Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αμπελοφιλοσοφίες’ Category

images

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

(και καταϊδρωμένο, λόγω ζέστης)

Χωρίς πολλά-πολλά συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε σταματήσει

Η εκπαίδευση: Μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση του τρόπου σκέψης μιας κοινωνίας έχει η οργάνωση του συστήματος εκπαίδευσης. Στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μεταξύ άλλων παρατηρείται το εξής πρόβλημα. Η φιλοσοφία της σχολικής εκπαίδευσης είναι η αποστήθιση, το σχολείο δεν σου αναπτύσσει κάποιο σύστημα ανάλυσης και αξιολόγησης και έτσι η γνώση που αποκτάται είναι κάπως στείρα. Επίσης δεν καλλιεργείται το απαραίτητο κριτήριο που θα μπορούσε να είναι εργαλείο αξιολόγησης των πληροφοριών που λαμβάνουμε σε ευρύτερο επίπεδο, άρα είμαστε κατά μια έννοια ανυπεράσπιστοι απέναντι στον ανορθολογισμό. Στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η οποία εισάγει τους φοιτητές στην επιστημονική γνώση και μέθοδο, υπάρχει πάλι το πρόβλημα της εξειδίκευσης, αν και στα ελληνικά πανεπιστήμια το φαινόμενο αυτό δεν φτάνει σε ακραία επίπεδα (όχι προπτυχιακά τουλάχιστον). Πάντως σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (Αγγλία, ΗΠΑ), το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο, και η γνώση που αποκτάται λιγότερο διευρυμένη και περισσότερο εστιασμένη. Φυσικά υπάρχουν δεκάδες ακόμη πλευρές της εκπαίδευσης για να εξεταστούν, όμως δεν το επιτρέπει η έκταση του άρθρου να επεκταθούμε παραπάνω.

Αποσύνθεση του κοσμο-μοντέλου και κατακερματισμός, μίσος για τις «μεγάλες αφηγήσεις»: Ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε το πέρασμα στις μονοθεϊστικές θρησκείες ως σημαντικό σκαλοπάτι για την ανάπτυξη της νεωτερικής επιστημονικής σκέψης στη Δύση. Φυσικά από την εξάπλωση των θρησκειών αυτών μέχρι και την κυριάρχηση του θετικισμού μεσολάβησαν πολλοί αιώνες, και αυτό επειδή έπρεπε να ωριμάσουν και οι υπόλοιπες [απαραίτητες] συνθήκες έτσι ώστε να επιτραπεί η μετάβαση. Ο Ιουδαϊσμός ή ο Χριστιανισμός, σε αντίθεση με τις πολυθεϊστικές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, έβλεπαν το σύμπαν σαν ένα ενιαίο δημιούργημα/σύστημα. Αυτό είναι κάτι που –όπως ο Βέμπερ υποστηρίζει- βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην νεωτερική επιστημονική σκέψη, σε σχέση με τον πολυδιασπασμένο κόσμο των αρχαίων θεών, όπου κάθε κομμάτι της φύσης εκπροσωπούνταν και από διαφορετική/ες θεότητα/ες. Ο ένας θεός που νομοθέτησε το σύμπαν, μια ενιαία βούληση, περισσότερο συμβατή με την θετικιστική επιστήμη, της οποίας δεδηλωμένος στόχος είναι η κατανόηση των φαινομένων και η ένταξή τους σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα αιτιοκρατικού τύπου.

Σαν ιστορική εποχή η νεωτερική εποχή, πέρα από την επιστήμη, χαρακτηρίζεται και εκείνη από αντίστοιχα ιδεολογικά/κοινωνικά μοντέλα τα οποία έχουν ένα συνολικό/ενιαίο όραμα για το ποια θα πρέπει να είναι η εξέλιξη της κοινωνίας. Η γαλλική επανάσταση, για παράδειγμα, δημιούργησε μια χάρτα ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων με οικουμενικό αίτημα.1 Η νεωτερική σκέψη όμως δεν περιορίστηκε εκεί, οικοδόμησε και άλλες «κοσμοθεωρίες» όπως ήταν για παράδειγμα αυτή του ουτοπικού και εν συνεχεία του επιστημονικού σοσιαλισμού.2 Το χαρακτηριστικό πολλών εξ αυτών των κοσμοθεωριών, είναι ότι συσπείρωσαν γύρω τους τεράστιες μάζες ανθρώπων, οι οποίες πίστεψαν σε αυτές, εμπνεύστηκαν και αγωνίστηκαν για να τις υλοποιήσουν. Η γαλλική επανάσταση με το σύνολο των ιδεών της οριοθέτησε την πορεία του κόσμου από τον 18ο αιώνα, ενώ οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις έφεραν στον 20ο αιώνα την αυγή μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα το αίτημα της οποίας –και με τις όποιες οπισθοδρομήσεις- μένει προς το παρόν ανεκπλήρωτο.

Με την ανατροπή του σοσιαλισμού και σε κάποιες περιπτώσεις τον εκφυλισμό του, ο πλανήτης μπήκε –κατά την άποψη μου- σε μια μεταβατική περίοδο. Από τη μια, όλες εκείνες οι ανθρωπιστικές ιδέες που έφερε μαζί της η ανάδυση του καπιταλισμού ως εποικοδόμημα, στις οποίες πίστεψαν και για τις οποίες αγωνίστηκαν οι λαοί, χρεωκόπησαν. Το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, έδειξε αν μη τη άλλο ότι η ρομαντική εποχή της νεωτερικότητας έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Γίνεται ξεκάθαρο πως οδηγός των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο είναι ένα όραμα που δεν έχει στόχο να υπηρετήσει την ανθρωπότητα ως σύνολο, αλλά την κερδοφορία των γιγάντιων πολυεθνικών οργανισμών. Κάτι που αντί να απελευθερώνει τις δυνάμεις τις κοινωνίας, φέρνει ακραία φτώχεια, ανισομέρεια, πολέμους και γενικότερη ανισορροπία. Από την άλλη, η υποχώρηση του «αντίπαλου δέους» που ακούει στο όνομα «υπαρκτός σοσιαλισμός», και η ταυτόχρονη στοχοποίηση και δυσφήμηση του απ’ το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, δημιούργησε την εντύπωση στους λαούς ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική στο καπιταλιστικό μοντέλο. Το διττό αυτό φαινόμενο, είχε την επίδραση του και στην παραγωγή και αναπαραγωγή, τόσο της επιστημονικής σκέψης, όσο και του ευρύτερου κόσμου των ιδεών3. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την ανατροπή του υπαρκτού βρήκαν έδαφος οι θεωρίες για το «τέλος της ιστορίας».

athina-min-upotimate-tin-eksupnada-tou-tramp-leei-o-economist.w_l

Φράνσις Φουκουγιάμα, προφήτης ή ψευδοπροφήτης;

Η ανάδειξη τέτοιων θεωριών, όπως είναι αυτή περί τέλους της ιστορίας, σηματοδοτούν σύμφωνα με πολλούς εκπρόσωπους της αστικής επιστημονικής σκέψης, τη μετάβαση από την νεωτερική εποχή στην μετανεωτερική. Κατά τη δική μου άποψη, όλο αυτό δεν συνιστά την ανάδυση κάτι καινούριου, αλλά μια εποχή «βάλτου» και υποχώρησης του πολιτισμού, κατά την οποία η ουσιαστική μετάβαση, είναι το ζητούμενο και όχι το δεδομένο. Δηλαδή η μετανεωτερική εποχή, για να μιλήσουμε με αστικούς όρους, σηματοδοτεί ένα ιδεολογικό κενό ανάμεσα στον εκφυλισμό της αστικής ιδεολογίας και στην ανάδυση του επόμενου paradigm με βάση το όποιο θα προχωρήσει η κοινωνία.4 Για να το πούμε σε μια πρόταση, είναι η περίοδος ανάμεσα στο παλιό που έχει ξοφλήσει και στο νέο που δεν έχει ακόμη έρθει. Πέρα από το τέλος της ιστορίας, αν κάτι –πάλι σύμφωνα με αστούς διανοητές- ακόμα χαρακτηρίζει την μετανεωτερική/μεταμοντέρνα εποχή, είναι η αποφυγή των «μεγάλων αφηγήσεων». Με τον όρο αυτό εννοούν εκείνες τις κοσμοθεωρίες –‘όπως ο κομμουνισμός- που προβάλλουν ένα συνολικό όραμα για το ποια [θα έπρεπε να] είναι η εξέλιξη του κόσμου. Για τους οπαδούς της μετανεωτερικότητας, οι μεγάλες αφηγήσεις, στην εφαρμογή τους, οδηγούν σε «ολοκληρωτισμούς». Αυτή η άποψη είναι κυρίαρχη στις μέρες μας και απόλυτα συστημική και συντηρητική. Πάντως υπάρχει μια «μεγάλη αφήγηση» με την οποία οι μεταμοντέρνοι δεν δείχνουν να έχουν κανένα πρόβλημα, είναι η κυρίαρχη και ακούει στο όνομα καπιταλισμός. Θα κάνω πάλι μια προσωπική εκτίμηση και θα πω ότι αυτό που ενοχλεί στην πραγματικότητα τους οπαδούς των παραπάνω αντιλήψεων, είναι ότι η υπέρβαση της «μεγάλης αφήγησης» του καπιταλισμού, μπορεί να έρθει μόνο με την ανάδειξη μιας άλλης «μεγάλης αφήγησης» (πχ του κομμουνισμού). Υπό αυτήν τη σκοπιά λοιπόν, το μίσος για τις μεγάλες αφηγήσεις θεωρώ ότι έχει συντηρητικό/συστημικό υπόβαθρο, αφού για όσο καιρό δεν αναδύεται μια τέτοια, το καπιταλιστικό σύστημα δεν απειλείται. Στο επίπεδο της δικαιολόγησης της ύπαρξής του, ο καπιταλισμός δεν έχει ανάγκη όπως στο παρελθόν να χρυσώνει το χάπι, αντιθέτως, εντελώς κυνικά προσπαθεί να μας πείσει όχι ότι είναι ωφέλιμος, αλλά ότι είναι αναπόδραστος.

Ίσως μέχρι αυτό το σημείο να αναρωτιέστε πού το πάω ή αν έχω βγει εκτός θέματος. Όχι, δεν έχω βγει εκτός θέματος, απλά για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα μου έπρεπε να κάνω όλη αυτή τη μακροσκελή εισαγωγή. Το κλειδί για αυτό που θέλω να πω τελικά, βρίσκεται σε δυο σημεία 1) Στο βάλτο που έχει πέσει η κοινωνική πρόοδος εξαιτίας του σαπίσματος του καπιταλισμού και 2) Στην απουσία ενός νέου προοδευτικού αφηγήματος γύρω από το οποίο να συσπειρωθεί η ανθρωπότητα για να βγει από τις λάσπες. Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα στη γέννηση του πλασαρίστηκε μ’ ένα τέτοιο «αφήγημα», ένα όραμα για το μέλλον με βάση το οποίο θα προόδευε η κοινωνία. Τα ιδανικά της γαλλικής επανάστασης έγιναν ιδανικά όλων των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων και όχι μόνο στη Γαλλία. Αυτό ήταν κάτι αναγκαίο για την αστική τάξη, που στην επανάσταση της ήθελε να έχει συμμάχους όλους όσους καταπιέζονταν από το φεουδαρχικό σύστημα. (Βέβαια με το που εξασφάλισε την κυριαρχία της η αστική τάξη έγινε συντηρητική και ξέχασε τις όποιες υποσχέσεις είχε δώσει στους καταπιεσμένους. Με μιας το γενικό συμφέρον έγινε ειδικό, και οι παρίες παρέμειναν παρίες). Ο Βάλτος και το κενό λοιπόν δημιουργούν πανικό, ο πανικός ευνοεί τον ανορθολογισμό, και ο ανορθολογισμός είναι το πιο έφορο έδαφος για να φυτρώσουν όλων των ειδών τα μεταφυσικά ζιζάνια, παραδοσιακού, νεωτερικού, μετανεωτερικού τύπου και όλων των μεταξύ τους διασταυρώσεων. Πόσο μάλλον όταν –προκειμένου να αποφευχθεί η παραγωγή «μεγάλων αφηγήσεων»- η παραγωγή της ανθρώπινης σκέψης λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πολυδιασπασμένη, ακραία εξειδικευμένη, κατευθυνόμενη και μονομερής. Και για να μην παρεξηγηθώ, όλο αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή εξυπηρετεί τη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και επειδή στην εποχή μας η καταγραφή και η διάδοση της πληροφορίας γίνεται με ραγδαίους ρυθμούς σε σχέση με παλιότερα. Όμως η δυνατότητα επεξεργασίας, συνδυασμού, επαλήθευσης και διασταύρωσης της πληροφορίας αυτής, [αν και με τη βοήθεια τις τεχνολογίας έχει επίσης επαναστατικά αυξηθεί], δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την ταχύτητα με την οποία παράγονται τα πληροφοριακά «παράσιτα» και «σκουπίδια». Ίσως μάλιστα αυτή η «πολυδιάσπαση των ιδεών» να έχει μια κάποια «εκλεκτική συγγένεια» με τα ίδια τα καπιταλιστικά συμφέροντα, τα οποία είναι από τη φύση τους διασπασμένα, αν και αλληλοδιαπλεκόμενα.

Κάποιου εδώ ολοκληρώνεται και το δεύτερο μέρος, ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο, όπου θα προσπαθήσω με κάποιο τρόπο να κλείσω τον κύκλο των συλλογισμών μου.

Λαγωνικάκης Φρακγίσκος(Poexania)

Δείτε εδώ το Α’ Μέρος

1 Βεβαίως πάνω σε αυτά τα δικαιώματα, του ατόμου και του πολίτη, αντανακλώνται οι ατομικές σχέσεις ιδιοκτησίας.

2 Οι όροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τον Μαρξ και τον Ένγκελς για να διαχωρίσουν τη δική τους επεξεργασμένη οπτική για τον σοσιαλισμό σε σχέση με τις πρώιμες σοσιαλιστικές θεωρίες. Υπάρχει και σχετική μπροσούρα με τίτλο “η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη“.

3 Δεν το λέω με την πλατωνική έννοια.

4 Το οποίο για εμένα πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός.

Read Full Post »

pentagram

Δημοσιεύθηκε και στο Katiousa

Πολλοί ήταν οι διανοητές του 19ου ως και τις αρχές του 20ου αιώνα οι οποίοι μίλησαν για την «απομάγευση του κόσμου». Με τον όρο αυτό –«απομάγευση»- ο Μαξ Βέμπερ ονομάτισε την εξάλειψη ή τον ασφυκτικό περιορισμό της «μαγείας» από τις κοινωνικές πρακτικές. O όρος μαγεία αντιστοιχούσε χοντρικά σε οποιαδήποτε δοξασία ή πρακτική ή νόημα που γίνονταν αποδεκτά χωρίς τη μεσολάβηση μιας επιστημονικής [θετικιστικού τύπου] εξήγησης. Η αντίληψη αυτή δεν είχε δημιουργηθεί στους διανοητές της εποχής χωρίς λόγο. Αντιθέτως, είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν στην απομάγευση αφού μια σειρά από «επαναστάσεις», όπως ήταν η βιομηχανική (με τις δυο φάσεις της) και η επιστημονική, αλλά και επαναστάσεις χωρίς τα εισαγωγικά, είχαν φέρει στην Ευρώπη έναν τύπο ορθολογισμού που βασίζονταν πάνω στον θετικισμό, που με τη σειρά του υπηρετούσε την πρόοδο της καπιταλιστικής οικονομίας. Υπήρχαν βέβαια και διανοητές –όπως ήταν για παράδειγμα ο Καρλ Μαρξ- οι οποίοι κατάλαβαν αρκετά νωρίς τόσο τις δυνατότητες όσο και τις παγίδες του θετικισμού, τη σχέση του με τον καπιταλισμό, και κατ’ επέκταση τα όρια του.

Πάντως ο 19ος αιώνας ήταν ένας αιώνας που έδωσε την εντύπωση στους επιστήμονες, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία, πως τα πάντα μπορούσαν να μετρηθούν, να ταξινομηθούν να υπολογιστούν. Και σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, μέσω της συνεχούς προόδου της [θετικιστικού τύπου] επιστήμης, υπήρχε η δυνατότητα του σχεδιασμού και της «κατασκευής» του μελλοντικού κόσμου κατά το όραμα της ανθρωπότητας. Η αισιοδοξία αυτή ιστορικά χτύπησε σε βράχο, και οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι ήρθαν να αποδείξουν ότι το όραμα της ανθρωπότητας κάθε άλλο παρά ενιαίο ήταν, και ότι η βουλησιαρχία των ισχυρών του πλανήτη για το μοίρασμα του κόσμου, μοιραία οδηγούσε την ανθρωπότητα από ξέρα σε ξέρα. Η επιστημονική σκέψη, συνειδητοποιώντας ότι το όραμα (όποιο και αν ήταν αυτό) του 19ου αιώνα, κάθε άλλο παρά πραγματώθηκε, σταμάτησε να βλέπει τον θετικισμό ως πανάκεια, και άρχισε να αναστοχάζεται πάνω στην ίδια της τη φιλοσοφία και την επιστημονική μέθοδο. Στις κοινωνικές επιστήμες αυτό εκφράστηκε με την παραδοχή ότι δεν ήταν δυνατόν τα πάντα να ποσοτικοποιηθούν και να «μαθηματικοποιηθούν». Ο θετικισμός φυσικά κάθε άλλο παρά ξεπεράστηκε, αυτό που μάλλον συνέβη είναι ότι άρχισαν να ανακαλύπτονται τα όρια και οι περιορισμοί του, και καταρρίφθηκε η όποια αισιοδοξία ότι με μια σειρά από πολύπλοκους μεν αλλά ακριβείς υπολογισμούς, όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν.

img4

Ομοιοπαθητικά σκευάσματα, σαν να λέμε mana potion, healing potion κλπ

Παράλληλα, όσο και αν η επιστημονική μέθοδος και το θετικιστικό paradigm πήρε χώρο από την «μαγεία»/μεταφυσική, εκείνη κάθε άλλο παρά εξαφανίστηκε. Ακόμα λοιπόν και αν η μεταφυσική δε βρήκε με άμεσο τρόπο χώρο ανάμεσα στους ταινιοδιαδρόμους του εργοστασίου, στις πρέσες και στα κοπίδια, στις πρακτικές του τεϊλορισμού και του φορντισμού, συνέχισε να υπάρχει στις κοινωνικές αναπαραστάσεις και κατ’ επέκταση στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Πέρα όμως από τις όποιες ποσοτικές μεταβολές υπέστη η «μαγεία», η ανάδυση του καπιταλισμού την άλλαξε και ποιοτικά. Επ’ αυτού δεν θα επεκταθώ διότι έχω αναφερθεί σε παλαιότερα μου άρθρα που όποιος θέλει μπορεί να τα διαβάσει εδώ και εδώ. Μια άλλη αδιαμφισβήτητη μεταβολή που έφερε η ανάδυση του θετικιστικού paradigm, είναι το σε συντριπτικό βαθμό διαζύγιο της μοντελοποιημένης επιστημονικής σκέψης από τη «μαγεία» και τις δοξασίες της. Στις μεσαιωνικές κοινωνίες, επιστήμη και μαγεία ήταν πολλαπλώς εναγκαλισμένες μεταξύ τους. Οι γιατροί διδάσκονταν αστρολογία και διάβαζαν προσευχές ως θεραπευτική πρακτική, οι φυσικοί διδάσκονταν αλχημεία, οι χειρούργοι ήταν «καταραμένοι» διότι με τις πρακτικές τους έχυναν αίμα, κάτι που απαγόρευε ο χριστιανισμός κ.α. Με το παραπάνω δεν υπονοώ ότι ο θετικισμός και ο καπιταλιστικός οργανωμένος τρόπος παραγωγής δεν δημιουργούν –αναγκαία- τις δικές τους ιδεαλιστικές/μεταφυσικές αναπαραστάσεις (αν θέλετε διαβάστε παλιότερο μου άρθρο για την μαρξιστική έννοια της ιδεολογίας και του φετιχισμού), αλλά ότι εισάγεται στην επιστημονική σκέψη η έννοια της απόδειξης και απορρίπτονται οι όποιες εξ αποκαλύψεως αλήθειες του παρελθόντος.

Βέβαια μέσα στην καπιταλιστική αγορά, «μαγεία», μηχανική και επιστήμη έρχονται να «συνευρεθούν» με καινοτόμους τρόπους. Για παράδειγμα ένα μεγάλο κομμάτι της φαρμακοβιομηχανίας ασχολείται με την παραγωγή ομοιοπαθητικών «σκευασμάτων», ενώ μέσω της προόδου που έφερε στις επικοινωνίες η επιστήμη της πληροφορικής διασπείρεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη κάθε είδους θεωρία συνωμοσίας, ψευδοεπιστήμης, προφητείας κ.α.

Είναι φανερό λοιπόν μέχρι τώρα, ότι αυτό που οι διανοητές της νεωτερικότητας διέγνωσαν ως παιδική ασθένεια του πολιτισμού, δηλαδή τη μαγεία, έχει μάλλον περισσότερο τη μορφή αλλεργίας αφού όχι μόνο δεν εξαφανίζεται μια και καλή, αλλά ανάλογα με την εκάστοτε εποχή αναζωπυρώνεται και μεταλλάσσεται. Μια τέτοια περίοδο θεωρώ ότι βιώνουμε και στην αυγή του 21ου αιώνα, και μάλιστα πιο έντονα από την αρχή της δεύτερης δεκαετίας του. Ομολογώ πως δεν μπορώ να κατανοήσω το φαινόμενο σε όλες του τις διαστάσεις και σχέσεις, παρόλα αυτά έχω κάποιες ιδέες σχετικά με το τι μπορεί να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή.

Οικονομική κρίση: Η οικονομική κρίση δημιουργεί αβεβαιότητα σε ανθρώπινα υποκείμενα και διαλύει κατεστημένους θεσμούς και μοτίβα. Η αβεβαιότητα αυτή κλονίζει τη μέχρι τότε σταθερή πίστη σε αξίες και τρόπους ζωής και οδηγεί τα υποκείμενα σε εναλλακτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας. Τη θέση λοιπόν αυτού του κενού που δημιουργείται, έρχεται να την καλύψει πολλές φορές η μεταφυσική, η ψευδοεπιστήμη, ο «πνευματισμός» κ.α.

Μη επαλήθευση της τελεολογίας του θετικισμού: Το ότι ο θετικισμός, η βιομηχανική και η επιστημονική ανάπτυξη, η εξέλιξη γενικότερα της υλικής και πνευματικής παραγωγής δεν οδήγησε σε κάποιου είδους ουτοπία, είναι κάτι που κάνει την επιστήμη να χάσει την παντοδυναμία της στα μάτια των ανθρώπων. Πόσο μάλλον όταν διαφορετικά υποκείμενα απολαμβάνουν σε διαφορετικό βαθμό τα αγαθά του σύγχρονου πολιτισμού. Οι άθλιες υπηρεσίες ιατρικής φροντίδας για παράδειγμα που λαμβάνει κάποιος ανασφάλιστος, ή ακόμα και κάποιος που έχει μια δημόσια ασφάλιση της κακιάς ώρας, αφήνουν μεγάλο κενό για εισχώρηση της παραϊατρικής. Φυσικά, και μάλλον σε μεγαλύτερο βαθμό, στην παραϊατρική και στην ματζουνολογία καταλήγουν και οι ευκατάστατοι. Στην δική τους περίπτωση αυτό δεν έχει να κάνει με την μη πρόσβαση σε δομές υγείας, αλλά με τη συνήθεια, να νοηματοδοτούν τη ζωή τους μέσω του εξεζητημένου, του εκκεντρικού και του «εναλλακτικού».

Η αδυναμία της επιστήμης να δώσει απάντηση σε υπαρξιακά ερωτήματα: Υπάρχει ψυχή; Υπάρχει ζωή μετά θάνατον; Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης; Τα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα μοιραία απασχολούν τους ανθρώπους κατά πάσα πιθανότητα από την αρχή της ανθρωπότητας. Η επιστήμη πέρα από το να διαψεύσει κάποιες μεταφυσικές δοξασίες σε σχέση με αυτού του τύπου τα ερωτήματα δεν μπορεί να δώσει τη δική της απάντηση. Από τη μια λοιπόν απορρίπτει τις μεταφυσικές ερμηνείες, από την άλλη έρχεται και παραδέχεται ότι δεν έχει απτές αποδείξεις έτσι ώστε να μπορέσει να δώσει μορφή στο άγνωστο. Συνεπώς δεν είναι καθόλου παράξενο – και εφόσον τα υπαρξιακά ερωτήματα συνδέονται και με το αίσθημα του υπαρξιακού φόβου- ότι πολλοί άνθρωποι προτιμούν τις μεταφυσικές απαντήσεις από την άγνοια που τους προτείνει ως εναλλακτική η σύγχρονη επιστήμη.

Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του άρθρου έτσι ώστε να μην γίνει πολύ μεγάλο και κουραστικό. Θα χαρώ να σας δω και στο επόμενο 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

1rei6b.jpg

Α ρε Καραμανλής που σας χρειάζεται!

Πάσχα ή Χριστούγεννα, κουραμπιές ή μελομακάρονο, θάλασσα ή βουνό, καλοκαίρι ή χειμώνας, μακαρόνια με κιμά ή με ντομάτα, Καραμανλής ή τανκ, Μακρόν ή Λεπέν, διλήμματα ή ψευτοδιλήμματα; Αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας αρκετά διλήμματα και μερικές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τα πραγματικά από τα ψεύτικα. Ο Κοττάκης, για παράδειγμα, στη χθεσινή εκπομπή στο real έθεσε στον Μπογιόπουλο το εξής [ψευτο]δίλημμα, «αν στην Ελλάδα είχαμε προεδρικές εκλογές όπως στη Γαλλία και οι δύο τελικοί υποψήφιοι ήταν η Χρυσή Αυγή και ένα οποιοδήποτε άλλο αστικό κόμμα, τι θα έπρεπε να κάνει το ΚΚΕ;». Η αλήθεια είναι ότι δεν συγκράτησα την απάντηση του Μπόγιο γιατί εκείνη την ώρα έπαιζα Battlefield και ζοριζόμουν, παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να δώσω και εγώ μια απάντηση όχι μόνο στο ειδικότερο, αλλά και στο γενικότερο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού.

Τέτοιου είδους «ασκήσεις λογικής» συχνά προβληματίζουν τους υποψήφιους ψηφοφόρους, και το καπιταλιστικό σύστημα δείχνει να τις γεννά με το τσουβάλι, ενώ τα αστικά κόμματα κοιτάνε να τις εκμεταλλευτούν στο έπακρο. Θυμόμαστε ή έστω έχουμε ακούσει όλοι το «Καραμανλής ή Τανκ», το «ψηφίστε ΠΑΣΟΚ για να μη βγει η δεξιά», «ψηφίστε ΣΥΡΙΖΑ για να μη μας κυβερνούν οι ΣΑΜΑΡΟΒΕΝΙΖΕΛΛΟΙ» κ.α. Ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των [ψευτο]διλημμάτων, είναι ότι δεν προσπαθούν να σε οδηγήσουν προς ένα δρόμο μέσω της διαβεβαίωσης ότι η μια επιλογή από τις δύο είναι η σωστή, αλλά ότι είναι η λιγότερο λάθος. Είναι η λογική του μικρότερου κακού, που, τολμώ να πω, στα χρόνια της κρίσης προΐσταται και βασιλεύει στο decision making κομμάτι του εγκεφάλου μεγάλου μέρους του πληθυσμού, για να μην πούμε λίγο πολύ όλων(και εμού του ιδίου).

Αν προεκτείνουμε αυτήν την λογική πέρα από τον εκλογικοπολιτικό στίβο, θα δούμε ότι αφορά μεγάλο και καθοριστικό μέρος της ζωής μας. Είναι η δουλειά που θα δεχθείς με τους χειρότερους όρους για να μη μείνεις στην ανεργία, είναι η ενδοοικογενειακή βία που θα ανεχθείς για να μη βρεθείς εκτός οικογενειακής εστίας και μιας κάποιας «ασφάλειας» που σου προσφέρει, είναι η πειθαρχία και η συγκαταβατικότητα που θα δείξεις για να μην θεωρηθείς αχάριστος, δεδομένων των συνθηκών, απέναντι σε αφεντικά, προϊστάμενους, φορείς, κλπ. Είναι γενικά η μοιρολατρία, ο θάνατος της ελπίδας, η παραίτηση, η αποδοχή των πραγμάτων ως έχουν. Όλα τα παραπάνω αποτελούν έναν ακόμη τρόπο με τη βοήθεια του οποίου το «σύστημα»(τι, ποιο σύστημα; Ένα είν’ το σύστημα, το καπιταλιστικό) μας επιβάλλει την παρουσία του και τη λογική του, και μέρος αυτής της λογικής είναι η αποδοχή του υποτιθέμενου «μικρότερου κακού» που οδηγεί μοιραία στην αποδοχή του «αν είναι να σε βιάσουν χαλάρωσε τουλάχιστον για να το απολαύσεις».

Τα δίπολα αυτού του τύπου, «καλός μπάτσος» «κακός μπάτσος», χρησιμοποιούνται, όχι τυχαία και ως μέθοδοι ανάκρισης στις αστυνομικές υπηρεσίες. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη ότι τόσο ο καλός μπάτσος όσο και ο κακός, εργάζονται προς τον ίδιο σκοπό και οι ρόλοι τους είναι απόλυτα συμπληρωματικοί, είναι ο συνδυασμός τους αυτός που κάνει την ανακριτική μέθοδο αποτελεσματική… κάτι τέτοιο ισχύει και στην πολιτική. Θα μου πει κάποιος, και δικαίως, «μα καλά ρε φίλε, εσύ δηλαδή άμα είχες να επιλέξεις μεταξύ χρυσής αυγής και Τσίπρα θα το έπαιζες ανήξερος;». Έχουμε και λέμε:

Α) Γιατί μου θέτεις αυτό το ερώτημα εξ αρχής, βρεθήκαμε ποτέ σε τέτοιο πραγματικό δίλημμα;

Β) Αν μου το θέτεις παράλληλα προς το Μακρόν ή Λεπέν, να πούμε ότι το κόμμα της Λεπέν δεν είναι το ίδιο με τη χρυσή αυγή. Αν και ακροδεξιό, κινείται στα όρια της «αστικής νομιμότητας» και δεν λειτουργεί ως εγκληματική συμμορία. Χωρίς να θέλω να πω ότι δεν είναι ικανό για τα χειρότερα, αυτό που λέω είναι ότι αν σε κάποιον αρέσουν οι παραλληλισμοί και τα διλήμματα, καλό θα ήταν να παραλληλίζει πράγματα που επιδέχονται παραλληλισμού και όχι ανόμοια.

Γ) Άμα το αστικό σύστημα χρειαστεί να φτάσει σε ακρότητες, θα βρει τον τρόπο να το κάνει ασχέτως με το εκλογικό αποτέλεσμα. Τα ίδια τα όρια των αστικών κομμάτων είναι πολύ χαλαρά –θυμάστε τις κόκκινες γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ;- και όταν τα παραδοσιακά αστικά κόμματα δεν είναι κατάλληλα για να κάνουν τη δουλειά δεν είναι και τόσο δύσκολο να παρακαμφθούν(βλέπε Μουσολίνι, βλέπε ελληνική Χούντα, βλέπε λατινοαμερικάνικες χούντες κλπ). Με λίγα λόγια όταν θα είναι να έρθει ο φασισμός δεν θα έχειι ανάγκη να μας ρωτήσει, και αν μας ρωτήσει θα είναι επειδή τον συμφέρει η απάντηση, το έχουμε δει επανειλημμένως το έργο.

Δ) Ιστορικά αποδεδειγμένο είναι ότι δεν χρειάζεται απαραιτήτως κάποιο ακροδεξιό κόμμα για να κάνει ακρότητες, το ίδιο αποτελεσματικά τα καταφέρνουν στους πολέμους, στην περιθωριοποίηση των μειονοτήτων, στην καταπίεση των μαζών και τα «παραδοσιακά» αστικά κόμματα, κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά. Δανία Ελβετία και Γερμανία δεν είχαν ακροδεξιά κυβέρνηση όταν αποφάσισαν να κάνουν κατασχέσεις στα τιμαλφή των προσφύγων από τη Συρία. Οι επεμβάσεις του ΝΑΤΟ δεν γίνονται από ακροδεξιές κυβερνήσεις, και τα εξαντλητικά μέτρα λιτότητας δεν παίρνονται αυτή τη στιγμή από τον Μεταξά ή τον Παπαδόπουλο αλλά από αστούς πολιτικούς.

Και δεν τα αναφέρω όλα αυτά για να δώσω τροφή στους «γεια σου ρε Παπαδόπουλε!» και τους «μια χούντα θα μας σώσει!». Τα καθεστώτα αυτά έρχονται στις πιο μαύρες ή για να φέρουν τις πιο μαύρες εποχές. Το γεγονός ότι οι λαοί «καλοβλέπουν» κάποια(ές) στιγμή(ές) στην ιστορία ενός έθνους κάποιον Χίτλερ ή κάποιον Μουσολίνι, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ιδιαιτέρως ανησυχητικό και σίγουρα αποτελεί γενικότερη οπισθοδρόμηση του λαϊκού παράγοντα και της κοινωνίας. Η οπισθοδρόμηση αυτή βέβαια δεν έρχεται από τον ουρανό -οι γερμανοί δεν ξύπνησαν στραβά ένα πρωι και είπαν να γίνουν ναζί- αλλά έχει σαν οδηγό της τα αδιέξοδα του κεφαλαίου και τις αναπόδραστες αντικειμενικές αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς του που το υποχρεώνουν να στραφεί στην απολυταρχία και να παρασύρει μαζί και το λαό. Αυτό όμως που στην πραγματικότητα θέλω να καταστήσω σαφές, είναι ότι τέτοιου τύπου δεινά δεν αποτρέπονται με το αν θα ψηφίσει ο λαός τον ένα εκπρόσωπο της αστικής τάξης ή τον άλλο. Ήταν αυτοί οι ίδιοι εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού συστήματος οι οποίοι έδωσαν το χρίσμα στον Χίτλερ, και όχι απλά αυτό, αλλά και τον βοήθησαν να φτάσει μέχρι εκεί.

Το μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου πρόβλημα με αυτά τα ψευτοδιλήμματα, είναι ότι παγιδεύουν τις συνειδήσεις του λαού σε λογικές αδιέξοδες, ότι και καλά ο κόσμος αλλάζει με εκλογές, ότι το μόνο μας όπλο περιορίζεται στην ψήφο μας, ότι αυτή είναι η δημοκρατία και πρέπει να λέμε και ευχαριστώ που μπορούμε να το κάνουμε και αυτό, γιατί η εναλλακτική θα ήταν Χίτλερ, Μουσολίνι και Μεταξάς. Και τσουπ, μπαίνει πάλι η λογική του μικρότερου κακού από το παράθυρο, «δέξου αυτήν κακή στραβή, ανάποδη (αστική) δημοκρατία, αλλιώς θα έχουμε χειρότερα»(«μείνε στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ αλλιώς θα έχουμε χειρότερα» και ου το καθ’ εξής). Δηλαδή τα ερωτήματα αυτά έχουν και τη διάσταση της απειλής να τα συνοδεύει. Και μένει ο λαός με δυόμισι επιλογές στα χέρια του, ή να ψηφίσει τον «καλό μπάτσο» ή να ψηφίσει τον «κακό μπάτσο» ή να ανέβει από μόνος του ο μπάτσος στην εξουσία. Στην πραγματικότητα βέβαια ο λαός μένει χωρίς επιλογή, γιατί άσχετα με το τι θα ψηφίσει, αν μείνει μοναχά εκεί, τα πραγματικά κέντρα αποφάσεων θα σχεδιάσουν την πορεία τους είτε με Μακρόν, είτε με Λεπέν, είτε με Ομπάμα είτε με Τραμπ.

Δημοκρατία δι αντιπροσώπων δηλαδή(του κεφαλαίου)μ διαφορετικά άμεση δικτατορία(του κεφαλαίου). «Και εκτός κεφαλαίου κύριε, ποιός είναι;». Όλο και κάποιος είναι, όμως για να αντιληφθούμε τι προτείνει αυτός ο κάποιος πρέπει να ξεφύγουμε από το λάκκο της κοινοβουλευτικής αυταπάτης. Αφού ακόμη και αν το ΚΚΕ βγει πρώτο κόμμα -λέμε τώρα- αν αυτό δεν οδηγήσει τον λαό ή αν ο λαός δεν το ακολουθήσει στη σύγκρουση με τα μονοπώλια για την ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου, όλο αυτό θα είναι δώρο άδωρο. Και εδώ που τα λέμε, για να πραγματοποιηθεί, το δεύτερο δεν είναι προυπόθεση να συμβεί το πρώτο.

Κλείνοντας, να πω ότι άλλο ένα χαρακτηριστικό που έχουν αυτού του τύπου τα ερωτήματα, είναι ότι τίθενται με τρόπο που απαιτεί να απαντήσει κάποιος μονολεκτικά, και μάλιστα έτσι εκβιάζουν και το είδος της απάντησης. Δλδ, αν πρέπει να δώσεις μονολεκτική απάντηση στο ερώτημα «Καραμανλής ή Τανκ»(ή και στο ερώτημα του Κοττάκη), θα πρέπει, μοιραία, να πεις Καραμανλής, αφού η εναλλακτική είναι να είσαι με τη Χούντα.

Πρέπει αν μπεις στην φιλοσοφία του ερωτήματος, να παγιδευτείς και να απαντήσεις κάτι που να είναι ενάντια στα συμφέροντα σου, ως κομμάτι του λαού, λες και δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Ή λες και ο φασισμός, αντιμετωπίζεται εξ ολοκλήρου με αστικού τύπου ψηφοφορίες και όχι με συνειδητή αντιφασιστική δράση ουσίας και σύγκρουση με την «φιλοσοφία» και την πρακτική του σε όλα τα επίπεδα, στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία και όπου αλλού εμφανιστεί. Δεν πρέπει να λησμονούμε δε, ότι σε πολλά ζητήματα και πολιτικές, η αστικοκοινοβουλευτικού τύπου διακυβέρνηση δεν διαφέρει και τόσο από τη φασιστική, και ότι τα πραγματικά όρια μεταξύ των αστικών κομμάτων και των φασιστικών, δεν είναι και τόσο στεγανά, αφού όπως έχει αποδείξει η ιστορία, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις τα πρώτα  όχι μόνο δεν εμποδίζουν, αλλά σιγοντάρουν ή και στηρίζουν ανοιχτά τα δεύτερα. Και τούτο επειδή στην μεγάλη εικόνα, υπάρχουν από πίσω τους κοινά καπιταλιστικά συμφέροντα, έστω και σε διαφορετικά μείγματα που έχουν μια ποικιλία τρόπων διαχείρισης στη διάθεση τους ανάλογα με τις περιστάσεις.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

images

Στο σημερινό κείμενο –με αφορμή και τα διάφορα που ειπώθηκαν την «μέρα της γυναίκας»- πρόκειται να παραθέσω μερικές μου σκέψεις σχετικά με τις έμφυλες σχέσεις, την «πατριαρχία», τον φεμινισμό κ.α. Ο λόγος που έβαλα την έννοια πατριαρχία σε εισαγωγικά, είναι επειδή θεωρώ ότι έχει αποκτήσει περιεχόμενο τέτοιο, που θέτει την όλη συζήτηση για τις σχέσεις των δύο φύλων σε λάθος βάση, με τα εισαγωγικά θέλω να δηλώσω ότι «σνομπάρω» κάπως τον συγκεκριμένο όρο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτό.

«Πατριαρχία» και ταξική ανάλυση

Πολλές «ριζοσπαστικές» φεμινίστριες συγγραφείς και ακτιβίστριες(Kate Millett, Shulamith Firestone, Susan Brownmiller, κ.α.), οι οποίες υιοθετούν τον όρο «πατριαρχία», καταλήγουν να βλέπουν την συγκροτημένη κοινωνία σε όλη της την ιστορία σαν έναν αγώνα άνδρες εναντίον γυναίκες και κατ’ επέκταση πατριαρχία εναντίον μητριαρχίας. Καταλήγουν λοιπόν σε συμπεράσματα του τύπου «αν είχαμε μητριαρχία θα ήταν καλύτερα». Δηλαδή, και το λέω χοντρικά, η ιδέα τους για το αντίδοτο στην «ανδρική κυριαρχία» είναι η «γυναικεία κυριαρχία». Το πρόβλημα τους δεν είναι η κυριαρχία αυτή καθ’ αυτή αλλά το πρόσημο της. Αυτού του είδους οι φεμινίστριες φτάνουν στο σημείο να απαρνηθούν ακόμη και την μητρότητα, διότι θεωρούν οτι η μητρότητα, αποτελεί ριζική αιτία του προβλήματος της έμφυλης ανισόητας.

Τέτοιου είδους οπτικές όμως, έχουν και άλλου είδους «λακούβες». Είναι για παράδειγμα α-ιστορικές, δηλαδή δεν υπολογίζουν στο βαθμό που θα έπρεπε την ιστορικότητα που διατρέχει τις σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων. Βάζουν στην κορυφή τη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών, και παραγνωρίζουν, τις δομημένες κοινωνικό-οικονομικές σχέσεις στις διαφόρων τύπων κοινωνίες. Δηλαδή ναι, οι σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων είχαν ανισορροπίες σε όλους τους τύπους των κοινωνιών, από την μητριαρχική πρωτόγονη εποχή, όσο και στους μετέπειτα τύπους που η κοινωνική θέση της γυναίκας ήταν κατώτερη από αυτή του άνδρα. Αν όμως κατηγοριοποιήσουμε τις κοινωνίες με βάση του ποιο από τα δυο φύλα ήταν σε κυρίαρχη κοινωνική θέση, δεν λέμε και πάρα πολλά για αυτές τις κοινωνίες. Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, ο όρος «πατριαρχία»/ «μητριαρχία» από μόνος του δεν έχει τόση ερμηνευτική αξία στην περιγραφή των τύπων των κοινωνιών. Αυτό που μας δίνει το περιεχόμενο της εκάστοτε κοινωνίας, είναι η ολοκληρωμένη κοινωνική και οικονομική ανάλυση. Και έχοντας με βάση αυτήν την ανάλυση διακρίνει διάφορους τύπους κοινωνιών, μπορούμε μετά να μιλήσουμε για τις σχέσεις των δυο φύλων μέσα σε αυτές. Και αυτό, διότι, η «πατριαρχία» του μεσαίωνα και της φεουδαρχίας είναι τελείως διαφορετική από την «πατριαρχία» της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αναμφισβήτητα στις σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων υπάρχει και μια α-ιστορική διάσταση, δηλαδή μια κατά κάποιο τρόπο ανθρωπολογική. Αυτή που θέλει τους ανθρώπους, για διάφορους λόγους(θεμελιώδεις ψυχολογικούς, ανατομικούς, ταύτισης με σχήματα και μοτίβα, αναπαραγωγικούς κ.α) να βλέπουν τους εαυτούς τους σαν μέλη ιδιαίτερων κατηγοριών και να καθορίζουν την δράση τους(ατομική και ομαδική) με βάση αυτό. Μια κοινωνία που η διάκριση μεταξύ άνδρα και γυναίκας δεν θα υπάρχει, είναι μια κοινωνία που εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να φανταστώ. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και πρέπει να το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη όταν διερευνούμε τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων.

Όμως όταν μιλάμε για την κοινωνία εν γένει, δεν μπορούμε να έχουμε ως κύριο αναλυτικό μας εργαλείο τις σχέσεις των ανδρών και των γυναικών. Οι κοινωνίες, αν και περιέχουν τις σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων, αν και σε αρκετά μεγάλο βαθμό καθορίζονται από αυτές, δεν παύουν να περιέχουν και άλλες, οργανωμένες κοινωνικές σχέσεις, όπως είναι για παράδειγμα οι σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικό-οικονομικών τάξεων. Οι σχέσεις και η φύση των κοινωνικών τάξεων είναι απόλυτα ιστορική, και επειδή είναι απόλυτα ιστορική, ακριβώς για αυτόν τον λόγο αποτελούν την βάση για να καταλάβουμε τις εκάστοτε κοινωνίες αλλά και την κοινωνική εξέλιξη. Οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, αποκτούν ιστορικότητα μέσα από τους διαφορετικούς τύπους κοινωνιών, άρα μέσα από την κοινωνικό οικονομική μεταβολή. Με βάση αυτήν την οπτική, όταν μιλάμε για κοινωνίες, οι κοινωνικές σχέσεις τύπου «τάξης» μας λένε περισσότερα πράγματα για αυτές από ότι οι έμφυλες σχέσεις. Και μάλιστα, δεν μπορούμε να εξετάσουμε τις ίδιες τις έμφυλες σχέσεις στην κάθε κοινωνία, αν δεν εξετάσουμε παράλληλα και τις ταξικές. Στην καπιταλιστική κοινωνιά ας πούμε, ακόμα και αν η θέση του άνδρα είναι σχετικά προνομιακή σε σχέση με τη θέση της γυναίκας, δεν άρχουν οι άνδρες, αλλά άνδρες(κυρίως) και γυναίκες(δευτερευόντος) μιας συγκεκριμένης τάξης, της αστικής.

Για τους παραπάνω λόγους, θεωρώ ότι οι φεμινιστικές αναλύσεις και ερμηνείες, που βλέπουν την κοινωνία, πρωτίστως μέσα από τις έμφυλες σχέσεις, έχουν πολύ πιο στενά αναλυτικά όρια από τις ταξικές αναλύσεις όταν μας ενδιαφέρει να μιλήσουμε για την κοινωνική εξέλιξη. Πόσο μάλλον όταν φεμινιστικές θεωρίες τέτοιου τύπου, φιλοδοξούν ή πιστεύουν ότι έχουν κατανοήσει την εξέλιξη της οργανωμένης ανθρώπινης κοινωνίας μέσα από τη σχέση των δυο φύλων.

Η έμφυλη ανισότητα στις μέρες μας

Όταν μιλάμε για τα έμφυλα δικαιώματα, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να διακρίνουμε δυο κύριες και συμπληρωματικές κατηγορίες δικαιωμάτων. Την μια κατηγορία θα την αποκαλέσω «δικαίωμα στη διάκριση» και την άλλη «δικαίωμα για μη διάκριση». Όταν λεω για δικαίωμα στη διάκριση εννοώ το να έχουν οι γυναίκες κάποια ξεχωριστά δικαιώματα σε σχέση με τους άνδρες, για παράδειγμα δικαιώματα που έχουν να κάνουν με την εγκυμοσύνη(άδεια εγκυμοσύνης, επίδομα εγκυμοσύνης κ.α). Το δικαίωμα στη μη διάκριση, αφορά στο να εξαλλειφθούν τυπικά και ουσιαστικά όλα εκείνα τα προνόμια με βάση το φύλο, τα οποία απολλαμβάνουν αποκλειστικά ή σε μεγαλύτερο βαθμό οι άνδρες και στα οποία θα ήταν καλό να είχαν πρόσβαση και τα δυο φύλα. Και αντίστροφα, επιβαρύνσεις που αφορούν περισσότερο την γυναίκα, να μετακυλιστούν και προς τους άνδρες(π.χ οικιακές δουλειές).

Θα λέγαμε ότι στις δυτικού τύπου καπιταλιστικές κοινωνίες η ανισότητα με βάση το φύλο έχει αμβλυνθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ακόμη σημαντική με αρνητικό τρόπο. Δηλαδή οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο στις δουλείες, φτάνουν δυσκολότερα σε διευθυντικές θέσεις, πέφτουν πιο συχνά θύματα ενδοοικογενειακής βίας από ότι οι άνδρες κ.α. Μάλιστα ακόμα και σήμερα που -σε αντίθεση με τις «παραδοσιακές» κοινωνίες- η γυναίκα εργάζεται εκτός σπιτιού, οι οικιακές δουλειές εξακολουθούν να την επιβαρύνουν περισσότερο από ότι τους άνδρες.  Παράλληλα, στην οικονομική κρίση που η κυριαρχία της αγοράς δείχνει τα δόντια της, οι γυναίκες βλέπουν μια σειρά από θεσμοθετημένα δικαιώματα τους να ξηλώνονται. Δικαιώματα που είχαν να κάνουν με τη μητρότητα, με την εγκυμοσύνη κλπ. Ενω άλλα, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα στην άμβλωση, αμφισβητούνται μέσα από συντηρητικές πολιτικές σε αρκετά μέρη του «δυτικότροπου» κόσμου(ΗΠΑ, Πολωνία, Ρωσία κ.α).

Παρότι, λοιπόν, στη Δύση η τυπική έμφυλη ισότητα δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ουσιαστική, υπάρχουν και μια σειρά από χώρες με θρησκευτικό φονταμενταλισμό, ή με κοινωνική εξαθλίωση, στις οποίες τα πράγματα θυμίζουν ακόμη μεσαίωνα(κλειτοριδεκτομές, μπούργκες, αναγκαστικά προξενιά κ.α). Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε, ότι για πολλές από αυτές τις χώρες έχει επέλθει ένα πισωγύρισμα υποκινούμενο(με οικονομικά κονδύλια, με στρατιωτική εκπαίδευση, με οπλικά συστήματα που παρέχονται σε συντηρητικούς πυρήνες) από τη δύση, πάρτε για παράδειγμα το Αφγανιστάν, τη Συρία ή τη Λιβύη.

y-f775c80344bc10ff99e84acb44812f4b

Πάντως, η συζήτηση για τα δικαιώματα των γυναικών δεν μπορεί παρά να έχει τελείως διαφορετικό περιεχόμενο στην Ελλάδα σε σχέση με το Ιράκ ή το Κονγκό. Και αυτό επειδή αν και σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος έχει υποταχθεί στο καπιταλιστικό μοντέλο, οι κοινωνίες μεταξύ τους εξακολουθούν να έχουν διαφορές, οι οποίες είναι και αυτές ιστορικά προσδιορίσιμες. Σε αυτό το σημείο θα αναφερθώ στον Max Weber, ο οποίος, προσπαθώντας να αναλύσει τον δυτικού τύπου καπιταλισμό και τη σχέση του με το χριστιανικό δόγμα, παρατηρεί ότι μονάχα ενδεχομενικά ο καπιταλισμός εμφανίστηκε έτσι όπως εμφανίστηκε στα προτεσταντικά κράτη. Και συνδυάζοντας το παραπάνω με τον Μαρξ, θα πω ότι αν και οι καπιταλιστικές σχέσεις όπου επικρατήσουν αλλάζουν αποφασιστικά το υπάρχον εποικοδόμημα, ωστόσο, το νέο εποικοδόμημα που προκύπτει δεν είναι ολοκληρωτικά ανεξάρτητο από το προηγούμενο. Για αυτό δυο καπιταλιστικές κοινωνίες –πέρα από τα κοινά σημεία που έχουν στην ρίζα της παραγωγής- μπορούν να είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Άραγε συγκλίνουν κάποτε –έστω και στο άπειρο- οι καπιταλιστικές κοινωνίες προς μια ομογενοποίηση; Αυτό είναι κάτι που πραγματικά δεν μπορώ να απαντήσω(και ελπίζω να μη χρειαστεί κιόλας να απαντηθεί με την έννοια ότι ο καπιταλισμός δεν αποτελεί το «τέλος της ιστορίας»).

Μερικές φορές όταν μιλάμε για ισότητα(μεταξύ φύλων, μεταξύ ανθρώπων κλπ), μπερδευόμαστε και θεωρούμε ως ισότητα την εξωμοίωση. Δυστυχώς αυτό το μπέρδεμα το έχει πάθει και το φεμινιστικό κίνημα, τουλάχιστον σε μια από τις αμερικάνικες εκδοχές του. Γύρω στις δεκαετίες του 60 έως τουλάχιστον το 80(ίσως και το 90), η ισότητα γίνονταν αντιληπτή σε κάποιο βαθμό ως εξωμοίωση, και μάλιστα σαν προσπάθεια να μοιάσει το «ασθενές» φύλο στο «κυρίαρχο» αρσενικό. Προέκυψε λοιπόν –μεταξύ άλλων- η γυναίκα καριέρας. Η γυναίκα δηλαδή που έβαλε κοστούμι(ανδρικό ενδυματολογικό πρότυπο) και μπήκε στον κόσμο των επιχειρήσεων για να ανταγωνιστεί(και να κερδίσει) τον άνδρα στο δικό του γήπεδο. Προσοχή, δεν κάνω κριτική στο ότι η γυναίκα έγινε στέλεχος επιχείρησης, αλλά επισημαίνω το γεγονός ότι κατά κάποιο τρόπο αυτό έγινε με όρους υιοθέτησης του στυλ του «κυρίαρχου» προτύπου. «Καν το όπως ο άντρας» δηλαδή, κάτι σαν τον φτωχό που έχει για πρότυπο του τον πλούσιο.

Μια ακόμη διάσταση που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας, είναι ότι και οι άνδρες γίνονται θύματα καταπίεσης με βάση το φύλο. Υπάρχουν στην κοινωνία ένα σωρό καταπιεστικά πρότυπα συμπεριφοράς, όροι και προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να απαντά κάποιος άνδρας για να θεωρηθεί σωστός απέναντι στον κοινωνικό του ρόλο ως αρσενικό. Επίσης, στον εργασιακό χώρο, και αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε να γίνεται πιο έντονα στις ΗΠΑ, έχει εντέχνως καλλιεργηθεί μια κουλτούρα ανταγωνισμού μεταξύ των «αρσενικών» για το ποιος θα είναι ο «αρχηγός της αγέλης». Υποθέτω ότι από πίσω κρύβονται αντιλήψεις και κουλτούρες μάνατζμεντ που θεωρούν ότι με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας αυξάνεται και η αποδοτικότητα. Επιπλέον, όπως υπάρχουν δουλειές που αποκλείουν ή περιορίζουν τη συμμετοχή των γυναικών, έτσι υπάρχουν και δουλειές που αποκλείουν ή περιορίζουν τη συμμετοχή των ανδρών. Τέλος, ότι περίπου ισχύει για την αντικειμενοποίηση της γυναίκας ισχύει και για τον άνδρα. Αντικειμενοποίηση στην εργασία και μάλιστα με διττή έννοια, δηλαδή τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας σαν ενα γρανάζι της παραγωγής. Αλλά και το γυναικείο και ανδρικό σώμα ειδωμένο περισσότερο σαν «μορφή» και λιγότερο σαν «περιεχόμενο»(μοντέλα πασαρέλας, εργαζόμενοι σε μπάρ/καφετέριες που η δουλειά τους απαιτεί να φαίνονται και να ντύνονται «σέξι», βιομηχανία του σεξ  κ.α).

Ανέφερα παραπάνω, ότι η συζήτηση για τα δικαιώματα των γυναικών δεν μπορεί παρά να έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με τον τύπο της κοινωνίας που αναφέρεται. Όμως και μέσα στην ίδια κοινωνία(ή πιο σωστά μέσα στο ίδιο κράτος), ακριβώς επειδή οι κοινωνίες δεν είναι απλά σύνολα από ανθρώπους σε σχέσεις μεταξύ τους, αλλά περιέχουν και οργανωμένα ταξικά, και όχι μόνο, συμφέροντα, η συζήτηση για τα δικαιώματα των γυναικών μπορεί να έχει διαφορετικά πρόσημα. Δηλαδή, η απλή εργάτρια είναι θύμα διαφορετικής και πιο έντονης έμφυλης καταπίεσης σε σχέση με μια πανεπιστημιακό η μια γυναίκα στέλεχος επιχειρήσεων. Αλλά, επειδή στον πραγματικό κόσμο, δεν μπορούμε να απομονώσουμε την έμφυλη καταπίεση από την ταξική, η καθαρίστρια ή η καμαριέρα δεν μπορεί να αρκεστεί στην διεκδίκηση αιτημάτων που σχετίζονται μόνο με το φύλο. Πρέπει να εντάξει αυτά τα αιτήματα –χωρίς να χάσουν βέβαια και τη σχετική αυτοτέλεια τους- σε ένα ευρύτερο διεκδικητικό πλαίσιο, κάτι το οποίο η γυναίκα της «ανώτερης» τάξης εξ αντικειμένου δεν έχει την ανάγκη να ασπαστεί(όχι ότι αποκλείεται να το ασπαστεί). Οι διαφορές στις αντιλήψεις για το φύλο εντός μιας δεδομένης κοινωνίας, πέρα από το ταξικό, μπορεί να έχουν και φυλετικό πρόσημο. Παρατηρείται για παράδειγμα μια συντηρητικοποίηση των μειονοτικών πληθυσμών όταν αυτοί περιθωριοποιούνται ή γκετοποιούνται.

Δράση/αντίδραση – καπιταλισμός και έμφυλες σχέσεις

Πίσω από κάθε δομημένη κοινωνική σχέση είπαμε ότι αναπτύσσονται διάφορων τύπων συμφέροντα, και από τα συμφέροντα αναπτύσσονται δεδομένες αντιλήψεις, οι έμφυλες σχέσεις δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν αυτού του «νόμου». Αυτό σημαίνει, ότι οποιαδήποτε προσπάθεια για διόρθωση ή άμβλυνση των ανισοτήτων θα συναντήσει ή έχει συναντήσει και την ανάλογη αντίδραση, ακόμα και για πράγματα που μοιάζουν αστεία, όπως για παράδειγμα το «δικαίωμα» των γυναικών να φορέσουν παντελόνι. Η κοινωνία αντιδρά σε αυτού του τύπου τις αλλαγές ακόμα και όταν δεν έχει συνείδηση του γιατί αντιδρα, ακριβώς επειδή τα ιδιαίτερα συμφέροντα έχουν «κατασκευάσει» αντιλήψεις, οι οποίες καμιά φορά είναι πιο ανθεκτικές από τα ίδια τα συμφέροντα αυτά καθ αυτά(σαν την βεντέτα που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και όταν έχουν ξεχαστεί οι λόγοι για τους οποίους ξεκίνηση).

Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε και ανδρώθηκε σε κοινωνίες οι οποίες είχαν έντονες διαφορές  στις σχέσεις και τα δικαιώματα μεταξύ ανδρών και γυναικών(εις βάρος των γυναικών). Στο πλαίσιο του Γαλλικού Διαφωτισμού αναδύθηκε ένα στοιχειώδες αίτημα άμβλυνσης αυτών των διακρίσεων. Παρόλα αυτά, σαν οικονομικό σύστημα ο καπιταλισμός, δεν βιάστηκε ιδιαίτερα να ξεριζώσει αυτές τις ανισότητες, παρά μόνο όταν έμπαιναν εμπόδιο στην οικονομική και πολιτική του ολοκλήρωση. Για παράδειγμα, το μεγάλο βήμα των γυναικών να μπούν στη βιομηχανία, έγινε κατά τον πρώτο και κυρίως κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επειδή δεν υπήρχαν αρκετά ανδρικά χέρια(ήταν στο μέτωπο) για να απαντήσουν στις αυξημένες παραγωγικές ανάγκες της διεξαγωγής του πολέμου. Και πάλι, αυτό έγινε με άνισους όρους, αφού η γυναίκα που μπήκε στην παραγωγή, δεν είχε ούτε τα ίδια μισθολόγικά ωφέλη, αλλά ούτε και τα ίδια εργασιακά δικαιώματα σε σχέση με τον άνδρα. Ο εργοστασιάρχης λοιπόν καρπώνονταν τις υπαρκτές ανισότητες προκειμένου να έχει μικρότερο κόστος και μεγαλύτερο κέρδος.

Παρόλα αυτά, και όσο και αν ακούγεται παράξενο αυτό, ο καπιταλισμός από τη φύση του δίνει σταδιακά την δυνατότητα στη γυναίκα να «διορθώσει» την κατάσταση της. Αυτό επειδή, μπαίνοντας η γυναίκα δυναμικά στην παραγωγή, της δίνεται η ευχέρεια να συνειδητοποιήσει τον ταξικό της ρόλο, την ενεργή συμβολή της στην δημιουργία του πλούτου(από κοινού φυσικά με τον άνδρα εργαζόμενο), και έτσι να αντιδράσει τόσο ενάντια στην έμφυλη όσο και στην ταξική καταπίεση. Παρατηρούμε και στη χώρα μας, ότι ο αγώνας για την γυναικεία χειραφέτιση εντείνονταν όσο η γυναίκα έμπαινε στην παραγωγή, και η δυναμική αυτή βρήκε έκφραση μέσα από το εργατικό κίνημα της εποχής(από τις αρχές του 20ου αιώνα ως και τα μέσα του). Κάτι που εν τέλει τροφοδότησε με φεμινιστικά αιτήματα, και το πνεύμα της αντίστασης, αλλά και του εμφυλίου από την πλευρά της αριστεράς. Μέσα από το εργατικό κίνημα οι γυναίκες κατέκτησαν δικαιώματα, αγωνίστηκαν, μορφώθηκαν, διακρίθηκαν. Οι γυναίκες του ΔΣΕ για παράδειγμα, ανάμεσα στις κλαγγές της μάχης, φρόντιζαν παράλληλα να μορφωθούν και να καλλιεργηθούν πνευματικά(θέατρο, διάβασμα, συζήτηση, ιδεολογική θωράκιση). Οι αντάρτισσες, οι εργάτριες, οι γυναίκες του εργατικού κινήματος, εξυψώθηκαν πνευματικά, σε ύψη στα οποία μέχρι τότε κατοικούσαν μόνο οι κυρίες της «καλής κοινωνίας».

dse09

Αντάρτισσες του ΕΛΑΣ στο βουνό

Ανέφερα σε προηγούμενο σημείο του άρθρου, ότι η αξίωση για χειραφέτιση μπορεί να έχει πολλά πρόσημα. Για παράδειγμα, στα τέλη του 19ου ως και τις αρχές του 20 αιώνα, δραστηριοποιήθηκαν οι «Σουφραζέτες» που ήταν γυναίκες, στην πλειοψηφία τους μορφωμένες και από τα μέσα και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, οι οποίες αγωνίζονταν [κυρίως] για πολιτική ισότητα(δικαίωμα στο εκλέγειν και στο εκλέγεσθαι κ.α). Το κίνημα αυτό, με βάση τη σύνθεσή του, δεν θα μπορούσε να προχωρήσει πολύ παραπέρα. Οι γυναίκες που συμμετείχαν σε αυτό δεν είχαν τα ακραία βιοποριστικά προβλήματα που είχαν οι γυναίκες της εργατικής τάξης, ούτε και ήταν στο ίδιο βαθμό θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η ταξική καταπίεση -αντίθετα με τις φτωχές γυναίκες των εργατών- δεν αφορούσε τις σουφραζέτες.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θεωρώ, ότι η πραγματική χειραφέτιση της γυναίκας περνάει από την χειραφέτιση του ανθρώπου εν γένει, και η χειραφέτιση του ανθρώπου από την ταξική χειραφέτιση. Δεν μπορεί -παρά τα όποια θετικά βήματα- να υπάρχει πραγματική, ουσιαστική και ολοκληρωμένη χειραφέτιση χωρίς την ταξική χειραφέτιση. Οι άνδρες και οι γυναίκες, μόνο μέσα από τους κοινούς τους αγώνες μπορούν τα πετύχουν τον «τελικό σκοπό». Η λογική του γενικευμένου πολέμου μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι αποπροσανατολιστή και οδηγεί σε λογικά, κοινωνικά και επιστημονικά αδιέξοδα. Η έμφαση στον αγώνα για ταξική χειραφέτιση δεν πρέπει με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ως παραίτηση των γυναικών από τον αγώνα για τα δικαιώματα τους, δεν παραπέμπω δηλαδή την λύση του «γυναικείου ζητήματος» στον ώριμο σοσιαλισμό. Αυτο που θέλω να πω είναι ότι ο αγώνας των γυναικών για την χειραφέτιση τους πρέπει όσο το δυνατόν περισσότερο να εναρμονιστεί -χωρίς να χάσει και την αυτοτέλεια του στην πορεία- με τους ευρύτερους αγώνες του εργατικού κινήματος.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

img1-5_orig

Είχα παραθέσει τις προάλλες μερικές μου σκέψεις για τους αστικούς θεσμούς και την αστική πολιτική ιδεολογία, σε σχέση με το πώς αυτοί/η διαμορφώθηκαν ιστορικά, και τους σκοπούς που εξυπηρετούσαν. Παρά την κυριαρχία της στις μοντέρνες κοινωνίες, και παρά την στόχευση της στην οικουμενικότητα, η ιδεολογία αυτή και οι θεσμοί που πηγάζουν από αυτή -με όλη τους την μονομέρεια- δεν εφαρμόστηκαν εξαρχής σε όλο το εύρος της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, το δικαίωμα στο εκλέγειν και στο εκλέγεσθαι, αρχικά δεν αφορούσε τις γυναίκες, δεν αφορούσε τους σκλάβους, δεν αφορούσε τους καταδικασμένους λαούς στις αποικίες. Βέβαια στις διακηρύξεις του διαφωτισμού, υπήρχε ως σπέρμα η καθολικότητα του «κανόνα», αλλά για να γίνει αυτό το αίτημα καθολικότητας πραγματικότητα, έπρεπε να μεταβληθούν με τον καιρό και οι αντικειμενικές συνθήκες, κάτι που επιτεύχθηκε μετά από πολύχρονους αγώνες. Προσοχή, δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι η καθολικότητα ενός αστικού θεσμού εγγυάται πως οι αντικειμενικές ανισότητες παύουν να υπάρχουν (για την ακρίβεια έδειξα ότι ισχύει το αντίθετο στο προηγούμενο άρθρο, απλά το ξεκαθαρίζω και εδώ για όσους δεν το έχουν διαβάσει ή δεν θα το διαβάσουν), δηλαδή άλλο πράγμα η «τυπική ισότητα» και άλλο η πραγματική.

Ακόμη και στις μέρες μας, ορισμένοι από τους αστικούς θεσμούς, δεν έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, δηλαδή δεν έχουν εκπληρώσει το «καθολικό» αίτημα τους. Και δεν μιλάμε για την ισχύ τους σε κατάσταση «αστικής ανωμαλίας» (δηλ. χούντες, πολέμους κλπ) αλλά σε κατάσταση «αστικής ειρήνης». Το αστικό κράτος και ο «αστικός κόσμος» (δηλαδή τα λεγόμενα «Think Tanks», οι πανεπιστημιακοί, οι αποκαλούμενες «ομάδες πίεσης», η αστική διανόηση γενικότερα κ.α) αναγκάζονται κάποια στιγμή, και όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν ή το απαιτήσουν, να στρέψουν την προσοχή τους προς το ανεκπλήρωτο αυτών των αιτημάτων. Προσωπικά μπορώ να διακρίνω τρείς μορφές με τις οποίες τα αιτήματα αυτά έρχονται στην επιφάνεια:

  • Όταν ομάδες ανθρώπων μένουν εκτός των τυπικών αστικών δικαιωμάτων. Είδαμε ήδη το παράδειγμα των γυναικών, οι οποίες απέκτησαν αργότερα δικαίωμα ψήφου σε σχέση με τους άνδρες. Τέτοια ζητήματα μπορεί να προκύψουν και για μετανάστες, πρώτης ή δεύτερης γενιάς, που, στο πλαίσιο των διεκδικήσεων τους για καλύτερη μεταχείριση, εντάσσεται και η πίεση προς την πολιτεία και το κράτος για θεσμοθέτηση δικαιωμάτων.
  • Όταν προκύπτουν εξελίξεις οι οποίες δημιουργούν νέα δεδομένα, για τα οποία οι αστικές κυβερνήσεις καλούνται να δημιουργήσουν ένα θεσμικό πλαίσιο. Του θεσμικού πλαισίου συνήθως προηγείται το ιδεολογικό, γύρω από το οποίο συσπειρώνονται οι διάφορες «ομάδες πίεσης». Αυτό μπορεί να αφορά ιδιαίτερα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, όπως πχ το σύμφωνο συμβίωσης ή το δικαίωμα υιοθεσίας.
  • Τέλος, υπάρχει και η περίπτωση εκείνη, που ενώ οι θεσμοί θεωρητικά υπάρχουν, παρόλα αυτά οι αντικειμενικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στην κοινωνία αποκλείουν εξ αντικειμένου κάποιους ανθρώπους από αυτούς τους θεσμούς. Για παράδειγμα το αμερικάνικο κράτος έχει εφαρμόσει μια πολιτική ποσοστώσεων στον εργασιακό τομέα για να αμβλύνει το φαινόμενο της περιχαράκωσης. Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να απασχολούν από ένα συγκεκριμένο ποσοστό μαύρων και πάνω(λεπτομέρειες δεν γνωρίζω, ίσως να μην είναι ακριβώς απαγόρευση και να υπάρχουν κάποια bonus στις επιχειρήσεις που το τηρούν ή κάποια πρόστιμα και φορολογικές επιβαρύνεις στις επιχειρήσεις που δεν το τηρούν).

Θα κάνω σε αυτό το σημείο μια μικρή καταγραφή κάποιων περιπτώσεων που μπορώ να διακρίνω και οι οποίες εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες.

  • Δικαιώματα εθνοτικών, θρησκευτικών και άλλων μειονοτήτων
  • Δικαιώματα ομοφυλοφίλων
  • Νομιμοποίηση χρήσης ναρκωτικών
  • Δικαιώματα ΑΜΕΑ
  • Δικαιώματα που σχετίζονται με το φύλο
  • Ζήτημα διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους

Και εδώ κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί τι κάνει αυτού του είδους τα αιτήματα να διαφέρουν από άλλα αιτήματα και διεκδικήσεις που απασχολούν και απασχόλησαν την αστική κοινωνία στην σύντομη αλλά περιεκτική ιστορία της; Θα προσπαθήσω να απαντήσω διακρίνοντας μερικές ουσιαστικές διαφορές.

  • Τα αιτήματα αυτά συνδέονται άμεσα με τους θεσμούς και τις ιδέές, οι οποίοι γέννησαν την και γεννήθηκαν από την, αστική κοινωνία και το οικονομικό σύστημα που πηγαίνει χέρι-χέρι με αυτήν, δηλαδή το καπιταλιστικό.
  • Οι θεσμοί αυτοί και η ιδεολογία που σχετίζεται με αυτούς, έχοντας ξεπηδήσει από την συνείδηση της αστικής τάξης, δεν προσβάλουν καθόλου τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής συσσώρευσης, τουλάχιστον όχι άμεσα, είναι αιτήματα που γεννιούνται και έχουν ως σκοπό τους να εκπληρωθούν μέσα στο αστικό κράτος και στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας.
  • Αντίστοιχα, οι διάφορες «ομάδες πίεσης» -τουλάχιστον στην «μεταμοντέρνα εποχή»- μένουν στο συγκεκριμένο και αποφεύγουν τις γενικότερες διεκδικήσεις. Συχνά είναι ΜΚΟ ή ακόμη και αν δεν είναι, αντιγράφουν την μορφή, την οργάνωση και τη δράση τους. Επιπλέον, είναι πολλές οι φορές που οι ομάδες αυτές σχετίζονται επίσημα με κρατικούς φορείς ή χρηματοδοτούνται από αυτούς.
  • Κάθε ένα από αυτά τα αιτήματα, το αστικό κράτος τα βλέπει μέσα από το δικό του πρίσμα συμφερόντων. Ακόμα και οι αγώνες για την απελευθέρωση της γυναίκας, αλλιώς γίνονταν αντιληπτές από την αστική τάξη και αλλιώς από την εργατική. Για άλλο πράγμα αγωνίζονταν η «Σουφραζέτα» και για διαφορετικό η εργάτρια σε κλωστοϋφαντουργείο. Η πρώτη ζητούσε πολιτικά δικαιώματα, η δεύτερη αγωνίζονταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων που έφταναν μέχρι το να αμφισβητούν το ίδιο το αστικό κράτος και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Φυσικά η πορεία προς την εκπλήρωση των αιτημάτων των αστικών θεσμών δεν είναι ευθεία. Υπάρχουν ζιγκ ζαγκ, υπάρχουν διακλαδώσεις, υπάρχουν και μπρος πίσω. Η θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, μπορεί να φέρει πισωγύρισμα στα δικαιώματα των μειονοτήτων. Αντίστοιχα, η κουβέντα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων αναδεικνύει και σχετίζεται και με μια σειρά από άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα το ζήτημα του κοινωνικού φύλου, την αμφισβήτηση –μέσα από το αίτημα για προέκταση της- του θεσμού της οικογένειας όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στις σύγχρονες κοινωνίες, την «νομική κατοχύρωση» των σχέσεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου κ.α. Παράλληλα εμφανίζονται συνεχώς νέες κατηγορίες για ιδιαίτερες σεξουαλικές προτιμήσεις ατόμων, οι οποίες επιδρούν στην συγκρότηση του χαρακτήρα τους και στην αλληλεπίδραση τους με την υπόλοιπη κοινωνία(bisexual, trans, asexual κ.α.), κάτι που ανατροφοδοτεί συνεχώς ομάδες και κινήματα που σχετίζονται με τα δικαιώματα αυτών των κατηγοριών.

Στα αιτήματα αυτά διαπλέκονται συνήθως όλες οι εκφάνσεις της αστικής ιδεολογίας, από την φιλελεύθερη(και την νεοφιλελεύθερη) ως την αριστερή. Παραδείγματος χάριν, το αίτημα για την νομιμοποίηση της κάνναβης σχετίζεται τόσο με την ελευθεριακή ρητορεία της αναρχικής ιδεολογίας, όσο και με την φιλελεύθερη αντίληψη για την ελευθερία του ατόμου που αντιτίθεται στο «πατερναλιστικό κράτος» το οποίο θα ελέγχει τη ζωή και τις προτιμήσεις των πολιτών. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι, πολλά σοσιαλδημοκρατικά και αναθεωρητικά κόμματα κάνουν κορωνίδα τους τέτοιου είδους διεκδικήσεις προσπαθώντας μάλιστα να τους δώσουν αριστερή απόχρωση. Το Σύριζα φερ ειπείν, προσέγγισε για ψηφοθηρικούς λόγους το κίνημα για την νομιμοποίηση της χρήσης κάνναβης.

Δεν σημαίνει, φυσικά, ότι όλη η αστική κοινωνία, τα πολιτικά κόμματα, και η αστική διανόηση συμπλέουν προς την ίδια κατεύθυνση όσον αφορά στην εκπλήρωση αυτών των αιτημάτων. Το θέμα των αμβλώσεων για παράδειγμα έχει διχάσει τις ΗΠΑ ενώ το ζήτημα της υποχρεωτικής διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία δίχασε τον πολιτικό κόσμο στη χώρα μας. Στην πραγματικότητα, η υιοθέτηση ή η εναντίωση κόμματων και φορέων στο ένα ή στο άλλο τέτοιου τύπου κοινωνικό φαινόμενο, τους προσφέρει τον μανδύα της ιδεολογικής διαφοροποίησης μεταξύ τους και ορίζει το πεδίο αντιπαράθεσης. Μια επιφανειακή διαφοροποίηση, που δεν προσβάλει με κανένα τρόπο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά που τους επιτρέπει να κοκορομαχούν και να δίνουν την εντύπωση ή την αυταπάτη –στο κοινό το οποίο απευθύνονται- ότι αποτελούν πολιτικές οντότητες με πραγματικά ξεχωριστό πρόσημο. Αν εξετάσουμε τα περισσότερα σύγχρονα κράτη, θα παρατηρήσουμε ότι η στάση των κομμάτων σε τέτοιου τύπου ζητήματα, τα τοποθετούν ως «προοδευτικά» ή «συντηρητικά».

Στην καπιταλιστική κοινωνία βεβαίως, πολλά(αν όχι όλα) από αυτά τα ζητήματα, σχετίζονται και με τρόπους κερδοφορίας και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ας πάρουμε για παράδειγμα το θέμα της νομιμοποίησης των ναρκωτικών, το οποίο επιτρέπει την εμφάνιση μιας σειράς από νέα προϊόντα, τρόπους διανομής, καταστήματα, μάρκετινγκ/διαφήμιση κλπ. Εύλογα λοιπόν μπορεί κάποιος να υποθέσει, ότι η καμπάνια υπέρ της νομιμοποίησης της χρήσης της κάνναβης σχετίζεται [και] με οργανωμένα καπιταλιστικά συμφέροντα λιγότερο ή περισσότερο σκιώδη.

Μπορεί μέχρι κάποιο επίπεδο ωρίμανσης του καπιταλισμού, όλα αυτά τα αιτήματα να οδηγούσαν σε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις. Στις μέρες μας όμως, που ο καπιταλισμός έχει σαπίσει μην έχοντας πια τίποτα να προσφέρει, τα αιτήματα αυτά, γίνονται κατά κάποιο τρόπο «φερετζές» για να καλύψουν τα πραγματικά προβλήματα τα οποία πηγάζουν από τη ρίζα της καπιταλιστικής παραγωγής. Είναι η επιφάνεια, που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια κουβέντα για το φύλο των αγγέλων πάνω σε μια κοινωνία που σαπίζει. Ο διάλογος που ανοίγεται και σχετίζεται με όλα τα παραπάνω ζητήματα, είναι τόσο ρηχός και ταυτόχρονα τόσο φλύαρος, που στην καλύτερη περίπτωση πιάνει τα συμπτώματα δίχως να θέλει να προχωρήσει παραμέσα(πάνω σε αυτό ίσως αξίζει να διαβαστεί ενα παλαιότερο μου άρθρο για το Politically Correct). Είναι η καπιταλιστική σκέψη που δεν μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό της, που συχνά επινοεί τις ερωτήσεις με βάση τις απαντήσεις που μπορεί να δώσει, που επιμερίζει και που υποτάσσει τα πάντα στην κερδοφορία, που ενσωματώνει τον φαινομενικά ανατρεπτικό λόγο, που κυνηγάει την ουρά της.

Κάπου εδώ και κάπως απότομα θα κλείσω το παρόν άρθρο, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από κάποιες σκέψεις, που προσπάθησα να οργανώσω μέσα στο κεφάλι μου και να τις αποτυπώσω πάνω σε ηλεκτρονικό χαρτί. Και αυτό σημαίνει ότι δεν έχω με κανένα τρόπο εξαντλήσει την περιγραφή, τις κατηγορίες ούτε και τις ιδιότητες των φαινομένων στα οποία αναφέρθηκα.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

201648

Καθόμουν χθες Τσικνοπέμπτη και παρακολουθούσα –θέλοντας και μη- τις συζητήσεις των πελατών στο μαγαζί. Ειπώθηκαν όπως κάθε φορά διάφορα, πρόκειται να σταθώ μοναχά σε μερικά. Κριτήριο επιλογής δεν είναι η πρωτοτυπία τους, αλλά το ακριβώς αντίθετο, το πόσο κοινότυπα είναι και το πόσο βαθιά ριζωμένα βρίσκονται στη συνείδηση της πλειοψηφίας. Ας πάμε όμως στο ψητό…

Έλεγε κάποιος στη δίπλα παρέα με ύφος δασκαλίστικο

  • Εμείς οι Έλληνες έχουμε το κακό ότι είμαστε διασπασμένοι, πρέπει να ενωθούμε όλοι μαζί επιτέλους!

Κανείς από τους άλλους δεν διαφώνησε.

Δεν πέρασαν δέκα λεπτά πριν ο ίδιος –ο ενωτικός- άρχισε να κατηγορεί τη διπλανή του που ήταν δημόσιος υπάλληλος, ότι η σύνταξη της των 1000 ευρώ είναι πάρα πολύ μεγάλη και ότι δεν τη δικαιούται σε σχέση με το τι πρόσφερε στην κοινωνία. Εκείνη, αφού πρώτα υπερασπίστηκε τον εαυτό της, τα έβαλε και αυτή με τη σειρά της με τους ελεύθερους επαγγελματίες, και ειδικότερα τους μάστορες που ποτέ δεν κόβουν λέει απόδειξη. Οι επιχειρηματίες της παρέας άρχισαν να διαμαρτύρονται για το πόσο τεμπέληδες είναι οι νέοι, και ότι κανείς τους δεν θέλει να δουλέψει.

  • Δηλαδή εμείς γιατί δουλεύουμε όλη μέρα; Εμείς οι επιχειρηματίες είμαστε οι μόνοι που προσφέρουμε στον τόπο και δίνουμε και δουλειές σε οικογένειες, δεν είμαστε σαν τους χαραμοφάηδες του δημοσίου!

Αυτό που έχουν πολλοί επιχειρηματίες, από το μικρότερο ως τον μεγαλύτερο, να νομίζουν ότι δουλεύουν για το καλό του κόσμου και όχι για την τσέπη τους είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο…

Εκεί κάπου λοιπόν έκανα και εγώ την πρώτη μου παρέμβαση λέγοντας τους ότι το 20/100 του πληθυσμού κατέχει το 95/100 του πλούτου και ότι το πιο πλούσιο 1/100 κατέχει πάνω από τον μισό πλούτο τη Γης. Γιατί λοιπόν αντί εμείς οι από κάτω να τσακωνόμαστε μεταξύ μας για τα ψίχουλα, να μην απαιτήσουμε μια πιο δίκαιη μοιρασιά σε σχέση με τους από πάνω που έχουν τα πολλά; Την ερώτηση την έκανα και στην παραδίπλα παρέα για να πάρω την απάντηση ότι αυτοί(οι από πάνω) δεν έχουν σχέση με εμάς(τους από κάτω). Με λίγα λόγια είναι λες και υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στον πλούτο των πλουσίων και στη φτώχεια των φτωχών. «Εγώ ξέρω τη λύση!» μου λέει ο ίδιος από την παραδίπλα παρέα που έχει μαγαζί με ηλεκτρολογικά, «Πρέπει να μειώσουν το ΦΠΑ στο 10/100». Το έβλεπε βέβαια από το «στεγνά» δικό του μετερίζι, αφού αν πέσει το ΦΠΑ θα αυξηθούν ενδεχομένως οι πωλήσεις και θα ανεβεί και το περιθώριο κέρδους. Του εξηγώ λοιπόν ότι το γεγονός της αύξησης των φόρων στα χαμηλά και μεσαία στρώματα του πληθυσμού, συνδέεται άμεσα με τις απαιτήσεις του διεθνούς τραπεζικού κεφαλαίου, άρα, κανένα στεγανό δεν υπάρχει ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό, τα δικά μας λεφτά και ο δικός μας ο κόπος είναι που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους. Έδειξε να το επεξεργάζεται όμως δεν μου απάντησε.

Αργότερα το θέμα της πρώτης παρέας άλλαξε και πήγε στον εμφύλιο. Μπήκα και εγώ σφήνα στην κουβέντα αλλά δεν έδιναν και πολύ σημασία στις εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες που τους παρέθετα. Κάποια στιγμή έπιασα κατ’ ιδίαν συζήτηση με τον πιο «λάιτ» από αυτούς. «Στον πόλεμο και οι δύο πλευρές καταντάνε να γίνονται το ίδιο» μου λέει. «Δηλαδή…», τον ρωτάω, «στην κατοχή ήταν το ίδιο οι ναζί με αυτούς που πολεμούσαν τους ναζί;». Απάντηση δεν πήρα ούτε από αυτόν …

Γενικά αυτές οι υπεραπλουστευτικές απαντήσεις του στυλ «η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση», και, «όλοι το ίδιο είναι» εκφράζουν στην καλύτερη περίπτωση άγνοια. Άμα δεν ξέρεις τίποτα για ένα ζήτημα πετάς ένα «η αλήθεια βρίσκεται πάντα κάπου στη μέση» και καθάρισες. Στην περίπτωση όμως που δεν εκφράζονται από άτομα ή φορείς που έχουν άγνοια, διαδίδονται ακριβώς για να διαμορφώσουν τις αντιλήψεις όσων τελικά δεν το ψάχνουν και πολύ και δέχονται την επικρατέστερη «αποψάρα». Κάπως έτσι καταλήγουμε σε οπτικές του στυλ «μα έλληνας να τουφεκάει έλληνα;».

Παρακάτω –προς ένδειξη ότι δεν είναι όλοι ίδιοι- ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από το συλλογικό βιβλίο της Σύγχρονης Εποχής, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας(σελ.77-79). Αποτελούν μαρτυρίες από αριστερές πολιτικές κρατούμενες στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ σε υπόμνημα τους προς τον ΟΗΕ το 1950. Οι ίδιες και οι οικογένειες τους –όπως και χιλιάδες άλλοι κρατούμενοι- είχαν πρωτύτερα δώσει το αίμα τους για την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους.(Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτότυπου)

«Η ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΛΜΑ έχασε τον άνδρα της στην Αλβανία. Δύο αδέρφια της σκότωσαν οι Γερμανοί και η ίδια, το τραγικό θύμα, αφού βασανίστηκε απάνθρωπα με μαχαιριές σε όλο της το σώμα, δικάστηκε σε θάνατο.»

«Της ΓΑΡΥΦΑΛΙΑΣ ΔΟΥΝΙΑ εκτελούν τον αδελφό της οι Γερμανοί και τα σημερινά στρατοδικεία τον άλλον τον αδελφό, ενώ αυτή βασανίζεται και καταδικάζεται. (…) Δεν τους εμπόδισαν τα 70 χρόνια της ΑΘΗΝΑΣ ΤΣΑΝΤΙΚΟΥ να την ξεγυμνώσουν, να της περάσουν φάλαγγα και να την πολτοποιήσουν(βρίσκεται μόνο μ’ ένα γλουτό). Αλλά ούτε και τη γριά ηρωίδα δεν την εμπόδισε τίποτα να φωνάζει από την απομόνωση γυμνή και κρεουργημένη στο 15χρονο αγόρι της που το βασανίζανε(…): «Μη παιδί μου, πεις ψέματα και πάρης κόσμο στο λαιμό σου!».»

«Κι όταν στη ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ, 65 χρονών, μετά από τα βασανιστήρια, της φέρανε μπροστά δεμένο το ανήλικο παιδί της (14 χρονών) και του στηρίξανε του πιστόλι στα μηνίγγια(…): «Μη σε νοιάζει, παιδί μου», του είπε, «κι αν πεθάνης, δε θα καταλάβης τίποτα, δυο λεπτών υπόθεση είναι, σε λίγο θα ‘ρθω και ‘γω.»

«Της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ της αρπάζουν από την αγκαλιά και της σκοτώνουν το μικρό που της είχε αφήσει ο εκτελεσμένος από τους Γερμανούς άνδρας της. Μετά την βασανίζουν και της σπάνε την ωμοπλάτη και τη λεκάνη.»

«Η ΒΙΟΛΕΤΑ ΤΣΑΜΟΥΤΑΛΙΔΟΥ, 75 χρόνων, με σκοτωμένο το παιδί της από τους Γερμανούς, ενώ τη βασανίζουν, άκουγε από το διπλανό κελί τα βογκητά του παιδιού της, του ήρωα του Ελ-Αλαμέιν, που ενώ ξεψυχούσε από τα βασανιστήρια φώναξε «μάνα μου»»

«Τη ΜΑΛΑΜΑΤΗ ΚΑΛΚΑΝΤΖΗ, 60 χρόνων, αφού την βασάνισαν μαζί με τον άνδρα της, την πέταξαν τη νύχτα μαζί του σ’ ένα σκοτεινό κελί αναίσθητη από τα βασανιστήρια. Σε λίγο συνήλθε ακουμπισμένη στο κρύο μάγουλο του ανδρός της, που ήταν νεκρός.»

«Την ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΟΥΚΜΑ, 60 χρονών, την βασάνισαν απάνθρωπα γιατί είχε κόρη στο βουνό. Την πατούσαν με τα άρβυλα στο στήθος και στο σώμα ολόκληρο, τόσο που τα σημάδια φαίνονται και σήμερα, της φόρεσαν κυλότα ειδική, της βάλανε μέσα γάτα, που της ξέσχισε τις σάρκες, της έβαλαν παλούκια στα γεννητικά όργανα. Έμεινε σακατεμένη.»

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Συνέχεια από το προηγούμενο

jean-jacques-rousseau-bg

Ο μεγάλος Ζαν Ζακ Ρουσσώ

Θα λέγαμε λοιπόν ότι οι αστικοί θεσμοί από τη γέννηση τους ευαγγελίστηκαν μια οικουμενικότητα. Ήταν «τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου», όχι του Γάλλου, όχι του Άγγλου, αλλά δυνητικά όλης της ανθρωπότητας(βέβαια κάποιοι «άγριοι» στις αποικίες ίσως και να εξαιρούνταν). Η οικουμενικότητα αυτή δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις αρχές και την ηθική που αξίωνε, τις αρχές δηλαδή και την ηθική της αστικής τάξης, για αυτό και ως υπόδειγμα ανθρώπου αντιλαμβάνεται τον αστό και ότι τον πλαισιώνει. Ρισκάρω εδώ να πω, ότι οι αξίες αυτές ήταν στην πραγματικότητα απόλυτα συμβατές με την επιθυμία του κεφαλαίου για παγκόσμια εξάπλωση και κυριαρχία, εξού και η οικουμενικότητα.

Οι αστικές ελευθερίες, ως τέτοιες(και εδώ με πρόλαβε ο Κοσμόπουλος στα σχόλια), και οι αστικές διακηρύξεις περί ισότητας με τη σειρά τους, από τη στιγμή που η αστική τάξη κυριάρχησε της αριστοκρατίας, έχασαν το ουσιαστικό τους αρχικό αίτημα και απέκτησαν τυπική υπόσταση. Στην ουσιαστική τους μορφή διέλυσαν έναν ήδη διαμορφωμένο κόσμο με θεσμοθετημένη ανισότητα και ιδιαίτερα δικαιώματα, μόνο για να στήσουν –όπως είδαμε και παραπάνω- έναν καινούριο κόσμο με τις δικές του ανισότητες. Απέναντι σε αυτές τις ανισότητες οι αστικές διακηρύξεις παίρνουν τυπική μορφή, γίνονται άδειες λέξεις, δεν επιδιώκουν κάποιου είδους μεταβολή προς μια πιο δίκαιη διανομή του πλούτου. «Όλοι γεννιούνται ίσοι»… οκ αλλά για την υπαρκτή ανισότητα θα πούμε τίποτα; «Όλοι έχουν δικαίωμα στην εργασία»… οκ αλλά για τους ανέργους θα πούμε τίποτα; Απέναντι σε όλα αυτά οι αστικοί θεσμοί στέκουν απαθείς, και αυτό διότι ποτέ δεν φτιάχτηκαν για να καταπολεμήσουν την πραγματική ανισότητα. Οι αστικοί θεσμοί παίρνουν ουσιαστική μορφή, μοναχά εκεί που χρειάζεται αυτήν την πραγματική ανισότητα να την υπερασπιστούν. Μια τέτοια περίπτωση είναι η κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, τι κι αν το 10/100 του πλανήτη κατέχει το 90/100 του πλούτου, είναι ιδιοκτησία τους και πρέπει να προστατευθεί. Στην πραγματικότητα πρέπει και να αυξηθεί, αφού οι αστικοί θεσμοί σφυρίζουν αδιάφορα όσο η μεγάλη ιδιοκτησία απαλλοτριώνει με νόμιμο τρόπο(άρα και ηθικό) την μικρή, με αποτέλεσμα η ψαλίδα της ανισότητας να ανοίγει ακόμα περισσότερο(συγκεντροποίηση του κεφαλαίου).

Βεβαίως ακόμη και αυτοί οι ανεπαρκείς, οι μονομερείς, οι αλλήθωροι αστικοί θεσμοί, όταν το χρειαστεί το κεφάλαιο, χώνουν το κεφάλι στην άμμο και δεν το ενοχλούν. Πάρτε για παράδειγμα την εκμετάλλευση των αποικιών από τις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις όλους τους προηγούμενους αιώνες, ή τις αμερικανοκίνητες δικτατορίες στην Λατινική Αμερική, τη δική μας χούντα, το ναζισμό και το φασισμό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι αστικοί θεσμοί υποκλίθηκαν ταπεινά, ανοίγοντας δρόμο στους «ποιητές» για να περάσουν και να ασκήσουν την δικτατορία του κεφαλαίου χωρίς τις περιττές περισπάσεις και την ενοχλητική μουρμούρα των κοινοβουλίων, του συνδικαλισμού ή του τύπου. Και μιας και μιλήσαμε για φασισμό και ναζισμό, ας αναφερθούμε επιγραμματικά σε ένα φαινόμενο το οποίο παρατηρείται έντονα στις μέρες μας.

Ιστορικά ο φασισμός εμφανίστηκε ως μια ιδεολογία αντί-διαφωτιστική, με την έννοια ότι ήρθε ως μια άρνηση διακηρύξεων του τύπου ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα. Αρνήθηκε τον κοινοβουλευτισμό, την ελευθερία του τύπου, τα δικαιώματα του ανθρώπου κ.α. Στην πραγματικότητα ο φασισμός ήταν η ιδεολογία που ήρθε και ταίριαξε –για μια σειρά από λόγους- στον καπιταλισμό που ετοιμάζονταν για ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτός είναι και ο λόγος που όσο κόντρα και αν πήγε ο ναζισμός στις αρχές και τις διακηρύξεις της αστικής τάξης του 18ου αιώνα, καθόλου δεν πείραξε, αντίθετα ευεργέτησε, την κυρίαρχη γερμανική και ιταλική αστική τάξη του 20ου αιώνα.[1] Πώς να την πειράξει άλλωστε αφού την είχε ως εντολοδόχο.

16299153_10154907587384194_8080232558955049202_n.jpg

Παρόλα αυτά, σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας, οι φασίστες εκμεταλλεύονται τους αστικούς θεσμούς στο βαθμό που αυτοί οι θεσμοί τους ωφελούν. Ο Χίτλερ για παράδειγμα, πήρε το χρίσμα για την εξουσία με άκρως συμβατό προς τους αστικούς θεσμούς τρόπο, κατόπιν βέβαια, κατήργησε τους ίδιους αυτούς θεσμούς. Αντίστοιχα, στη χώρα μας, η ναζιστική οργάνωση «Χρυσή Αυγή», ιδεολογικοί απόγονοι του Χίτλερ και των ταγματασφαλιτών, εκμεταλλεύονται και αυτοί τους αστικούς θεσμούς προς όφελος τους, και οι αστικοί θεσμοί ούτε κιχ δε βγάζουν.

  • «Είμαστε νόμιμα εκλεγμένο κόμμα», λένε.
  • «Μη μας αφαιρείτε το δικαίωμα να αυτοπροσδιοριζόμαστε, δεν είμαστε ναζί είμαστε Έλληνες εθνικιστές», λένε. Τι και αν υπάρχουν χιλιάδες γιγαντοαφίσες του Χίτλερ, ναζιστικές σημαίες, τατουάζ με σβάστικες, «αρχαιοελληνικοί χαιρετισμοί», αναφορές σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, λατρεία της χούντας των συνταγματαρχών και του Μεταξά, μίσος για την εθνική αντίσταση. Είπαμε, είσαι ότι δηλώνεις.
  • «Οι Έλληνες αντιμετωπίζουν την ανισότητα και τον ρατσισμό στη χώρα τους», λένε, και προσπαθούν να πετάξουν έξω παιδιά μεταναστών από τους παιδικούς σταθμούς, τους μετανάστες από τα νοσοκομεία, τραμπουκίζουν μικροπωλητές, δεν αφήνουν τα προσφυγόπουλα σε χλωρό κλαρί κ.α.
  • Παράλληλα κάνουν συνεχώς μηνύσεις και προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για κάθε ψύλλου πήδημα, την ίδια μάλιστα στιγμή που εγκληματούν με δολοφονίες, βιασμούς, δολοφονικούς ξυλοδαρμούς κ.α.

Είπαμε παραπάνω ότι οι αστικοί θεσμοί σιωπούν, αυτό δεν είναι εντελώς αληθές, μιας και πολλοί αστοί πολιτικοί – και όχι μόνο χρυσαυγίτες- συχνά χρησιμοποιούν τους θεσμούς αυτούς για να υπερασπιστούν την Χρυσή Αυγή. Το δικαίωμα τους να υπάρχουν στη βουλή, το δικαίωμα τους να χρησιμοποιούν αίθουσες των δημοτικών αρχών, το δικαίωμα τους στον τηλεοπτικό χρόνο κ.α. Σχετικό άρθρο είχα γράψει λίγο παλιότερα, θα το βρείτε εκεί. Γίνονται λοιπόν οι αστικοί θεσμοί όπλο στα χέρια αυτών που θέλουν να τους καταργήσουν για να φέρουν το μεσαίωνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δίκη του δήμαρχου της Πάτρας Κώστα Πελετίδη, ο οποίος –μετά από ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου- αρνήθηκε να παραχωρήσει στους χρυσαυγίτες την αίθουσα του δήμου πατραίων και τώρα δικάζεται για αυτή του την πολιτική επιλογή. Αντίθετα, οι χρυσαυγίτες εγκληματούσαν για πολύ καιρό και η δικαιοσύνη έκανε τα στραβά μάτια, τουλάχιστον μέχρι να φτάσουμε στην περίπτωση Φύσσα. Ακόμα όμως και στη μετά-Φύσσα εποχή, πολλά από τα εγκλήματα των φασιστών δεν έχουν συμπεριληφθεί στην δικογραφία ενώ οι δίκες σέρνονται με την πρόφαση ότι δεν μπορεί να βρεθεί κατάλληλος χώρος. Στην απορία που μπορεί να έχει κάποιος «γιατί γίνονται όλα αυτά;», η απάντηση είναι ότι τόσο οι αστικοί θεσμοί όσο και ο φασισμός, υπάρχουν για να εγγυόνται την κυριαρχία της αστικής τάξης στα εύκολα και στα δύσκολα. Όσο αλληλοαναιρούμενοι και αν μοιάζουν με την πρώτη ματιά, αν συλλάβει κάποιος την πλήρη εικόνα θα συνειδητοποιήσει ότι είναι συμπληρωματικοί.

patra2-1021x580

Ο Πελετίδης βαδίζει προς το δικαστήριο με το χαμόγελο στα χείλη, το δίκιο με το μέρος του,  και τον λαό της Πάτρας να τον ακουλουθεί.

Κάπου εδώ τελειώνει το δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου αναφορά στους αστικούς θεσμούς. Έχω υπόψη μου ότι σε καμία περίπτωση δεν εξάντλησα το ζήτημα. Ελπίζω σε έναν γόνιμο διάλογο στα σχόλια.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Φυσικά την πλήρωσαν πολλοί μικρομεσαίοι εβραίοι, και κάποιοι ίσως λίγο μεγαλύτεροι, θύματα των ενδοαστικών ανταγωνισμών. Αξίζει επ’ αυτού να διαβάσετε το άρθρο «Οι εβραίοι και η Ευρώπη» του Μαξ Χορκχάιμερ.

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: