Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 1 Απριλίου 2013

Να σας πω την αλήθεια δεν θα την έλεγα και μανούλι, αλλά αλλάζουν οι εποχές και μαζί με αυτές, τα γούστα.

Αν και έχει περάσει καιρός από τότε που διάβασα τον Ζορμπά, σήμερα έτσι, στο εντελώς άσχετο, έκανα έναν παραλληλισμό στο μυαλό μου σχετικά με έναν από τους χαρακτήρες του βιβλίου. Δεν ξέρω αν ο Καζαντζάκης είχε το ίδιο πράγμα στο νου του όταν συμπεριελάμβανε την Μαντάμ Ορτάνς στο βιβλίο του(το βιβλίο λέγεται Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά), πάντως εγώ την ιδέα μου θα την πω έτσι και αλλιώς. Πριν προχωρήσουμε θα παραθέσω μερικές πληροφορίες για την εν λόγω Μαντάμ, ακριβώς έτσι όπως τις βρήκα στην wikipedia.

~.~

Η Αδελίνα Γκιτάρ, γνωστότερη ως Μαντάμ Ορτάνς (18632 Μαΐου 1938) ήταν Γαλλίδα ιερόδουλη, η οποία έγινε γνωστή στην Ελλάδα στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της έζησε στην Ιεράπετρα και τιμήθηκε από τις αρχές, με το να δοθεί το όνομά της σε δρόμο της πόλης.

Γεννημένη στη Γαλλία, για τον ακριβή τόπο γέννησής της, ερίζουν οι πόλεις Παρίσι, Τουλόν και Μασσαλία. Πολύ νεαρή, σε ηλικία 16 ετών, έγινε πόρνη. Όταν ξεκίνησε η κατοχή της Κρήτης, το 1898, η Γκιτάρ εγκαταστάθηκε με γύρω στις 500 ακόμα γυναίκες στα Χανιά, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άνδρες των Μεγάλων Δυνάμεων που υπηρετούσαν στους στόλους. Έπειτα από την επανάσταση στο Θέρισο, το 1905, η Μαντάμ Ορτάνς φεύγει και περιπλανάται στην ανατολική Κρήτη και ειδικότερα στο Ηράκλειο, στη Σητεία και στον Άγιο Νικόλαο. Τελικά, στις αρχές του 1910 εγκαθίσταται μόνιμα στην Ιεράπετρα, όπου ανοίγει χαρτοπαικτική λέσχη και εστιατόριο στην Μεσοκαστελλιά. Εν συνεχεία, λειτούργησε ένα ξενοδοχείο ύπνου, στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το «Hotel Creta». Το ξενοδοχείο εκείνο ονομαζόταν «Η Γαλλία». Αργότερα η Ορτάνς έγινε υποπρόξενος της Γαλλίας και πολλοί την υποπτεύονταν για κατάσκοπο. Έπειτα από τον πόλεμο ανέπτυξε έντονη κοινωνική δραστηριότητα και καταξιώθηκε στην Ιεράπετρα, όπου πέθανε το 1938.

~.~

Οι ιστορίες θέλουν την Ορτάνς ερωτευμένη με τον Ιταλό Ναύαρχο Καναβάρο, την εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις είχαν στείλει τους στόλους τους στην επαναστατημένη Κρήτη(1897-1907) για να εξασφαλίσουν ότι δεν θα εκμεταλλευθεί την κατάσταση κάποια από αυτές από μόνη της και καταλάβει το νησί για λογαριασμό της.

Εμένα λοιπόν η Ορτάνς μου θυμίζει την ίδια την Ελλάδα, ή πιο σωστά, ένα δομικό στοιχείο της. Ας πάρουμε ως παράδειγμα όλη αυτή την ιστορία με τους ναυάρχους και τους στόλους,  δεν σας φέρνει στο νου δεκάδες παραδείγματα από την ελληνική ιστορία; Αμέσως αμέσως την εποχή της ιταλικής Αναγέννησης, που οι εμπορικοί στόλοι των ανεπτυγμένων ιταλικών πόλεων, εποφθαλμιούσαν τα πλούτη και τις αγορές του βυζαντίου και το περιτριγύριζαν περιμένοντας την ευκαιρία για να ορμήξουν στον πατσά. Έτσι σιγά σιγά, και προσφέροντας σε αντάλλαγμα στρατιωτική προστασία στο αδύναμο πια βυζαντινό κράτος, κατάφεραν να αποσπάσουν τόσα εμπορικά προνόμια, που σχεδόν εξαφάνισαν τους ντόπιους εμπόρους, πήραν στα χέρια τους την οικονομία, και τελικά έφτασαν μέχρι και στο να αλώσουν την Πόλη με την τέταρτη σταυροφορία.[1] Δεν σας θυμίζει όμως αυτή η ιστορία και την Πηνελόπη του Οδυσσέα, η οποία όμως παρά τον στενό κλοιό των μνηστήρων, άντεξε τις πιέσεις και λυτρώθηκε από την επιστροφή του άνδρα της. Θα είχε σκεφτεί ποτέ ο Όμηρος άραγε μια τέτοια ιστορία αν δεν ήταν βγαλμένη από τα σπλάχνα του τόπου στον οποίο ζούσε; Έναν τόπο πανέμορφο, πληθωρικό, περπατημένο από αμέτρητους λαούς και φυλές που άλλοτε τoν κατακτούσαν, άλλοτε τους κατακτούσε, και άλλοτε συνέβαιναν και τα δύο. Επ’ αυτού ας πάρουμε για παράδειγμα την ρωμαϊκή κατάκτηση, κατά την οποία οι ρωμαίοι μας υπέταξαν μεν με τα όπλα, όμως υιοθέτησαν μεγάλο μέρος αυτού που συνιστούσε τον «ελληνικό» πολιτισμό και την κουλτούρα.

Όμως η ιστορία της Ελλάδας δεν μπορεί να ειδωθεί μονάχα σαν μια ρομαντική αφήγηση, είναι πολλά παραπάνω, άσχημα και όμορφα, πράγματα που μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς περήφανος και πράγματα που μπορούν να σε κάνουν να αισθάνεσαι άβολα, τα δεύτερα τείνουμε να τα παραλείπουμε.  Και μιας και αναφερθήκαμε στους στόλους παραπάνω, σκεφτείτε πόσες και πόσες φορές οι μεγάλες δυνάμεις, δεν ανταγωνίστηκαν μεταξύ τους για το χέρι της χώρας, και ότι άλλο γενικά μπορούσαν να της αποσπάσουν. Έτσι έγινε και το 21, έτσι έγινε και το 40, έτσι γίνεται και σήμερα. Και ο τόπος, σαν δαιμονισμένη γυναίκα που έχει μέσα της τόσους κι άλλους τόσους δαίμονες, χωρίζεται στα δύο και στα τρία και στα τέσσερα. Και άλλος θέλει ετούτο και άλλος θέλει εκείνο, και άλλος θέλει αυτόν τον μνηστήρα και άλλος τον άλλον, και κάποιοι, όχι πάντα οι περισσότεροι και όχι οι δυνατότεροι μα πάντα κάποιοι λένε, «μπορούμε αδέρφια και χωρίς μνηστήρες!». Και τότε πέφτουνε πάνω τους όλες οι προξενήτρες να τους φάνε και όσοι μαγεύονται από τις χάντρες και τα καθρεφτάκια ή πείθονται από τις φοβέρες που εξαπολύουν οι επίδοξοι γαμπροί. Μέχρι τώρα, δυστυχώς, οι μνηστήρες καταφέρνουν και αρπάζουν απ το χέρι αυτόν τον τόπο, και μαζί την προίκα του που τόσο είχε ιδρώσει ο λαός του για να την κεντήσει.

Και όταν τελειώνει το φαγοπότι, κι όταν σχολνά ο γάμος, και όταν η Ορτάνς γερνά πριν την ώρα της παραδομένη. Κι όταν δεν της έχουν αφήσει τίποτα παρά μοναχά μερικά κουρέλια που τα φορά σαν σάβανα και που την κάνουν να μοιάζει με παραδουλεύτρα. Αποκτά τη συνήθεια που αποκτούν όλοι οι ηλικιωμένοι, να γυρνά και να κοιτά πίσω, και να ελπίζει πως κάποια στιγμή στο πολυσύχναστο λιμάνι θα αράξει ένα πλοίο που θα της φέρει τον Καναβάρο, και τον Κάνινγκ, και τον Μάρσαλ, κι όλους εκείνους τους υπέροχους μνηστήρες κι εραστές, ή έστω κάποιον σαν και αυτούς, γιατί έτσι είχε μάθει τόσα χρόνια.

Μα αν το κοιτάξεις προσεχτικά αυτό το ξόανο που κακογέρασε, που δεν έχει επίγνωση του εαυτού και του περιβάλλοντος της, που ζει με αυταπάτες και παραισθήσεις, μπορείς να μάθεις πολλά, αρκεί να αντέχεις. Γιατί η εμπειρία της ζει, ακόμα και αν δεν είναι ικανή να στην αφηγηθεί με τα λόγια, μπορεί να την διαβάσεις σε κάθε ζάρα του κορμιού της, στο κουρασμένο της βλέμμα, στα κουρέλια που φορά, στο βαρύ της βάδισμα.  Και τίποτα δεν έχει χαθεί, γιατί πάντα δίπλα σε εκείνο που πεθαίνει, υπάρχει κάτι που περιμένει να γεννηθεί. Και είναι στο χέρι όλων όσων έχουν μελετήσει προσεχτικά το σώμα της Μαντάμ Ορντάνς, να διαπαιδαγωγήσουν έτσι το βρέφος που να μην κάνει τα ίδια λάθη. Σε πείσμα όλων εκείνων που από αμέλεια ή ξεροκεφαλιά, ή επειδή είναι κοντόφθαλμοι, παρασύρονται από τις σκοπιμότητες όλων εκείνων των δόλιων εγχώριων και εισαγόμενων μνηστήρων [2].


[1] Τώρα επειδή είναι και επίκαιρα αυτά, μην το πάει κανείς στο σήμερα και αρχίσει να μου λέει τίποτα χρυσαυγίτικα για καλούς έλληνες καπιταλιστές και κακούς ξένους.

[2] Μιας και το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα(αμ τι δεν θα το έλεγα:)

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: