Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Νοέμβριος 2018

φωτ. 5

Ο Αλή Γκογκώ σε καρτ ποστάλ της εποχής

Γιώργος Πιτσιτάκης, Δάσκαλος – Ιστορικός Ερευνητής

Επικοινωνία: pitsitakisg@gmail.com

Χανιά, Νοέμβρης 2018

Στιγμιότυπα από τη ζωή και τη δράση                                 του Αλή Γκογκώ στα Χανιά

                                                                                                                                                          O Ιβάβης Αληγκογκός ή Γκογκώ ή Κογκό ή Κιονγκού του Χατζηιβραήμ με καταγωγή     από το Κογκό της Αφρικής, που γεννήθηκε το 1882[1] και κατοικούσε στο πάνω Κουμ Καπί ήταν μαζί με το Σαλή Χελιδονάκη και την Αμπλά Νουριγιέ Μαρμαράκη από τους πλέον δημοφιλείς Αφρικανούς των Χανίων. Με τις πράξεις, τις ιδιομορφίες και τη συμπεριφορά του, θετική ή αρνητική, μα και τη στάση των άλλων απέναντί του, κατάφερνε, εκούσια ή ακούσια, να συγκεντρώνει πάνω του τα βλέμματα και τα φώτα της επικαιρότητας και να γίνεται επίκεντρο γεγονότων και καταστάσεων.

Αρκετά είναι ως τώρα τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί γι’ αυτόν τον πανύψηλο, γεροδεμένο χαλικούτη σε βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες και στο διαδίκτυο. Διασώζεται και ένα σημαντικό φωτογραφικό υλικό που τον απεικονίζει αλλά υπάρχει και η προφορική παράδοση που κουβαλά μέχρι τις μέρες μας ιστορίες με τον Αλή Γκογκώ. Βέβαια όλα αυτά δεν συγκροτούν ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο ενός μαύρου αχθοφόρου στα τέλη του 19ου και στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, διότι η ιστορία στις κάθε λογής καταγραφές της, κατά κανόνα «περιφρονεί» τον απλό λαό και ιδιαίτερα τη φτωχολογιά, της γης τους κολασμένους που πρώτοι υφίστανται την εκμετάλλευση. Και ο Αλή Γκογκώ, ανάμεσα στις σκόνες και τις λάσπες του τσαντιρομαχαλά του πάνω Κουμ Καπί και την πολύβουη ζωή της κοσμοπολίτικης Παλιάς Πόλης, ξεχώριζε με την ιδιαίτερη φιγούρα του, πολλές φορές γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, μα όταν βρισκόταν σε πίεση γινόταν προκλητικός για τα χρηστά ήθη της εποχής. Έτσι για να προσθέσουμε μερικές ψηφίδες στο θέμα, προχωρήσαμε σε μια μικρή έρευνα σε εφημερίδες, περιοδικά και εκδόσεις από την περίοδο της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και εντεύθεν όπου καταγράψαμε στιγμιότυπα από τη ζωή και τη δράση του Αλή Γκογκώ στα Χανιά που παραθέτουμε παρακάτω.

Ο Αλή Γκογκώ κατά την Κρητική Πολιτεία

Ο Κ. Λ. Κωνσταντινίδης στη στήλη του «Εκλεκταί Συνεργασίαι» στην ετήσια έκδοση «Ημερολόγιο Χανίων 1940» του Αλέξανδρου Μπαλάσκα, σημειώνει για τον Αλή Γκογκώ[2]: «Ο εβενώδης αυτός αράπης με την καλή καρδιά και την κωμική του εμφάνιση υπήρξεν το ανφάν – γκατέ[3] των Στρατευμάτων τους Διεθνούς Κατοχής και ο πλέον ενδιαφέρων εύθυμος τύπος των Χανιών της εποχής εκείνης. Εξηρίζετο με ένα γυαλί της γκαζόζας, εκάπνιζεν από δύο ρώθωνας συγχρόνως και κάτω από την γλώσσαν του έκρυβεν τα αργυρά νομίσματα της ημερησίας του εισπράξεως. Η φήμη του είχεν φθάσει και πέραν των Χανίων και συνέβη πολλές φορές ξένοι τουρίσται ή επισκέπται να ζητήσωσιν να ίδουν τον Αλή Γκογκό και να πάρουν φωτογραφίας του. Εξ άλλου ήτο ο ευνοούμενος του μέλανος γυναικείου κόσμου των Χανιών και γιαυτό κάθε πρωτομαγιά, που οι αράπισσες πηγαίνανε να εορτάσουν στο Κλαδισσό, επικεφαλής της πομπής είχον τον Αλή Γκογκό με την θρυλλική του τραμπούσκα. Αυτός σειόμενος και καμαρώνων εκτυπούσε την τραμπούσκα του και τραγουδούσε με κωμικούς μορφασμούς το “έχασα τη γαϊδούρα μου με ξύλα φορτωμένη… ντε γαϊδούρα, ντε, ψου γαϊδούρα, ψου”. Αι ακολουθούσαι αράπισσαι και χαλικούτισαι με στριγκλώδεις λαρυγγισμούς και με ρυθμικά παλαμάκια εσυνώδευαν τον Καρούζον των ο οποίος εις το τέλος εκάστης στροφής, αντί κορώνας, εξαπέλυεν μίαν… τρομακτικήν ζάρπαν! Και τώρα είναι εύκολον να φαντασθή κανείς τι εγίνετο από την παρακολουθούσαν την πομπήν χριστιανοτουρκική μαρίδα».

φωτ. 1

Καρτ Ποστάλ επί Κρητικής Πολιτείας. Ο Αλή Γκογκώ «επί του δρόμου του Δημοτικού Κήπου» ή στην οδό Περιπάτου (σημερινή Τζανακάκη).

Η μαντάμ Ορτάνς και ο Αλή Γκογκώ

Ο Παντελής Πρεβελάκης (1909 – 1986) στο πρώτο του μυθιστόρημα «Το χρονικό μιας Πολιτείας» (1938) αναφέρεται στην περίοδο της Κρητικής Πολιτείας με την παρουσία των εγγυητριών μεγάλων δυνάμεων και στον Αλή Γκογκώ, βάζοντας την μαντάμ Ορτάνς ν’ αφηγείται: «[…] Μπαρκαριστήκαμε μήνα Νοέμπρη από τη Μαρσίλια, χασομερήσαμε κάμποσες βδομάδες στο πόρτο της Νάπολης, ανήμερα την πρωτοχρονιά φτάναμε στον κόρφο της Σούδας. […] Εμένα είταν της τύχης μου να με πάρει στην καπιτάνα του ο Ρούσος ναύαρχος ο Αντρέωφ. Το ίδιο βράδυ αρχίνησε το χαροκόπι. […] Κάλεσε τότε (ο Αντρέωφ) τους άλλους αμιράληδες (σ.σ. ναυάρχους) στην καπιτάνα του να συμβουλευτούνε, κλείσανε τις πόρτες, με πήραν και μένα μέσα. Η κουβέντα και το κρασί τους βάσταξε ως τα μεσάνυχτα, ήπιαν ξεροσφύρι το καταπέτασμα. Τις μικρές ώρες ο Ρούσος σηκώθηκε, τους αγκάλιασε έναν-ένα, τους φίλησε κι από τα δυό μάγουλα και σκόλασε το κονσούλτο[4]. Έδωσε δεύτερη κλειδιά στις πόρτες και παράγγειλε να του βάνουν κρασί απ’ το παράθυρο. Εμένα με γδύσαν, μου χύναν το κρασί στο μεσόστηθο και το ρουφούσαν απάνω στον αφαλό μου. Στα χαλάσματα της νύχτας, ο Κανεβάρο άνοιξε την πόρτα, φώναξε ένα μούτσο και τον έστειλε στη στεριά να φέρει τον Αλή Γκογκό. Είταν ένας Αράπης βαρκάρης, κομμένος στο σίδερο, και τα μουστάκια του ακόμα είταν από σύρμα στριμένο· του βάλαν δυο ναπολεόνια στο χέρι, τόνε γδύσαν κι αυτόν και του είπανε νάρθει να κοιμηθεί μαζί μου απάνω στο μπιλιάρδο. Σβήσαν τις λάμπες, το φτενό φέγγος από το χαραμέρι[5] κι από τα φανάρια της σκάλας φώτισε την κάμαρα. Εγώ κοιμόμουν μεθυσμένη και ψόφια. Ο Αράπακας ανέβηκε στο μπιλιάρδο, γονάτισε σαρκομανισμένος μπρος στα πόδια μου, ένιωσα ένα σύγκρυο στη ράχη μου μόνο που τον είδα. Κείνη τη στιγμή, ο Αντρέωφ έκαμε νόημα, άνοιξαν την πόρτα και χύθηκε μέσα το θεόρατο καραβόσκυλο που τάιζαν οι Ρούσοι. Άρπαξε τον Αλή Γκογκό από το κωλομέρι, αυτός τινάχτηκε ουρλιάζοντας σαν το τσακάλι, άφησε ένα κομάτι κρέας στα δόντια του σκύλου κι έπεσε από το παραθύρι στη θάλασσα, με τα ναπολεόνια στο στόμα. Το μεσημέρι της άλλης μέρας με βρήκε να ψήνουμαι στο στρώμα από τον πυρετό. Μ’ είχανε πουντιάσει οι άτιμοι, είτανε φως φανάρι πως δεν τη γλύτωνα. Βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος, γιατρός στο μοσκόβικο καράβι, με κοίταξε σα θυγατέρα του. Άλλη ψυχή δε γνοιάστηκε να ρωτήσει τι κάνω. Άρχισα με τα πολλά να παίρνω πάνω μου […]. Ύστερα συλλογίστηκα να φύγω, γιατί δεν μπορούσα να δω στα μάτια μου τους αμιράληδες. Ο ίδιος εκείνος ο Αλή Γκογκός ήρθε στα σκοτεινά και με πήρε με τη βάρκα του από το καράβι. Πέρασα τη νύχτα μαζί του, με πόνεσε σαν άνθρωπος. Από κει φύγαμε μ’ έβαλε σε σπίτι στα Χανιά, πάλεψα δώδεκα χρόνους τους Κρητικούς, τα θεριά […]».

Τα παραπάνω γραφόμενα του Πρεβελάκη σχολιάζει στη μελέτη του ο Χανιώτης ποιητής και λογοτέχνης Γιώργης Μανουσάκης (1933 – 2008)[6]: «[…] Οι δυο πρώτοι μήνες της παραμονής της Ορτάνς στη Σούδα παρουσιάζονται στο “Χρονικό μιας πολιτείας” με πολύ ζωηρά χρώματα: Μια ζωή αδιάκοπου μεθοκοπήματος, ερωτικής κραιπάλης κι άσωτης διασπάθισης χρημάτων κι αγαθών πάνω στη ρούσικη και στις άλλες ναυαρχίδες. Αναμφίβολα η εικόνα είναι σπρωγμένη ως την υπερβολή. Είν’ η μεγέθυνση της ερωτικής ζωής των ξένων και δυνατών από τη λαϊκή φαντασία και σαν τέτοια βρίσκεται μέσα στο πνεύμα και στο ύφος της “μυθιστορίας” του Πρεβελάκη. Ο συγγραφέας άλλωστε θα ομολογήσει αργότερα πως “ο χρονικογράφος δεν καταγράφει εδώ με ψυχραιμία τα γεγονότα”. Δεν πρέπει επομένως, να ζητήσομε μήτε ακρίβεια στα περιστατικά που περιγράφονται μήτε αντικειμενικότητα. Παρατηρούμε πως η Ορτάνς συμμετέχει χωρίς ενθουσιασμό, αναγκαστικά στα όργια των ναυάρχων των Μεγάλων Δυνάμεων […]». Για τον Αλή Γκογκώ, γράφει: «[…] για να “διασκεδάσουν” καλύτερα οι ναύαρχοι σκαρώνουν εκείνη τη βάρβαρη κι απάνθρωπη σκηνή σε βάρος δυο ανυπεράσπιστων ανθρώπων, της Ορτάνς και του αράπη Αλή Γκογκό. Ο δύστυχος βαρκάρης δεν προλαβαίνει να πραγματοποιήσει το μυθικό γι’ αυτόν όνειρο, να πλαγιάσει με τη Φραντσέζα πόρνη, που βρίσκεται σε μια κατάσταση τέλειας αυτοεγκατάλειψης από το μεθύσι, όταν το πελώριο καραβόσκυλο της ρούσικης ναυαρχίδας χύνεται καταπάνω του, αποκόβοντας ένα κομμάτι από τη σάρκα του. Είναι μια φοβερή σκηνή που επισφραγίζει τον τέλειο ηθικό ξεπεσμό του ευρωπαϊκού στόλου. “Οι αναίσχυντες πράξεις τους προεικονίζουν την έκλυση των ηθών που έχει γενικευθεί σήμερα στη Δυτική Ευρώπη. Μπροστά σ’ ένα ομόθρησκο λαό που θυσιάζεται για την ελευθερία του, οι εκπρόσωποι του δυτικού πολιτισμού φέρνονται σαν άθεος και λάγνος συρφετός”, θα σχολιάσει ο Παντελής Πρεβελάκης. Το παραπάνω επεισόδιο σημαίνει στο “Χρονικό” και το τέλος της εφήμερης κι αμφίβολης δόξας της Ορτάνς. Αρπάζει ένα σοβαρό κρυολόγημα, από το οποίο τη σώζει, με τις καθόλου ανιδιοτελείς περιποιήσεις του, ο γέρο-γιατρός της ρωσικής ναυαρχίδας. Ο Αλή Γκογκός της συμπεριφέρεται πιο ανθρώπινα, όταν τη φέρνει με τη βάρκα του στην πολιτεία, μακριά από τα ευρωπαϊκά καράβια και τους ναυάρχους. […]».

Λίγους μήνες πριν από την Ένωση της Κρήτης ο Αλή Γκογκώ έχει ήδη χάσει την μαντάμ Ορτάνς η οποία έχει εγκαταλείψει τα Χανιά μετά την επανάσταση του Θερίσου και φαίνεται να προκαλεί με τα καμώματά του, επισύροντας την οργή των μουσουλμάνων των Χανίων. Αποκαλυπτική είναι η παρακάτω είδηση που με τίτλο «Τύφλωσις Αλή Γκογκώ» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα Έρευνα[7]: «Προχθές την νύχτα οι Οθωμανοί Μπελούφ Μπεχλουλάκης, Μεχμέτ Βρατσάκης και Εμίρ Τυράκης επετέθησαν κατά του γνωστού αιθίοπος Αλή Γκογκώ τραυματίζοντας αυτόν διά μαστιγίου εις τον αριστερόν οφθαλμόν. Συνεπεία του τραύματος τούτου η όρασις του Αλή Γκογκώ απωλέσθη. Οι δράσται προέβησαν εις την πράξιν των ταύτην διότι ο Αλή Γκογκώ ήτο μεθυσμένος και δεν επιτρέπεται εις τους οθωμανούς να κάμνωσι χρήσιν οινοπνευματοδών ποτών κατά τας ημέρας του Ρεμαζανίου».

φωτ. 2

Ο Αλή Γκογκώ με την τραμπούσκα του στην προέκταση της οδού Πεταλάδικα (σημερινή Νικηφόρου Επισκόπου) πίσω από το Ωδείο

Αλή Γκογκώ: Από την Ένωση στην Ανταλλαγή

Μετά την Ένωση ο συνήθως ξυπόλητος αγωγιάτης μα και συνοδός χανουμισσών συνήθιζε πότε πότε να κάνει τις σκανταλιές του. Αλλά ακόμη κι αν ήταν αθώος, επειδή του είχε βγει το όνομα, ήταν ο πρώτος υποψήφιος που οι περισσότεροι θα υποψιάζονταν αν γίνονταν μια επιλήψιμη πράξη στην πόλη. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω επεισόδιο που δημοσιεύτηκε στον τύπο και γίνεται προσπάθεια να τον εμπλέξει. Την εποχή εκείνη στον «Κινηματογράφον Δημοτικού Κήπου»[8] προβάλλονταν κάθε βράδυ «Θαυμάσιαι ταινίαι εκ του Ελληνοτουρκικού (Βαλκανοτουρκικού) πολέμου μεγάλης διαρκείας και ειλημμέναι εκ του φυσικού» οι οποίες διαφημίζονταν με καθημερινές καταχωρήσεις στον τοπικό τύπο[9] της μορφής «Απόψε νέον πρόγραμμα με ωραιοτάτας, μεγάλης διαρκείας και γενικού ενδιαφέροντος ταινίας». Όμως οι κινηματογραφόφιλοι που πήγαιναν να παρακολουθήσουν τις ταινίες υφίστανται ένα μαρτύριο που τους αφαιρεί το δικαίωμα ν’ απολαύσουν το νέο λαϊκό είδος θεάματος (σ.σ. τότε ο κινηματογράφος ήταν ακόμη βωβός)  που αργότερα εξελίχθηκε στην 7η τέχνη. Η κωμικοτραγική είδηση στη Νέα Έρευνα με τίτλο «Η πέτρινη βροχή» με τον Αλή Γκογκώ, ως συνήθως, να είναι μεταξύ των βασικών υπόπτων, υπογραμμίζει[10]: «Οι θεατρινιζόμενοι τας ημέρας αυτάς εις τον κινηματογράφον του Δημοτικού Κήπου είνε ανάστατοι με ένα μυστηριώδες κάπως επεισόδιον που λαμβάνει χώραν εις βάρος της… κεφαλής των. Κάθε βράδυ εις το μέσον της παραστάσεως, την ώραν που ο καθένας είνε προσηλωμένος εις τα “deaux morceaux” (δύο κομμάτια – μέρη) του παριστανομένου δράματος ή εις την ευκαμψίαν των κινήσεων του Ρεγαρδέν και του Prince μια βροχή από πέτρες, ή δια να είμεθα ακριβέστεροι, από χαλίκια, πίπτουσα μπροστά του, στο πλάγι του, ή και εις αυτήν την κεφαλήν του με κίνδυνον αιματώματος, αν μη διαρρήξεως, αυτής, τον κάμνει να αφήση την εξέλιξιν της παραστάσεως και να φροντίση, όχι πλέον εις το πώς να επιδείξη τα καλοφτιασμένα μαλλιά της κεφαλής του, αλλά εις το πώς να προστατεύση αυτήν από της πετριές, ξανατοποθετών το καπέλλο του επάνω της. Με της πετριές αυτές, που ρίπτονται από μυστηριώδη χέρια, όπως άλλοτε ερρίπτετο η περίφημη σκόνη που είχε το ιδίωμα να ερεθίζη της μύτες και να προκαλή το “θιάρμισμα”, κάθε βράδυ ένας σωρός επεισόδια συμβαίνουν εις τον Κινηματογράφον. Όσον αστείον και διασκεδαστικόν όμως είνε το τοιούτον δια τους – εννοείται – έχοντας το ευτύχημα να μην τους βρίσκουν η πέτρες και όσον ωραίον αν φαίνεται εις μερικούς φρουρούς, όπως τους φαίνονται ωραίαι και αι ασχημίαι και ελεεινότητες του Αλή Γκογκό, διά των οποίων έσχον την τιμήν να ασχοληθώσι τας ημέρας αυτάς ο κ. Πωλιουδάκης και ο κ. «Φιλαλήθης», δε θα κάμη άσχημα ο κ. διευθυντής της Αστυνομίας να διατάξη τας περιπόλους να ρίπτουν κάθε βράδυ και κανένα βλέμμα εις το όπισθεν του Κινηματογράφου χωράφιον και περιορίσουν ούτω τους αγυιόπαιδας[11] τον τρελλόν, όποιος από τους δυό είναι ο ένοχος, διότι δεν είναι υποχρεωμένος ο κόσμος να θεατρίζηται υπό την διαρκή απειλήν του σπασοκεφαλιάσματος».

Τον καιρό εκείνο ένα σοβαρό θέμα απασχολεί την χανιώτικη κοινωνία. Από τον Σύλλογο Κυριών και Δεσποινίδων έχει προταθεί η λειτουργία συσσιτίων για τη σίτιση 300-500 φτωχών της πόλης τα οποία να στεγαστούν στο ισόγειο του Γυμνασίου. Στις στήλες των εφημερίδων «Σύνταγμα» και «Νέα Έρευνα» φιλοξενούνται γνώμες πολιτών με απόψεις υπέρ ή κατά του χώρου στέγασης των συσσιτίων στις οποίες συνεχίζεται η στοχοποίηση και οι καχυποψίες  για τον Αλή Γκογκό. Δύο μέρες μετά στην ίδια εφημερίδα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο Εμμ. Πωλιουδάκης[12]: «[…] Διά την επιδειχθησομένην προσπάθειαν και καλήν θέλησιν υπό των Κυριών να τηρήσωσι καθαριότητα ουδείς εστίν ο αντιλέγων. Εάν όμως επρόκειτο περί μικράς ποσότητος φαγητών. Αλλά την στιγμήν όπου θα μαγειρεύονται φαγητά διά 300 – 500 πτωχούς καθ’ ημέραν, είναι αδύνατον να μη προξενηθώσι ακαθαρσίαι και τα εκ τούτου παρομαρτούντα κακά να επελθώσι, όταν λάβητε υπ’ όψιν σας, ότι και εις τας οικογενειακάς κουζίνας με όλην την καλήν θέλησιν των οικοδεσποινών τους δεν λείπουν τοιαύται. Συνεπώς το Μαγειρείον του Σισιτίου (το ισόγειον του Γυμνασίου) θα καταστή εστία παντός μικροβίου, και τόπος συνεντεύξεως των σκύλων, γατών και ορνίθων της πόλεως προς συλλογή των απορριπτομένων περισσευμάτων μετά το γεύμα των πτωχών. Τι θέλετε να πρωτοκάμουν αι καλαί Κυρίαι τους Επιτροπής; Το Συσσίτιον να επιβλέπωσι; τους πειναλέους πτωχούς να καθησυχάζωσι; τον Μάγειρον να επιβλέπωσι; ή να προλαμβάνωσι και ησυχάζωσι τους διαγωνιζώμενους προς λήψιν του Συσσιτίου; Διότι βεβαίως αι κυρίαι δεν θα κρατώσι φραγγέλιον διά να δέρωσι τους ατακτούντας, αλλά μόνον λόγους γλυκείς, και Ευαγγελικούς, και παρηγόρους θ’ απευθύνωσι προς τους πάσχοντας από πείνης, ους ανέλαβον, συμφώνως τους τα Ευαγγελικά ρήματα, να χορτάσωσι και θρέψωσι. […] Εις το Συσσίτιον λοιπόν θα προσέρχονται μόνον οι επαίται και τα κατώτατα της κοινωνίας στρώματα, ενώ οι πραγματικώς άξιοι ελέους θα απέχουν. Από τον φρενοβλαβή Αλή Γκογκό και τους ομοίους του προβλέπω ότι θα προκαλούνται ζάρπαι και ανησυχίαι και θα εκστομίζονται ύβρεις και λόγοι όπερ βεβαίως δεν είναι ορθόν και ηθικόν ν’ ακούωσι ούται οι μαθηταί, ούται αι το Συσσίτιον επιβλέπουσαι κυρίαι και Δεσποινίδες της πόλεως. Εκ μιας περικοπής του δημοσιεύματός σας μανθάνω ότι διεγράφη ο Αλή Γκογκός εκ των μελλόντων να συσσιτιώσι. Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει επιτρέψατε μοι να σας είπω ότι παραβαίνετε το Ευαγγέλιον όπερ σας διατάσσει τους πάντας να τρέφητε. Εάν το τοιούτον επαληθεύση σημαίνει ότι θα διαγραφώσι και τινές οι οποίοι διά να τύχωσι του ευεργετήματος του Συσσιτίου, βεβαίως θα αναγκάζονται να σας παρουσιάζουν μπιλιετάκια. Αλλά τότε το συσσίτιον θα μεταβάλλη σκοπόν. […] Πιστεύω εν τούτοις ότι κατόπιν της εξεγέρσεως της κοινής γνώμης δεν θα επιτραπή η εγκατάστασις μαγειρείων εις το υπόγειον του Γυμνασίου, ότι θα κατανοηθή το άτοπον υπό των αρμοδίων και ότι αποτέλεσμα τούτου θα ήναι να αναζητηθή καταλληλότερος χώρος όπως στεγασθή το Συσσίτιον υπέρ της ευοδώσεως του οποίου και ημείς ευχόμεθα».

φωτ. 3

Ο Αλή Γκογκώ στο Σαντριβάνι το 1915. Πίσω του διακρίνεται το «Ιμαρέτ» (πτωχοκομείο).

Ένα καυτό απόγευμα του Ιούλη του 1947 μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη, ο «Θεριακλής» χρονογράφος του περιοδικού «Κρητική Ψυχή» καθώς ρεμβάζει στο λιμάνι καπνίζοντας το ναργιλέ του, κοιτάζει ασυναίσθητα δυο εργατικούς τύπους του λιμανιού που αλληλοπειράζονται. Κάποιος συμπληρώνει τη σκηνή με το γνωστό εκείνο σάλπισμα την επική ζάρπα. Άθελα του ανάμεσα στους καπνούς του ναργιλέ του αναστοράται κάτι παρόμοιο μεταξύ δύο άλλων τύπων του Αλή Γκογκό και του Μαμαλούκου προ εικοσιπενταετίας, δηλαδή στις αρχές του 1920 στα παπλωματάδικα[13] και στο χρονογράφημά του, σημειώνει[14]: «[…] Ο Αλή Γκογκός και ο Μαμαλούκος, ήταν οι πρωταγωνιστές. Η μαστοράντζα οι υποκινηταί. Το σύνηθες θύμα στη συνάντηση των δύο τύπων ο Μαμαλούκος. Ένας έρημος στον κόσμο γέρω – ζητιάνος και τρομερά τσιγκούνης. Ευρέθη διά πρώτην φοράν την ημέραν εκείνην σε πλεονεκτική θέση απέναντι του γίγαντος Αλή Γκογκό, γιγαντόσωμου μαύρου αχθοφόρου. Ο τελευταίος μεθυσμένος μετέφερε τρικλίζοντας ένα τεράστιο πιθάρι, ενώ 4 τσιγάρα εσχημάτιζαν πραγματική τζιμινιέρα. Ένα από κάθε ρουθούνι και δυό στο στόμα. Οι υποκινηταί ενεθάρρυναν τον φύσει δειλό και συντηρητικό Μαμαλούκο να επωφεληθή της μοναδικής περιπτώσεως και να εκδικηθή τον Αλή Γκογκό για τα τόσα βασανιστήρια που σε προηγούμενες συναντήσεις και υπό αντιθέτους όρους του έκανε. Και όταν ένας σοβαροφανής και ως εκ τούτου αρκετή εγγύησιν διά την ασφάλειαν του Μαμαλούκου παρέχων, έσπρωξε το χέρι του τελευταίου σε μίαν ανάρμοστον επαφήν και εις ευαίσθητον μέρος του Αλή Γκογκό, επήλθε το μοιραίον. Ο γίγας Αλή Γκογκός, εκτιναχθείς αποτόμως, έχασε την ισορροπίαν του και άφησε το πιθάρι να πέση σε χίλια συντρίμια. Αυτό ήταν! Ο Μαμαλούκος προ της τεραστίας αυτής συμφοράς και αναλογισθείς τα επακόλουθα εσωριάσθη κυριολεκτικώς στο καταβρεγμένο πλακόστρωτο και με γοερές κραυγές εκαλούσε εις βοήθειαν κλαίοντας τα παιδιά του, που ποτέ δεν εγνώρισε γιατί ήταν άγαμος. Ο Αλή Γκογκός μόλις συνήλθε από την συμφοράν, επέπεσεν δίκην μαινομένου θηρίου εναντίον του κραυγάζοντος Μαμαλούκου, όπως ημπορούσε, με τα χονδρά χέρια του και τα τεράστια πόδια του ήρχισε να τον χτυπά. Η κατάσταση για τον κακομοίρη τον Μαμαλούκο ήταν τραγική. Ευτυχώς ο τοποθέτης χωροφύλακας ήταν κοντά. Άκουσε τις φωνές και έτρεξε εις βοήθειαν. Ο Αλή Γκογκός τόβαλε στα πόδια. Ο γέρω Μαμαλούκος σώθηκε».

Το 1923 στην ανταλλαγή για να μη φύγει από τα Χανιά που τόσο αγαπούσε, λέγεται ότι, πήδηξε από το καράβι ενώ εκείνο ξεκινούσε το ταξίδι του. Τον βρήκαν και τον ανέβασαν με το βίντσι για να ανταλλαγεί κι αυτός σαν… Τούρκος! (η είδηση γι’ αυτό το γεγονός – αν υπήρξε – δεν έχει δημοσιευτεί στον τύπο της εποχής).

Η φήμη αυτής της δεσπόζουσας λαϊκής φυσιογνωμίας, του φτωχού κι ατημέλητου μεροκαματιάρη καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη και μαζί της ασχολήθηκε ο λαϊκός ποιητάρης – ριμαδόρος ο οποίος κάνει αναφορά στ’ όνομά του στο παρακάτω τετράστιχο:

«Στ’ Αλή Γκογκό στο Μαχαλά  /  στ’ Αλή Γκογκό τη ρούγα, / αγάπησα ένα αητό /                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                              με τη χρυσή φτερούγα».

φωτ. 4

Ο Αλή Γκογκώ με άλλους Χανιώτες μπροστά από Οθωμανικό κτίριο των Χανίων.

Σημειώσεις

  • Στα κείμενα που είναι μέσα σε εισαγωγικά διατηρήθηκε η ορθογραφία, η γραμματική και η διατύπωση του πρωτότυπου με μόνη επέμβαση τη μεταφορά τους στο μονοτονικό.

  • Οι φωτογραφίες που παρατίθενται είναι από το αρχείο του Ευθύμη Λεκάκη.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

  • Πρεβελάκης Παντελής, Το χρονικό μιας πολιτείας (1938), εκδ. Εστία, Ιούλιος 2009.

  • Μανουσάκης Γιώργης, Η Μαντάμ Ορτάνς και τα τέσσερα λογοτεχνικά ποτραίτα της, έθετο στο περιοδικό Έρεισμα, Χανιά 1996.

  • Μπαλάσκας Αλέξανδρος, Ημερολόγιο Χανίων 1940.

  • Κρητική Ψυχή, Μηνιαίο Εγκυκλοπαιδικό Περιοδικό, Όργανο της Βενιζελικής Φιλελεύθερης Νεολαίας, υπεύθ. Αλέξ. Δρουδάκης, Σεπτέμβριος 1947, Χανιά.

  • Εφημερίδα Νέα Έρευνα, διάφορα φύλλα.

  • Εφημερίδα Σύνταγμα.

[1] Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Αλή Γκογκώ μου δόθηκαν από τον συγγραφέα, νομικό και ιστορικό ερευνητή Ευθύμη Λεκάκη. Ο Αλή Γκογκώ ζούσε με τον πατέρα και την οικογένειά του κι είχε έναν αδελφό τον Χασάν.

[2] Αλέξανδρος Μπαλάσκας, Ημερολόγιο Χανίων 1940, Εκλεκταί Συνεργασίαι, Κ. Λ. Κωνσταντινίδου, Αλή Γκογκό, σελ. 40 – 41.

[3] Δάνειο από τα Γαλλικά. Είναι η Γαλλική φράση, (enfant = παιδί, gâté = κακομαθημένο, χαϊδεμένο)

[4] κονσούλτο (ιταλ. consulto) = συζήτηση, διαπραγμάτευση, συνομιλία, συνδιάλεξη, κουτσομπολιό. (Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης).

[5] το χάραμα, η χαραυγή. Λέξη από τα Επτάνησα.

[6] Γιώργης Μανουσάκης, Η Μαντάμ Ορτάνς και τα τέσσερα λογοτεχνικά πορτραίτα της, σελ. 8 – 11, περιοδικό Έρεισμα, Χανιά 1996.

[7] εφημερίδα Νέα Έρευνα, Τύφλωσις Αλή Γκογκώ, σελ. 4, 1 Αυγούστου 1913.

[8] Εκτός από τον Κήπο κινηματογράφοι λειτουργούσαν και σε άλλα σημεία της πόλης όπως στη Σπλάντζια και στην αίθουσα του Χρυσόστομου. Η εφημερίδα «Σύνταγμα» (18 Ιανουαρίου 1913) μας πληροφορεί: «Εν τω προηγουμένω φύλλω εγράφομεν, ότι ο κινηματογράφος της Σπλάντζιας συνεκέντρωνεν οπωσδήποτε περισσοτέρους θεατάς. Αλλά προ ημερών, εσπέραν τινά, δεν γνωρίζομεν πως παρήχθησαν κρότοι επί της σκηνής, αποτέλεσμα ίσως εκρήξεως της βενζίνης, το δε ακροατήριον εκενώθη υπό των έντρομων θεατών, παρ’ ολίγον μάλιστα να συμβώσι και δυστυχήματα ένεκα της αθρόας φυγής. Έκτοτε και οι θεαταί του κινηματογράφου τούτου δεν είναι περισσότεροι εκείνων του Χρυσοστόμου, όστις επίσης εξακολουθεί λειτουργών, με κενόν ακροατήριον. Πέρυσι και εις τους δύο λειτουργούντας τότε κινηματογράφους τα ακροατήρια ήσαν πλήρη καθ’ εκάστην εσπέραν, η αποτυχία δε αυτών εφέτος αποδοτέα εις την οικονομικήν δυσπραγίαν, εις ην διατελεί ο τόπος ένεκα του πολέμου, όστις εσταμάτησεν εν τη νήσω όλην την κίνησιν».

[9] Ενδεικτικά Νέα Έρευνα, 28-29 Μαΐου και 21 Ιουνίου 1913.

[10] εφημερίδα Νέα Έρευνα, Η πέτρινη βροχή, σελ. 3, 9 Σεπτεμβρίου 1914.

[11] αλητόπαιδες, παιδιά αλήτες.

[12] εφημερίδα Νέα Έρευνα, Συσσίτιον – Γυμνάσιον, σελ. 2-3, 11 Σεπτεμβρίου 1914.

[13] Η σημερινή οδός Μπετόλο.

[14] Κρητική Ψυχή, Μηνιαίο Εγκυκλοπαιδικό Περιοδικό, Όργανο της Βενιζελικής Φιλελεύθερης Νεολαίας, υπεύθ. Αλέξ. Δρουδάκης, Εγώ και ο ναργιλές μου, Ο Αλή Γκογκός και ο Μαμαλούκος, σελ. 6, τεύχος 1, Σεπτέμβριος 1947, Χανιά.

 

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: