Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 18 Φεβρουαρίου 2018

43oleary

Δημοσιεύθηκε και στο Katiousa

O Μαρξ έγραφε ότι «Οι φιλόσοφοι έχουν μόνο εξηγήσει τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους. Ωστόσο το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε». Οι ιδέες του Μαρξ σε μεγάλο βαθμό άλλαξαν τον κόσμο, ειδικότερα από τις αρχές του 20ου αιώνα και μέχρι τα τέλη του. Παρόλα αυτά, ο «υπαρκτός» στην πρώτη αυτή ευρεία εφαρμογή του δεν στέριωσε και το γενικότερο πισωγύρισμα που έφερε η ανατροπή του επηρέασε τους πάντες και τα πάντα.

Φυσικά ανεπηρέαστος δεν έμεινε ούτε ο κόσμος της επιστήμης από το πέρασμα του σοσιαλισμού. Μεταξύ των δυο συστημάτων, του καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού η κόντρα ήταν τεράστια. Στις θετικές επιστήμες αυτή η κόντρα εκφράστηκε ως αγώνας δρόμου σε πολλούς τομείς, στα μαθηματικά, στην κατάκτηση του διαστήματος, στην φυσική, στις εξελίξεις στη βιομηχανία, κ.α. Στις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο στρατοπέδων εκφράστηκε κυρίως στο ποιοτικό και όχι στο ποσοτικό επίπεδο. Είχε να κάνει άμεσα με το πρίσμα μέσα από το οποίο έβλεπε τον κόσμο το κάθε σύστημα. Ατομικιστικές θεωρίες, όπως για παράδειγμα αυτή της ορθολογικής επιλογής, ήταν λογικό να εμφανιστούν στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, ενώ οι σοσιαλιστικές θεωρίες εστίαζαν κατά βάση στο συλλογικό.

Στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, αρχικά στον χώρο της αρχιτεκτονικής και της τέχνης, ξεκίνησε μετά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να εμφανίζεται ως τάση αυτό που ονομάστηκε «μεταμοντερνισμός», ενώ αργότερα ο μεταμοντερνισμός επηρέασε και τις επιστήμες. Μετά τις ανατροπές, οι ιδέες του μεταμοντερνισμού κυριάρχησαν παγκοσμίως στις τέχνες, την επιστήμη και την κουλτούρα, έγιναν το «Paradigm»της εποχής μας, για να παραπέμψω και στον Κουν. Δεν γνωρίζω πολλά για τις ειδικές συνθήκες εμφάνισης του μεταμοντέρνου, πιστεύω όμως ότι μετά τη γέννησή του, προωθήθηκε σαν ρεύμα από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Στο παρόν άρθρο δεν θα επεκταθώ ιδιαίτερα στους λόγους που η καπιταλιστική οικονομία ερωτεύτηκε τον μεταμοντερνισμό, αν και κάποιοι από αυτούς θα κάνουν την εμφάνισή τους στην ανάλυση που ακολουθεί.

Σκοπός μου είναι να δείξω ότι στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, και ειδικότερα στο κομμάτι των κοινωνικών/ανθρωπιστικών επιστημών, η παρατήρηση του Μαρξ ότι «οι φιλόσοφοι έχουν [μόνο] εξηγήσει τον κόσμο» μοιάζει να σφάλλει. Κι αυτό επειδή οι αρχές του μεταμοντερνισμού και ο τρόπος που έχουν αυτές επιδράσει στις κοινωνικές επιστήμες, ωθούν την διαδικασία παραγωγής της γνώσης να κάνει ένα ακόμη βήμα πίσω, δηλαδή από την εξήγηση προς την απλή περιγραφή [και χειρότερα].

Πριν προχωρήσω παρακάτω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα για να μην παρεξηγηθώ:

  • Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να τεκμηριώσει επιστημονικά τα όποια επιχειρήματά του. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται πολύς κόπος και άριστη γνώση της φύσης του μεταμοντερνισμού και της σχέσης του με την καπιταλιστική κοινωνία. Απόπειρά μου είναι να παραθέσω μερικούς [δικαιολογημένους] συλλογισμούς για το πώς το μεταμοντέρνο επιδρά αρνητικά στην επιστημονική έρευνα στις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες, και κάποιες ιδέες σχετικά με το γιατί αυτό συμβαίνει.
  • Χρησιμοποιώ τον όρο μεταμοντέρνο για να περιγράψω το κυρίαρχο – πολιτικά ορθό- [εναλλακτικοφανές] ιδεολογικό επικάλυμμα μιας κατά τη γνώμη μου μεταβατικής περιόδου. Μιας εποχής που προσπαθεί, στο επίπεδο της ιδεολογίας, να ντύσει με περίτεχνο τρόπο τη συντήρηση που ανακυκλώνεται –σε πολλούς τομείς της κοινωνίας- μην μπορώντας να δώσει οτιδήποτε προοδευτικό. Σε αυτές τις συνθήκες, το μεταμοντέρνο έρχεται ως από μηχανής θεός να υπηρετήσει τον καπιταλισμό και να «σώσει τα φαινόμενα».
  • Σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ ότι η έρευνα στις κοινωνικές επιστήμες χαρακτηρίζεται μόνο από το μεταμοντέρνο Paradigm, ισχυρίζομαι όμως ότι αυτό το Paradigm προωθείται από τα κέντρα εκείνα που καθορίζουν τον προσανατολισμό της επιστήμης στις μέρες μας.

Αφού έγιναν οι απαραίτητες επισημάνσεις, ας εξετάσουμε μερικές βασικές όψεις της μεταμοντέρνας παράδοσης στις επιστήμες μέσα από το πρίσμα του κεντρικού επιχειρήματος του άρθρου, το πισωγύρισμα δηλαδή από την εξήγηση των φαινομένων στην περιγραφή τους.

Η απέχθεια για τις «μεγάλες αφηγήσεις»

Αν κάτι απεχθάνονται οι μεταμοντέρνοι, είναι αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «μεγάλη αφήγηση». Τι είναι όμως η μεγάλη αφήγηση;

Χοντρικά, ως μεγάλη αφήγηση, οι μεταμοντέρνοι ορίζουν τις κοινωνικές θεωρίες εκείνες που εκφράζουν ολοκληρωμένες οπτικές περί του κοινωνικού γίγνεσθαι. Θεωρίες δηλαδή που έχουν ως αντικείμενό τους την κοινωνία σαν σύνολο και όχι επί μέρους κομμάτια της. Τέτοιες είναι ο φιλελευθερισμός, ο μαρξισμός, ο αναρχισμός κ.α. Άλλο ένα βασικό χαρακτηριστικό -των περισσοτέρων τουλάχιστον- «μεγάλων αφηγήσεων» (ιδιαίτερα εκείνων του 18ου και 19ου αιώνα) είναι ότι δεν περιορίζονται μόνο στην επιστημονική σφαίρα (στην περιγραφή ή στην εξήγηση) αλλά εκφράζουν και ένα πολιτικό πρόσταγμα για το μέλλον της κοινωνίας. Είναι θα λέγαμε προσανατολισμένες στην αλλαγή του κόσμου.

Με βάση τη μεταμοντέρνα αντίληψη, αυτού του είδους οι θεωρίες φλερτάρουν με τον «ολοκληρωτισμό»1. Δηλαδή, επειδή εκφράζουν ένα συνολικό όραμα για την κοινωνία, υπάρχει ο κίνδυνος –αν υιοθετηθούν από θεσμούς διακυβέρνησης- να επιβάλλουν αυτό το όραμα τους με αντιδημοκρατικές μεθόδους στα κοινωνικά υποκείμενα.2Σε προπαγανδιστικό επίπεδο, στο στόχαστρο μπήκαν τα σοσιαλιστικά κράτη, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και τα φασιστικά στο βαθμό που αυτό εξυπηρετούσε την κατασκευή της θεωρίας των δυο άκρων. Να σημειώσουμε ότι τους διέφυγε το γεγονός, πως τα φασιστικά κράτη δεν έπαψαν να είναι καπιταλιστικά –στο πεδίο αυτό δεν έγιναν συγκρίσεις από τους μεταμοντέρνους- αλλά και το γεγονός ότι ακόμα και στις πιο φιλελεύθερες δημοκρατίες η εργατική τάξη στενάζει ολοκληρωτικά κάτω από την καταπίεση της αστικής.

Επειδή όμως οφείλουμε να τα συνδέσουμε όλα αυτά με την επιστήμη, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Αυτή η απέχθεια για τις μεγάλες αφηγήσεις, επιστημονικά εκφράστηκε με την πολυδιάσπαση του πεδίου έρευνας. Από μόνο του κάτι τέτοιο δεν είναι αρνητικό, όμως θα πρέπει να τηρούνται και οι δύο φάσεις. Δηλαδή, ανάλυση του αντικειμένου έρευνας σε κομμάτια, που όμως θα ακολουθείται από σύνθεση των κομματιών αυτών έτσι ώστε να παράγεται γνώση υψηλότερου επιπέδου. Αν υποθέσουμε ότι το αντικείμενο έρευνας είναι ένα μεγάλο ψηφιδωτό, αν μείνουμε μόνο στην από κοντά παρατήρηση των ψηφίδων χάνουμε την μεγάλη εικόνα, όπως και αν αρκεστούμε στην από ψηλά παρατήρηση της εικόνας χάνουμε τα συστατικά της. Η μεταμοντέρνα έρευνα εστιάζει σε επίπεδο πρεσβυωπίας και ύστερα δεν κάνει την αντίστροφη διαδικασία απομάκρυνσης και σύνθεσης.

Σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται και στη φύση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής στην ώριμη φάση του. Ο συντονισμός των επί μέρους πεδίων έρευνας, έτσι ώστε να γίνει η σύνθεσή τους και να προκύψει η μεγάλη εικόνα είναι κάτι που χρειάζεται προσπάθεια σε μεγάλη κλίμακα, ας πούμε σε επίπεδο κράτους. Η πολυδιάσπαση των συμφερόντων των καπιταλιστικών κοινωνιών και η ανισόμετρη ανάπτυξη σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο είναι κάτι που δεν βοηθάει προς αυτήν την κατεύθυνση παρά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Υπάρχει, πιστεύω, και ένας ακόμη λόγος που οι μεταμοντέρνοι αρκούνται στο μεμονωμένο. Όπως θα δούμε και παρακάτω, υφίσταται άμεση σύνδεση του μεταμοντερνισμού με κρατικούς, διακρατικούς και ιδιωτικούς οργανισμούς του δυτικού κόσμου. Η CΙΑ, η ΕΕ, και μια σειρά από ιδιωτικά ιδρύματα χρηματοδοτούν διανοούμενους, think tanks, πανεπιστήμια, MKO, και ερευνητικά κέντρα. Προσανατολίζουν, έτσι, το αντικείμενο και το είδος της έρευνας με βάση τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία συνήθως δεν είναι ενιαία. Στις συνθήκες αυτές, η όποια παραγόμενη θεωρία, μοιραία, θα είναι μέσου ή χαμηλού επιπέδου.

Ας εξετάσουμε όμως και μια άλλη διάσταση:

Η μικρού και μέσου επιπέδου θεωρία, δεν είναι ικανή να ασκήσει ολοκληρωμένη κριτική στους κατεστημένους θεσμούς, ούτε και να δείξει προς μια οδό υπέρβασής τους. Ακόμη και επιστήμονες/διανοητές που έχουν τις καλύτερες των προθέσεων, αναγκαστικά είναι εξαρτημένοι από τη χρηματοδότηση στην έρευνα, και η χρηματοδότηση αυτή τους περιορίζει τις όποιες επιλογές.3

Κοινωνικά ζητήματα όπως αυτό της φτώχειας, της μετανάστευσης, της περιθωριοποίησης, της ανεργίας, εξαρτώνται σπάνια αποκλειστικά από τοπικούς παράγοντες, και συνδέονται συνήθως με το εθνικό ή και το διεθνές. Μια παγκόσμια οικονομική κρίση, για παράδειγμα, παράγει [και] φαινόμενα που μοιάζουν να είναι τοπικά, είναι αδύνατον όμως να κατανοήσουμε τις αιτίες τους χωρίς αναφορά στο παγκόσμιο επίπεδο!

Ας το δούμε και λίγο στην πράξη:

Οι καπιταλιστές προτιμούν να μην συνδέεται το σύστημα το οποίο υπηρετούν (και τους υπηρετεί) με τα δεινά που εξαιτίας της φύσης του προκαλούνται στις λαϊκές μάζες. Αυτός είναι και ο λόγος που στα πλαίσια της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, σπάνια γίνεται αναφορά σε αυτή με το όνομά της. Αντιθέτως, ακούμε τους «ειδικούς» να μιλούν για κρίση χρέους, κρίση αξιών, κρίση της «μεσαίας τάξης», κρίση θεσμών κλπ. Αποφεύγεται αυστηρά να συνδεθούν αυτά τα επί μέρους παράγωγα της καπιταλιστικής κρίσης μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην ενοχοποιηθεί το καπιταλιστικό σύστημα εν συνόλω.

Τέλος, αυτή η διακήρυξη της απέχθειας  των μεταμοντέρνων για μεγάλου επιπέδου θεωρία στην επιστήμη και η αγάπη τους για την πολυδιάσπαση, κρύβει από πίσω της ένα είδος πολεμικής στο ιδεολογικό επίπεδο με τον Μαρξισμό/Λενινισμο. Εναντιώνεται κοντολογίς στην αντίληψη των μαρξιστών λενινιστών περί συγκεντροποίησης της παραγωγής και κεντρικού ελέγχου. Της άποψης, δηλαδή, ότι μπορεί να συντονίζεται και να προγραμματίζεται η παραγωγή ενός κράτους σε όλους τους τομείς ενιαία. Υπό αυτήν την έννοια, η προσκόλληση στην πολυδιάσπαση, αποτελεί την άρνηση αυτής της δυνατότητας, άρα και την άρνηση μιας εκ των βασικών αρχών του κομμουνισμού. Η πραγματικότητα, βέβαια, τους διαψεύδει, αφού η παραγωγή στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ακολουθεί συνεχώς πορεία συγκεντροποίησης, με τα μονοπώλια να γίνονται όσο πάει και λιγότερα αριθμητικά ενώ μοιράζονται μεταξύ τους όλο και περισσότερο όγκο και κλάδους παραγωγής. Φυσικά, σε συνθήκες καπιταλισμού, ακόμα και αν οι τεχνικές συνθήκες το επιτρέψουν, δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης και απόλυτη συγκεντροποίηση με κεντρικό έλεγχο.

(Συνεχίζεται…)

1 Νομίζω η πατρότητα(ή η μητρότητα) του όρου με το σημερινό νόημα, ανήκει στην [χρηματοδοτούμενη από τη CIA Χάνα Άρεντ] και συγκεκριμενα προέρχεται από το έργο της, The origins of totalitarianism, στο οποίο εγκαινιάζει και τη θεωρία των δυο άκρων, δηλαδή μια απόπειρα εξίσωσης κομμουνισμού και φασισμού.«Αμερικάνικες και Ευρωπαϊκές αντικομμουνιστικές εκδόσεις , έλαβαν άμεση η έμμεση χρηματοδότηση(από τη CIA)[…]. Μεταξύ των διανοητών που προωθήθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από τη CIA ήταν οι IrvingKristol, MelvinLasky, IsaiahBerlin, StephenSpender, SidneyHook, DanielBell, DwightMacDonald, RobertLowell, HannahArendt, MaryMcCarthy, και μια σειρά από άλλους στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στην Ευρώπη, η CIA ενδιαφέρονταν κυρίως να προωθήσει την «Δημοκρατική Αριστερά» και πρώην αριστερούς, μεταξύ των οποίον βρίσκονταν οι, IgnacioSilone, StephenSpender, ArthurKoestler, RaymondAron, AnthonyCrosland, MichaelJosselson, και ο GeorgeOrwell.» Μετάφραση από https://monthlyreview.org/1999/11/01/the-cia-and-the-cultural-cold-war-revisited/

2Οι οπαδοί του μεταμοντερνισμού στο σύνολο τους, αντιλαμβάνονται ως «δημοκρατικές», μόνο τις διαδικασίες εκείνες που πηγάζουν από τον αστικό τύπο δημοκρατίας. Ενός τύπου δημοκρατίας κομμένου και ραμμένου να είναι συμβατός με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, σε κοινοβούλια που υπερισχύουν τα αστικά κόμματα. Στην πιθανότητα να υπερισχύσει κάποιο κομμουνιστικό κόμμα εκλογικά –και εφόσον αυτό το κόμμα δεν είναι εκφυλισμένο- οι αστικοί θεσμοί δεν λειτουργούν δημοκρατικά. Αντιθέτως, επικρατεί η βία και η νοθεία, ή στην χειρότερη περίπτωση έρχεται μια χούντα να βγάλει την αστική τάξη από το αδιέξοδο.

3 Και ειδικότερα στις ανθρωπιστικές επιστήμες η χρηματοδότηση αυτή δίνεται με μεγάλη φειδώ και αυστηρές προϋποθέσεις.

 

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: