Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Οκτώβριος 2016

tsamides-1

Δημοσιεύτηκε στο Ατέχνως

Το πρώτο μέρος εκεί

Μέρος δεύτερο: Μετά το ξέσπασμα του ΒΠΠ.

Η δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά αντιμετώπιζε τις μειονότητες με μεγάλη σκληρότητα κάτι που έδινε χώρο στη φασιστική Ιταλία να κάνει διπλωματικό παιχνίδι με τους Τσάμηδες.

«Ο ταραγμένος διεθνής ορίζοντας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930-1940 και η επιβολή της δικτατορίας των Γεωργίου και Μεταξά δεν βοήθησαν στην άμβλυνση των αντιθέσεων στη Θεσπρωτία. Εκτός από την Αλβανία, η γειτονική και φιλόδοξη Ιταλία ενέταξε το ζήτημα της Τσαμουριάς στο διπλωματικό της οπλοστάσιο, ενθαρρύνοντας φασιστικού τύπου αλυτρωτικές κινήσεις στους χώρους των Τσάμηδων του εξωτερικού, εκείνων δηλαδή που είχαν καταφύγει στην Αλβανία ή στην Ιταλία. Ταυτόχρονα, οι πιέσεις που ασκούσε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου στις μειονότητες της χώρας, ειδικά ενάντια σε αυτές που θεωρούνταν «στρατηγική απειλή», έδιναν επιχειρήματα στον αλυτρωτισμό και όξυναν τις τοπικές εντάσεις»1

Με το ξέσπασμα του πολέμου η Φασιστική Ιταλία προσάρτησε την Αλβανία κάτι που οδήγησε στην όξυνση του Αλβανικού αλυτρωτισμού και του Αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού (Μεγάλη Αλβανία), με διεκδικήσεις όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε Γιουγκοσλαβία. Οι επαφές της Ιταλίας με την Αλβανία προς αυτήν την κατεύθυνση χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του 30′, ενώ είχαν αναπτυχθεί και σχέσεις της εξωτερικής πολιτικής της Ιταλίας με ισχυρές οικογένειες Τσάμηδων.2

Όσο πλησίαζε ο πόλεμος αυξάνονταν και η παρουσία ενόπλων στις παραμεθορίους, οι οποίοι έβλεπαν τους Τσάμηδες με καχυποψία και υιοθετούσαν απέναντί τους ανάλογη συμπεριφορά. Από τον Απρίλη του 39′ που η Αλβανία κατελήφθη από τους Ιταλούς, το ελληνικό κράτος επιστράτευσε τους Τσάμηδες και τους έστειλε προληπτικά μακριά από την παραμεθόριο. Αυτή η κίνηση είχε σαν αποτέλεσμα να ξεσπάσει μια «επιδημία» λιποταξιών από την πλευρά των Τσάμηδων, κάτι που αμαύρωνε περεταίρω την εικόνα που είχαν οι υπόλοιποι Έλληνες για αυτούς και διευκόλυνε την εναντίον τους προπαγάνδα. Οι εκτοπίσεις των Τσάμηδων προς τα νησιά (και ιδιαίτερα την Κρήτη) εντάθηκαν, ενώ οι έρευνες στα σπίτια τους για όπλα και αποδείξεις συνεργασίας με τον εχθρό έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Όπως είναι φυσικό, όλα τα παραπάνω ενίσχυαν το κύμα αναζήτησης άσυλου των Τσάμηδων στην Αλβανία, που εκεί πολλοί από αυτούς στρατολογούνταν από την φασιστική Ιταλία σε τάγματα εθελοντών. Οι Ιταλοί στρατολόγοι τροφοδοτούσαν το αίσθημα αλυτρωτισμού των Τσάμηδων και έριχναν κούτσουρα στην πυρά της εκδίκησης, προκειμένου να τους φανατίσουν για να τους χρησιμοποιήσουν στον επικείμενο πόλεμο με την Ελλάδα.3

Λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, τα Ιταλικά στρατεύματα μπήκαν στην Τσαμουριά, συνοδευόμενα από μονάδες Αλβανών εθελοντών στις οποίες πλειοψηφούσαν οι Τσάμηδες που ήταν διψασμένοι για εκδίκηση. Σύντομα όμως τα στρατεύματα υποχώρησαν και ο ελληνικός στρατός συμπεριφέρθηκε στη μειονότητα των Τσάμηδων σα να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Τα πράγματα τα χειροτέρευε η ιταλική προπαγάνδα, η οποία εξήρε τη συμμετοχή των Τσάμηδων στις εχθροπραξίες, με αποτέλεσμα να τους στοχοποιεί ακόμα περισσότερο στα μάτια των Ελλήνων στρατιωτών και χωροφυλάκων, αλλά και του ελληνικού λαού που υπέφερε από τον πόλεμο.4

Στην κατοχή οι αντεκδικήσεις συνεχίστηκαν, αν και στην αρχή υπήρχε μια μικρή παύση, που οδήγησε σε νέα όξυνση μετά από τον πρώτο χρόνο. Οι Ιταλοί είχαν αφήσει στις περιοχές που κατοικούσαν Τσάμηδες τη διοίκηση στα χέρια Ελλήνων και ο νομάρχης της περιοχής Κ. Κοντογιάννης είχε επιφορτιστεί με την επίλυση των διαφορών μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων. Ενώ προσπάθησε ειλικρινώς να φέρει την ειρήνευση, οι προσπάθειες του αυτές δεν κατάφεραν να καρποφορήσουν. Σε αυτό συντέλεσε και η στάση του Ιταλού στρατιωτικού διοικητή, αντισυνταγματάρχη Γαριβάλτσι αλλά και του Ιταλού αναπληρωτή πρόξενου Γιελισσόνι, που βομβάρδισαν τα όποια σχέδια του Κοντογιάννη. Ο Γελισσόνι ήταν αντίθετος από την αρχή, ενώ ο Γαριβάλτσι, αν και αρχικώς είχε δεσμευθεί ότι θα στηρίξει τις προσπάθειες του Κοντογιάννη, τελικά έκανε πίσω και δεν έδωσε την έγκριση του.5

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1942, ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες των Τσάμηδων, ο Γιασίν Σαντίκ, δολοφονήθηκε από αγνώστους. «Την αμέσως επόμενη μέρα απήχθησαν από την κοινότητα των Σπαθαραίων ο πρόεδρος Βασίλειος Τσούπης, ο ιερέας Σπυρίδων Νούτσης και εννέα «σκηνίτες», οι οποίοι και θανατώθηκαν.»6 Όπως ήταν λογικό, όλα τα παραπάνω είχαν σαν αποτέλεσμα να αναζωπυρωθεί το συγκρουσιακό κλίμα, και να επανέλθουν στην καθημερινότητα οι αντιμαχίες ένοπλων ομάδων και από τις δυο πλευρές.7

Οι Τσάμηδες κατά την περίοδο της κατοχής είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα είδος «κρατικής οργάνωσης». Από τη μια συμμετείχαν στην χωροφυλακή με σκοπό να εντοπίσουν χριστιανούς φυγόδικους και να καταδιώξουν χριστιανικές συμμορίες. Ενώ από την άλλη, ίδρυσαν τον Ιούλιο του 1942 το Εθνικό αλβανικό Συμβούλιο, το οποίο οργάνωσε κοινοτικές επιτροπές στα μουσουλμανικά χωριά του νομού. Βαθμιαία, οι επιτροπές αυτές διεύρυναν τις λειτουργίες τους και συμπεριέλαβαν στις αρμοδιότητες τους τμήμα μουσουλμανικής χωροφυλακής, τελωνεία, δικαστικές και οικονομικές αρχές.8

Από την άλλη πλευρά, τη θέση του ολοένα και πιο αδύναμου ελληνικού κράτους την πήρε σταδιακά ο ΕΔΕΣ και οι συγκρούσεις με τις οργανώσεις των Τσάμηδων ήταν συχνές. Εδώ να σημειωθεί ότι στις περιοχές που ζούσαν οι Τσάμηδες το ΕΑΜ δεν είχε ισχυρή παρουσία.9

Μέχρι το καλοκαίρι του 43′, τα ένοπλα σώματα των Τσάμηδων ενισχύθηκαν και εντάχθηκαν στο γερμανικό πλέγμα ασφαλείας. Δύο ήταν τα γεγονότα που σφράγισαν τις μετέπειτα εξελίξεις: Η καταστροφή του Φαναριού τον Ιούλιο του 43′, και η εκτέλεση των 49 πρόκριτων της Παραμυθιάς τον Σεπτέμβρη του 43′. Και στα δυο η πρωτοβουλία ανήκε στην γερμανική στρατιωτική διοίκηση. Στην επιδρομή που έγινε από τους ναζί στο Φανάρι, συμμετείχαν πολλοί Τσάμηδες που προέβησαν σε μεγάλης κλίμακας αντεκδικήσεις (αρπαγή περιουσιών, βιασμοί γυναικών, δολοφονίες). Η εκτέλεση των 49 έγινε στο πλαίσιο γερμανικών αντιποίνων για το φόνο 6 Γερμανών στρατιωτών από αντάρτες στην περιοχή Σκάλα της Παραμυθιάς. Τα ονόματα για τις συλλήψεις λέγεται ότι τα έδωσε ο ίδιος ο Μαζάρ Ντίνο, που ήταν αρχηγός ένοπλης ομάδας Τσάμηδων και Αλβανών που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή και είχαν για όραμα τους τη «Μεγάλη Αλβανία».10 Με αυτόν τον τρόπο άνοιξε ο δρόμος για να εγκατασταθεί εκεί η ΞΙΛΙΑ, η Εθνική Επιτροπή Τσάμηδων.11

anakomidi_oston_49

Ανακομιδή οστών των 49 προκρίτων

Τα γεγονότα αυτά έγιναν αιτία να αναζωπυρωθεί ο πόλεμος μεταξύ των ενόπλων οργανώσεων των Τσάμηδων και του ΕΔΕΣ. Στις 26 Ιουνίου του 43′, τμήματα της Χ Μεραρχίας του ΕΔΕΣ επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Παραμυθιά κάμπτοντας την αδύναμη αντίσταση της Τσάμικης πολιτοφυλακής. Σύμφωνα με το Γιώργο Μαργαρίτη, τα θύματα από τις βιαιοπραγίες που ακολούθησαν την κατάκτηση μπορεί να ανέρχονται και στα 500, καθώς ο ΕΔΕΣ έβαλε σκοπό να διαπράξει στο πολλαπλάσιο αντίστοιχες βιαιότητες με αυτές που πρωτύτερα είχαν κάνει οι Τσάμηδες στο Φανάρι.12

Σε περιοχές που είχε ισχυρή παρουσία το ΕΑΜ πάντως, όπως ήταν για παράδειγμα η Σαγιάδα των Φιλιατών, βόρεια του Καλαμά, οι Τσάμηδες έμπαιναν εθελοντικά στις γραμμές του ΕΛΑΣ. Το 4ο τάγμα του 15ου συντάγματος του ΕΛΑΣ, ήταν μια μονάδα η οποία αποτελούνταν από χριστιανούς και μουσουλμάνους μαχητές. Οι μονάδες του ΕΔΕΣ ονόμαζαν την μονάδα αυτή «τουρκαλβανούς παρτιζάνους». Η ονομασία αυτή δεν δόθηκε τυχαία, αλλά έκρυβε από πίσω της την επιδίωξη του ΕΔΕΣ και του αστικού κράτους να τσακίσει αυτήν την αντάρτικη ομάδα, έστω και αν πολεμούσε ενάντιων των κατακτητών. Τις μέρες που γίνονταν η διαπραγμάτευση της Καζέρτα, οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ με άδεια από βρετανικούς αξιωματούχους, η οποία επικυρώθηκε από τον Σκόμπυ, πέρασαν βόρεια του Καλαμά με σκοπό να πλήξουν το μεικτό τάγμα και τις θέσεις του και να επαναλάβουν τις φρικαλεότητες της Παραμυθιάς.13

Οι συνολικές εκτοπίσεις Τσάμηδων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ε. Μαντά αριθμούν 22.000 – 25.000. Στο μικρό διάστημα που το ΕΑΜ διέλυσε τον ΕΔΕΣ και είχε τον έλεγχο των περιοχών που έμεναν Τσάμηδες, μέρος των απομακρυσμένων επέστρεψε, με σκοπό να περισώσει ό,τι μπορούσε από τις περιουσίες του και τα σπίτια του. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ο ΕΔΕΣ επέστρεψε στην περιοχή με την ιδιότητα των μονάδων εθνοφυλακής, και οι διώξεις συνεχίστηκαν μέχρι η μειονότητα να εκδιωχθεί εντελώς.14

Συμπεράσματα

Το ζήτημα των Τσάμηδων μέχρι και σήμερα τροφοδοτεί τον αλυτρωτισμό και τον μεγαλοϊδεατισμό, κυρίως της γείτονας χώρας Αλβανίας. Το είδαμε με τα αλβανικά πανό του EURO που έκαναν λόγω για τα 100.000 θύματα της τσάμικης μειονότητας (ενώ ο συνολικός πληθυσμός τους έφτανε με τα βίας το ¼ αυτού του αριθμού)15. Το είδαμε με τις επίσημες δηλώσεις Αλβανών αξιωματούχων ακόμα πιο πρόσφατα, και πρόκειται σίγουρα να το ξανασυναντήσουμε και στο μέλλον. Στην ερώτηση αν δικαιούνται αποζημιώσεις οι διωγμένοι Τσάμηδες από την Ελλάδα, τόσο για το διωγμό τους όσο και για τις αδικίες που υπέστησαν, η δική μου απάντηση είναι ότι τις δικαιούνται στον ίδιο βαθμό που τις δικαιούνται και οι χριστιανοί που υπέφεραν από τη συνεργασία των Τσάμηδων και των Αλβανών με τον κατακτητή στην κατεχόμενη Ελλάδα. Αυτού του είδους η απάντηση όμως δεν μας λέει και πολλά, δεν είναι το καλύτερο που θα μπορούσαμε να είχαμε διδαχθεί από τα όσα γράφτηκαν στις παραπάνω γραμμές.

Ας εξετάσουμε λοιπόν μερικές άλλες διαστάσεις του ζητήματος:

  • Η αναζωπύρωση του εθνικιστικού μίσους, πέρα από τα όποια τοπικά μικροσυμφέροντα τα οποία φυσικά αξιοποιούνται, εξυπηρετεί κυρίως τις επιδιώξεις των μεγάλων, δηλαδή των καπιταλιστικών κρατών και των καπιταλιστικών συμφερόντων που βρίσκονται οργανωμένα πίσω από αυτά. Η αναζωπύρωση αυτή σπάνια ευνοεί τη μια ή την άλλη πλευρά που συγκρούεται όσον αφορά στον απλό λαό, συνήθως ζημιώνονται και οι δυο πλευρές και έχουμε έναν ολάκερο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο για να μας το θυμίζει..
  • Όταν η πολιτική σου για μια μειονότητα δεν είναι πολιτική ήπιας ενσωμάτωσης, τότε αφήνεις ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτή η περιχαρακωμένη μειονότητα να σου αντιταχθεί σε κάθε ευκαιρία. Τέτοιες πολιτικές ήπιας ενσωμάτωσης σπανίζουν σε αστικού τύπου έθνη κράτη. Όπως μας διδάσκει η ιστορία μέχρι και σήμερα, λίγα (αν όχι κανένα) είναι εκείνα τα καπιταλιστικά κράτη τα οποία δεν μαστίζονται από κάποιου είδους μειονοτικές, θρησκευτικές ή και φυλετικές διαφορές στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό τους, για τις οποίες υπεύθυνος είναι πάντα σε μεγάλο βαθμό και ο κρατικός μηχανισμός.
  • Σε περιπτώσεις που έγιναν απόπειρες ενσωμάτωσης, πχ στις περιοχές που δραστηριοποιούταν ο ΕΛΑΣ, οι Τσάμηδες πολέμησαν τους ναζί κατακτητές πλάι-πλάι με τους αντάρτες.
  • Ζούμε περίεργες εποχές που ευνοούν συγκρούσεις και «διπλωματία με άλλα μέσα», για αυτό καλό θα ήταν να μην υποτιμάμε τις όποιες προκλητικές εξαγγελίες του τουρκικού ή του αλβανικού κράτους, αλλά να τις συνδέουμε ταυτόχρονα και με την ύπουλη στάση που κρατούν διάφοροι υπερεθνικοί οργανισμοί (ΕΕ, ΝΑΤΟ), οι οποίοι σφυρίζουν ανέμελα όταν γίνεται ευθεία αμφισβήτηση συνόρων κράτους μέλους τους από ανώτατους άρχοντες του ενός ή του άλλου κράτους. Όταν μπαίνει ο κλέφτης στο σπίτι σου, η φράση του αστυνόμου που υποτίθεται σε προστατεύει «να τα βρείτε μεταξύ σας» δεν αποτελεί στάση ίσων αποστάσεων αλλά ευθεία συστράτευση με την πλευρά του κλέφτη.
  • Το δικό μας κράτος βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι αθώο του αίματος όπως διαπιστώσαμε παραπάνω. Στην πιο πρόσφατη ιστορία δε, έχει χρησιμοποιήσει και εκείνο την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία για να προωθήσει την διπλωματική του ατζέντα διεκδικήσεων. Τα γειτονικά κράτη στον καπιταλιστικό κόσμο σπάνια έχουν μεταξύ τους πολιτική συνεργασίας και αν αυτό συμβεί δεν κρατάει για πολύ, κυρίως έχουν μεταξύ τους ανταγωνισμούς, που υπό τις ανάλογες συνθήκες μπορούν να πυροδοτήσουν και πολέμους.

Κλείνοντας το άρθρο, να πούμε ότι αν υπάρχει ένα είδος μίσους το οποίο δικαιολογείται και επιβάλλεται να διατηρούν οι λαοί όλου του κόσμου, αυτό σίγουρα δεν είναι το ρατσιστικό μίσος, αλλά το ταξικό μισός ενάντια στον εκμεταλλευτή, με όποιο προσωπείο και αν εμφανίζεται αυτός κάθε φορά.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

1Στο ίδιο, σελ. 144.

2Στο ίδιο, σελ. 145-146.

3Στο ίδιο, σελ. 147-148.

4Στο ίδιο, σελ. 149-150.

5Στο ίδιο, σελ. 159-160.

6Στο ίδιο, σελ. 160. Εδώ δεν ξέρω τι ακριβώς εννοεί ο Μαργαρίτης με τον όρο «Σκηνίτες» για αυτό και μετέφερα την πρόταση επακριβώς.

7Στο ίδιο, σελ. 160-161.

8Στο ίδιο, σελ. 161-162.

9Στο ίδιο, σελ. 162-163.

11Ο.π, Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες, σελ. 163-164.

12Στο ίδιο, σελ. 165-166.

13Στο ίδιο, σελ. 169.

14Στο ίδιο, σελ. 169.

15Όσον αφορά τώρα τους νεκρούς, οι αριθμοί που αναφέρονται στο υπόμνημα της αντιφασιστικής επιτροπής των Τσάμηδων προς τον ΟΗΕ το 1947 δεν ξεπερνούν τα 2.000 άτομα. Βάσει του ότι αυτός ο αριθμός δίνεται από μια οργάνωση των Τσάμηδων εκείνης της εποχής, εκτιμώ ότι οι νεκροί μπορούν να είναι λιγότεροι από 2.000 αλλά όχι περισσότεροι.

Advertisements

Read Full Post »

tsamides-1

Δημοσιεύτηκε στο Ατέχνως

Πρόλογος

Επιδίωξη μας, εμάς των κομμουνιστών, πρέπει να είναι να μην αφήνουμε τον λαό να παρασύρεται από εθνικιστικές ρητορικές και πρακτικές μίσους. Και αυτό επειδή στη σύγχρονη ιστορία (και όχι μόνο στη σύγχρονη), οι ρητορικές αυτές κατά κανόνα, κρύβουν από πίσω τους ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, διαπλοκές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις που μπορούν να οδηγήσουν τους λαούς ακόμα και στο αιματοκύλισμα. Σκοπός μας, λοιπόν, πρέπει να είναι να αναλύουμε αυτές τις παγίδες, να δίνουμε σε κάθε περίπτωση στον λαό να καταλάβει, ότι η μόνη σύγκρουση που μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του, δεν είναι άλλη από την ταξική σύγκρουση, τον εμφύλιο πόλεμο δηλαδή με την αστική του τάξη.

Χρειάστηκε να κάνω αυτόν τον γενικό πρόλογο πριν προχωρήσω στο κυρίως θέμα επειδή ζούμε περίεργες εποχές που οι μεγαλοϊδεατισμοί και οι φανατισμοί του παρελθόντος αναβιώνουν από και προς κάθε πλευρά των συνόρων. Φτάνουν μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις να γίνονται ακόμα και επίσημη κρατική θέση διάφορες αλυτρωτικές επιδιώξεις (βλέπε πιέσεις Αλβανίας για την Τσαμουριά, και Τουρκίας για τα Ελληνικά νησιά).

Στο άρθρο που ακολουθεί αποπειράθηκα να κάνω μια ιστορική αναφορά στο ζήτημα της Τσαμουριάς, όχι για να βρούμε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αλλά για να γίνει ξεκάθαρο το γεγονός ότι τις μονομαχίες των βουβαλιών τις πληρώνουν πάντα τα βατράχια, δηλαδή οι λαοί. Στηρίχθηκα κυρίως στο βιβλίο του Γ. Μαργαρίτη, Ανεπιθύμητοι Συμπατριώτες, και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο που αφορά τους Τσάμηδες, αλλά δεν υιοθετώ στο 100/100 την οπτική του. Το θέμα είναι εξόχως ευαίσθητο και θέλει προσοχή η όποια ενασχόληση με αυτό. Για να καταλάβουμε όμως την ιστορία, για να διαμορφώσουμε τη θέση μας, και για να μπορέσει αυτή η θέση να εξυπηρετήσει το σκοπό μας, πρέπει να γνωρίζουμε όσο το δυνατόν καλύτερα τα ιστορικά περιεχόμενα. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να συγκαλύπτουμε τις όποιες αιχμές του παρελθόντος, αλλά να τις εξετάζουμε, και σε κάθε περίπτωση να αποφεύγουμε τους «ταλιμπανισμούς». Αν υποκριθούμε ότι δεν βλέπουμε τις αιχμές αυτές, τότε θα ξεχαστούμε και οι αιχμές αυτές θα μας ματώσουν ξανά στο μέλλον. Αν πάλι με ταλιμπανισμούς προσπαθούμε να δώσουμε τροφή στην μηχανή του αλυτρωτισμού και του εθνικισμού, με διαστρεβλώσεις και με ψέματα να καλλιεργήσουμε το μίσος μεταξύ δυο ή και περισσότερων λαών, τότε θα επαναληφθεί η ιστορία και ως τραγωδία και ως φάρσα.

Εισαγωγή

Οι Τσάμηδες είναι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας (Ηγουμενίτσα, Φιλιάτες, Παραμυθιά …) που έζησαν εκεί από τις αρχές του 17ου αιώνα ως και τα μέσα του 20ου. Ο πληθυσμός τους, που ήταν κυρίως αγροτικός, το 1940 υπολογίζονταν περίπου στα 20-25 χιλιάδες άτομα1 ή ακολουθώντας άλλες πηγές μέχρι τα 30 χιλιάδες.2 Σύμφωνα με το Γ. Μαργαρίτη, αν και μουσουλμάνοι, οι Τσάμηδες δεν είχαν σοβαρές αναφορές στην Τουρκία αλλά ένιωθαν οικείοι με τους Αλβανούς:

«Το γεγονός ότι οι Τσάμηδες είχαν, οφθαλμοφανώς, ελάχιστη σχέση με την Τουρκία και ότι επρόκειτο σίγουρα για Αλβανούς, ελάχιστη σημασία θεωρείται ότι έχει.»3

safe_image

Προκλητικές και επικίνδυνες εκδηλώσεις

Το άρθρο είναι χωρισμένο σε δυο κύρια μέρη, το ένα μέρος αφορά τα γεγονότα πριν τον πόλεμο, ενώ το δεύτερο μέρος αφορά τα γεγονότα από το ξέσπασμα του ΒΠΠ και ύστερα. Ο λόγος που γίνεται αυτή η διχοτόμηση, είναι η τομή που έφερε ο πόλεμος και η προετοιμασία του στη στάση των Τσάμηδων, στάση που κρατήθηκε ή και ενισχύθηκε και την περίοδο της κατοχής (δηλαδή τη στάση συνεργασίας τους με τον κατακτητή, κάτι που από [κυρίως] θύματα τους μετέτρεψε σε [κυρίως] θύτες). Το άρθρο βέβαια δεν έχει σκοπό να καταδείξει ενόχους και να διαλέξει πλευρά, όχι τουλάχιστον ανάμεσα στους μουσουλμάνους Τσάμηδες και στους Χριστιανούς Έλληνες, αλλά να αναδείξει μια σειρά από προβληματισμούς που προκύπτουν από τα ιστορικά γεγονότα.

Μέρος πρώτο: Πριν το ξέσπασμα του ΒΠΠ πολέμου:

Οι Τσάμηδες συμβίωναν σχετικά ομαλά με τους χριστιανούς κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και τα όποια προβλήματα ήταν περιορισμένης εμβέλειας και λύνονταν τοπικά. Οι πρώτες σοβαρές συγκρούσεις ξεκίνησαν το 1912 στα πλαίσια του πρώτου βαλκανικού πολέμου, όπου δημιουργήθηκαν αντιπαρατιθέμενες συμμορίες Ελλήνων και Αλβανών, στις οποίες δεύτερες συμμετείχαν και Τσάμηδες.4

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι Τσάμηδες αντιστάθηκαν στο να μετεγκατασταθούν στην Τουρκία, αφενός επειδή είχαν δεσμούς με τον τόπο τους αλλά και με την γειτονική Αλβανία (ενώ με τους Τούρκους δεν ένιωθαν κάποιου είδους «συγγένεια»), και αφετέρου επειδή είχαν φτιάξει τη ζωή τους και τις κοινότητες τους στην Ελλάδα. Τελικά οι Τσάμηδες δεν ανταλλάχθηκαν. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι αυτό έγινε για να ενισχυθούν οι διπλωματικές σχέσεις του Ελληνικού κράτους με το νεοσύστατο Αλβανικό.5 Ο Μαργαρίτης διαφωνεί, θεωρεί ότι η ανταλλαγή δεν έγινε, όχι επειδή η Ελλάδα ήθελε να τείνει χέρι φιλίας στην Αλβανία, αλλά επειδή τους Τσάμηδες δεν τους ήθελε το Τουρκικό κράτος.6 Η ανταλλαγή των πληθυσμών όμως έφερε άλλα προβλήματα στην Τσαμική μειονότητα:

Άλλωστε: «Την ίδια περίοδο, στα 1923 και 1924, έφθασαν στην περιοχή μερικές χιλιάδες πρόσφυγες, «ανταλλάξιμοι», χριστιανοί της Μικράς Ασίας δηλαδή, σταλμένοι εκεί από τις ελληνικές κυβερνητικές υπηρεσίες, με σκοπό να εντείνουν την πίεση προς τους Τσάμηδες και να τους υποχρεώσουν να αναχωρήσουν. Οι πρόσφυγες με στήριγμα την νομοθεσία περί υποχρεωτικών απαλλοτριώσεων, εγκαταστάθηκαν στα χωράφια των Τσάμηδων, ειδικά στις πλούσιες ζώνες της Ηγουμενίτσας και, προπαντός, του Φαναριού. Το κατά τον νόμο υποχρεωτικό, εξάλλου, εκτός από το μοίρασμα των καλλιεργημένων χωραφιών, περιλάμβανε και τη μοιρασιά των κατοικιών.»7

Ο κρατικός μηχανισμός του ελληνικού κράτους έριξε τη μια μειονότητα πάνω στην άλλη, βάζοντας τες να τσακωθούν μεταξύ τους για την ίδια φρατζόλα ψωμί. Αυτό φυσικά δημιούργησε μυριάδες προβλήματα, όμως το κράτος, σαν Πόντιος Πιλάτος έπλυνε τα χέρια του, έχοντας όμως πρώτα προβεί σε πράξεις που έριχναν λάδι στη φωτιά. Όπως ήταν φυσικό και επόμενο, οι δυο πληθυσμοί είδαν ο ένας τον άλλον σαν τον νούμερο ένα εχθρό του, αφού η έλλειψη πόρων και των στοιχειωδών για την ανθρώπινη ζωή μετέτρεψαν τον αγώνα για επιβίωση σε έναν αγώνα του τύπου «ο θάνατος σου η ζωή μου». Εδώ να πούμε ότι υπήρχε έτσι και αλλιώς ανταγωνισμός μεταξύ Τσάμηδων και χριστιανών για τη διαθέσιμη γη, καθώς πολλοί χριστιανοί θεωρούσαν ότι οι Τσάμηδες δεν θα έπρεπε να είχαν δικαίωμα στις εθνικές γαίες.8

Σε άλλες περιπτώσεις πάλι –και όσο το ζήτημα της ανταλλαγής ήταν ακόμη ανοιχτό- οι Τσάμηδες έπαιρναν εντολές και εξαναγκάζονταν από τον κρατικό μηχανισμό να συγκεντρωθούν στην παραλία για να περιμένουν τα καράβια που θα τους μεταφέρουν στην Τουρκία. Τα καράβια δεν έρχονταν ποτέ, και οι Τσάμηδες μετά από πολλές βδομάδες αναμονής επέστρεφαν στον τόπο τους για να βρουν τις περιουσίες τους λεηλατημένες από τους πρόσφυγες ή από τους χριστιανούς γείτονες τους. Άλλες φορές –αντιμετωπίζοντας αυτή την πολιτική διωγμών ή πιστεύοντας ότι θα ανταλλαχθούν- πούλαγαν τις περιουσίες τους όσο όσο και κατέφευγαν σε αλβανικές κοινότητες και ομάδες. Αυτές οι ομάδες αποτελούνταν από άτομα τα οποία ανήκαν στις συμμορίες εκείνες που είχαν κατηγορηθεί για ανθελληνική δράση στους βαλκανικούς πολέμους.9

Είχε δημιουργηθεί λοιπόν ένα ζήτημα με τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, και οι Τσάμηδες ζητούσαν από το ελληνικό κράτος αποζημιώσεις, οι οποίες, ακόμα και στις περιπτώσεις που εξαγγέλλονταν, σπάνια δίδονταν ή σπάνια ικανοποιούσαν με το ύψος τους εκείνους που τις διεκδικούσαν. Στο ζήτημα των αποζημιώσεων ανακατεύονταν διπλωματικά και η Αλβανία, είχε μάλιστα καταλήξει να αποτελεί μείζον θέμα στη σχέση μεταξύ των δυο χωρών.10 Τα πράγματα οξύνθηκαν με το νόμο του 1937 που προέβλεπε την απαλλοτρίωση για τις υπολειπόμενες τσάμικες περιουσίες στο όνομα του αναδασμού της γης.11

Αυτό ήταν το κλίμα που είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις των Τσάμηδων με τους γείτονες τους και με το ελληνικό κράτος, ενώ το αλβανικό κράτος είχε αναλάβει χρέη «προστάτη» των Τσάμηδων, κρύβοντας από πίσω τις όποιες διπλωματικές και επεκτατικές βλέψεις. Επιπλέον, όπως θα δούμε παρακάτω, πίσω από τις επιδιώξεις της Αλβανίας κρύβονταν η εξωτερική πολιτική της φασιστικής Ιταλίας που σκοπό είχε να εντάξει την Αλβανία στους σχεδιασμούς της για τη διαμόρφωση των στρατοπέδων στη μεγάλη ιμπεριαλιστική σύγκρουση που θα ακολουθούσε.

(Συνεχίζεται…)

Φραγκίσκος Λαγωνικάκης / Poexania

2Γ. Μαργαρίτης, Ανεπιθύμητοι Συμπατριώτες, στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων στην Ελλάδα, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005, σελ.151.

3Στο ίδιο, σελ. 136.

4Στο ίδιο, σελ. 138-139.

6Ο.Π, Ανεπιθύμητοι Συμπατριώτες, σελ. 139-140.

7Στο ίδιο, σελ. 140.

8Στο ίδιο, σελ. 143.

9Στο ίδιο, σελ. 141-142.

10Στο ίδιο, σελ. 144.

11Στο ίδιο, σελ. 145.

Το δεύτερο μέρος εκεί

Read Full Post »

« Newer Posts

Αρέσει σε %d bloggers: