επιστήμη σήμερα, όπως και σε κάθε εποχή, προσπαθεί να πλασάρει τον εαυτό της ως «ορθό λόγο». Μπορεί στις μέρες μας σε πολλούς η θρησκεία, η πιο σωστά το δόγμα της, να μοιάζει πέρα για πέρα «ανορθολογικό», όμως στο μεσαίωνα, στο θρόνο που κάθεται σήμερα η επιστήμη καθόταν η κυρίαρχη της εποχής θρησκεία στην Ευρώπη, ο Χριστιανισμός.

Για τους χριστιανούς ας πούμε του μεσαίωνα, ο πιο ορθός λόγος ήταν ο λόγος του θεού, ο οποίος φανερωνόταν σε κάποιους εκλεκτούς δια της αποκαλύψεως[3](η θεία φώτιση όπως την ονόμαζε ο Αυγουστίνος).[4]

Ας επιστρέψουμε όμως στην σύγχρονη επιστήμη και ας δούμε τη σχέση της με το φόβο του θανάτου. Στις μέρες μας λοιπόν μπορεί η επιστήμη να μην μας εγγυάται την αιώνια ζωή, καταφέρνει όμως να κάνει κάτι άλλο, να παρατείνει ως ένα βαθμό την ζωή, να απομακρύνει, έστω και προσωρινά τον θάνατο(ταυτόχρονα βέβαια εφευρίσκει και χιλιάδες τρόπους για να τον επιφέρει, και εκεί δείχνει να είναι περισσότερο αποτελεσματική, όμως αυτό τείνουμε να το παρακάμπτουμε).

Υπό αυτή την έννοια και μιλώντας με όρους μαρξιστικούς ο σκελετός/βάση της επιστήμης, ως μορφή και αυτή φιλοσοφίας, είναι οι ίδιες οι ερωτήσεις/σκοπιμότητες(πως θα αποφύγουμε το θάνατο;) και το εποικοδόμημα είναι οι απαντήσεις(έτσι, έτσι, έτσι ή έτσι).

Όταν τις ερωτήσεις τις κάνει η εκκλησία, οι απαντήσεις θα εξυπηρετούν τους δικούς της σκοπούς, άρα και θα προσπαθήσει να επιβάλει την συγκεκριμένη εκδοχή στο «ποίμνιο». Οι ιδέες του Σωκράτη για παράδειγμα, όπως τον γνωρίσαμε από τον Πλάτωνα, θεωρήθηκαν επικίνδυνες για το κυρίαρχο δόγμα της εποχής του και εκτελέστηκε. Κατά την περίοδο του ευρωπαϊκού μεσαίωνα όμως, με όχημα τον νεοπλατωνισμό, πολλές από τις ιδέες αυτές ενσωματώθηκαν και εξυπηρέτησαν το κυρίαρχο δόγμα.

Η πάγια ερώτηση/εμμονή/σκοπιμότητα λοιπόν για τους επίδοξους εξουσιαστές είναι

«τι μέσα θα χρησιμοποιήσω και πως ώστε να επιβάλω την εξουσία μου στους άλλους;»

Αυτή ακριβώς είναι και η φιλοσοφία τους και αυτό ονομάζουν εκείνοι «επιστήμη».

Με λίγα λόγια καταλήγουμε στο ότι η επιστήμη/φιλοσοφία είναι κάτι το απολύτως σχετικό και καθορίζεται με τη σειρά της από βασικές και ουσιαστικές ερωτήσεις, όπως.

–        Ποιόν αφορά;(υποκείμενο)

–        Ποια είναι η εκάστοτε σκοπιμότητα;(αντικείμενο)

–        Πόσο καλά τα καταφέρνει να εξυπηρετήσει τη σκοπιμότητα αυτή;(αποτέλεσμα)

Από την άλλη τώρα βλέπω πως η αρχική μου πρόταση μπάζει από παντού

Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ουσία της φιλοσοφίας/επιστήμης βρίσκεται περισσότερο στις ερωτήσεις από ότι στις απαντήσεις, αφού είναι απαραίτητες εξ ίσου και οι δυο για να μπορεί να υπάρχει συνέχεια.

Βάσει και της υποσημείωσης αρ. 2 οι ίδιες οι απαντήσεις είναι και ερωτήσεις ταυτόχρονα, αφού στην ουσία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο των επόμενων ερωτήσεων. Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν απαντήσεις αλλά μόνο ερωτήσεις τελικά;(οπότε ίσως η πρόταση μου να μην μπάζει και τόσο)

Χμ… δεν βλέπω να έχει έξοδο αυτός ο λαβύρινθος, όσο τον διασχίζω τόσο φτιάχνονται και καινούριοι διάδρομοι θαρρώ. Η προσπάθεια για απάντηση στην αρχική διαπίστωση οδηγεί σε ένα ατέρμονο δίκτυο από ερωτήσεις που προεκτείνεται προς πάσα κατεύθυνση.

Είναι προτιμότερο για το καλό όλων μας να παύσω εδώ την καταγραφή αυτής της αλληλουχίας σκέψεων πριν χάσουμε  την μπάλα ομαδικώς.

Άντε καληνύχτα

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)


[1] Για να μην σας μπαίνουν …ιδέες, δεν κάνω στροφή προς τον ιδεαλισμό(απο την άλλη λένε ότι όποιος έχει τη μύγα…).

[2] Για να κάνω στον εαυτό μου τον δικηγόρο του διαβόλου οφείλω να πω ότι με όσα ξέρουμε σήμερα για το φως, άσχετα αν είναι αληθή ή ψευδή, η ίδια η λέξη σημαίνει για εμάς κάτι διαφορετικό από ότι σήμαινε για τον Αυγουστίνο και υπό αυτήν την έννοια, αλλάζει ως ένα βαθμό και η ίδια η φύση της ερώτησης «τι είναι φώς». Για τις ανάγκες του άρθρου, θα λειτουργήσω αφαιρετικά και δεν θα το λάβω αυτό υπόψη μου, τόσο στο συγκεκριμένο ερώτημα όσο και στα υπόλοιπα ερωτήματα που θα παραθέσω.

[3] Βέβαια υπήρχαν και θεολόγοι που υποστήριζαν ότι υπήρχαν και άλλοι, πιο «επιστημονικοί» τρόποι να προσεγγίσουμε την αλήθεια που πηγάζει από τον θεό.

[4] Το χριστιανικό δόγμα ήταν ταυτόχρονα κυρίαρχη θρησκεία, φιλοσοφία και επιστήμη

Advertisements

Read Full Post »

Εν δυνάμει…

Paul Gauguin O taiti (Nevermore), 1897

Το πρώτο μου blog πρέπει να το έφτιαξα το 2008 και είναι το http://www.poexania.dtoxic.com. Ο συγκεκριμένος provider ήταν τόσο αισχρός, που από κάποια στιγμή και έπειτα τα άρθρα άρχισαν να σβήνονται από μόνα τους, σε σημείο μέχρι σήμερα να έχει χαθεί το 90/100 των άρθρων μου που είχαν δημοσιευθεί εκεί. Αυτά τα άρθρα αν και δεν κατάφερα να τα αποθηκεύσω κάπου, δεν με απασχολεί και τόσο μιας και πάντα αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν το να έχω έμπνευση για να δημιουργώ και όχι το να έχω κρατήσει φυλαγμένο ένα «μπαούλο» με δημιουργήματα/τερατουργήματα από το παρελθόν.

Έτσι και αλλιώς τα μπαούλα από το παρελθόν κρύβουν μέσα τους τρομαχτικά πράγματα, τα οποία ίσως και να μην θέλουμε να τα θυμόμαστε, ίσως να μην θέλουμε να τα αντιμετωπίσουμε, ακόμα και να μην μπορούμε. Μερικές φορές το κίνητρο για να προσδοκά κάποιος το μέλλον, πηγάζει από την αγωνία του να τρέξει και να ξεφύγει από το ίδιο του το παρελθόν.

Βέβαια  η αλήθεια είναι πως από το παρελθόν δεν μπορούμε να αποδράσουμε ποτέ, είμαστε εμείς οι ίδιοι, σώμα και πνεύμα ένα μπαούλο από το παρελθόν. Έχουμε λοιπόν ενσωματώσει μέσα μας όλο το χρόνο που διανύσαμε, ενσυνείδητα, υποσυνείδητα, ασυνείδητα, όχι όμως ανεπαίσθητα. Όλο αυτό λοιπόν, λειτουργεί ως ένα πρίσμα, ας το ονομάσουμε πρίσμα της εμπειρίας, μέσω του οποίου ερμηνεύουμε τις αισθητηριακές εντυπώσεις της καθημερινότητας, από όπου και αν έρχονται αυτές.

Το ερώτημα είναι, «υπάρχουν άραγε πράγματα που έχουμε ζήσει και έχουν πια ολότελα χαθεί;»

Σίγουρα υπάρχουν γεγονότα που τα έχουμε ξεχάσει, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μας έχουν αφήσει την στάμπα τους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα όνειρα και την ψυχανάλυση, με τη βοήθεια των οποίων ανακαλύπτουμε μέσα μας πράγματα τα οποία δεν γνωρίζαμε καν ότι ενσωματώναμε.

Προσωπικά, διαβάζοντας παλιότερα άρθρα δικά μου, διακρίνω στον εαυτό μου μια εξελικτική πορεία, η οποία όμως με μεταφέρει από το πιο γενικό και το πιο αφηρημένο, στο πιο εξειδικευμένο. Σηματοδοτεί αυτό άραγε την επιλογή ενός συγκεκριμένου δρόμου σκέψης, ενδιαφερόντων, αντανακλαστικών; Σίγουρα ναι, την σηματοδοτεί! Μήπως όμως παράλληλα κρύβεται από πίσω και κάποιου είδους αγκύλωση, μια πνευματική δυσκαμψία; Για παράδειγμα παλιότερα μπορούσα να γράφω εύκολα μικρές ιστοριούλες, πλέον, αν και συχνά έχω καλές ιδέες, σπάνια καταφέρνω να τις υλοποιήσω ούτος ώστε να βγάλω κάτι ολοκληρωμένο σε μορφή ιστοριούλας από αυτές. Το ίδιο ισχύει πάνω κάτω τελευταία και για την ποίηση. Εκτός λίγων εξαιρέσεων που σχετίζονται με υποθέσεις της στενά προσωπικής μου ζωής, τα ποιήματα που μου βγαίνουν να γράφω έχουν στην πλειοψηφία τους χαρακτήρα κοινωνικοπολιτικό. Βέβαια είμαι σίγουρος ότι αυτό έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τα σημεία των καιρών.

Είναι αλήθεια πως όσο ο χρόνος περνά και εμείς μεγαλώνουμε, οι επιλογές μας περιορίζονται. Μας τις περιορίζει αφενός ο χρόνος που περνά, άρα και καταλαβαίνουμε εκ των περιστάσεων ότι δεν προλαβαίνουμε να τα μάθουμε/κάνουμε όλα και αφετέρου η ίδια η κοινωνία που δεν μας συγχωρεί πια την ανέμελη ζωή του τζίτζικα από το δημοφιλές παραμύθι αλλά απαιτεί από εμάς να έχουμε μια ζωή πιο κοντά σε αυτή του εργατικού μερμηγκιού.

Υπάρχει όμως κάποιος τρίτος δρόμος[1] μεταξύ του μέρμηγκα και του τζίτζικα;

Κατά τη γνώμη μου ναι υπάρχει και σχετίζεται με την μάθηση κάθε είδους, είτε αυτή λέγεται συλλογή εμπειριών, είτε διάβασμα βιβλίων, είτε οτιδήποτε άλλο. Από αυτήν θεωρώ πηγάζει σε μεγάλο βαθμό το είδος εκείνο της απόλαυσης που νιώθουμε όταν είμαστε μικρά παιδιά και ερχόμαστε σε επαφή/σύγκρουση με τον κόσμο. Ο ενθουσιασμός που αισθανόμαστε όταν βλέπουμε για πρώτη φορά την ουρά ενός παγωνιού, ο εντυπωσιασμός που νιώσαμε όταν μας διηγήθηκαν για πρώτη φορά τους άθλους του Ηρακλή, οι ώρες που περάσαμε χαζεύοντας πολύχρωμους βώλους, το βήμα εκείνο που κάναμε όταν μεγαλώσαμε λιγάκι, κρυφά από τους γονείς μας, το οποίο μας έβγαλε από τα στενά όρια της γειτονιάς μας.

Όλα αυτά, η συλλογή δηλαδή εμπειριών/πληροφοριών, που είναι καταιγιστική όταν είμαστε μικρότεροι, μας φέρνουν σε επαφή με έναν κόσμο που μέχρι τότε δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε, και αυτό αποτελεί κάτι το ιδιαίτερα απολαυστικό, ηδονικό θα έλεγα.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα πρέπει να συνεχίσουμε να διεκδικούμε αυτήν την αποκάλυψη καθημερινά, να μην πούμε ποτέ «καλά είμαστε ως εδώ που φτάσαμε» να μην βιαστούμε να μπούμε σε ένα καλούπι που θα μας καταδικάσει σε ένα είδος ζωής ντεζαβού όπου η κάθε μέρα θα είναι όμοια βαρετή και επαναλαμβανόμενη με την προηγούμενη.

Πολλοί για παράδειγμα ζωγράφοι, όπως ήταν ο Γγωγκέν, έφτασαν στο σημείο να εγκαταλείψουν την Ευρώπη, προκειμένου να αποφύγουν τις συμβάσεις τις οποίες έθετε η κλασική παράδοση στην τέχνη, το καλούπωμα.  Αναζήτησαν την έμπνευση σε πρωτόγονα μέρη, εκεί που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από την αρχή, τόσο στην τέχνη όσο και στην ίδια τη ζωή, υπό μια έννοια  διεκδίκησαν το απαγορευμένο δικαίωμα να ξαναγίνουν παιδιά.

Και θα πει κάποιος, ο οποίος θα έχει δίκιο

«Ναι βρε αδερφέ, αλλά καμιά φορά η ζωή τα φέρνει έτσι που σε πετάει μέσα σε μια ρόδα όπως αυτή που έχουν τα χάμστερ και εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αρχίσεις να τρέχεις»

Σαφώς υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που το χαμστεροτζόκινγκ μας γίνεται κακή συνήθεια ή και μερικές ακόμα που κλεινόμαστε από μόνοι μας μέσα στην ρόδα, επειδή θεωρούμε ή επειδή μας έχουν πείσει ότι αυτό είναι το πρέπον. Συχνά λοιπόν εναλλακτικές και παράλληλα μονοπάτια υπάρχουν, απλά εμείς έχουμε μάθει να μην τα διαβαίνουμε, ίσως επειδή νιώθουμε καταπονημένοι από την καθημερινότητα και αυτά απαιτούν από εμάς παραπάνω κόπο. Αρνούμενοι όμως να εξερευνήσουμε αυτά τα μονοπάτια, για χάρη της συνήθειας ή της παραίτησης, αμέσως απαρνούμαστε και τις όποιες απολαβές έχουν αυτά να μας προσφέρουν ενώ υπό κάποια έννοια αρνούμαστε την ίδια μας την εξέλιξη.

Και θα έρθει πάλι να πει κάποιος, αδίκως αυτή τη φορά, «έτσι και αλλιώς τι νόημα έχουν όλα αυτά, θνητοί και πεπερασμένοι δεν είμαστε;»

Είναι το αντίστοιχο του γιατί να δέσω τα κορδόνια των παπουτσιών μου αφού θα τα λύσω πάλι το βράδυ; Όμως όπως και να το κάνουμε, το μονοπάτι/α της ζωής, για όσο αυτή διαρκέσει, έχει μεγάλη σημασία έστω και για εμάς τους ίδιους(για να μην το προεκτείνουμε και στις επερχόμενες γενιές), ο τρόπος με τον οποίο θα το/τα διανύσουμε…

Είμαστε όντα που η κάθε μας στιγμή κουβαλά ένα ολόκληρο χρονικό συνεχές. Ας κάνουμε λοιπόν το παν έτσι ώστε η πορεία της ζωής μας ως την κάθε δεδομένη στιγμή να μην διαγράφει πίσω της μια ουρά όμοια με το εγκεφαλογράφημα του Γιώργου Παπανδρέου.

Αυτά

Καλή σας νύχτα

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)


[1] Πάντα ήθελα και εγώ να χρησιμοποιήσω αυτήν την έκφραση:)

Read Full Post »

Εισαγωγή

Το να προσπαθήσει να δώσει κάποιος απάντηση στα ζητήματα της εργασίας για μια περίοδο 800 χρόνων της βυζαντινής αυτοκρατορίας αποτελεί ένα σχετικά περίπλοκο επιχείρημα. Αυτό διότι στην μακρά αυτή περίοδο τίποτα δεν έμενε ίδιο, αφού η βυζαντινή κοινωνία μετασχηματιζόταν προοδευτικά(αλλά και άναρχα και απότομα σε μερικές περιπτώσεις), κάτι που σημαίνει τεράστιες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα.

Για τις ανάγκες της απάντησης θα χωρίσω την εργασία, εκτός της εισαγωγής και των συμπερασμάτων, σε 4 ενότητες. Στην πρώτη ενότητα θα αναφερθούμε εν συντομία στον ρόλο που είχε η γη και η γαιοκτησία στο βυζάντιο και τη σχέση, ή την αντιστρόφως ανάλογη σχέση αυτής, με τον αστικό τρόπο ζωής. Το ίδιο ζήτημα, μιας και είναι κεντρικό, θα το προσεγγίσουμε από διάφορες σκοπιές και στις υπόλοιπες 3 ενότητες.

Στην δεύτερη ενότητα, η οποία είναι χωρισμένη σε 3 υποενότητες, γίνεται μια παρουσίαση των χαρακτηριστικών της βυζαντινής αριστοκρατίας, καθώς επίσης και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Γίνεται περιορισμένη αναφορά στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους καθώς επίσης και στις ανακατατάξεις και τις αλλαγές που συντελέστηκαν στην περίοδο που μας ενδιαφέρει. Η συγκεκριμένη ενότητα, εξαιτίας της πολυπλοκότητας της είναι και η μεγαλύτερη της εργασίας.

Στην τρίτη ενότητα γίνεται μια μικρή αναφορά στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, απλά για να συμπληρωθεί καλύτερα η εικόνα καθώς και να φανεί η αντίθεση μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα θα ασχοληθούμε με τους τρόπους τους οποίους μπορούσε κάποιος να πλουτίσει, αλλά και με το τι μπορούσε να του εξασφαλίσει ο πλούτος αυτός.

Ενότητα 1: Ο ρόλος της γης στην βυζαντινή κοινωνία

Εφόσον στην παρούσα εργασία, ένα μεγάλο κομμάτι θα αναφέρεται στους βυζαντινούς γαιοκτήμονες, καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε λέγοντας μερικά πράγματα σχετικά με τον ρόλο που είχε η καλλιέργεια της γης για την βυζαντινή οικονομία, και κατ επέκταση για την βυζαντινή κοινωνία.

Στο Βυζάντιο λοιπόν, η κύρια πηγή πλούτου και φορολογίας ήταν η γεωργία, παρόλα αυτά η βυζαντινή οικονομία δεν μπορούσε από την αρχή να χαρακτηριστεί φεουδαρχική. Στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, και ειδικότερα 4-6 αιώνα, παρατηρούμε μια τάση διάσπασης της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας[1] και την δημιουργία χωριών τα οποία κατοικούταν από ανεξάρτητους και σχετικά εύπορους καλλιεργητές.[2]

Σύμφωνα με τον Τηλέμαχο Λουγγή, η τάση για φεουδαρχοποίηση[3] του Βυζαντίου, έρχεται σε σύγκρουση με τα από την αρχαία Ρώμη κληρονομημένα χαρακτηριστικά της δουλοκτητικής κοινωνίας. Καθώς παρακμάζουν, όχι αθόρυβα, τα κληρονομημένα από την αρχαιότητα χαρακτηριστικά, η Βυζαντινή κοινωνία προσεγγίζει ολοένα και περισσότερο την φεουδαρχία. Μέχρι τον 9ο αιώνα, τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής κοινωνίας και οικονομίας μετατρέπονται στην συντριπτική τους πλειοψηφία σε φεουδαρχικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κάποια κατάλοιπα του παρελθόντος.[4]Η μετάβαση αυτή συνοδεύτηκε από παρακμή των πόλεων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, οι οποίες εξαιτίας των συνεχών επιδρομών(πχ. Αβάροι) μετατρέπονται σε κάστρα και οι πληθυσμοί μεταφέρονται προς την ύπαιθρο και γίνονται καλλιεργητές.[5] Η αστική ζωή διατηρήθηκε σε λίγες πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια, όμως και εκεί όχι χωρίς σημάδια παρακμής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης ο οποίος λειτουργούσε μόνο μερικές ημέρες τον χρόνο, ενώ η ζωή για τους κατοίκους, από δημόσια είχε μετατραπεί σε ιδιωτική.[6] Αξίζει να σημειωθεί ότι η βυζαντινή φεουδαρχία, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της  βυζαντινής κοινωνίας, δεν απόκτησε τον ξεκάθαρο χαρακτήρα και τις θεσμοθετημένες και σχεδόν απόλυτα διακριτές, σχέσεις υποτέλειας που χαρακτήριζαν την δυτική φεουδαρχία.[7]

Κατά τον 10ο αιώνα παρατηρούμε ξανά ένα είδος αστικοποίησης της ζωής της Κωνσταντινούπολης, ενώ αρχίζει δημιουργείται ένα ανερχόμενο κοινωνικό μόρφωμα που περιλαμβάνει όλους εκείνους που ασχολούνται με το εμπόριο. Το μόρφωμα αυτό είχε χαρακτήρα αστικής τάξης, και κατάφερε μάλιστα να κερδίσει πρόσβαση στην σύγκλητο, όχι βέβαια χωρίς τις ανάλογες αντιδράσεις από την παραδοσιακή αριστοκρατία.[8]  Αυτή η επανεμφάνιση του αστικού τρόπου ζωής, δεν ολοκλήρωσε τον κύκλο της, αφού εν τέλει ανακόπηκε από τους σταυροφόρους της Δύσης και την πρώτη άλωση της Πόλης, αλλά και από την πρωτύτερη οικονομική εισβολή των ανεξάρτητων πόλεων της Ιταλίας(Γένοβα, Πίζα, Βενετία).

Ενότητα 2: Η βυζαντινή αριστοκρατία τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και τα χαρακτηριστικά τους στο πέρασμα των αιώνων

Παρακάτω θα προσπαθήσω να σταθώ στο τι συνιστούσε την αριστοκρατία(και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα) στο Βυζάντιο, βάσει των αξιωμάτων της, την συμμετοχή της στην εξουσία, την συμμετοχή της στην οικονομία και το ρόλο της στην παραγωγή. Πριν ξεκινήσω την ανάλυση, να σημειωθεί πως η Βυζαντινή ανώτερη τάξη, τα περισσότερα χρόνια της αυτοκρατορίας, δεν είναι κλειστή αλλά ρευστή, ενώ δεν υπάρχει κάποιος αυστηρός, γραφτός ή άγραφος κανόνας σχετικά με το ποιοι μπορούσαν να γίνουν μέλη της. Ανάλογα με την εποχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν, κάποιος μπορούσε να βρεθεί στην «ελίτ» ακολουθώντας εκκλησιαστική, στρατιωτική, ή υπαλληλική(στο κράτος) καριέρα, ενώ μπορούσε να ανέλθει κοινωνικά και μέσω του αποκτημένου πλούτου. Λίγες ήτανε εκείνες οι περιόδοι, που οι σχέσεις συγγένειας(όπως είναι για παράδειγμα η εποχή των παλαιολόγων), καθόριζαν αυστηρά την σύνθεση της αυλής και της αριστοκρατίας.[9]

2.1 Ο αυτοκράτορας και η συγκλητική αριστοκρατία

Ξεκινώντας από την κορυφαία μορφή εξουσίας στο βυζάντιο, τον αυτοκράτορα, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής. Στο Βυζάντιο δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος τρόπος διαδοχής, ο αυτοκράτορας μπορούσε να κατακτήσει τη θέση του είτε κληρονομικά, να διοριστεί από τον προηγούμενο, να ανέλθει με μηχανορραφίες, με επανάσταση, ακόμα και με εκλογή. Δεν αποκλειόταν θεωρητικά κανείς από το αυτοκρατορικό αξίωμα, όμως για να μπορέσει κάποιος να φτάσει και να κρατηθεί στην εξουσία, έπρεπε σίγουρα να βασιστεί είτε στην υποστήριξη του στρατού, είτε της εκκλησίας, είτε της οικονομικής αριστοκρατίας, ανάλογα πάντα με την εποχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν. Ο αυτοκράτορας επέλεγε και διόριζε τους υπουργούς του, ενώ η διακυβέρνηση προωθούταν από όλο το παλάτι και όχι μόνο από τον ίδιο. Η έδρα του αυτοκράτορα ήταν η Κωνσταντινούπολη και η κατοικία του το αυτοκρατορικό παλάτι. Ήταν περιστοιχισμένος από την αυλή και έμενε μακριά από τα δημόσια βλέμματα.[10]Ο αυτοκράτορας άλλοτε ήταν ισχυρή προσωπικότητα, και εκπορευόταν από αυτόν μεγάλη μερίδιο της εξουσίας, και άλλοτε είχε λιγότερη ισχύ, κάτι που έδινε περισσότερες εξουσίες στους λοιπούς αξιωματούχους. Βέβαια αυτό δεν καθοριζόταν μόνο από την προσωπικότητα του αυτοκράτορα, αλλά και από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας.

Η σύγκλητος, ένας θεσμός κληρονομημένος από το Ρωμαϊκό παρελθόν, αποτελούσε το συμβούλιο του αυτοκράτορα. Ενώ τους πρώτους δυο αιώνες του βυζαντινού κράτους η σύγκλητος έχει δικαστική και διοικητική εξουσία στην πόλη, σταδιακά οι αρμοδιότητες της προωθούνται στην περιφέρεια.[11] Με τον καιρό η σύγκλητος  και οι συγκλητικοί έχασαν την ισχύ τους και ο όρος αποτελούσε περισσότερο τίτλο παρά αξίωμα ενώ ο ρόλος τους στο παλάτι έγινε άτυπα συμβουλευτικός. Κατά την περίοδο του 11ου αιώνα το «μόρφωμα» της συγκλήτου διευρύνθηκε αριθμητικά αφού άρχισαν να γίνονται μέλη του και άτομα από την ανερχόμενη αστική τάξη, εκφυλίζοντας έτσι περεταίρω τον θεσμό. Τέλος από την εποχή του Αλεξίου Ά του Κομνηνού(1081-1118), η αριστοκρατική ιεραρχία οριζόταν από τον βαθμό συγγένειας με τον αυτοκράτορα, και έτσι οι παλιοί τίτλοι σταμάτησαν πια να απονέμονται.[12]

2.2 Οι βουλευτές και η εκκλησία

Όσο άνθιζε η ζωή στην περιφέρεια, τόσο απαξιωνόταν το αξίωμα του βουλευτή ή δευκουρίωνα.[13] Όσοι πλούσιοι είχαν αγροτική περιουσία εγκατέλειπαν όπως όπως την πόλη και ασχολούταν με την διαχείριση των κτημάτων τους, συνεπώς οι βουλευτές που είχαν απομείνει στην πόλη, δεν ήταν και οι πλουσιότεροι. Στις αρχές του 4ου αιώνα ο αυτοκράτορας καθιέρωσε τον θεσμό του εκδίκου. Ο έκδικος, που προερχόταν από το σώμα των βουλευτών,  αναλάμβανε την υποχρέωση να τελεί δικαστήρια για μικρής αξίας υποθέσεις, να διορίζει επίτροπο για ανήλικο που η περιουσία του δεν ήταν περισσότερη των 500 νομισμάτων κ.α. Γενικά οι υποχρεώσεις ενός βουλευτή στην πόλη, σχετιζόταν με την κοινωνική πρόνοια και απαιτούσαν χρόνο και χρήμα. Έτσι οι αστοί, και σε συνδυασμό με την παρακμή του αστικού τρόπου ζωής, επεδίωκαν να πάρουν δημόσιο αξίωμα, να γίνουν κληρικοί, ή να μετακομίσουν στην επαρχία, προκειμένου να αποφύγουν τον τίτλο και τις υποχρεώσεις του βουλευτή.[14]

Σε συνεχώς ανερχόμενη δύναμη μετατρέπεται ο κλήρος και η εκκλησία, τόσο τα μοναστήρια όσο και οι επισκοπές συγκεντρώνουν όλο και περισσότερη γη στα χέρια τους από δωρεές. Το διοικητικό κενό που άφηναν όσο παρήκμαζαν τα αστικά βουλευτήρια, το αναλάμβανε η εκκλησία, αυξάνοντας έτσι την πολιτική και κοινωνική της επιρροή. Οι επίσκοποι έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην διοίκηση των επαρχιακών πόλεων, ενώ μια σταδιοδρομία στην εκκλησία μπορούσε να εγγυηθεί σε κάποιον μια πλουσιοπάροχη ζωή. Γύρω στο έτος 600 Ο επίσκοπος Ανστασιουπόλεως της Γαλατίας, μιας πολύ μικρής πόλης, είχε επιχορήγηση 365 νομίσματα για την διατροφή του, από τα οποία ξόδευε μόνο τα 40. Για να καταλάβουμε σε τι αριθμό αντιστοιχεί αυτό, αρκεί να πούμε ότι ένα εργάτης κέρδιζε 10-20 νομίσματα το χρόνο. Επίσης η εκκλησία είχε αναλάβει το έργο της κοινωνικής πρόνοιας, αφού μέρος του τεράστιου πλούτου της το δαπανούσε για την στήριξη των φτωχών και των εξαθλιωμένων,[15] οι οποίοι ήταν πάντα ευάλωτοι σε κρίσεις εντός της αυτοκρατορίας.[16]

Η αίγλη και ο πλούτος της εκκλησίας στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας έδειχνε συνεχώς να αυξάνεται, ενώ με την σύνοδο της Χαλκηδόνας(451), δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να προσχωρήσει η άρχουσα τάξη στον χριστιανισμό κάτι που ένωνε την τύχη της με την τύχη της εκκλησίας.[17] Μέχρι τον 11 αιώνα, και δεδομένης της μέχρι τότε εξασθένησης της κεντρικής εξουσίας, η δύναμη του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης ξεπερνούσε τα πολιτικά σύνορα του κράτους, ενώ ο θεσμός του πατριάρχη δείχνει να είναι γενικά πιο σταθερός και πιο προσαρμοστικός από αυτόν του αυτοκράτορα.[18]

2.3 Οι γαιοκτήμονες και ο στρατός

Όσο η βυζαντινή οικονομία φεουδοποιείται(και ειδικότερα από τον 8ο αιώνα και μετά), τόσο περισσότερο αυξάνει και η σημασία της υπαίθρου και του χωριού σε σχέση με τις πόλεις, οι οποίες παρακμάζουν, ενώ ταυτόχρονα αδυνατίζει και διασπάται η κεντρική εξουσία.[19] Η αυτοκρατορία από τον 7ο αιώνα (επί βασιλείας Ηρακλείου 611) χωρίζεται σε θέματα[20] και κάθε θέμα, διατηρεί θεματικό στρατό που αποτελείται από καλλιεργητές γης που είναι ταυτόχρονα και στρατιώτες. Τα θέματα είναι και διοικητικά, εκτός από στρατιωτικά κέντρα, αφού έχουν μεγάλη σημασία τόσο για την παραγωγή τροφίμων, όσο και για την άμυνα της επικράτειας. [21] Χαρακτηριστικό της περιόδου άνθισης των θεμάτων, είναι η μεγάλη δύναμη του στρατού και των στρατιωτικών αξιωματούχων, οι οποίοι έφταναν να κατακτούν μέχρι και τον αυτοκρατορικό θρόνο.

Η μεγάλη γαιοκτησία που διατηρούταν ακόμα μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα, πλήττεται όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από τους πολέμους, αφού με την κατάληψη της Αιγύπτου, της Συρίας, της Βορείου Αφρικής και της Παλαιστίνης, χάνονται οι μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησίες που υπήρχαν σε αυτά τα μέρη.[22] Τον 8ο αιώνα και επί της δυναστείας των Ισαύρων παίρνονται νόμοι που προστατεύουν τους μικρούς καλλιεργητές όπως ήταν για παράδειγμα ο Αγροτικός Νόμος, που καταργούσε τις δουλοπαροικίες και εξασφάλιζε την ανεξαρτησία των αγροτών.[23]

Παρόλα αυτά, κάποιες μεγάλες ιδιοκτησίες, όπως αυτή της εκκλησίας, δεν πειράχτηκαν, αλλά ούτε και οι μεγάλοι ιδιοκτήτες γης εξαφανίστηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Φιλάρετος από την Παφλαγονία, η προσωπική περιουσία του οποίου αναλυόταν σε 48 προάστια(καλώς αρδευόμενα αγροκτήματα) και άλλα αγροκτήματα, 600 βόδια, 12.000 πρόβατα, 800 άλογα και 250 μελίσια.[24]

Από τον 10ο αιώνα και μετά, αρχίζουν ξανά να αυξάνονται οι περιουσίες των μεγάλων γαιοκτημόνων. Η  «μετάβαση» αυτή διευκολύνθηκε από τον μεγάλο λιμό του 927-928, που ανάγκασε τους μικρούς ιδιοκτήτες γης, να ξεπουλήσουν τα κτήματα τους στους οικονομικά δυνατότερους προκειμένου να μη λιμοκτονήσουν. Οι ισχυροί αυτοί γαιοκτήμονες, που ονομάστηκαν δυνατοί[25](παλιότερα γνωστοί ως Potentiores), γινόταν όλο και πιο επικίνδυνοι για την κεντρική εξουσία. Αρκετοί αυτοκράτορες, όπως ο Ρωμανός Λακαπηνός, προσπάθησαν με διάφορα νομοθετήματα να περιορίσουν τις αυθαιρεσίες των δυνατών, όμως τα νομοθετήματα αυτά, στο σύνολο τους αποτύγχαναν, καθώς η απληστία των δυνατών δεν έδειχνε να μπορούσε τόσο εύκολα να τιθασευτεί.[26]

Ενότητα 3: Τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα

Η Βυζαντινή κοινωνία ήταν μια κοινωνία έντονων αντιθέσεων, υπήρχαν άνθρωπο και οικογένειες απίστευτα πλούσιες, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού, στην καλύτερη περίπτωση τα έβγαζε πέρα με το ζόρι. Οι μικροί καλλιεργητές επιβαρυνόταν από δυσβάσταχτους φόρους, ενώ μια κακή σοδειά μπορεί να σήμαινε και το τέλος τους, κάτι που όπως είδαμε τους οδηγούσε συχνά στην στυγνή εκμετάλλευση από τους δυνατούς. Οι χειρώνακτες εργάτες των πόλεων κέρδιζαν μόλις και μετά βίας τα προς το ζην, υπολογίζεται ότι ο μισθός τους τους αρκούσε ίσα για να τραφούν.[27]

Οι έμποροι οι μαγαζάτορες και οι τεχνίτες, αν και σε λίγο καλύτερη μοίρα, δεν είχαν την δυνατότητα για μεγάλη κερδοφορία. Αφενός επειδή υπήρχε έντονος κρατικός παρεμβατισμός και αφετέρου επειδή το κράτος και ο στρατός δεν κατανάλωνε τα εμπορεύματα των ιδιωτών, αλλά δημιουργούσε για τις ανάγκες του δικά του εργαστήρια. Με την παρακμή των πόλεων φυσικά, οι μεγάλοι χαμένοι όπως είναι λογικό ήταν οι έμποροι οι κατασκευαστές και οι καταστηματάρχες.[28] Όπως είδαμε και παραπάνω, η τάση για ανάκαμψη του εμπορίου και η εμφάνιση μιας αστικής μέσης τάξης από τον 11ο αιώνα και μετά, ανακόπηκε απότομα από την στρατιωτική εισβολή των Δυτικών, ενώ είχε προηγηθεί  αντίστοιχα και οικονομική.

Τέλος, ένα μεγάλο μέρος των βυζαντινών, αποτελούσε το εξαθλιωμένο, ακόμη και πεινασμένο πλήθος, των οποίων ο τρόπος και η ποιότητα ζωής προσέγγιζε την ζωή των δούλων.

Ενότητα 4: Η απόκτηση πλούτου και η ζωή των πλουσίων

Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι η Βυζαντινή κοινωνία, και ιδιαίτερα τα αστικά κέντρα, ήταν μια ενχρήματη κοινωνία ενω τα χρήματα εξασφάλιζαν δύναμη και κύρος στους κατόχους τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, πως τις περιόδους που επερχόταν παρακμή των πόλεων, υπήρχε μείωση του κυκλοφορούντος χρήματος.[29] Με ποιους τρόπους μπορούσε όμως κάποιος να γίνει πλούσιος στο Βυζάντιο;

Καταρχήν μέσω του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών αξιωμάτων. Το κράτος μέσω της φορολογίας των καλλιεργητών και της εκμετάλλευσης των γαιών του, συγκέντρωνε τεράστιο πλούτο, έτσι οι κρατικοί αξιωματούχοι, μικροί και μεγάλοι, κατάφερναν μέσω της καριέρας τους στην κρατική διοίκηση ή στην κρατική γραφειοκρατία/υπαλληλία να ζουν μια πολυτελή ζωή και να συγκεντρώνουν τον ανάλογο πλούτο. Ο συνδυασμός ατομικής περιουσίας και κρατικών αξιωμάτων, ήταν ένας σίγουρος δρόμος για να εισέλθει κάποιος στην «τάξη» των δυνατών.  Γνωρίζουμε πως ο Ιωάννης ο Λυδός(έζησε τον 6ο αιώνα), ένας μέσης βαθμίδας δημόσιος υπάλληλος, κέρδισε μέσα σε ένα χρόνο «τίμια»(όπως ο ίδιος λέει) 1000 χρυσά νομίσματα από προμήθειες.[30]

Φυσικά όπως είδαμε και πρωτύτερα, ένας ακόμη δρόμος προς τον πλουτισμό και την πολυτελή ζωή ήταν η εκκλησιαστική καριέρα. Το αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής γης, η συνεχής συσσώρευση πλούτου μέσω των δωρεών και η στενή σχέση της με το κράτος, έδινε στα μέλη της των ανώτερων και μέσων βαθμίδων πολλές ευκαιρίες.[31]  Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Επισκόπου Αναστασιουπόλεως που ήδη παραθέσαμε.
Όμως και η στρατιωτική καριέρα πρόσφερε ευκαιρίες για πλουτισμό και κοινωνική άνοδο, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις πληροφορίες που έχουμε για τον Βελισάριο, έναν μεγάλο στρατηγό που έζησε τα χρόνια του Ιουστινιανού. Όταν ο συγκεκριμένος στρατηγός έπεσε σε δυσμένεια, το μέρος της περιουσίας του που δημεύτηκε έφτανε τα 216.000 χρυσά νομίσματα.[32]

Εφόσον όμως είδαμε μερικούς από τους πιο συνηθισμένους τρόπους που μπορούσε να αποκτήσει κανείς πλούτο στο Βυζάντιο, ας ρίξουμε μια ματιά στον πολυτελή τρόπο ζωής που μπορούσε να οδηγήσει ο πλούτος αυτός όσους τον κατείχαν, και ποιες ήταν εκείνες οι απολαύσεις και τα προνόμια που στερούνταν όσοι δεν τον κατείχαν.

Όσο η αστική ζωή βρισκόταν σε άνθιση, η πόλη ήταν το μέρος εκείνο που μπορούσε να απολαύσει κάποιος τον πλούτο του. Ακόμα όμως και όταν η αστική ζωή δεν βρισκόταν σε άνθιση, οι διάφοροι αξιωματούχοι της εκκλησίας και του κράτους, αλλά και όσοι πλούσιοι ζούσαν στην επαρχία[33], προσπαθούσαν να περνούν όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στις πόλεις που διατηρούταν[34], έστω και  ως ένα βαθμό, ο αστικός τρόπος ζωής(τουλάχιστον όσο δεν υπήρχαν προβλήματα επισιτισμού και επιδημιών). Τι περιελάμβανε όμως αυτός ο τρόπος ζωής που τον έκανε τόσο ελκυστικό;

Στις πόλεις λοιπόν μπορούσε κανείς να απολαύσει δημόσια λουτρά, θεάματα(θέατρο ιππόδρομος), να έρθει σε επαφή με φίλους, να διασκεδάσει στις ταβέρνες και στην αγορά, να επισκευθεί μεγάλους και πολυτελείς ναούς. Σε όλες αυτού το είδους τις επίγειες απολαύσεις μπορούσε κανείς να ξοδέψει μεγάλα χρηματικά ποσά  αλλά και χρόνο, όπως μας αποκαλύπτει ο ιστορικός Μένανδρος(6ος αιώνας), έχοντας ιδία πείρα. Ο Μένανδρος μας περιγράφει πως σπατάλησε τα νιάτα του και εγκατέλειψε τις σπουδές του, για χάρη του ιπποδρόμου, της παντομίμας και της πάλης.[35]Τέλος οι πόλεις αποτελούσαν εμπορικά κέντρα στις οποίες μπορούσε ο εύπορος να αγοράσει μια σειρά από καταναλωτικά προϊόντα, την ίδια βέβαια στιγμή που το εξαθλιωμένο ή φτωχό πλήθος πάσχιζε να εξασφαλίσει προϊόντα πρώτης ανάγκης. Εδώ δεν πρέπει να παραλείψουμε να πούμε, ότι κατά μεγάλο μέρος της μέσης βυζαντινής περιόδου, η ζωή στις πόλεις είχε γίνει ιδιωτική και ο κόσμος περνούσε τις περισσότερες ώρες εντός της οικείας του.[36]

Εκτός όμως από τις ιδιαίτερες απολαύσεις που πρόσφερε ο πλούτος σε όσους τον κατείχαν, τους πρόσφερε παράλληλα και ασφάλεια. Η αμοιβή που ζητούσε για παράδειγμα ένας γιατρός, αντιστοιχούσε στον μισθό ενός ολόκληρου χρόνου ενός ανειδίκευτου εργάτη.[37]Επίσης, ιδιαίτερα την εποχή που οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αποκτούσαν μεγάλη εξουσία και πλούτο, χρειαζόταν προσωπική προστασία, την προστασία αυτή μπορούσε να τους την παράσχει η δημιουργία ιδιωτικής φρουράς ή ιδιωτικού στρατού. Η παρουσία των ιδιωτικών στρατών άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα έντονη από τον 11 αιώνα και ύστερα και δεν μπορούμε παρά να κάνουμε(έστω και τηρουμένων των αναλογιών) την αντιστοιχία με τους στρατούς των μεγάλων ευρωπαίων φεουδαρχών. Βέβαια μεγάλο μέρος της περιουσίας και του ίδιου του κράτους πήγαινε υπέρ της διατήρησης στρατού, που ως σκοπό του είχε την διαφύλαξη των συνόρων αλλά και την διεξαγωγή επεκτατικών πολέμων, ενώ σε πολυάριθμες περιπτώσεις γινόταν όργανο κατάληψης η υπεράσπισης της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Συμπεράσματα

Όπως παρατηρούμε και στην εργασία, οι κάτοχοι του πλούτου και της δύναμης στο Βυζάντιο, τα ανώτερα δηλαδή κοινωνικά στρώματα, δεν διακρινόταν για την ομοιογένεια τους, ούτε και είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά όλα τα χρόνια της αυτοκρατορίας. Συχνά στην κορυφή βρισκόταν οι στρατιωτικοί ηγέτες, άλλοτε οι κρατικοί αξιωματούχοι της ρωμαϊκής παράδοσης , ενώ σταθερά αυξανόμενη στο χρόνο εξουσία(και περιουσία) έδειχναν να έχουν οι εκκλησιαστικοί ηγέτες και η εκκλησία.

Αυτό που από ένα σημείο και μετά είναι ξεκάθαρο, είναι το γεγονός ότι ο πλούτος σχετίζεται με το ποιος ελέγχει την γη. Για παράδειγμα την εποχή άνθισης των θεματικών στρατών, που την γη την έχει σε μεγάλο βαθμό ο στρατός, τον έλεγχο του κράτους τον έχουν οι στρατιωτικοί ηγέτες. Όταν αρχίζουν να επανεμφανίζονται οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, μεγάλη εξουσία περνάει σε αυτούς και οι όποιες προσπάθειες του κράτους να τους ελέγξει ή έστω να τους περιορίσει με διάφορα νομοθετήματα, ναυαγούν.

Ακόμα ένα χαρακτηριστικό της βυζαντινής κοινωνίας είναι οι έντονες αντιθέσεις μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών, της «καλής ζωής» και της εξαθλίωσης, του αγώνα για εξουσία και του αγώνα για επιβίωση.

Όσο ανθεί ο αστικός τρόπος ζωής, οι πόλεις είναι μεγάλα κέντρα διοικητικής εξουσίας αλλά και τρυφηλού βίου. Όσο παρακμάζει ο αστικός τρόπος ζωής, η διοίκηση διαχέεται στην περιφέρεια. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ζωτικότητα των πόλεων τροφοδοτείται από την ύπαιθρο, αφού η κύρια πηγή πλούτου του κράτους, είναι η φορολόγηση των αγροτικών πληθυσμών.

Τέλος, παρατηρούμε ότι σταδιακά και επίπονα το Βυζάντιο εγκαταλείπει τον ρωμαϊκό του χαρακτήρα, τα αξιώματα και τους «τρόπους» που σχετιζόταν με αυτόν και ακολουθεί την Δυτική Ευρώπη στο δρόμο προς την φεουδαρχία. Η διαδικασία αυτή εξαιτίας και του ρωμαϊκού παρελθόντος καθυστερεί, ενώ γίνεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Από τον 10ο αιώνα και μετά η κεντρική εξουσία αρχίζει να διασπάται για τα καλά και εμφανίζεται μια μέση τάξη εμπόρων και αστών αντίστοιχη με αυτή των Δυτικών, που δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει νωρίτερα, όταν το κράτος έλεγχε ασφυκτικά το εμπόριο. Η τάση αυτή ανακόπτεται από την οικονομική και στρατιωτική εισβολή της Δύσης.

Βιβλιογραφία:

–        Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998

–        Cyril Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδόσεις ΜΥΕΤ, Αθήνα 2010, μτφ. Δημήτρης Τσουγκαράκης

–        Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κράτος-διοίκηση-οικονομία-κοινωνία, εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004

–        http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=10947


[1] Σύμφωνα όμως με τον Λουγγή εκείνη την περίοδο η μεγάλη ιδιοκτησία συνέχισε να δεσπόζει, «…στο πρώιμο Βυζάντιο, ως το 650 περίπου, δέσποζε η μεγάλη ιδιοκτησία…»(Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 223).

[2] Cyril Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδόσεις ΜΥΕΤ, Αθήνα 2010, μτφ. Δημήτρης Τσουγκαράκης, σελ. 57.

[3] Σύμφωνα με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, το πέρασμα από την αρχαία στην φεουδαρχική κοινωνία χαρακτηριζόταν από την μετατόπιση του κέντρο των εξελίξεων, που στην αρχαία κοινωνία ήταν η πόλη, στην αγροτική ύπαιθρο.( Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 26).

[4] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 26.

[5] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 140.

[6] Mango, στο ίδιο, σελ.102.

[7] Mango, στο ίδιο, σελ. 70.

[8] Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής αυτοκρατοριας, κράτος-διοίκηση-οικονομία-κοινωνία, εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004, σελ. 336-337.

[9] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ.167.

[10] Mango, στο ίδιο, σελ.44-45.

[11] Σε μια προσπάθεια να μην ερημώσουν οι πόλεις της περιφέρειας, αλλά και επειδή οι αυτοκράτορες αρχίζουν να φοβούνται την επικίνδυνη(Λουγγής, στο ίδιο, σελ.41,61).

[13] Οι βουλευτές ήταν μέλη του τοπικού κοινοβουλίου των πόλεων, προερχόταν από τα ψηλά κοινωνικά στρώματα, συχνά κατείχε πλούτο και κρατικά αξιώματα. Ο θεσμός αυτός κληρονομείται από την δυτική αυτοκρατορία.

[14] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ, 66-68.

[15] Αναπαράγοντας έτσι τις σχέσεις υποτέλειας και εξάρτησης.

[16] Mango, στο ίδιο, σελ. 49, 51 – 53.

[17] Λουγγής, στο ίδιο, 77.

[18] Λουγγής, στο ίδιο, 280-281.

[19] Τόσο εξαιτίας των συνεχών πολέμων και της πολιτικής αστάθειας, όσο και εξαιτίας των συχνών επιδημιών που αποδεκάτιζαν των πληθυσμό των πόλεων.( Mango, στο ίδιο, σελ. 86-87).

[20] Διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας.

[21] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 190-191.

[22] Η Αίγυπτος συγκεκριμένα τροφοδοτούσε με σιτηρά την Κωνσταντινούπολη.

[23] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 152,155.

[24] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 154.

[25] Οι δυνατοί ήταν άνθρωποι που είτε προσωπικά, είτε μέσω τρίτων, ήταν σε θέση να τρομοκρατούν του πωλητές(γης) ή να τους δωροδοκούν με υποσχέσεις προστασίας. Ήταν κάτοχοι πολιτικών ή στρατιωτικών τίτλων, μέλη της αυτοκρατορικής συγκλήτου, επαρχιακοί διοικητές, επίσκοποι, ηγούμενοι.( Mango, στο ίδιο,σελ. 67).

[26] Mango, στο ίδιο, σελ. 66-67.

[27] Mango, στο ίδιο, σελ. 53.

[28] Mango, στο ίδιο, σελ. 55-56.

[29] Mango, στο ίδιο, σελ. 91-92.

[30] Mango, στο ίδιο, σελ. 54

[31] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 153.

[32] Mango, στο ίδιο, σελ. 54.

[33] Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες για παράδειγμα, προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μια κατοικία στην Κωνσταντινούπολη(Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 334.

[34] Mango, στο ίδιο, σελ. 64-65.

[35] Mango, στο ίδιο, σελ. 80-82.

[36] Mango, στο ίδιο, σελ. 103

[37] Mango, στο ίδιο, σελ. 99.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Μπήκαν στην Πόλη οι οχτροί

Στα τέλη του 11ου αιώνα η Βυζαντινή αυτοκρατορία βρισκόταν σε μεγάλη κρίση, τόσο από εξωτερικούς όσο και από εσωτερικούς παράγοντες. Η κεντρική εξουσία, η οποία πάντα αποτελούσε την βάση της αυτοκρατορίας κατέρρεε, ο στρατός είχε αποδυναμωθεί και είχε γίνει κυρίως μισθοφορικός(κάτι που είχε δυσάρεστες επιπτώσεις στα οικονομικά), ενώ συνεχείς επιδρομές απειλούσαν τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Σε αυτές τις συνθήκες ανέλαβε ο Αλέξιος ‘Α Κομνηνός(κυβέρνησε από το 1081-1118) να σταματήσει την επερχόμενη κατάρρευση, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο, με μοιραία όπως αποδείχθηκε αποτελέσματα.[1]

Σε μια προσπάθεια απελευθέρωσης του Δυρράχιου(1081) από τους Νορμανδούς, ο στρατός του Αλέξιου νικήθηκε και έτσι αυτός αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των Βενετών, οι οποίοι είχαν απίστευτα ισχυρό στόλο. Με την βοήθεια τον Βενετών οι Νορμανδοί ηττήθηκαν, αλλά όχι χωρίς αντάλλαγμα. Ο Αλέξιος παραχωρεί στους Βενετούς εξαιρετικά εμπορικά προνόμια[2] σε  ολόκληρη την επικράτεια, υποσκελίζοντας έτσι τους βυζαντινούς εμπόρους, τους οποίους ο ίδιος δεν είχε και σε μεγάλη εκτίμηση. Η κίνηση αυτή του Αλέξιου αποτελεί την απαρχή της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την αρχή της οικονομικής υποτέλειας της αυτοκρατορίας. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα το εμπόριο και η οικονομία του Βυζαντίου ακολουθούν μια συνεχή καθοδική πορεία.[3]

Πρώτα οι Κομνηνοί, και εν συνεχεία οι Άγγελοι, συνεχίζουν την κούρσα παραχώρησης προνομίων στις ανεξάρτητες πόλεις της Ιταλίας καθώς στην λίστα των ευεργετημένων προστέθηκαν οι Πίζα και η Γένοβα με αποτέλεσμα να γίνει το Βυζάντιο το κέντρο του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ανεπτυγμένες εμπορικά ιταλικές πόλεις.[4]

Καθώς λιγόστευαν οι πόροι για το Βυζάντιο, και για να μπορεί να συντηρηθεί μισθοφορικός στρατός δεν υπήρχε άλλη «λύση» πέρα από την  αύξηση της φορολογίας. Αυτό ήταν κάτι που επιβάρυνε περεταίρω τα πιο αδύναμα λαϊκά στρώματα, όπως επίσης τους εμπόρους και τους βιοτέχνες(τους ντόπιους).[5] Η ιδιοκτησία γης είχε περάσει στα χέρια λίγων, οι οποίοι μπορούσαν να αντισταθούν και να προσβάλουν έτσι την ισχύ και τις απαιτήσεις της κεντρικής εξουσίας.[6] Το χρυσό νόμισμα υποτιμήθηκε και νοθεύθηκε, ενώ ο Αλέξιος Ά δεν δίστασε να δημεύσει χρυσά και ασημένια εκκλησιαστικά σκεύη στην προσπάθεια του να αντισταθεί στην διάλυση(η περιουσία της βυζαντινής εκκλησίας αποτελούσε άβατο) . Οι φόροι αρχικά εισπράττονταν με βάση το παλιό ανόθευτο νόμισμα, κάτι που προκαλούσε μεγάλη δυσαρέσκεια, ενώ ακόμα και όταν η υποτίμηση αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος, οι φόροι συνέχισαν να αυξάνουν και οι συνθήκες ζωής να χειροτερεύουν δραματικά.[7]

Η διάλυση της οικονομικής βάσης συνεχίστηκε σταθερά και οι επιδιώξεις των ιταλικών πόλεων ολοένα αυξανόταν, μέχρι που φτάσαμε στην 4η σταυροφορία(1201-1204)  που θα οδηγήσει τους δυτικούς στην άλωση της πόλης και στην περίοδο της λατινικής κυριαρχίας.

Ας δούμε μερικά γεγονότα επιγραμματικά.

Την σταυροφορία την διοργανώνει ο Πάπας Ιννοκέντιος  ΄Γ(1198-1216) και σε αυτή δεν συμμετέχουν Δυτικοευρωπαίοι ηγεμόνες όπως στις δυο προηγούμενες ,αλλά βαρώνοι πολέμαρχοι που είχαν διακριθεί στις παλιότερες εκστρατείες. Οι επιδρομείς απευθύνονται στους Βενετούς προκειμένου να τους μεταφέρουν από την θάλασσα στον προορισμό τους, που αρχικά δεν είναι η Κωνσταντινούπολη αλλά η Ιερουσαλήμ. Τελικά εμφανίζεται ως από μηχανής θεός(για τις επιδιώξεις των Βενετών) ο Βυζαντινός πρίγκιπας, γιός του Ισαάκιου ΄Β Αλέξιος, που ζητά στρατιωτική βοήθεια για να κατακτήσει τον θρόνο που έχει σφετεριστεί ο θείος του Αλέξιος ΄Γ.[8]

Με προτροπή των Βενετών, υπό τον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο(1192-1205), αποφασίζεται οι σταυροφόροι να μην πάνε στους άγιους τόπους αλλά να ξεκινήσουν τις κατακτήσεις τους από την χριστιανική πόλη Ζάρα της Δαλματίας, που είχε αποστατήσει από τον εμπορικό έλεγχο των Ενετών. Η Ζάρα κατακτάται και λεηλατείται το 1202 και εν συνεχεία ο Δάνδολος διαπραγματεύεται τους όρους της συμφωνίας με τον Αλέξιο όπου γίνεται αποδεκτό το αίτημα του για βοήθεια, αλλά με δυσβάσταχτο(ή πιο σωστά αβάσταχτο) αντάλλαγμα.[9] Ο Αλέξιος όχι μόνο δέχθηκε να υποτάξει το πατριαρχείο στην Ρώμη(μια χρόνια επιδίωξη του Πάπα) αλλά και να πληρώσει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό στους σταυροφόρους όταν θα του παρέδιδαν την εξουσία.[10]

Οι δυτικοί δεν δυσκολεύτηκαν να κατακτήσουν το αποδυναμωμένο κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας  και ο Ισαάκιος αποκαθιστάται στον θρόνο μαζί με τον γιό του Αλέξιο, που όμως δεν έδειχνε να μπορεί να κρατήσει την υπόσχεση του στους δυτικούς. Η αυτοκρατορία διασπάται, αλλά ο σύμμαχος και συγγενής του Αλέξου Γ΄, Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος κατορθώνει να ανακαταλάβει την Πόλη. Οι σταυροφόροι , που έχουν από προηγουμένως κανονίσει πως να μοιράσουν μεταξύ τους τα εδάφη της αυτοκρατορίας[11], επιτίθενται ξανά και παρά την καλύτερα συντονισμένη άμυνα κερδίζουν την πολιορκία στις 13/4/1204 και εισβάλουν στην Πόλη εφόσον ο Μούρτζουφλος όχι δεν θέλει, αλλά δεν είναι δυνατόν να τους δώσει τα με τον γιό του Ισαάκιου συμφωνημένα χρήματα που δεν υπήρχαν καν στα ταμεία.[12]

Ως αίτια της άλωσης μπορούν να διακριθούν τα παρακάτω:

–        Πολιτική αστάθεια και εμφύλιες διαμάχες μεταξύ σφετεριστών του θρόνου.

–        Αποδυνάμωση της οικονομίας από την αφαίμαξη την υπονόμευση και την καταστροφή των ντόπιων εμπόρων που επέβαλλαν οι ιταλικές πόλεις.

–        Άσχημες συνθήκες στο εσωτερικό από την βαριά φορολογία, αξίζει να σημειωθεί ότι ο λαός σε πολλά μέρη υποδεχόταν τους κατακτητές δυτικούς ως απελευθερωτές, ελπίζοντας σε καλυτέρευση της ζωής του τώρα που η αυτοκρατορία άλλαζε χέρια.( Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Β’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 19-20)

–        Η αντικατάσταση του θεματικού στρατού(τα θέματα αποτελούσαν για το Βυζάντιο διοικητικές και στρατιωτικές περιφέρειες) από μισθοφόρους και ο εκφυλισμός της στρατιωτικής αριστοκρατίας.

–        Οι συνεχείς αντιθέσεις της Βυζαντινής οικονομίας που είχαν ως αποτέλεσμα από ένα σημείο και πέρα να υστερεί σε σχέση με την οικονομία της δύσης.

Αυτά τα ολίγα και βασικά και τα συμπεράσματα δικά σας.

Έτσι επειδή η ιστορία πάντα κάτι έχει και για το σήμερα να μας διδάξει.


[1] Cyril Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδόσεις ΜΥΕΤ, Αθήνα 2010, μτφ. Δημήτρης Τσουγκαράκης, σελ. 75.

[2] Πλήρη φοροαπαλλαγή, πλήρη τελωνειακή ατέλεια, ελεύθερες εμπορικές ζώνες στην πρωτεύουσα, αποθήκες και μαγαζιά(σας θυμίζει μήπως τις ζώνες ελεύθερου εμπορίου;).( Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 301)

[3] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 301.

[4] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 302-303.

[5] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 302.

[6] Mango, στο ίδιο. Σελ. 75.

[7] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 303.

[8] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 334.

[9] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 335.

[11] Με το πρωτόκολλο(σαν να λέμε μνημόνιο) Partitio terrarium imperi Romanie, δηλαδή μοίρασμα των εδαφών της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας.(Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 336.)

[12] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 336-337.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Ο Κύριος Καζάκης σε ρεσιτάλ κατηφόρας

Πολιτικό κριτήριο υπό του μηδενός και λόγος κανονικά λαικίστικος.

Έχει και μαγικες ικανότητες, στις πορείες, και την ωρα που ο κόσμος γιουχάρει(όπως ο ίδιος λέει), ακούει οχι μονο τι λέει ο διπλανός του στο κινητό, αλλά τι λέει και εκείνος που τον έχει πάρει τηλέφωνο.

Και φυσικά με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο, απαγορεύει σε ενα φίλο του ΚΚΕ που βρίσκεται εκεί, να απαντήσει στην προβοκάτσια. Aυτόν μάλλον δεν θέλει να τον ακούσει…

Μπράβο σας κύριε Καζάκη, μου διαλύσατε μερικές αμφιβολίες που είχα για το ποιόν σας, τώρα σιγουρεύτηκα και σας ευχαριστώ για αυτό.

…μα τόση ανάγκη έχουν κάποιοι να ακούνε χειροκροτήματα;

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Εχει γίνει χαμός στα media σχετικά με την αλλυλεγγύη των χωρών όλου του κόσμου στην Ελλάδα με το σύνθηνα «We are all Greeks».

Θα ήθελα να ξημερώσει μια μέρα όπου άλλο θα είναι το σύνθημα που θα ενώνει όλον τον κόσμο.

WE ARE ALL WORKERS!

Μέχρι τότε, καλοδεχούμενη η συμπαράσταση, αλλά έχουμε ακόμα δρόμο να διανύσουμε.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Δεν ξέρω αμα σας έχει συμβεί ποτέ, να κοιμόσαστε και να βλέπετε έναν εφιάλτη και να ξυπνάτε, αλλά στην πραγματικότητα να μην ξυπνάτε, αλλά να νομίζετε μόνο ότι έχετε ξυπνήσει ενώ ακόμα ονειρεύεστε. Εμένα πάντως αυτό μου έχει συμβεί και μάλιστα να ξυπνήσω μέσα στο όνειρο όχι μόνο μια αλλά και 2 φορές διαδοχικά προτού τελικά να ξυπνήσω κανονικά(εκτός και αν όλα αυτά είναι ένα ψέμα και στην πραγματικότητα συνεχίζω ονειρεύομαι).

Αυτό λοιπόν κατά την ταπεινή μου γνώμη συμβαίνει όχι μόνο στον ύπνο μας αλλά και στον ξύπνιο μας. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς το φαινόμενο που χαρακτηρίζει την μάζα εκείνη των ανθρώπων, οι οποίοι όταν έρθουν αντιμέτωποι με τον πραγματικό εφιάλτη του καπιταλισμού( που εισχώρησε αρχικά στην ζωή τους απαλά απαλά σαν πολύχρωμο όνειρο(να σου βάλω και σος να γλιστράει που λέει και ο τυπάς στην διαφήμιση) με όχημα τον καταναλωτισμό και την γκλαμουριά), διαβάζουν ένα βιβλίο, ακούνε μια διάλεξη, αρπάζονται από μια μαλακία στην τηλεόραση ή βλέπουν το Ζέιτγκεηστ και νομίζουν ότι ξαφνικά τα έχουν ξεδιαλύνει και τα ξέρουν όλα;

Πως αλλιώς να αποκαλέσει κανείς τον ξερολισμό όλων αυτών, που εκφράζεται κατά πάσα κατεύθυνση, αν όχι «όνειρο μέσα σε όνειρο», όπως και το ομώνυμο ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε;

Το τι έχω ακούσει από όταν μπήκαμε στην κρίση δεν περιγράφεται, θα σας παραθέσω μόνο μερικά.

–        Αν σηκώσουμε όλοι μαζί χρήματα από τις τράπεζες το σύστημα θα καταρρεύσει το επόμενο δευτερόλεπτο.

–        Αν κάνουμε μια μήνυση στο μνημόνιο αυτό θα καταργηθεί, κατηγορούν μάλιστα και τα κόμματα της αριστεράς που εδώ και τόσο καιρό χάνουν τον χρόνο τους και δεν του έχουν βαρέσει μια μήνυση ξεγυρισμένη.

–        Να στείλουμε πολλά μαζί email στους βουλευτές μας για να καταλάβουν ότι δεν συμφωνούμε με τις επιλογές τους και να αλλάξουν τακτική.

–        Να κάνουμε ένα ντου στην βουλή να κρεμάσουμε και τους 300 να τελειώνουμε.

–        Αμα καταργηθεί η βουλευτική ασυλία θα καθαρίσει το σύστημα γιατί τόσα χρόνια αυτοί τα φάγανε(οι βουλευτές, γιατί για τους μεγαλοκαρχαρίες καπιταλιστές δεν γίνεται ούτε λόγος).

–        Στείλτε αυτό το email σε 20000000000 άτομα και μαζέψτε υπογραφές για να ρίξουμε την κυβέρνηση και άλλα τέτοια.

Μαζί με αυτές τις «απόψεις», αναλογούν και κάποιες συμπεριφορές, όπως αυτή του χτυπήματος της κατσαρόλας, της μαζικής μούτζας, το κάψιμο της γερμανικής σημαίας, το στήσιμο κρεμάλας στην μέσης της πλατείας συντάγματος, το γιουχάισμα, το γιαούρτωμα κ.α.

Σε όλους αυτούς λοιπόν ανοίγεται μπροστά τους ένας κόσμος βλακώδους και απόλυτης βεβαιότητας, ο καθένας ξέρει την αλήθεια και κυριαρχεί η πεποίθηση ότι όλη αυτή η «αλήθεια» του καθενός, όσο διαφορετική και να είναι από του άλλου, μπορεί να ενωθεί κάτω από το πέπλο μιας σημαίας, κατά προτίμηση της Ελληνικής, και να αλλάξουν αυτόματα τα πάντα προς το καλύτερο. ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ!(αλήθεια; Μαζί οι εργάτες με τους βιομήχανους, μαζί οι αναρχικοί με τους φασίστες; Μαζί ο συνασπισμός και το ΚΚΕ, πως μαζί δηλαδή;)

Συνηθίζουν δε, να απαξιώνουν όποιους χώρους έχουν αποκρυσταλλωμένες και ώριμες απόψεις(βλέπε ΚΚΕ), να τους λένε δογματικούς, σταλινικούς, κολλημένους και άλλα διάφορα. Πάντα σε συμφωνία με τα ασαφή και πολύμορφα(αλλά στην ουσία άμορφα) πρότυπα της μετανεωτερικότητας με τα οποία τους βομβαρδίζει τον εγκέφαλο η τιβι, το ίντερνετ και τα υπόλοιπα μέσα. Πρότυπα που θέλουν οποιαδήποτε ολοκληρωμένη και σαφή ιδεολογία/θεωρία να είναι άκυρη, πεπαλαιωμένη, αποτυχημένη, αδόκιμη και «ολοκληρωτική», ενώ εκθειάζεται μόνο η θολοκουλτούρα ως υγιής επαναστατική/ανατρεπτική/αντικομφορμιστική αντίδραση. [1]

Αν και οι εκφράζοντες αυτές τις απόψεις καμιά φορά καταντούν ενοχλητικά επαναλαμβανόμενοι, σε βαθμό να ξέρεις τι θα πουν πριν καλά καλά να το πούν, ενώ συχνά είναι προσβλητική τόσο η συμπεριφορά τους όσο και η βλακεία που τους διακρίνει, γνωρίζω ότι η κατάσταση τους αποτελεί και αυτή ένα στάδιο προς την ριζοσπαστικοποίηση. Το ότι θα φτάσουν όμως σε αυτό το στάδιο, δεν σημαίνει ότι θα το προσπεράσουν κιόλας, δυστυχώς πολλοί θα συνεχίσουν να είναι αλλού πατώ και αλλού βρίσκομαι, ενώ μερικοί άλλοι ίσως ακολουθήσουν πιο επικίνδυνα ιδεολογικά μονοπάτια.  Αυτός είναι και ο λόγος που θα κλείσω το άρθρο με μια συμβουλή προς τους ονειρευομένους.

Παιδιά, αρχικά ανοίξτε τα μάτια τα αυτιά σας και το μυαλό σας, ύστερα μάθετε να ξεχωρίζετε τους ήχους από τους θορύβους και την πραγματικότητα από τις σκιές, τέλος αυτό που θα προσλάβετε μάθετε να το κρίνετε και να το εκτιμάτε, να το αξιολογείτε και μην το αποθηκεύετε άκριτα στο μυαλό σας. Μάθετε δε, ότι ακόμα και αν αλλάζουν τα μέσα με τα οποία μεταδίδονται ή το περιτύλιγμα κάποιων «ιδεών», αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδέες αυτές δεν συνεχίζουν να κρατούν θέση ρετιρέ στον εγκέφαλο σας, έστω και ελαφρώς παραλλαγμένες ή επιμελώς κρυμμένες στο υποσυνείδητο . Αν ακολουθήσετε τις παραπάνω συμβουλές ίσως σταματήσετε επιτέλους να ονειροβατείτε και βάλετε ένα χεράκι για να μας βοηθήσετε να μετατρέψουμε αυτόν τον κόσμο, βάσει του οράματος μας για το μέλλον[2], από εφιαλτικό κολαστήριο σε επί γης παράδεισο, ή τέλοσπαντων ότι κοντινότερο σε αυτό. Όλα τα παραπάνω για να πραγματοποιηθούν απαιτούν βέβαια κόπο και χρόνο, όμως αρκετά κοπιάζατε τόσα χρόνια για άλλους, καιρός να κοπιάσετε και λιγάκι για τον εαυτό σας και την τάξη σας.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)


[1] Και φυσικά αυτό γίνεται χάρη της συντήρησης, επειδή μια θολή και μη ξεκάθαρη θεώρηση των πραγμάτων, δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το παραδοσιακό στάτους και τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις που αναπαράγονται σε μια κοινωνία. Μια θολή θεωρία χωρίς ξεκάθαρο διεκδικητικό πλαίσιο είναι μια ακίνδυνη για το σύστημα θεωρία.

[2] Που δεν στηρίζεται στην ανοησία και στην ονειροΠώληση αλλά στην μελέτη των κοινωνικών και ιστορικών φαινομένων την ανάλυση την σύνθεση την εμπειρία και την συσσωρευμένη γνώση.

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: