Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 8 Φεβρουαρίου 2013

 Εδώ το πρώτο μέρος
Λοιπόν, στο προηγούμενο κομμάτι είχαμε σταματήσει στο επίμαχο ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο δεύτερο αυτό μέρος η δικτατορία του προλεταριάτου είναι εκείνη η «έννοια» η οποία θα μας απασχολήσει περισσότερο.

Ο όρος «δικτατορία του προλεταριάτου» έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένως σαν μπαμπούλας από τους αστούς στην προπαγάνδα τους ενάντια στην κομμουνιστική ιδεολογία για να κρατήσουν τον λαό μακριά από τυχόν ανατρεπτικές ιδέες. Στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε και παρακάτω, είναι εκείνοι που θα έπρεπε να φοβούνται την εν λόγω δικτατορία και όχι ο λαός. Προκειμένου όμως να απαντήσουμε στο ερώτημα τι συνιστά την δικτατορία του προλεταριάτου, πρέπει πρώτα να εξηγήσουμε τι εννοούμε όταν λέμε «προλεταριάτο».

Χοντρικά μπορούμε να ορίσουμε ως προλεταριάτο την οικονομική και κοινωνική τάξη η οποία αποτελείται από τα άτομα εκείνα που, μην έχοντας άλλο μέσω παραγωγής στα χέρια τους, αναγκάζονται να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη(πνευματική και χειρωνακτική). Για τους μαρξιστές το προλεταριάτο έχει καθοριστικό ρόλο στην εξελικτική πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας/πολιτισμού, είναι εκείνο που θα ανατρέψει επαναστατικά την αστική εξουσία και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Όταν λοιπόν μιλάμε για δικτατορία του προλεταριάτου, εννοούμε την κυριαρχία της εργατικής τάξης, και κατ επέκταση των τυχόν συμμάχων της κοινωνικών στρωμάτων(μικροαγρότες, μικρομαγαζάτορες κλπ), με τα οποία την ενώνει το λίγο ως πολύ κοινό συμφέρον. Κυριαρχία επάνω στην μέχρι τότε κυρίαρχη και καταπιεστική τάξη, δηλαδή αυτή των αστών(πλουτοκρατία), και των όποιων από την πλευρά τους κοινωνικών συμμαχικών τους στρωμάτων(Π.Χ μεγαλοαγρότες, εργατική αριστοκρατία κλπ.).


Στο κομμουνιστικό μανιφέστο η διαδικασία της ταξικής πάλης που οδηγεί στην δικτατορία του προλεταριάτου περιγράφεται ως εξής.

«…Περιγράφοντας τις πιο γενικές φάσεις τις εξέλιξης του προλεταριάτου, παρακολουθήσαμε τον λίγο-πολύ κρυφό εμφύλιο πόλεμο μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, ως τη στιγμή που ο πόλεμος αυτός ξεσπάει σε ανοιχτή επανάσταση και το προλεταριάτο θεμελιώνει την κυριαρχία του με τη βίαιη ανατροπή της αστικής τάξης…»[1]

Όμως οι μπελάδες της εργατικής τάξης δεν σταματούν τη στιγμή που η επανάσταση ανατρέπει (προσωρινά) την κυρίαρχη αστική τάξη, υπάρχει ανάγκη για εδραίωση της κυριαρχίας της, διότι η αστική τάξη συνεχίζει να αγωνίζεται για την επανάκτηση της εξουσίας, και αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που είναι απαραίτητη η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, της δικτατορίας δηλαδή της εργατικής τάξης.

Συνεχίζοντας το απόσπασμα από το κομμουνιστικό μανιφέστο:

«…είδαμε ήδη πιο πάνω ότι το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση είναι η μετατροπή(κατά λέξη: η ανύψωση) του προλεταριάτου σε άρχουσα τάξη, η κατάκτηση της δημοκρατίας.

Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία για να αποσπάσει σταδιακά από την αστική τάξη όλο το κεφάλαιο, για να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου που είναι οργανωμένο σε άρχουσα τάξη και για να αυξήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων.»[2]

Άρα η εδραίωση της εξουσίας της εργατικής τάξης περνάει μέσα από την ικανότητα της να εκμηδενίσει την κυριαρχία της αστικής τάξης, και παράλληλα να οργανώσει τη δική της, σοσιαλιστική, παραγωγική βάση, χωρίς την οποία η πολιτική εξουσία του προλεταριάτου θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος μη μπορώντας να προσφέρει εναλλακτική διέξοδο για τις λαϊκές μάζες. Υπάρχουν όμως ποιοτικές διαφορές μεταξύ ενός σοσιαλιστικού και ενός αστικού κράτους; Φυσικά και υπάρχουν, ας σταθούμε λοιπόν λιγάκι παραπάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Για τους μαρξιστές, τόσο η ελευθερία όσο και η δημοκρατία σε ένα αστικό κράτος είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Στην ουσία η δημοκρατία και η ελευθερία είναι αγαθά τα οποία κυρίως απολαμβάνουν τα μέλη της κυρίαρχης τάξης, οι δημοκρατικές ελευθερίες και η συμμετοχή στην διακυβέρνηση, από την πλευρά της εργατικής τάξης είναι από μηδαμινή ως ανύπαρκτη. Συγκεκριμένα διαβάζουμε στο κράτος και επανάσταση:

«Η ελευθερία της καπιταλιστικής κοινωνίας μένει πάντα περίπου η ίδια, όπως ήταν η ελευθερία στις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες: ελευθερία για τους δουλοκτήτες. Οι σημερινοί μισθωτοί δούλοι, εξαιτίας των όρων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, πιέζονται τόσο πολύ από την ανέχεια και την εξαθλίωση, που «δεν ενδιαφέρονται για τη δημοκρατία», «δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική», και μέσα στις συνθήκες της συνηθισμένης ειρηνικής ροής των γεγονότων η πλειονότητα του πληθυσμού έχει παραμεριστεί από την συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή.»[3]

Φέρνοντας το αυτό στο σήμερα, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε στο μυαλό μας τον κατάκοπο εργάτη που επιστρέφει από το μεροκάματο, κακοπληρωμένος, σε δυσμενείς, ανθυγιεινές και συχνά επικίνδυνες συνθήκες εργασίας που παραδίδεται μπροστά στην τηλεόραση και τις χαζοεκπομπές της, προσπαθώντας να αδειάσει το μυαλό του από τα καθημερινά του άγχη. Αντίστοιχα, την εργαζόμενη μητέρα νοικοκυρά, τον άφραγκο άνεργο, κλπ, οι οποίοι συνήθως δεν έχουν ούτε τα εφόδια, ούτε τη δύναμη, ούτε το χρόνο να ασχοληθούν με κάτι περισσότερο από τα καθημερινά τους προβλήματα. Όταν βέβαια αυτή η «ειρηνική ροή των γεγονότων διαταράσσεται» το πράγμα αλλάζει, κάτι που μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει τον εργάτη, έχοντας πίσω του γκρεμό, στον δρόμο του αγώνα και κατ επέκταση στην πολιτική «διαπαιδαγώγηση» και διεκδίκηση την οποία το σύστημα προσπαθεί να του στερήσει.

Θα πει κανείς στο σημείο αυτό, «ναι, όμως στον καπιταλισμό γίνονται εκλογές στις οποίες υπάρχει καθολικό δικαίωμα ψήφου, άρα ο λαός τελικά έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια του». Όντως αυτό ισχύει, γίνονται εκλογές, όμως κατά πόσο μπορεί μέσα από το αστικό κοινοβούλιο η εργατική τάξη να προωθήσει τα όποια συμφέροντα της, μήπως αυτό είναι κάτι τελικά ανέφικτο;

«Κοιτάξτε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, τη Νορβηγία κλπ: το καθαυτό «κρατικό» έργο διεξάγεται στα παρασκήνια και το επιτελούν οι διευθύνσεις των υπουργείων, τα γραφεία και τα επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με αποκλειστικό σκοπό να ξεγελούν τον «απλό λαό».»[4]

Η αλήθεια είναι ότι προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού, αρκεί κάποιος να παρακολουθήσει προσεχτικά την συμμετοχή των αστικών κομμάτων στην «βουλή των ελλήνων», θα βγάλει τα όποια συμπεράσματα του. Αν δεν του αρκεί αυτό, ας αναλογιστεί πως έχει παρακαμφθεί, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, ακόμα και το αστικό σύνταγμα, πως περνάνε εν μια νυκτί, νόμοι χωρίς ψήφιση από το κοινοβούλιο, πως ψηφίζονται μνημόνια χωρίς ενισχυμένη πλειοψηφία, όπως κανονικά ορίζει το σύνταγμα, κλπ. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το μόνο που επιτυγχάνεται στις εκλογές είναι να «…αποφασίζεις μια φορά σε κάμποσα χρόνια ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα καταπιέζει, θα καταπνίγει το λαό στη Βουλή-να ποια είναι η ουσία τους αστικού κοινοβουλευτισμού, όχι μόνο στις κοινοβουλευτικές-συνταγματικές μοναρχίες, αλλά και στα πιο δημοκρατικά πολιτεύματα»[5].

Όμως εκτός του ότι χωρίς την στήριξη των μονοπωλίων ένα οποιοδήποτε κόμμα δεν μπορεί να κερδίσει καμία πλειοψηφία(χρειάζεται διαφήμιση και χρηματοδότηση), ακόμα και αν παρακάμψουμε ότι η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού απαγορεύει στην ουσία σε ένα κομμουνιστικό κόμμα να πάρει την εξουσία με εκλογές(η παρουσία ενός κομμουνιστικού κόμματος στην βουλή μπορεί να είναι μόνο παρεμβατική και συμπληρωματική σε σχέση με τον συνολικό αγώνα του), ακόμα και έτσι η λαϊκή εξουσία δεν μπορεί να περάσει/πηγάσει μέσα από το αστικό κοινοβούλιο.

Είπαμε παραπάνω ότι το προλεταριακό κράτος θα έχει ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με το αστικό κράτος, αυτός είναι και ο λόγος που για να μπορέσει να λειτουργήσει ένας προλεταριακός κρατικός μηχανισμός, πρέπει πρώτα να διαλυθεί ο μηχανισμός και η γραφειοκρατική μηχανή του αστικού κράτους. Σε καμία περίπτωση ένα προλεταριακό κράτος δεν μπορεί να πάρει τον προηγούμενο κρατικό μηχανισμό ως έχει και να πορευθεί πάνω σε αυτή τη βάση.

Συνεχίζω με μια σχετικά μεγάλη παράθεση από το κράτος και επανάσταση, που μεταφέρει την εμπειρία του Μαρξ από την παρισινή κομμούνα και την εμπειρία του Λένιν από τις πολιτικές παρατάξεις της εποχής του:

«Αν όμως θέσουμε το ζήτημα του κράτους, αν δούμε τον κοινοβουλευτισμό σαν ένα από τους θεσμούς του κράτους, από την άποψη των καθηκόντων του προλεταριάτου σ’ αυτόν τον τομέα, που βρίσκεται τότε η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό; Πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτόν;[…] Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δεν βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή των αντιπροσωπευτικών θεσμών από λογοκοπία σε «εργαζόμενα» σώματα. Η Κομμούνα δεν έπρεπε να είναι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, νομοθετικό και εκτελεστικό συγχρόνως. Όχι ένα κοινοβουλευτικό αλλά ένα εργαζόμενο σώμα.[…]

Τον πουλημένο και σαπισμένο κοινοβουλευτισμό της αστικής κοινωνίας η Κομμούνα τον αντικαθιστά με θεσμούς, όπου η ελευθερία της γνώμης και της συζήτησης δεν εκφυλίζεται σε απάτη, γιατί οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται οι ίδιοι, να εφαρμόζουν οι ίδιοι τους νόμους τους, οι ίδιοι να φέρνουν άμεσα την ευθύνη απέναντι στους εκλογείς τους. Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί παραμένουν, όμως δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία, σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές. Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε να φανταστούμε τη δημοκρατία, ακόμα και την προλεταριακή δημοκρατία, χωρίς τον κοινοβουλευτισμό μπορούμε και πρέπει να την φανταστούμε, αν η κριτική της αστικής κοινωνίας δεν είναι για μας κούφια λόγια, αν η προσπάθεια να ανατρέψουμε την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι σοβαρή και ειλικρινής μας προσπάθεια και όχι «εκλογική» φρασεολογία για να αλιεύουμε ψήφους των εργατών, όπως κάνουν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι[…].[6]

Η μη διατήρηση του αστικού κράτους και των μηχανισμών του είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα για εμάς τους κομμουνιστές, και ταυτόχρονα είναι κάτι που μας έχει φέρει επανειλημμένα σε σύγκρουση με οπορτουνιστές και σοσιαλδημοκράτες. Οι σοσιαλδημοκράτες προσπαθούν να πείσουν ότι ο δρόμος για τον κομμουνισμό και την σοσιαλιστική οικοδόμηση περνάει μέσα από τη διατήρηση των αστικών ή μεγάλου μέρους των αστικών πολιτικών(και κατ επέκταση οικονομικών) θεσμών. Ουσιαστικά αυτό που εμμέσως πλην σαφώς ζητούν οι οπορτουνιστές και οι σοσιαλδημοκράτες τύπου Σύριζα από την εργατική τάξη, είναι να «συμφιλιωθεί» με την αστική τάξη, και ότι τα προβλήματα της πρώτης είναι δυνατόν να λυθούν με μερικές απλώς μεταρρυθμίσεις στο υπάρχον σύστημα εξουσίας(πχ κρατικοποιήσεις, αλλαγές στο φορολογικό, διαφάνεια κ.α). Η αλήθεια όμως είναι ότι όποια και αν είναι η κυβέρνηση, ας πούμε εδώ «της αριστεράς» που είναι και της μόδας, εφόσον το προλεταριάτο δεν αντικαταστήσει το αστικό κράτος από τον δικό του κρατικό μηχανισμό, το αστικό κράτος, έστω και αν υποχωρήσει τακτικά ως ένα βαθμό, θα καταφέρει να διατηρήσει την κυριαρχία του. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να επιβάλει την εξουσία του όσο εκπροσωπείται από οποιοδήποτε κόμμα στο αστικό κοινοβούλιο, ακόμα και αν αυτό το κόμμα έχει την πλειοψηφία, γιατί οι αστικοί θεσμοί είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να εξυπηρετούν την αστική και όχι την εργατική τάξη. Σε συνθήκες αστικού κοινοβουλευτισμού δεν γίνεται να απαλλοτριωθεί η μεγάλη ατομική ιδιοκτησία, δεν είναι δυνατόν να περάσουν τα μέσα παραγωγής και ο έλεγχος της παραγωγής από την πλουτοκρατική ελίτ στον λαό, το αστικό σύνταγμα δεν προβλέπει κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Οι αστοί κρατικοί λειτουργοί δεν θα υποταχθούν στο προλεταριάτο όσο έχουν στα χέρια τους τον κρατικό μηχανισμό και όσο αυτός ο μηχανισμός παραμένει ως έχει, δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθούν εκείνοι οι θεσμοί που είναι απαραίτητοι στην λαϊκή εξουσία, θεσμοί όπως είναι για παράδειγμα ο εργατικός έλεγχος. Η εργατική τάξη οφείλει να οικοδομήσει εκείνον τον κρατικό μηχανισμό που θα έχει λειτουργικό και ουσιαστικό ρόλο στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής οικονομίας, και για να μπορεί γίνει κάτι τέτοιο πρέπει το αστικό κράτος να ξεριζωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Τέλος δεύτερου μέρους

Στο τρίτο μέρος θα μας απασχολήσει κυρίως το ζήτημα του σταδιακού μαρασμού του κράτους που σηματοδοτεί το πέρασμα από την σοσιαλιστική οικοδόμηση στον κομμουνισμό. Επίσης θα εστιάσουμε στην σοσιαλιστική οικοδόμηση και κάποια απο τα χαρακτηριστικά της λαικής εξουσίας.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(poexania)

[1] Το απόσπασμα από το Β.Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, εκδ. σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2012, σελ. 31-32.

[2] Στο ίδιο, σελ. 32.

[3] Στο ίδιο, σελ. 105.

[4] Στο ίδιο, σελ. 58-59.

[5] Στο ίδιο, σελ. 58.

[6] Στο ίδιο, 58-60.

 

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: