Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αμπελοφιλοσοφίες’ Category

markouze-1

Δε μας τα λέει καλά ο Χέρμπερτ. Φωτογραφία από τα κινήματα του Μάη του 68 με τα οποία συνδέθηκε το όνομα του

Το άρθρο δημοσιεύθηκε και στην Katiousa

Για τη Σχολή της Φρανκφούρτης, δεν έχω διαβάσει πάρα πολλά πράγματα. Η επαφή μου με αυτήν συνοψίζεται στο έργο του Μαξ Χορκχάιμερ «Οι Εβραίοι και η Ευρώπη»1, σε κάποια αποσπάσματα από τη «διαλεκτική του διαφωτισμού» (Αντόρνο και Χορκχάιμερ) και σε αρκετές αναφορές τρίτων στο έργο τους καθώς και κάποια αποσπάσματα από κείμενα του Βάλτερ Μπέντζαμιν από τα οποία σχεδόν τίποτα δε θυμάμαι.

Στο συγκεκριμένο άρθρο πρόκειται να σταθώ σε έναν ισχυρισμό του Μαρκούζε σχετικό με μια από τις βασικές αντιφάσεις του καπιταλισμού. Το «πρόβλημα» είναι ότι αυτόν τον ισχυρισμό δεν τον διάβασα από κάποια πρωτογενή πηγή, αλλά σε κάποιο βιβλίο το οποίο αποπειράται μέσα σε μερικές δεκάδες σελίδες να συνοψίσει μερικές από τις βασικές αρχές της Σχολής της Φρανκφούρτης, εξού και το απολογητικό ύφος στον πρόλογό μου.

Παραθέτω το εν λόγω απόσπασμα:

«Στην ύστερη βεβαίως φάση ανάπτυξης της Σχολής, ο Μαρκούζε ασχολήθηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον με την επεξεργασία του δομικού υπόβαθρου της κριτικής θεωρίας, υποστηρίζοντας ότι η γνωστή αντίφαση ανάμεσα στις σχέσεις και τις δυνάμεις παραγωγής δεν ισχύει πλέον στον ώριμο καπιταλισμό. Σύμφωνα με το Μαρκούζε, οι παραγωγικές δυνάμεις στην ύστερη καπιταλιστική κοινωνία δημιουργούν τόσο πολύ πλούτο, ώστε, αντί να έρχονται σε σύγκρουση με την ατομική ιδιοκτησία, την ενισχύουν.»2

Πριν προχωρήσουμε στην κριτική της παραγράφου, ας εξηγήσουμε πολύ σύντομα την συγκεκριμένη αντίφαση. Για τον Μαρξ στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής –αλλά και σε όλους τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής- υπάρχουν μια σειρά από αναπόδραστες/άλυτες αντιφάσεις. Μια τέτοια θεμελιώδης αντίφαση είναι η αντίφαση ανάμεσα στις σχέσεις και στις δυνάμεις παραγωγής. Τι εννοούμε με αυτό; Ας το δούμε με ένα παράδειγμα από το απώτερο παρελθόν.

Κατά την περίοδο της ιστορίας που οι μεσαιωνικές παραδόσεις δεν είχαν ακόμη εξαφανιστεί, αλλά που είχε αποφασιστικά αρχίσει να αναδύεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, αυτή η αντίφαση ήταν ιδιαίτερα εμφανής. Ο καπιταλισμός ως πιο προοδευτικό οικονομικό σύστημα ριζοσπαστικοποίησε τα μέσα και τις μεθόδους παραγωγής με τέτοιο τρόπο που το προηγούμενο μοντέλο σχέσεων του ήταν εμπόδιο στο πολιτικό, στο κοινωνικό αλλά και στο οικονομικό επίπεδο. Η ριζοσπαστικοποίηση των μεθόδων παραγωγής ζητούσε με επαναστατικό τρόπο να διαρρήξει τις καθυστερημένες φεουδαρχικές σχέσεις, να εμπορευματοποιήσει τη Γη των ευγενών, να ανατρέψει την εξουσία που τους έδιναν οι τίτλοι ευγενείας εις βάρος της νέας «αριστοκρατίας», αυτής του πλούτου. Ο καπιταλισμός κατάφερε να λύσει αυτές τις αντιφάσεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην εποχή του (πχ με τη Γαλλική Επανάσταση στη Γαλλία) μόνο και μόνο για να δημιουργήσει τις δικές του. Αντιφάσεις οι οποίες αντίθετα με τα όσα υποστήριζε ο Μαρκούζε παραμένουν άλυτες μέχρι και σήμερα. Αυτές κατά τον Μαρξ, πρόκειται να λυθούν μόνο στον κομμουνισμό. Για την ακρίβεια, η ίδια η ύπαρξη των εσωτερικών του αντιφάσεων ένας από τους παράγοντες που [ενδέχεται να]/θα οδηγήσουν στην ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Ας επιστρέψουμε όμως στο επιχείρημα του Μαρκούζε, όπως αυτό παρουσιάζεται από τον Craib. Αλήθεια, πως είναι δυνατόν να έχει λυθεί αυτή η αντίφαση όταν παρατηρούνται τα εξής στην ώριμη καπιταλιστική κοινωνία:

Να μένουν αδιάθετες ολόκληρες στρατιές από ικανούς εργάτες σε όλο τον κόσμο (συστημική ανεργία), εργάτες οι οποίοι αν αξιοποιούνταν θα αυξάνονταν η συνολική διαθέσιμη παραγωγή. Ένας από τους λόγους που αυτοί οι εργάτες μένουν αναξιοποίητοι είναι το γεγονός πως οτιδήποτε δεν μπορεί να απορροφηθεί στον καπιταλισμό ως εμπόρευμα από την αγορά, δεν έχει νόημα να παραχθεί αφού δεν πρόκειται να αποφέρει κέρδος στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (το προϊόν που δεν πωλείται, αν δεν μπορούν να το αξιοποιήσουν με άλλο τρόπο, προτιμούν να το ρίξουν στη χωματερή αντί να το διαθέσουν δωρεάν ή σε ασύμφορη τιμή). Άσχετα λοιπόν με το τι ανάγκες έχει ο κόσμος από αγαθά πρώτης ανάγκης, τόσο η διανομή των αγαθών όσο και το σαμποτάρισμα της παραγωγής – εξαιτίας της φύσης του καπιταλισμού- δεν επιτρέπει την κάλυψη των αναγκών αυτών. Μάλιστα η φύση του καπιταλισμού, δηλαδή οι σχέσεις που αυτός παγιώνει, καθιστά την όποια καινοτομία στις μεθόδους παραγωγής και στις τεχνικές προβληματική για την ανθρωπότητα. Μια μηχανή, για παράδειγμα, που παράγει όσο θα παρήγαγαν 100 εργάτες, πετάει εκτός παραγωγής αυτούς τους εργάτες, αυξάνοντας έτσι την συνολική ανεργία.

Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, το επιχείρημα του Μαρκούζε μοιάζει κάπως αφελές, αφού κάθε άλλο παρά λυμένη είναι η αντίφαση ανάμεσα στις σχέσεις και στις δυνάμεις παραγωγής. Η ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής όχι μόνο καθυστερείται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά και στο βαθμό που παρατηρείται πρόοδος, αντί αυτή να ωφελεί την ανθρωπότητα, γυρίζει και της επιτίθεται. Το μεγάλο λάθος που κάνει ο Μαρκούζε κατά τη γνώμη μου, είναι ότι ερμηνεύει την εντατικοποίηση της παραγωγής του ύστερου καπιταλισμού και το φαινόμενο του υπερκαταναλωτισμού στη Δύση ως αέναη απελευθέρωση των δυνάμεων της παραγωγής, κάτι που δεν ισχύει.

Σε παλιότερο μου άρθρο είχα γράψει για την εγκατάλειψη του επαναστατικού χαρακτήρα του μαρξισμού από τα αναθεωρητικά ρεύματα και τους μετά-μαρξιστές. Στην κριτική μου συμπεριλαμβάνω και τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Πιστεύω στα ίδια πλαίσια απονεύρωσης του μαρξισμού, κινείται και η παραπάνω δήλωση του Μαρκούζε. Πάντως, όπως γράφω και στο προηγούμενο άρθρο, αν κάτι δείχνει αυτή η συνεχής ενασχόληση με το μαρξισμό, έστω και όταν υπηρετεί την αποδόμηση του, είναι ότι αυτός παραμένει σχετικός όσα χρόνια και αν περάσουν.

Φραγκίσκος Λαγωνικάκης(Poexania)

1 Έχω γράψει και μια εργασία πάνω στο «Οι Εβραίοι και η Ευρώπη», διαπιστώνω ότι δεν την έχω ανεβάσει στο net, αν δεν έχει χαθεί από τον υπολογιστή μου θα την ανεβάσω σύντομα. Ίσως μάλιστα να κάνω και κάποιες προσθήκες αφού σήμερα έχω μια λίγο καλύτερη εικόνα για τη Σχολή της Φρανκφούρτης ώστε να είμαι σε θέση να συνδέσω το συγκεκριμένο έργο με τις ευρύτερες θεωρητικές παραδόσεις της.

2 Ian Craib, Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία, από τον Πάρσονς στον Χάμπερμας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009, 12η έκδοση, σελ. 426.

Read Full Post »

Postmodernism

Μεταμοντερνισμός και σχετικισμός

Οι φρενήρεις ρυθμοί της σύγχρονης κοινωνίας, οι εξελίξεις στις επικοινωνίες και στις συγκοινωνίες και η απογείωση της πληροφορικής όπως είναι φυσικό προκαλούν σύγχυση σε όσους προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο μας, έναν κόσμο που μοιάζει να τρέχει σε ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Άπειρες πληροφορίες, υπερβολικός «θόρυβος», ψευδείς ειδήσεις, παρεμβάσεις των οποίων τις πλήρεις προεκτάσεις δεν μπορούμε να προβλέψουμε, αστάθεια και αβεβαιότητα. Όλα ετούτα μας δημιουργούν την εντύπωση ότι η αλήθεια είναι κάτι που πιθανόν να μην μπορούμε τελικά να προσεγγίσουμε. Η αισιοδοξία που μας έδωσε η επιστημονική και βιομηχανική επανάσταση, ότι κάποια στιγμή θα αποκωδικοποιήσουμε όλα τα μυστικά του κόσμου, αντικαταστάθηκε από ένα είδος αβεβαιότητας, που κατά ειρωνικό τρόπο έμοιαζε να μεγαλώνει όσο οι επιστήμες και η τεχνολογία εξελίσσονταν μέσα στον 20ο αιώνα. Στην επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη, ένα από τα παράγωγα αυτής της αβεβαιότητας σχηματοποιήθηκε σε αυτό που ονομάζουμε «σχετικισμό».

Ας ξεκινήσουμε δίνοντας έναν ορισμό του «σχετικισμού»:

«Σχετικισμός είναι η έννοια που υποστηρίζει ότι διαφορετικές οπτικές δεν έχουν καμία σχέση με την απόλυτη αλήθεια ή εγκυρότητα. Συμπληρωματικά, αυτές οι διαφορετικές οπτικές έχουν μόνο σχετική, υποκειμενική αξία, σύμφωνα με τις εκάστοτε διαφορές στην αντίληψη και στην θεώρηση. Η ουσία του σχετικισμού είναι ότι δεν υπάρχει καμία σταθερά που να είναι έγκυρη για όλους. Οι σχετικιστές πιστεύουν ότι δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, εφόσον δεν υπάρχουν εξωτερικά αντικειμενικά στάνταρ που να είναι αποδεκτά από όλους. […] «αυτό που είναι αληθές για εσένα δεν είναι αληθές για εμένα». […] Εφόσον ο σχετικισμός δεν υποτάσσεται σε καμία αντικειμενική εξωτερική αλήθεια ή αρχή, είναι ιδιοτελής και υπερήφανος και αντανακλά την αντίληψη ότι είναι καλύτερο ο καθένας να αποφασίζει για τον εαυτό του»1

Βλέπουμε εκτός των άλλων μια ροπή του σχετικισμού προς τον ατομι[κι]σμό. Εφόσον υποθέσουμε ότι αντικειμενικό κριτήριο δεν υπάρχει, υπάρχουν άπειρα υποκειμενικά κριτήρια. Όχι μόνο μια αλήθεια, πολλές αλήθειες. Άραγε, αν δεχθούμε τη λογική του σχετικισμού, σε ποια βάση θα αξιολογούμε τους διάφορους υποκειμενισμούς; Υπάρχει τρόπος; Σάμπως μέσα από το φίλτρο του δικού μας υποκειμενισμού; Μήπως έχουν όλες οι «υποκειμενικές αλήθειες» την ίδια αξία; Αν είναι έτσι να αντικαταστήσουμε στην θεραπεία των ασθενειών τα αντιβιοτικά με μαντζούνια και φυλαχτά.

Όχι να μην το κάνουμε…

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένα κριτήριο ανάμεσα στις διάφορες «εναλλακτικές θεραπείες» μπορεί να είναι η αποτελεσματικότητα. Ναι, θα υπάρχουν πάντα κάποιοι που θα επιμένουν ότι οι ματζουνοθεραπείες είναι πιο αποτελεσματικές, όμως τα πειραματικά δεδομένα δείχνουν κάτι ριζικά διαφορετικό. Όποιων η «υποκειμενική άποψη» γέρνει υπέρ των αντιβιοτικών, θα έχουν καλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν μια ασθένεια σε σχέση με εκείνους που προτιμούν τους μάγους γιατρούς. Η όποια δυσκολία να φτάσουμε στην αλήθεια, η πολλαπλότητα των συμφερόντων και των αντιλήψεων, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια χρυσή συνταγή, δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται να την προσεγγίσουμε. Η δήλωση ότι η Γη είναι σφαιρική –παρότι δεν πρόκειται για τέλεια σφαίρα- είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα σε σχέση με τη δήλωση ότι η Γη είναι επίπεδη.

Σε μεγάλο βαθμό, ο μεταμοντερνισμός θεμελιώθηκε επάνω στην αμφισβήτηση. Αμφισβήτηση του μοντέρνου, αμφισβήτηση των «μεγάλων αφηγήσεων», αμφισβήτηση του παρελθόντος, αμφισβήτηση των παραδόσεων, αμφισβήτηση των σταθερών κ.α. Αν κάτι αγαπάει το μεταμοντέρνο, είναι η αστάθεια και η μεταβολή, συνεπώς και απέχθεια για οτιδήποτε «κανονιστικό». Όλα τα παραπάνω, δείχνουν ότι υπάρχει «εκλεκτική συγγένεια» του μεταμοντέρνου με τον σχετικισμό.

Είπαμε παραπάνω ότι στα πλαίσια του σχετικισμού, η αλήθεια αποκτά έναν υποκειμενικό χαρακτήρα, είναι η αλήθεια του καθενός, και δεν υπάρχουν «μεγάλες αλήθειες». Σαν αντίληψη στην επιστημονική μέθοδο των ανθρωπιστικών επιστημών, όταν όλο αυτό φτάσει στα άκρα, μπορεί να προκαλέσει διάφορα «ζητήματα».

Ας πάρουμε για παράδειγμα την μέθοδο συλλογής πληροφοριών μέσω της προσωπικής συνέντευξης, μια μέθοδο που χρησιμοποιείται από κοινωνιολόγους, οικονομολόγους, πολιτικούς επιστήμονες, κ.α. Ένας ιστορικός που προσπαθεί να αντλήσει πληροφορίες μέσα από την εμπειρία των συνεντευξιαζόμενων, πρέπει πάντα να έχει στο νου το ότι οι πληροφορίες αυτές περνούν μέσα από το υποκειμενικό πρίσμα του κάθε ερωτώμενου. Δουλειά του ιστορικού είναι να αξιολογήσει το δείγμα του, να διασταυρώσει τις πληροφορίες μεταξύ τους, να ελέγξει τις πληροφορίες που αντλεί από τις συνεντεύξεις με άλλα ιστορικά στοιχεία, και μετά από μια σειρά ενεργειών να συνθέσει την «αφήγηση» του προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν πιο προσεκτικός στα συμπεράσματα του. Πρέπει επίσης να γνωρίζει τους περιορισμούς και τις παγίδες της μεθόδου του, και να φροντίσει να το κάνει ξεκάθαρο αυτό και σε όσους απευθύνεται.

Το να αποσπάσεις και να καταγράψεις απλώς κάποιες μαρτυρίες είναι η μισή δουλειά. Η σωστή απόσπαση και καταγραφή, βέβαια, αποτελούν από μόνες τους ένα στοίχημα (για παράδειγμα να μην κατευθύνεις τον συνεντευξιαζόμενο, να μην τον μπλοκάρεις, να τον βοηθάς να ανασύρει τις αναμνήσεις του κλπ) το οποίο πρέπει να κερδίσει ο ερευνητής. Οι μαρτυρίες όμως είναι πληροφορίες, και η πληροφορία για να μετατραπεί σε γνώση, χρειάζεται κόπο. Ο ερευνητής δεν πρέπει ούτε να αγνοήσει την αξία της εκάστοτε μαρτυρίας, ούτε όμως και να της επιτρέψει να διαμορφώσει εξ ολοκλήρου την οπτική του και κατ’ επέκταση τα αποτελέσματα των ερευνών του. Αυτό πολλές φορές είναι κάτι το οποίο γίνεται από λάθος, από αδυναμία και απειρία του ερευνητή, είτε ακόμη και από σκοπιμότητα. Η σκοπιμότητα αυτή μπορεί να έχει δυο πρόσημα α) να θέλει ο ερευνητής να κατασκευάσει με αντεπιστημονικό τρόπο τα αποτελέσματα της έρευνας. β) να θεωρεί ότι η οποιαδήποτε επεξεργασία των μαρτυριών, αποτελεί παρέμβαση στην «υποκειμενική αλήθεια» των συνεντευξιαζόμενων, άρα λαθροχειρία σύμφωνα με τις επιταγές του σχετικισμού.

Το β δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, όσον αφορά την α περίπτωση ας δούμε ένα παράδειγμα. Αναφορικά με την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, αν κάποιος περιοριστεί στην ιστορική του έρευνα σε συνεντεύξεις που θα πάρει από τους συνταγματάρχες και μείνει εκεί, τότε τα συμπεράσματα που θα βγάλει θα απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, και η περίοδος της χούντας θα μοιάζει πολύ ελκυστική. Όμως, στην πραγματικότητα, κανείς ιστορικός δεν νομιμοποιείται να συνθέσει την ιστορία της «επταετίας» στηριζόμενος μόνο στις μαρτυρίες των χουντικών. Επιπλέον, άμα όλες οι υποκειμενικές μαρτυρίες αντιμετωπίζονταν από τους επιστήμονες ως ισότιμες μεταξύ τους, τότε η κάθε απόπειρα για να εξαχθούν επιστημονικά συμπεράσματα θα ήταν μάταιη, διότι θα ήταν δυνατόν να ευρεθεί το οτιδήποτε ανάλογα με το ποιον ρωτούσαμε κάθε φορά.

Για να γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι, θα αναφερθούμε σε δυο επώνυμους ιστορικούς, το γνωστό δίδυμο Καλύβα – Μαραντζίδη, που είναι χαρακτηριστικά δείγματα θιασωτών της ιστορικής αναθεώρησης και της μετά – ιστορίας2. Στο έργο τους «Εμφύλια πάθη, 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμφύλιο», οι δυο ερευνητές στηρίζουν τα εξαγόμενα συμπεράσματα τους σε μεγάλο βαθμό σε προσωπικές μαρτυρίες. Φροντίζουν όμως να συνθέσουν το αφήγημά τους χρησιμοποιώντας συγκεκριμένου τύπου μαρτυρίες, από συγκεκριμένου προσανατολισμού μάρτυρες. Για παράδειγμα, δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις αφηγήσεις ταγματασφαλιτών ή ατόμων που εγκατέλειψαν το ΚΚΕ και εκφράζουν μίσος για αυτό. Ένα τέτοιο δείγμα, όμως, δεν είναι αντιπροσωπευτικό, και επιλέγεται όχι με σκοπό την προσέγγιση της αλήθειας και την ανακατασκευή της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά για ιδεολογικούς καθαρά λόγους, για χάρη των οποίων θυσιάζεται η όποια επιστημονικότητα του όλου εγχειρήματος.3 Ο ερευνητής είναι βεβαίως ελεύθερος να επιλέγει τους ερευνητικούς του στόχους. Στην κοινωνιολογία, για παράδειγμα, νομιμοποιείται κάποιος να εστιάσει στις αφηγήσεις των δοσιλόγων προκειμένου να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν και βίωναν αυτοί οι άνθρωποι την περίοδο της κατοχής. Αυτό που δεν νομιμοποιείται να κάνει ο οποιοσδήποτε ερευνητής, είναι να χρησιμοποιήσει αυτά τα ευρήματα για να δώσει μια γενικότερη εικόνα για την εν λόγω περίοδο. Στην περίπτωση του γνωστού δίδυμου, δεν είναι η έρευνα που οδηγεί στα όποια συμπεράσματα, αλλά τα προαποφασισμένα με ιδεολογικό τρόπο «συμπεράσματα» που οδηγούν την έρευνα, ακόμη και με τη διάπραξη μεθοδολογικών και επιστημονικών λαθροχειριών. Εδώ ένα παλαιότερο σχετικό μου άρθρο.

Αυτή η χαλαρή σχέση λοιπόν με την αντικειμενικότητα, είναι κάτι που νομιμοποιείται απόλυτα στα πλαίσια του σχετικισμού. Οι οπτικές των Καλύβα – Μαραντζίδη, του Ρίχτερ, του Πλεύρη, και άλλων, εφόσον δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο γενικό κριτήριο αντικειμενικότητας, μπορούν χωρίς τύψεις να διεκδικούν το δάφνινο στεφάνι της δικής τους αλήθειας που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την οποιαδήποτε άλλη αλήθεια εκεί έξω.

Η κοινωνική πραγματικότητα εν κενώ

Μια ακόμη τάση που υπάρχει σε πολλές μεταμοντέρνες «πειθαρχίες» στις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι το να μη λαμβάνεται υπόψη στην κατασκευή της θεωρίας [στο βαθμό που θα έπρεπε] ο υλικός κόσμος. Τέτοιου τύπου είναι η «φαινομενολογική κοινωνιολογία», η «εθνομεθοδολογία», η θεωρία της «συμβολικής διαντίδρασης», κ.α. Στην πραγματικότητα, αυτού του είδους η αντιμετώπιση του κοινωνικού εμφανίστηκε πρωτύτερα από τη μετανεωτερικότητα, όμως, οι μεταμοντέρνοι έδειξαν σε αυτήν μεγάλη συμπάθεια υιοθετώντας την, ενσωματώνοντας και αναπτύσσοντάς την στις δικές τους οπτικές. Είναι λες και η κοινωνία βρίσκεται μόνο στα κεφάλια των κοινωνικών υποκειμένων και στην όποια μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Σαν να διαδραματίζεται το κοινωνικό σε συνθήκες εργαστηρίου, όπου το περιβάλλον είναι κάτι δοσμένο και δεδομένο. Στους «ιδεότυπους» που κατασκευάζονται για την εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε όλες αυτές τις θεωρίες, παρατηρείται η επιρροή του μεθοδολογικού ατομισμού, αφού η κοινωνία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο μέσα από τους κοινωνικούς δρώντες, τα κοινά νοήματα, και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους σαν να είναι αυτοί πλανήτες στο κενό. Είναι –για να θυμηθούμε και τον Πλάτωνα- σαν να μην έχει προτεραιότητα ο ορατός υλικός κόσμος, αλλά ο επέκεινα κόσμος των ιδεών.

Αυτή η αδιαφορία για τον υλικό κόσμο αποτελεί ένα ακόμη «κουσούρι» των μεταμοντέρνων οπτικών. Το «υλικό», όμως, επηρεάζει άμεσα την καθημερινή ζωή, αρα κατ’ επέκταση τις κοινωνικές σχέσεις και την κατασκευή των κοινωνικών νοημάτων, για αυτό και οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν πρέπει να το αγνοούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οφείλει να γίνει ο κοινωνιολόγος ή ο ιστορικός, φυσικός επιστήμονας (αν και ίσως διεπιστημονικά είναι απαραίτητη συμβολή των φυσικών επιστημών πολλές φορές), όμως δεν μπορεί και να μην λαμβάνει υπόψη του το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η κοινωνική διαντίδραση. Και όταν λέμε περιβάλλον, εννοούμε τόσο το φυσικό περιβάλλον (γεωγραφία, κλίμα, πρώτες ύλες στο υπέδαφος κλπ) όσο και το κατασκευασμένο από τον άνθρωπο (πολεοδομία, κατοικία, αρχιτεκτονική, μορφές παραγωγής, είδη γεωργίας κ.α). Οι συλλογικές αναπαραστάσεις, για παράδειγμα, του χωριού, είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές της πόλης, ακριβώς επειδή το περιβάλλον μεταξύ των δυο είναι ολότελα διαφορετικό.

Κατευθυνόμενη έρευνα και σκοπιμότητα

Θέλω στο κλείσιμο να αναφερθώ εντελώς επιγραμματικά στο ζήτημα της προσπάθειας χειραγώγησης των ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτό ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει ξεχωριστό άρθρο, προς το παρόν όμως θα γράψω δυο – τρεις παραγράφους.

Ζούμε σε έναν κόσμο με δομημένα, ισχυρά συμφέροντα, τα οποία μετέχουν και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό όλες τις όψεις του κοινωνικού βίου. Το είδος το συμφερόντων που υπάρχουν στην κορυφή πηγάζουν από το είδος της κοινωνίας και της οικονομίας μέσα στην οποία ζούμε, την καπιταλιστική κοινωνία. Οι μεγάλοι καπιταλιστικοί όμιλοι (μονοπώλια) αποτελούν –γραφειοκρατικά- τη οργανωμένη μορφή την οποία παίρνουν αυτά τα συμφέροντα στην εποχή μας.

Αυτοί οι όμιλοι, μέσα από ινστιτούτα, από χρηματοδοτήσεις πανεπιστημίων, μέσα από τη δημιουργία υπερεθνικών οργανισμών, προσπαθούν να χειραγωγήσουν την έρευνα και την επιστήμη προς όφελός τους. Πέρα από την αύξηση της κερδοφορίας τους με άμεσο τρόπο, η χειραγώγηση της επιστήμης μπορεί να συμβάλει και στην προπαγάνδα των μονοπωλιακών ομίλων, έτσι ώστε να έχουν «ηθικό» πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Υπάρχει, όμως, ακόμα ένας λόγος που τα μονοπώλια και οι κρατικές και διακρατικές οντότητες των καπιταλιστικών κρατών χρησιμοποιούν την επιστήμη για προπαγανδιστικούς λόγους, και αυτό είναι για να την στρέψουν ενάντια στο γενικό συμφέρον που εξ αντικειμένου αυτά τα ιδιαίτερα [καπιταλιστικά] συμφέροντα καταπατούν. Χειραγωγούν, λοιπόν, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, για να παράξουν θεωρία τέτοια, που μέσω αυτής να ελέγχονται και οι μάζες. Αυτού του είδους η επιστήμη προσπαθεί να καλύψει, να κρύψει την υπαρκτή αντίθεση των συμφερόντων των πολλών και των λίγων, και με αυτόν τον τρόπο να καταστήσει τους πολλούς ακίνδυνους για το σύστημα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι στην εποχή της νιότης του καπιταλισμού, όταν ακόμη είχε κάτι να δώσει, παρατηρήθηκε μια έκρηξη εξέλιξης σε όλες τις επιστήμες. Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι την εποχή που αναδυόταν ο καπιταλισμός, χρησιμοποιούσε όλες του τις δυνάμεις, μεταξύ αυτών και την επιστήμη και την καινοτομία, για να στρέψει τις μάζες με επαναστατικό τρόπο απέναντι στην τότε κατεστημένη τάξη των ευγενών. Στην σημερινή εποχή, όλες οι παθογένειες του παρηκμάζοντος καπιταλιστικού συστήματος κληροδοτούνται και στην επιστήμη. Αυτή απαιτείται να δρα ως θεραπαίνιδα του, και μεταξύ άλλων να αποτρέπει τις μάζες από οποιαδήποτε σκέψη να του εναντιωθούν.

Όπως έλεγε ο Μαρξ, πέρα από τα μέσα παραγωγής, οι αστοί κατέχουν και τα μέσα προπαγάνδας/ιδεολογίας. Σε μεγάλο βαθμό η επιστήμη, είναι και αυτή στα χέρια τους ένα μέσο προπαγάνδας. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι αυτή η απέχθεια των μεταμοντέρνων για τις «μεγάλες αφηγήσεις», εξυπηρετεί τη «μεγάλη αφήγηση» του καπιταλισμού και του there is no alternative (TINA) -> δεν υπάρχει εναλλακτική.

Όλο αυτό λειτουργεί προς δυο κατευθύνσεις: από τη μία να αφοπλίζονται οι κοινωνικές/ανθωπιστικές επιστήμες από τα θεωρητικά εργαλεία που μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματική κριτική στον καπιταλισμό (αυτός είναι και ο λόγος που προωθούνται λογής-λογής «αυτιστικές» τάσεις οποίες δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους). Από την άλλη, η όποια παραγωγή της επιστήμης καταλήγει να υπηρετεί το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ως μορφή θετικής προπαγάνδας. Εκείνο είναι που καθορίζει το μοίρασμα της πίτας για την έρευνα, εκείνο είναι που δίνει στα κρυφά ή στα φανερά κονδύλια σε ινστιτούτα, πανεπιστήμια, και σε ερευνητές, εκείνο είναι που φροντίζει να θαφτεί η να δυσφημιστεί οποιαδήποτε θεωρία δύναται να προκαλέσει εναντίωση. Δεν είναι μόνο η Χάνα Άρεντ και η θεωρία της για τους δύο ολοκληρωτισμούς, αλλά και τόσοι άλλοι όπως ο Φουκουγιάμα με το ανιστόρητο κήρυγμα του για το τέλος της ιστορίας (ότι ο καπιταλισμός, τάχα, αποτελεί ιστορικά το τελευταίο σκαλοπάτι εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας), ο Χαινς Ρίχτερ που μαζί με Καλύβα/Μαραντζίδη υπηρετούν μια γενικότερη τάση αντεπιστημονικής αναθεώρησης της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου4 κλπ. Το μεταμοντέρνο, έρχεται σαν πολύτιμο θεωρητικό εργαλείο να ικανοποιήσει τις ανάγκες αυτού του είδους της «επιστήμης» με βαρύ κόστος για την πραγματική επιστήμη, αλλά και για την ευημερία της ανθρωπότητας.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

2 Μετά – Ιστορία: Τάση αναθεώρησης της ιστορίας μέσα από μεταμοντέρνα σχήματα και μεθόδους. Στους κόλπους της περιλαμβάνει και το ξαναγράψιμο της ιστορίας του Β ΠΠ, με πρόσφατο και εγχώριο παράδειγμα το έργο του Χάινς Ρίχτερ που παρουσιάζει τους ναζί εισβολείς στην Κρήτη ως θύματα και τον λαό που αντιστάθηκε ως θύτη. Αντίστοιχες αντιλήψεις παρουσιάζονται και στο έργο των Καλύβα – Μαραντζίδη, που θέλει τους αντιστασιακούς να είναι υπεύθυνοι για τις σφαγές των ναζί στη χώρα αφού –σύμφωνα με τη λογική των συγγραφέων– αν αυτοί δεν αντιστέκονταν οι ναζί δεν θα προέβαιναν σε αντίποινα και θα μας είχαν στα πούπουλα.

3 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους κυρίους Καλύβα – Μαραντζίδη: http://istorika-ntokoumenta.blogspot.gr/2017/05/23-1941-1949.html

4 Στα πλαίσια αυτής της αναθεώρησης οι θύτες γίνεται απόπειρα να παρουσιαστούν σαν θύματα και τα θύματα σαν θύτες. Παράλληλα, να υποβαθμιστεί η υπεράνθρωπη προσπάθεια και επιτυχία των σοβιετικών που τσάκισαν τις δυνάμεις του άξονα καθώς και να εξομοιωθεί το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με την ναζιστική Γερμανία και ο σοσιαλισμός με το ναζισμό.

Read Full Post »

43oleary

Δημοσιεύθηκε και στο Katiousa

O Μαρξ έγραφε ότι «Οι φιλόσοφοι έχουν μόνο εξηγήσει τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους. Ωστόσο το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε». Οι ιδέες του Μαρξ σε μεγάλο βαθμό άλλαξαν τον κόσμο, ειδικότερα από τις αρχές του 20ου αιώνα και μέχρι τα τέλη του. Παρόλα αυτά, ο «υπαρκτός» στην πρώτη αυτή ευρεία εφαρμογή του δεν στέριωσε και το γενικότερο πισωγύρισμα που έφερε η ανατροπή του επηρέασε τους πάντες και τα πάντα.

Φυσικά ανεπηρέαστος δεν έμεινε ούτε ο κόσμος της επιστήμης από το πέρασμα του σοσιαλισμού. Μεταξύ των δυο συστημάτων, του καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού η κόντρα ήταν τεράστια. Στις θετικές επιστήμες αυτή η κόντρα εκφράστηκε ως αγώνας δρόμου σε πολλούς τομείς, στα μαθηματικά, στην κατάκτηση του διαστήματος, στην φυσική, στις εξελίξεις στη βιομηχανία, κ.α. Στις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο στρατοπέδων εκφράστηκε κυρίως στο ποιοτικό και όχι στο ποσοτικό επίπεδο. Είχε να κάνει άμεσα με το πρίσμα μέσα από το οποίο έβλεπε τον κόσμο το κάθε σύστημα. Ατομικιστικές θεωρίες, όπως για παράδειγμα αυτή της ορθολογικής επιλογής, ήταν λογικό να εμφανιστούν στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, ενώ οι σοσιαλιστικές θεωρίες εστίαζαν κατά βάση στο συλλογικό.

Στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, αρχικά στον χώρο της αρχιτεκτονικής και της τέχνης, ξεκίνησε μετά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να εμφανίζεται ως τάση αυτό που ονομάστηκε «μεταμοντερνισμός», ενώ αργότερα ο μεταμοντερνισμός επηρέασε και τις επιστήμες. Μετά τις ανατροπές, οι ιδέες του μεταμοντερνισμού κυριάρχησαν παγκοσμίως στις τέχνες, την επιστήμη και την κουλτούρα, έγιναν το «Paradigm»της εποχής μας, για να παραπέμψω και στον Κουν. Δεν γνωρίζω πολλά για τις ειδικές συνθήκες εμφάνισης του μεταμοντέρνου, πιστεύω όμως ότι μετά τη γέννησή του, προωθήθηκε σαν ρεύμα από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Στο παρόν άρθρο δεν θα επεκταθώ ιδιαίτερα στους λόγους που η καπιταλιστική οικονομία ερωτεύτηκε τον μεταμοντερνισμό, αν και κάποιοι από αυτούς θα κάνουν την εμφάνισή τους στην ανάλυση που ακολουθεί.

Σκοπός μου είναι να δείξω ότι στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, και ειδικότερα στο κομμάτι των κοινωνικών/ανθρωπιστικών επιστημών, η παρατήρηση του Μαρξ ότι «οι φιλόσοφοι έχουν [μόνο] εξηγήσει τον κόσμο» μοιάζει να σφάλλει. Κι αυτό επειδή οι αρχές του μεταμοντερνισμού και ο τρόπος που έχουν αυτές επιδράσει στις κοινωνικές επιστήμες, ωθούν την διαδικασία παραγωγής της γνώσης να κάνει ένα ακόμη βήμα πίσω, δηλαδή από την εξήγηση προς την απλή περιγραφή [και χειρότερα].

Πριν προχωρήσω παρακάτω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα για να μην παρεξηγηθώ:

  • Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να τεκμηριώσει επιστημονικά τα όποια επιχειρήματά του. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται πολύς κόπος και άριστη γνώση της φύσης του μεταμοντερνισμού και της σχέσης του με την καπιταλιστική κοινωνία. Απόπειρά μου είναι να παραθέσω μερικούς [δικαιολογημένους] συλλογισμούς για το πώς το μεταμοντέρνο επιδρά αρνητικά στην επιστημονική έρευνα στις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες, και κάποιες ιδέες σχετικά με το γιατί αυτό συμβαίνει.
  • Χρησιμοποιώ τον όρο μεταμοντέρνο για να περιγράψω το κυρίαρχο – πολιτικά ορθό- [εναλλακτικοφανές] ιδεολογικό επικάλυμμα μιας κατά τη γνώμη μου μεταβατικής περιόδου. Μιας εποχής που προσπαθεί, στο επίπεδο της ιδεολογίας, να ντύσει με περίτεχνο τρόπο τη συντήρηση που ανακυκλώνεται –σε πολλούς τομείς της κοινωνίας- μην μπορώντας να δώσει οτιδήποτε προοδευτικό. Σε αυτές τις συνθήκες, το μεταμοντέρνο έρχεται ως από μηχανής θεός να υπηρετήσει τον καπιταλισμό και να «σώσει τα φαινόμενα».
  • Σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ ότι η έρευνα στις κοινωνικές επιστήμες χαρακτηρίζεται μόνο από το μεταμοντέρνο Paradigm, ισχυρίζομαι όμως ότι αυτό το Paradigm προωθείται από τα κέντρα εκείνα που καθορίζουν τον προσανατολισμό της επιστήμης στις μέρες μας.

Αφού έγιναν οι απαραίτητες επισημάνσεις, ας εξετάσουμε μερικές βασικές όψεις της μεταμοντέρνας παράδοσης στις επιστήμες μέσα από το πρίσμα του κεντρικού επιχειρήματος του άρθρου, το πισωγύρισμα δηλαδή από την εξήγηση των φαινομένων στην περιγραφή τους.

Η απέχθεια για τις «μεγάλες αφηγήσεις»

Αν κάτι απεχθάνονται οι μεταμοντέρνοι, είναι αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «μεγάλη αφήγηση». Τι είναι όμως η μεγάλη αφήγηση;

Χοντρικά, ως μεγάλη αφήγηση, οι μεταμοντέρνοι ορίζουν τις κοινωνικές θεωρίες εκείνες που εκφράζουν ολοκληρωμένες οπτικές περί του κοινωνικού γίγνεσθαι. Θεωρίες δηλαδή που έχουν ως αντικείμενό τους την κοινωνία σαν σύνολο και όχι επί μέρους κομμάτια της. Τέτοιες είναι ο φιλελευθερισμός, ο μαρξισμός, ο αναρχισμός κ.α. Άλλο ένα βασικό χαρακτηριστικό -των περισσοτέρων τουλάχιστον- «μεγάλων αφηγήσεων» (ιδιαίτερα εκείνων του 18ου και 19ου αιώνα) είναι ότι δεν περιορίζονται μόνο στην επιστημονική σφαίρα (στην περιγραφή ή στην εξήγηση) αλλά εκφράζουν και ένα πολιτικό πρόσταγμα για το μέλλον της κοινωνίας. Είναι θα λέγαμε προσανατολισμένες στην αλλαγή του κόσμου.

Με βάση τη μεταμοντέρνα αντίληψη, αυτού του είδους οι θεωρίες φλερτάρουν με τον «ολοκληρωτισμό»1. Δηλαδή, επειδή εκφράζουν ένα συνολικό όραμα για την κοινωνία, υπάρχει ο κίνδυνος –αν υιοθετηθούν από θεσμούς διακυβέρνησης- να επιβάλλουν αυτό το όραμα τους με αντιδημοκρατικές μεθόδους στα κοινωνικά υποκείμενα.2Σε προπαγανδιστικό επίπεδο, στο στόχαστρο μπήκαν τα σοσιαλιστικά κράτη, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και τα φασιστικά στο βαθμό που αυτό εξυπηρετούσε την κατασκευή της θεωρίας των δυο άκρων. Να σημειώσουμε ότι τους διέφυγε το γεγονός, πως τα φασιστικά κράτη δεν έπαψαν να είναι καπιταλιστικά –στο πεδίο αυτό δεν έγιναν συγκρίσεις από τους μεταμοντέρνους- αλλά και το γεγονός ότι ακόμα και στις πιο φιλελεύθερες δημοκρατίες η εργατική τάξη στενάζει ολοκληρωτικά κάτω από την καταπίεση της αστικής.

Επειδή όμως οφείλουμε να τα συνδέσουμε όλα αυτά με την επιστήμη, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Αυτή η απέχθεια για τις μεγάλες αφηγήσεις, επιστημονικά εκφράστηκε με την πολυδιάσπαση του πεδίου έρευνας. Από μόνο του κάτι τέτοιο δεν είναι αρνητικό, όμως θα πρέπει να τηρούνται και οι δύο φάσεις. Δηλαδή, ανάλυση του αντικειμένου έρευνας σε κομμάτια, που όμως θα ακολουθείται από σύνθεση των κομματιών αυτών έτσι ώστε να παράγεται γνώση υψηλότερου επιπέδου. Αν υποθέσουμε ότι το αντικείμενο έρευνας είναι ένα μεγάλο ψηφιδωτό, αν μείνουμε μόνο στην από κοντά παρατήρηση των ψηφίδων χάνουμε την μεγάλη εικόνα, όπως και αν αρκεστούμε στην από ψηλά παρατήρηση της εικόνας χάνουμε τα συστατικά της. Η μεταμοντέρνα έρευνα εστιάζει σε επίπεδο πρεσβυωπίας και ύστερα δεν κάνει την αντίστροφη διαδικασία απομάκρυνσης και σύνθεσης.

Σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται και στη φύση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής στην ώριμη φάση του. Ο συντονισμός των επί μέρους πεδίων έρευνας, έτσι ώστε να γίνει η σύνθεσή τους και να προκύψει η μεγάλη εικόνα είναι κάτι που χρειάζεται προσπάθεια σε μεγάλη κλίμακα, ας πούμε σε επίπεδο κράτους. Η πολυδιάσπαση των συμφερόντων των καπιταλιστικών κοινωνιών και η ανισόμετρη ανάπτυξη σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο είναι κάτι που δεν βοηθάει προς αυτήν την κατεύθυνση παρά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Υπάρχει, πιστεύω, και ένας ακόμη λόγος που οι μεταμοντέρνοι αρκούνται στο μεμονωμένο. Όπως θα δούμε και παρακάτω, υφίσταται άμεση σύνδεση του μεταμοντερνισμού με κρατικούς, διακρατικούς και ιδιωτικούς οργανισμούς του δυτικού κόσμου. Η CΙΑ, η ΕΕ, και μια σειρά από ιδιωτικά ιδρύματα χρηματοδοτούν διανοούμενους, think tanks, πανεπιστήμια, MKO, και ερευνητικά κέντρα. Προσανατολίζουν, έτσι, το αντικείμενο και το είδος της έρευνας με βάση τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία συνήθως δεν είναι ενιαία. Στις συνθήκες αυτές, η όποια παραγόμενη θεωρία, μοιραία, θα είναι μέσου ή χαμηλού επιπέδου.

Ας εξετάσουμε όμως και μια άλλη διάσταση:

Η μικρού και μέσου επιπέδου θεωρία, δεν είναι ικανή να ασκήσει ολοκληρωμένη κριτική στους κατεστημένους θεσμούς, ούτε και να δείξει προς μια οδό υπέρβασής τους. Ακόμη και επιστήμονες/διανοητές που έχουν τις καλύτερες των προθέσεων, αναγκαστικά είναι εξαρτημένοι από τη χρηματοδότηση στην έρευνα, και η χρηματοδότηση αυτή τους περιορίζει τις όποιες επιλογές.3

Κοινωνικά ζητήματα όπως αυτό της φτώχειας, της μετανάστευσης, της περιθωριοποίησης, της ανεργίας, εξαρτώνται σπάνια αποκλειστικά από τοπικούς παράγοντες, και συνδέονται συνήθως με το εθνικό ή και το διεθνές. Μια παγκόσμια οικονομική κρίση, για παράδειγμα, παράγει [και] φαινόμενα που μοιάζουν να είναι τοπικά, είναι αδύνατον όμως να κατανοήσουμε τις αιτίες τους χωρίς αναφορά στο παγκόσμιο επίπεδο!

Ας το δούμε και λίγο στην πράξη:

Οι καπιταλιστές προτιμούν να μην συνδέεται το σύστημα το οποίο υπηρετούν (και τους υπηρετεί) με τα δεινά που εξαιτίας της φύσης του προκαλούνται στις λαϊκές μάζες. Αυτός είναι και ο λόγος που στα πλαίσια της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, σπάνια γίνεται αναφορά σε αυτή με το όνομά της. Αντιθέτως, ακούμε τους «ειδικούς» να μιλούν για κρίση χρέους, κρίση αξιών, κρίση της «μεσαίας τάξης», κρίση θεσμών κλπ. Αποφεύγεται αυστηρά να συνδεθούν αυτά τα επί μέρους παράγωγα της καπιταλιστικής κρίσης μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην ενοχοποιηθεί το καπιταλιστικό σύστημα εν συνόλω.

Τέλος, αυτή η διακήρυξη της απέχθειας  των μεταμοντέρνων για μεγάλου επιπέδου θεωρία στην επιστήμη και η αγάπη τους για την πολυδιάσπαση, κρύβει από πίσω της ένα είδος πολεμικής στο ιδεολογικό επίπεδο με τον Μαρξισμό/Λενινισμο. Εναντιώνεται κοντολογίς στην αντίληψη των μαρξιστών λενινιστών περί συγκεντροποίησης της παραγωγής και κεντρικού ελέγχου. Της άποψης, δηλαδή, ότι μπορεί να συντονίζεται και να προγραμματίζεται η παραγωγή ενός κράτους σε όλους τους τομείς ενιαία. Υπό αυτήν την έννοια, η προσκόλληση στην πολυδιάσπαση, αποτελεί την άρνηση αυτής της δυνατότητας, άρα και την άρνηση μιας εκ των βασικών αρχών του κομμουνισμού. Η πραγματικότητα, βέβαια, τους διαψεύδει, αφού η παραγωγή στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ακολουθεί συνεχώς πορεία συγκεντροποίησης, με τα μονοπώλια να γίνονται όσο πάει και λιγότερα αριθμητικά ενώ μοιράζονται μεταξύ τους όλο και περισσότερο όγκο και κλάδους παραγωγής. Φυσικά, σε συνθήκες καπιταλισμού, ακόμα και αν οι τεχνικές συνθήκες το επιτρέψουν, δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης και απόλυτη συγκεντροποίηση με κεντρικό έλεγχο.

(Συνεχίζεται…)

1 Νομίζω η πατρότητα(ή η μητρότητα) του όρου με το σημερινό νόημα, ανήκει στην [χρηματοδοτούμενη από τη CIA Χάνα Άρεντ] και συγκεκριμενα προέρχεται από το έργο της, The origins of totalitarianism, στο οποίο εγκαινιάζει και τη θεωρία των δυο άκρων, δηλαδή μια απόπειρα εξίσωσης κομμουνισμού και φασισμού.«Αμερικάνικες και Ευρωπαϊκές αντικομμουνιστικές εκδόσεις , έλαβαν άμεση η έμμεση χρηματοδότηση(από τη CIA)[…]. Μεταξύ των διανοητών που προωθήθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από τη CIA ήταν οι IrvingKristol, MelvinLasky, IsaiahBerlin, StephenSpender, SidneyHook, DanielBell, DwightMacDonald, RobertLowell, HannahArendt, MaryMcCarthy, και μια σειρά από άλλους στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στην Ευρώπη, η CIA ενδιαφέρονταν κυρίως να προωθήσει την «Δημοκρατική Αριστερά» και πρώην αριστερούς, μεταξύ των οποίον βρίσκονταν οι, IgnacioSilone, StephenSpender, ArthurKoestler, RaymondAron, AnthonyCrosland, MichaelJosselson, και ο GeorgeOrwell.» Μετάφραση από https://monthlyreview.org/1999/11/01/the-cia-and-the-cultural-cold-war-revisited/

2Οι οπαδοί του μεταμοντερνισμού στο σύνολο τους, αντιλαμβάνονται ως «δημοκρατικές», μόνο τις διαδικασίες εκείνες που πηγάζουν από τον αστικό τύπο δημοκρατίας. Ενός τύπου δημοκρατίας κομμένου και ραμμένου να είναι συμβατός με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, σε κοινοβούλια που υπερισχύουν τα αστικά κόμματα. Στην πιθανότητα να υπερισχύσει κάποιο κομμουνιστικό κόμμα εκλογικά –και εφόσον αυτό το κόμμα δεν είναι εκφυλισμένο- οι αστικοί θεσμοί δεν λειτουργούν δημοκρατικά. Αντιθέτως, επικρατεί η βία και η νοθεία, ή στην χειρότερη περίπτωση έρχεται μια χούντα να βγάλει την αστική τάξη από το αδιέξοδο.

3 Και ειδικότερα στις ανθρωπιστικές επιστήμες η χρηματοδότηση αυτή δίνεται με μεγάλη φειδώ και αυστηρές προϋποθέσεις.

 

Read Full Post »

tumblr_m7mruytBjJ1r37w55o1_500.jpg

 

Πολλοί θα έχετε ακούσει την διάσημη ρήση της Μάργκαρετ Θάτσερ «Δεν υπάρχει κοινωνία υπάρχουν μόνο άτομα». Πίσω από αυτήν την πρόταση υπάρχει μια ολόκληρη σχολή κοινωνικών επιστημών, συνδεμένη με [νέο]φιλελεύθερους κύκλους διανόησης και θιασώτες του «μεθοδολογικού ατομισμού».

Χοντρικά, ο μεθοδολογικός ατομισμός αποτελεί την επιστημονική εκείνη μεθοδολογία ή αν θέλετε η οπτική, που βλέπει τις κοινωνίες σαν απλά σύνολα ανθρώπινων μονάδων. Αντίθετα, ας πούμε, με την μαρξιστική την Ντυρκεμιανή ή και άλλες παραδόσεις που αναγνωρίζουν μέσα στις κοινωνίες σχηματισμούς ή μοτίβα τα οποία υπερβαίνουν το ατομικό, όπως είναι οι «κοινωνικές τάξεις», οι «κοινωνικές δομές» κ.α.

Οι οπαδοί του μεθοδολογικού ατομισμού τείνουν να εξηγούν όλα τα κοινωνικά φαινόμενα μέσα από τις πράξεις των «ατομικών δρώντων», δηλαδή των ξεχωριστών ανθρώπινων μονάδων που αποτελούν την κοινωνία. Αυτό κατά τη γνώμη τους είναι κάτι που μπορεί να προσφέρει μια επαρκή ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, ενώ έννοιες όπως είναι η «κοινωνική τάξη» αποτελούν για εκείνους νοητικές κατασκευές που έχουν σχεδόν μεταφυσική υπόσταση. Στο παρόν κείμενο βέβαια δεν θα μας απασχολήσουν οι διαμάχες των φιλελεύθερων διανοητών μέσα στην ευρύτερη επιστημονική κοινότητα των κοινωνικών επιστημών, αλλά θα εστιάσουμε σε μια από τις θεμελιώδεις θεωρίες τους, αυτή της «ορθολογικής επιλογής».

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία όλες οι ανθρώπινες μονάδες δρουν με άξονα το ατομικό τους συμφέρον, παραδοσιακά μάλιστα η θεωρία αυτή δεν εστιάζει σε ευρύτερα και αφηρημένα συμφέροντα, αλλά κυρίως στο οικονομικό. Ανάλογα λοιπόν με τα εισοδήματα τους οι άνθρωποι κάνουν τις όποιες επιλογές τους με βάση το πώς θα «εισπράξουν» τη μέγιστη ωφελιμότητα(ικανοποίηση ή χρησιμότητα). Είναι κατά την βεμπεριανή παράδοση ένα είδος ορθολογικότητας ως προς το σκοπό, ότι δηλαδή το υποκείμενο θέτει ένα σκοπό και με βάση αυτόν διαλέγει τα καλύτερα εργαλεία για να τον πετύχει.

Όμως στην πραγματικότητα, η ανθρώπινη δράση δεν περιορίζεται μόνο σε τέτοιου τύπου επιλογές. Δηλαδή, οι άνθρωποι, ούτε δρουν με μοναδικό άξονα τα εισοδήματα τους και τις υλικές ανάγκες τους, ούτε δρουν με απόλυτα ορθολογικό τρόπο(ως προς οποιοδήποτε σκοπό). Συχνά οι άνθρωποι δρουν φαινομενικά ανορθολογικά, όχι από λάθος αλλά και από επιλογή, ακριβώς επειδή δεν είναι προγραμματισμένα ρομπότ. Μπορεί για παράδειγμα ένας άνθρωπος να αργεί στη δουλειά του, γνωρίζοντας ότι αυτό ενδεχομένως να σημαίνει ότι θα τη χάσει, και παρόλα αυτά να συνεχίζει να το κάνει. Τούτο είναι κάτι που θα του στερήσει πλήρως τα εισοδήματα του, άρα και θα περιορίσει την όποια διαδικασία ορθολογικών επιλογών που έκανε για όσο καιρό λάμβανε το μισθό του. Αποτελεί συνεπώς από την πλευρά του ανορθολογική επιλογή(σύμφωνα με το πώς θέτουν την ορθολογικότητα οι οπαδοί της ορθολογικής επιλογής), κάτι που όμως δεν τον εμποδίζει.

Δεν θα προχωρήσω σε μια εξαντλητική κριτική πάνω στην θεωρία της ορθολογικής επιλογής, αυτό που θα κάνω είναι να δώσω μια πρόταση σχετικά με το τι δημιουργεί την εντύπωση ότι οι άνθρωποι δρουν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Πολύ απλά, προέρχεται από τη λανθασμένη αντίληψη ότι τα ανθρώπινα υποκείμενα δρουν με τη λογική που δρουν οι επιχειρήσεις, δηλαδή τη λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους. Στην περίπτωση των ανθρώπινων υποκειμένων το κέρδος μεταφράζεται ως ωφέλεια, άρα «αρχή μεγιστοποίησης της ωφέλειας».

Στο σημείο αυτό θα εισάγω την έννοια του «φετιχισμού του εμπορεύματος» η οποία χοντρικά, σύμφωνα με τον Μαρξ, σημαίνει ότι μια ακραίως εμπορευματική κοινωνία όπως η καπιταλιστική, δημιουργεί στα μυαλά των ανθρώπων που ζουν μέσα σε αυτήν στρεβλές εντυπώσεις και προικίζει τα άψυχα αντικείμενα με ψευδείς ιδιότητες. Μια βασική στρέβλωση ξεκινά από το γεγονός πως τα προϊόντα που παράγει η ανθρώπινη εργασία στον καπιταλισμό, παράγονται πρωτίστως όχι για να ικανοποιήσουν βασικές ανθρώπινες ανάγκες, αλλά για να ικανοποιήσουν τη φύση τους ως εμπορεύματα, δηλαδή να πουληθούν στην αγορά και να αποφέρουν κέρδος στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής.[1] Η εμπορευματική αξία που αποκτά το προϊόν δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς την ανθρώπινη εργασία, και όμως, το εμπόρευμα υψώνεται ως το απόλυτο φετίχ και η εμπορευματική αξία ποζάρει σαν δική του(του εμπορεύματος) –αυθύπαρκτη- ιδιότητα.

Για να μην ξεφύγουμε όμως, αυτό που θέλω να πω στο συγκεκριμένο άρθρο, είναι ότι η προσκόλληση στην θεωρία της ορθολογικής επιλογής, πηγάζει ακριβώς από το ίδιο φαινόμενο, την κυριαρχία του εμπορίου στην καπιταλιστική κοινωνία και τις στρεβλώσεις που αυτή η κυριαρχία δημιουργεί. Έτσι, οι θιασώτες της, είτε επειδή αδυνατούν να δουν πέρα από την αγοραία λογική, είτε επειδή δεν θέλουν, θεωρούν πως τα ανθρώπινα υποκείμενα είναι όντα που δρουν με τύπους ορθολογικότητας αντίστοιχους με αυτούς της αγοράς.[2] Μεταφράζουν δηλαδή τις ιδιότητες της αγοράς σε ανθρώπινες ιδιότητες. Φυσικά δεν υποστηρίζω πως μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία οι ιδιότητες της αγοράς δεν επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης και την στοχοθεσία των ανθρώπων, αυτό όμως δεν γίνεται ούτε τόσο μονοδιάστατα όσο η θεωρία της ορθολογικής επιλογής περιγράφει, ούτε τόσο ντετερμινιστικά.

Τέλος, για να ενισχύσω το επιχείρημα μου, ότι δηλαδή οι οπαδοί τέτοιου τύπου θεωριών δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους, θα χρησιμοποιήσω ένα δικό τους παράδειγμα που υποτίθεται επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς τους. Παραθέτω το παράδειγμα όπως το συνάντησα σε σχετική βιβλιογραφία:

«Η Λύντια Μόρις (1990) χρησιμοποιεί τη «Νέα Οικιακή Οικονομία» του Γκάρι Μπέκερ ως παράδειγμα κοινωνιολογικής εξήγησης στο πλαίσιο της θεωρίας της ορθολογικής επιλογής.[…] Ο Μπέκερ πιστεύει πως ο καταμερισμός της εργασίας στο νοικοκυριό είναι αποτέλεσμα ορθολογικών επιλογών, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας μέσω της βέλτιστης κατανομής του χρόνου στην αγορά ή στις δουλειές τους σπιτιού. […]εφόσον οι άνδρες μπορούν, κατά κανόνα, να εξασφαλίσουν μεγαλύτερους μισθούς στην αγορά, είναι λογικό να διοχετεύουν το μεγαλύτερο μέρος της ενεργητικότητας τους στις εργασίες της αγοράς παρά στο νοικοκυριό, ενώ για τις γυναίκες ισχύει το αντίθετο[…]»[3]

Η ακραία λαθροχειρία που γίνεται εδώ, είναι ότι ο Μπέκερ αδυνατεί να λάβει υπόψη του ότι ο εξωστρεφής ρόλος του άνδρα και ο εσωστρεφής ρόλος της γυναίκας σαν κοινωνικά φαινόμενα, δεν διαμορφώθηκαν στην καπιταλιστική εποχή αλλά σε προγενέστερες εποχές. Στην αρχαία Αθήνα για παράδειγμα ή στη Σπάρτη, πάλι ο άνδρας ήταν περισσότερο έξω και η γυναίκα περισσότερο μέσα στο σπίτι. Στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα το ίδιο. Υπό το φως αυτών των κοινών γνώσεων λοιπόν, τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα, δεν αποφάσισαν ορθολογικά στον αιώνα μας για το ποιος θα είναι εκτός και ποιος εντός, αλλά αναπαράγουν σχέσεις κληρονομημένες από το παρελθόν. Σχετικά παραλλαγμένες βέβαια από τις ενδιάμεσες κοινωνικές εξελίξεις. Είναι η αγορά εκείνη που «αποφασίζει» να δώσει μικρότερο μισθό στη γυναίκα, ακριβώς επειδή είναι πιο ευάλωτη[4], αφού  εξακολουθεί υπάρχει αυτή η ανισότητα της γυναίκας σε σύγκριση με τον άνδρα στον «έξω κόσμο», η οποία κληροδοτήθηκε στην καπιταλιστική κοινωνία από προηγούμενους τύπους κοινωνιών. Ο Μπέκερ θα λέγαμε –ότι με την προσήλωση του στον μεθοδολογικό ατομισμό και στην αγοραία λογική- αδυνατεί να δει τις ανθρώπινες κοινωνίες μέσα στην ιστορικότητα τους. Για αυτόν η κοινωνία της αγοράς μοιάζει να είναι αιώνια και αυθύπαρκτη, άρα και η λογική της και μόνο αυτή μπορεί να εξηγήσει τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Δυστυχώς για τον κακόμοιρο τον Μπέκερ(και τους άλλους σαν και αυτόν), ακόμη και αυτή τη λογική της αγοράς είναι αδύνατον κάποιος να την κατανοήσει σε βάθος άμα στην κοινωνία βλέπει μόνο άτομα και άμα δεν έχει αντίληψη του ιστορικού γίγνεσθαι.

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Έτσι τα μέσα παραγωγής και η ίδια η ανθρώπινη εργασία, αντί να έχει σκοπό της την παραγωγή «αξιών χρήσης»(δηλαδή προϊόντων και υπηρεσιών που θα υπηρετούν τις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες), υποτάσσονται στην λογική της παραγωγής «εμπορευματικών αξιών»(δηλαδή προϊόντα που θα πουληθούν στην αγορά ως εμπορεύματα για να φέρουν κέρδος στον καπιταλιστή ιδιοκτήτη των μέσω παραγωγής, κέρδος που προκύπτει από την κλεμμένη υπεραξία της ανθρώπινης εργασίας). Συνεπώς η παραγωγή δεν στοχεύει στο να υπηρετεί τον άνθρωπο, αλλά στο να παράγει κέρδος μέσα από την απόσπαση της υπεραξίας και να το εισπράττει στην αγορά. Άρα ο άνθρωπος καταλήγει να υπηρετεί την παραγωγή, βγάζοντας παράλληλα τα απολύτως απαραίτητα -με τη μορφή του μισθού- ώστε για να μπορεί να συνεχίζει να εργάζεται και να αναπαράγει αυτόν τον μηχανισμό.

[2] Και πιο συγκεκριμένα μια εξιδανικευμένη εικόνα της αγοράς, μια αφαίρεση από την πραγματική αγορά, την αγορά όπως την έχουν στο μυαλό τους οι αστοί διανοητές.

[3] Ian Craib, Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία, από τον Πάρσονς στον Χάμπερμας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 12η έκδοση, Αθήνα 2009, σελ. 133.

[4] Και επειδή ιστορικά οι γυναίκες ξεκίνησαν να δουλεύουν σε χαμηλόμισθες θέσεις ανειδίκευτης εργασίας. Κάτι που αντανακλάται στο μισθό τους μέχρι σήμερα και ας είναι το ίδιο εξειδικευμένες με τους άνδρες.

Read Full Post »

Βλέπω από αρκετούς φίλους μου στο facebook να δημοσιεύουν τον παρακάτω πίνακα που αφορά των αριθμό των φυλακισμένων στην Ελλάδα ανάλογα με την παράβαση/έγκλημα τους και την διάκριση «Έλληνας» ή «αλλοδαπός». Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζω κατά πόσο τα στοιχεία που παρουσιάζονται είναι πραγματικά, μιας και δεν αναφέρεται πηγή, όμως για χάρη του επιχειρήματος μου ας υποθέσουμε ότι είναι πραγματικά.

25446263_1514120548700563_350109537165136541_n

Οι υπογραμμίσεις δεν είναι δικές μου.

Δημοσιεύοντας αυτόν τον πίνακα οι facebookικοί μου φίλοι ισχυρίζονται ότι τα περισσότερα εγκλήματα στην Ελλάδα γίνονται από Έλληνες, άρα κακώς εμείς βλέπουμε με καχυποψία τους αλλοδαπούς. Δυστυχώς αυτή η ανάγνωση δεν είναι [ακριβώς] σωστή, αφού αν δούμε τον παραπάνω πίνακα ψυχρά μαθηματικά, τότε ναι μεν ο απόλυτος αριθμός των Ελλήνων φυλακισμένων είναι μεγαλύτερος από ότι αυτός των αλλοδαπών(στα υπογραμμισμένα), αλλά σε ποσοστά οι αλλοδαποί φυλακίζονται σε πολύ μεγαλύτερη συχνότητα από τους Έλληνες.

Αν υποθέσουμε ότι ο αριθμός των αλλοδαπών στην Ελλάδα είναι 1.000.000 τότε σύμφωνα με τους αριθμούς στον πίνακα, αυτή τη στιγμή στη φυλακή είναι περίπου ένας στους διακόσιους. Αν τώρα υποθέσουμε ότι οι Έλληνες είμαστε 10.000.000 τότε σύμφωνα πάλι με τους αριθμούς του πίνακα στην φυλακή βρίσκονται λίγο λιγότεροι από ένας στους δυο χιλιάδες. Υπό αυτήν την οπτική, λοιπόν, ο πίνακας αυτός δεν μπορεί να υποστηρίξει το επιχείρημα ότι οι Έλληνες είναι περισσότερο παραβατικοί διότι αν κρίνουμε από το πόσοι βρίσκονται στις φυλακές προκύπτει το ακριβώς αντίθετο. Ακόμη και αν πάρουμε τους αριθμούς στην κατηγορία «αποπλάνιση ανηλίκων», στην οποία αριθμητικά δείχνει ότι είναι πολύ περισσότεροι οι Έλληνες παραβάτες, ποσοστιαία είναι και πάλι διπλάσιοι οι αλλοδαποί.  Ούτε όμως αυτή η λογική πως οι αλλοδαποί εγκληματούν/παραβατούν σε δεκαπλάσιο βαθμό(ή στην περίπτωση της αποπλάνισης ανηλίκων σε διπλάσιο) σε σχέση με τους Έλληνες είναι σωστή.

Θα ήταν σωστή μονάχα αν υποθέταμε ότι οι αρχές, η δικαιοσύνη και ο νόμος αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τους αλλοδαπούς και τους Έλληνες. Στην πραγματικότητα, εξαιτίας του ότι οι αλλοδαποί είναι λιγότερο προστατευμένοι στη χώρα μας σε σχέση με τους Έλληνες, και συνεπώς λιγότερο «καβατζωμένοι», επειδή θεωρούνται ανεπιθύμητοι(ιδιαίτερα από τα όργανα της τάξης που είναι σε μεγάλο ποσοστό χρυσαυγίτες), τόσο ο νόμος όσο και η δικαιοσύνη είναι περισσότερο αυστηροί απέναντι τους. Με λίγα λόγια η αστυνομία τους συλλαμβάνει και τους καταδιώκει σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι καταδιώκει τους Έλληνες, αλλά και η δικαιοσύνη τους δίνει μεγαλύτερες ποινές άρα μένουν για περισσότερο χρόνο στη φυλακή. Μπορεί για την ίδια ακριβώς παράβαση ένας Έλληνας να έχει διαφορετική μεταχείριση από έναν αλλοδαπό. Αυτό επειδή ο πρώτος πιθανόν να έχει περισσότερες γνωριμίες, να μπορεί να πληρώσει καλύτερο δικηγόρο, να μπορεί να βρει πιο εύκολα μάρτυρες, και, πάνω από όλα, δεν έχει τη ρετσινιά του ξένου. Επιπλέον, το ενδεχόμενο της κακοδικίας έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να συμβεί σε έναν αλλοδαπό σε σχέση με κάποιον Έλληνα.

Ακόμα και έτσι βέβαια, θα πει κάποιος ότι σύμφωνα με τον πίνακα το ποσοστό των αλλοδαπών που βρίσκονται στη φυλακή σε σχέση με τον συνολικό τους πληθυσμό είναι σχεδόν δεκαπλάσιο από αυτό των Ελλήνων. Δικαιολογεί άραγε η διαφορετική μεταχείριση μια τόσο μεγάλη ποσοστιαία διαφορά; Μια τέτοια απάντηση φυσικά εγώ δεν μπορώ να τη δώσω, αφού για να είναι αντικειμενική πρέπει να γίνει και η ανάλογη μεγάλης κλίμακας έρευνα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι αλλοδαποί σίγουρα δεν είναι δέκα φορές πιο παραβατικοί από τους Έλληνες, απλά υπάρχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να πιαστούν και να τιμωρηθούν με αυστηρότερες ποινές.

Παρόλα αυτά πρέπει να πάρουμε υπόψη μας το εξής φαινόμενο. Ότι οι αλλοδαποί, και γενικά οι μειονοτικοί πληθυσμοί βρίσκονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αποκλεισμένοι από την ευρύτερη κοινωνία σε σχέση με  τον «κυρίαρχο πληθυσμό». Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν, είναι φυσιολογικό να παρατηρείται αυξημένη εγκληματικότητα, αφού οι μειονοτικοί δεν έχουν την ίδια πρόσβαση σε υπηρεσίες και αγαθά και τις ίδιες ευκαιρίες μέσα από τις «νόμιμες οδούς». Πάρτε σαν παράδειγμα τους μαύρους της Αμερικής σε σχέση με τους λευκούς αλλά και τους έλληνες τσιγγάνους σε σχέση με τους έλληνες «λευκούς». Η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στις καλές γειτονιές, στα καλά σχολεία, είναι πολύ πιο δύσκολη για τους μαύρους ή για τους τσιγγάνους, έτσι σε πολλές περιπτώσεις αναγκάζονται να καταφύγουν σε «παράτυπους» τρόπους επιβίωσης. Σε όλα αυτά πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα όσα είπαμε παραπάνω, ότι για το ίδιο παράπτωμα κάποιος που ανήκει στον κυρίαρχο πληθυσμό μπορεί να τη γλιτώσει ή να του δοθεί ηπιότερη ποινή σε σχέση με κάποιον που ανήκει σε μειονότητα.

Κάπου εδώ θα σταματήσει η ανάλυση μου χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ένα σωρό πράγματα να αναλυθούν πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Σκοπός μου όμως δεν ήταν να το εξαντλήσω αλλά να δώσω μερικά επιχειρήματα για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα κοινωνικά ζητήματα και πως πρέπει να ερμηνεύουμε τους όποιους δοθέντες αριθμούς ή στατιστικά. Από εκεί και πέρα μπορεί ο καθένας να βγάλει επιπλέον συμπεράσματα.

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

 

Read Full Post »

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτελεί μια έντονη συζήτηση με τον στενό οικογενειακό μου κύκλο σχετικά με τα «ανεξήγητα φαινόμενα» ή πιο σωστά τα «ανεξήγητα μη φαινόμενα». Προσωπικά, απογοητεύτηκα με την «τάση» των δικών μου να υποστηρίζουν την ύπαρξη παραφυσικών φαινόμενων όπως το μάτι, η τηλεπάθεια, και τα ζώδια. Οι απόψεις τους κινήθηκαν στην περιοχή του «εγώ έχω αρχίσει να πιστεύω στο μάτι και στα ζώδια» ως το «υπάρχουν ένα σωρό πράγματα τα οποία η επιστήμη δεν τα έχει ακόμη εξηγήσει άρα δεν πρέπει να αποκλείουμε τίποτα». Η αλήθεια είναι ότι όλο αυτό μου έβγαλε ένταση γιατί μου φάνηκε απαράδεκτο να ακούω τέτοια πράγματα από τα συγκεκριμένα άτομα. Αποφάσισα λοιπόν, με την άνεση που προσφέρει ο γραπτός λόγος, να κάτσω να γράψω σχετικό άρθρο όσον αφορά στο γιατί αυτές οι αντιλήψεις αποτελούν μεταφυσικούς συλλογισμούς που δικαιολογούν ακόμη και τον πιο ακραίο σκεπτικισμό απέναντι τους. Παρακάτω θα παραθέσω ένα προς ένα όσα επιχειρήματα εκφράστηκαν από την άλλη πλευρά και θα τα σχολιάσω.

telepathy-minds-min

Αν κάποιος πριν από 500 χρόνια έλεγε ότι κάποια στιγμή οι άνθρωποι θα έβλεπαν μέσω της τηλεόρασης ζωντανές ή βιντεοσκοπημένες εικόνες από την άλλη άκρη του κόσμου ή ότι θα φτιάχνονταν αεροπλάνα θα τον έλεγαν τρελό.

Το επιχείρημα αυτό είχε ως σκοπό να με πείσει ότι αυτά τα πράγματα τα οποία σήμερα δεν τα έχει αποδείξει ή κατασκευάσει η επιστήμη μπορεί στο μέλλον να ανακαλυφθούν ή να κατασκευασθούν. Ναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οτιδήποτε μπορούμε εμείς να επινοήσουμε στην φαντασία μας θα επιβεβαιωθεί στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον. Αν μεταχειριζόμαστε κάθε ιδέα με τέτοιο τρόπο τότε καταλήγουμε σε έναν ακραίο σχετικισμό όπου όλα μπορούν να συμβούν. Η επιστημονική σκέψη πρέπει να βασίζεται σε τεκμήρια και με βάση αυτά να προχωράει μπροστά. Η φαντασία χρειάζεται βεβαίως στην παραγωγή της επιστήμης, όμως όχι όταν αδυνατεί να αξιολογήσει το παραγόμενο προϊόν της με βάση κάποια λογικά τεκμήρια, να κάνει δηλαδή ένα πρόχειρο ξεσκαρτάρισμα. Υπό αυτήν την έννοια, αν κάποιος πριν από 500 ή 1000 χρόνια είχε φανταστεί την τηλεόραση, αυτό θα στηρίζονταν όχι σε κάποιον επιστημονικό συλλογισμό, διότι δεν υπήρχε το υπόβαθρο για τέτοιο συλλογισμό, αλλά θα αποτελούσε ένα είδος συλλογισμού αντίστοιχου με το να είχε κάποιος φανταστεί μια μαγική σφαίρα. Το ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα κατασκευάζονταν μια «μαγική σφαίρα», δηλαδή η τηλεόραση, δεν θα αποτελούσε μια κάποια δικαίωση για τον άνθρωπο που φαντάστηκε κάτι παρόμοιο πριν 500 ή 1000 χρόνια αλλά απλή σύμπτωση. Επιπλέον, για κάθε τέτοια σύμπτωση που θα (ψιλό)επιβεβαιώνονταν, θα υπήρχαν εκατομμύρια άλλες ανεπιβεβαίωτες.

Στην περίπτωση του αεροπλάνου τώρα, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, διότι υπάρχει το παράδειγμα της πτήσης στην φύση στα πουλιά και στα έντομα. Ένας τέτοιος συλλογισμός λοιπόν –ακόμη και για έναν άνθρωπο του 1500 μχ, είναι επαγωγικός και θα μπορούσε να είναι και παραγωγικός. Θα νομιμοποιούνταν αυτός ο άνθρωπος να πει ότι αν καταφέρουμε να κατανοήσουμε και να αναπαράξουμε τον μηχανισμό πτήσης των πουλιών, τότε μπορεί και εμείς να μπορέσουμε μια μέρα να πετάξουμε όπως αυτά. Βέβαια ο μηχανισμός πτήσης του αεροπλάνου –αν και αντλεί από αυτόν- δεν είναι ο ίδιος με τον μηχανισμό πτήσης των πουλιών.

Πάντως δεν είναι απαραίτητο η κοινωνία του μεσαίωνα ή και η αρχαία κοινωνία να αντιμετώπιζε κάποιον ως τρελό επειδή θα έλεγε ένα σωρό μεταφυσικά πράγματα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στις κοινωνίες εκείνες οι μεταφυσικές αντιλήψεις –δεδομένου ότι και η επιστήμη τότε ήταν κάτι άλλο από αυτό που ξέρουμε σήμερα- ήταν κυρίαρχες.

Ναι αλλά εσύ που νομίζεις ότι έχεις γνώση πολλών πραγμάτων έχεις τη σκέψη σου εγκλωβισμένη και δεν αφήνεις χώρο για το ενδεχόμενο ύπαρξης κάτι που μέχρι τώρα δεν έχει εξηγήσει η επιστήμη.

Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια, το ότι είμαι σκεπτικιστής δεν πάει να πει ότι δεν θεωρώ πως υπάρχουν εκπλήξεις για την επιστήμη, η ιστορία μας έχει διδάξει το ακριβώς αντίθετο. Όμως δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων μου πράγματα τα οποία, αν και έχει γίνει προσπάθεια να ερευνηθούν (πχ η τηλεπάθεια), δεν προέκυψε κανένα σοβαρό τεκμήριο το οποίο να μας οδηγεί προς το να αποδεχθούμε την ύπαρξη τους. Παραπαίουν χιλιάδες μεταφυσικές απόψεις εκεί έξω, δεν μπορούμε να τις αντιμετωπίζουμε όλες ως [πιθανές] αλήθειες που απλά δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί. Το ότι δεν τα γνωρίζουμε όλα, δεν νομιμοποιεί τους φορείς των μεταφυσικών αντιλήψεων να ποζάρουν ως εκπρόσωποι μη ακόμη κατανοήσιμων υπαρκτών/φυσικών φαινομένων. Η επιστημονική σκέψη οφείλει μεν να είναι έτοιμη να δεχθεί ή να προχωρήσει προς το καινούριο, δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει να μετατραπεί σε κέντρο πάσης φύσεως διερχομένων και πλήρως αστήρικτων φαντασιοπληξιών. Στο κάτω-κάτω η επιστήμη, στο όποιο καινούριο δεν θα φτάσει μετ’ αποκαλύψεως, αλλά στηριγμένη στις δικές της δυνάμεις.

Εννοείται ότι η επιστημονική γνώση καλλιεργεί ένα σύστημα σκέψης, σε παίρνει από τον αφηρημένο κόσμο των ιδεών και προγραμματίζει τον εγκέφαλό σου έτσι ώστε να λειτουργεί με βάση κάποια κριτήρια. Η σκέψη κάποιου που λειτουργεί αποκλειστικά με απολύτως χαλαρά κριτήρια δεν σημαίνει ότι είναι αποτελεσματικότερη από την «πειθαρχημένη σκέψη», όχι τουλάχιστον στον κόσμο της επιστήμης. Φυσικά το κάθε «σύστημα πειθαρχίας» πρέπει και αυτό να κρίνεται στην επιστήμη, αλλά όχι ότι θα μπορούσε να υπάρχει επιστήμη χωρίς «συστήματα πειθαρχίας». Η ύπαρξη ενός συστήματος πειθαρχίας σημαίνει ότι υπάρχει μέθοδος και η μέθοδος οδηγεί σε αποτελέσματα. Συνεπώς και η μέθοδος πρέπει να υπόκειται σε κριτική και σε αξιολόγηση. Σε κάθε περίπτωση όμως, το να θεωρείς τα πάντα [το ίδιο] πιθανά, ασχέτως με το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν τεκμήρια ή έστω ενδείξεις, δεν σε κάνει ανοιχτόμυαλο, σε κάνει κοκορόμυαλο.

Στο ζήτημα που προκύπτει, δηλαδή το κατά πόσο η μια ή η άλλη επιστημονική μέθοδος περιορίζει τα όρια της σκέψης και την εγκλωβίζει εντός μιας συγκεκριμένης πειθαρχίας δεν είναι έτσι και αλλιώς κατάλληλη να απαντήσει η μεταφυσική. Η επιστημολογική αυτή προβληματική λύνεται με την εξέλιξη των μεθόδων όχι με την κατάργηση τους και την επικράτηση του ακανόνιστου χάους στο όνομα της υποτιθέμενης «ανεξαρτησίας της σκέψης».

Η επιστημονική ή έστω η τεκμηριωμένη σκέψη δεν περιορίζει τη διαδικασία της γνώσης αλλά την κάνει περισσότερο αποτελεσματική. Υπάρχουν πράγματα να μάθεις για χίλιες ζωές, έχει λοιπόν σημασία τι ποιότητας θα είναι εκείνα στα οποία θα επιλέξεις να εντρυφήσεις. Μπορεί να έχεις διαβάσει όλα τα τεύχη του «άστρα και όραμα» και να έχεις γίνει εξπέρ στην αστρολογία, όμως η αστρολογία δεν είναι επιστήμη και οι όποιες εφαρμογές της αποτελούν κομπογιαννιτισμό ή/και αυταπάτη. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η αστρολογία καθορίζει σε ένα βαθμό τις ζωές των ανθρώπων, όχι όμως επειδή υπάρχει κάποια αλήθεια γύρω από τις «προβλέψεις» της, αλλά επειδή οι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι υπάρχει κάποια αλήθεια γύρω από τις προβλέψεις της. Κάτι αντίστοιχο με τη θρησκεία, που δεν χρειάζεται να υπάρχει θεός για να επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων, αρκεί οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι υπάρχει.

Ούτε εσύ μπορείς να αποδείξεις ότι δεν υπάρχουν…

Το επιχείρημα αυτό έρχεται ως απάντηση στο δικό μου αυτονόητο επιχείρημα, ότι για όλα αυτά τα μεταφυσικά (μάτι, τηλεπάθεια, αστρολογία) [μη] φαινόμενα δεν υπάρχουν αποδείξεις, άρα το να τα αποδεχόμαστε ως υπαρκτά αποτελεί ανοησία. Το να πρέπει εγώ να αποδείξω πως κάτι που δεν έχουμε καμία απόδειξη πως υπάρχει όντως δεν υπάρχει, μόνο ως ανέκδοτο μπορεί να σταθεί. Κι όμως, διάφοροι γκουρού της μεταφυσικής σκέψης νομίζουν ότι βάζουν την επιστήμη σε θέση άμυνας χρησιμοποιώντας τέτοιου τύπου επιχειρήματα. Αν εγώ είμαι σκεπτικιστής οφείλεις εσύ να με πείσεις για κάτι που ισχυρίζεσαι ότι υπάρχει και το οποίο εγώ (και η επιστήμη) δεν μπορώ να «αντιληφθώ», όχι το αντίστροφο.

Ο εγκέφαλος είναι ένα εργαλείο που λειτουργεί με ηλεκτρισμό, ίσως να μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα από αυτά που μέχρι τώρα γνωρίζουμε.

Η παραπάνω δήλωση ήταν ενταγμένη στην γραμμή υπεράσπισης της τηλεπάθειας και της τηλεκίνησης. Ότι βρε αδερφέ, αφού με τον ηλεκτρισμό μπορούμε και μεταφέρουμε ήχο και εικόνα, αφού μπορούμε και κινούμε πράγματα με αυτόν, γιατί να μην υπάρχει περίπτωση να το κάνει με κάποιο τρόπο αυτό και ο εγκέφαλος μας; ΝΑΙ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΔΕΙΞΗ Η ΣΟΒΑΡΗ ΕΝΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ. Φυσικά και δεν έχουμε αποκρυπτογραφήσει πλήρως το κουρκούτι (και εδώ μην ακούσω κανένα να πει για τη θεωρία της χρήσης του 10/100)1 ούτε και είμαι ο ειδικός να μιλήσω για την ανατομία και τη λειτουργία του εγκεφάλου, όμως δεν έχει ανακαλυφθεί κάποιο όργανο το οποίο να παίζει το ρόλο αυτού του τύπου του πομποδέκτη στον άνθρωπο, και δεν είναι ότι δεν έχει γίνει σχετική έρευνα. Φυσικά το ανθρώπινο σώμα και πομπός και δέκτης είναι, αλλά όχι με την έννοια της μετάδοσης και αποδοχής μνημάτων/σημάτων χωρίς την μεσολάβηση των υπαρκτών αισθήσεων. Πολλά –μάλλον τα περισσότερα- ερεθίσματα ο ανθρώπινος εγκέφαλος τα επεξεργάζεται χωρίς να έχει το άτομο συνείδηση. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να δημιουργήσει αυτό που αποκαλούμε «διαίσθηση», ίσως αυτή τη διαίσθηση κάποιοι την παρεξηγούν ως μια μεταφυσική ιδιότητα που κατέχουν.

Αυτά ήταν χοντρικά τα κύρια επιχειρήματα τα οποία προσπάθησα στο παρόν κείμενο να καταρρίψω. Η αλήθεια είναι ότι πέρα από την αντιπάθεια που τρέφω για την «μεταφυσική» του μεσαίωνα όταν αυτή πλασάρεται ως πραγματικότητα στον 21ο αιώνα, με ενοχλεί ακόμη περισσότερο όταν αυτή εκφράζεται από κοντινά μου πρόσωπα τα οποία θεωρούσα ότι έχουν σχετικά δυνατή κριτική ικανότητα (πόσο μάλλον όταν με τη βοήθεια τους ξεκίνησα να αποκτώ κριτική σκέψη στα παιδικά μου χρόνια). Ίσως θα έπρεπε να είμαι πιο ανεκτικός, ή έστω λιγότερο εκρηκτικός, προς χάριν του δεύτερου έγραψα το παραπάνω άρθρο.

Παρακαλώ να μην υποτεθεί πως με το παρόν άρθρο υποστηρίζω ότι η επιστημονική σκέψη πρέπει να κλείνεται στον εαυτό της, στη μέθοδο και στην αυστηρή πειθαρχία. Αντίθετα, η μέθοδος και η πειθαρχία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το «απέξω» το οποίο στην τελική προσπαθούν να κατανοήσουν και να διαμορφώσουν, διαφορετικά η επιστήμη δεν είναι επιστήμη αλλά μετατρέπεται και αυτή σε μεταφυσική.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

1 Αυτή η θεωρία μου είναι σχεδόν το ίδιο μισητή με το τσιτάτο πως «αν θέλεις κάτι πάρα πολύ όλο το σύμπαν…».

Read Full Post »

marxismcapitalism-2014-141120045016-conversion-gate02-thumbnail-4

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

Δεν υπάρχει άλλο ιδεολογικό/φιλοσοφικό/πολιτικό σύστημα σκέψης το οποίο να έχει γίνει απόπειρα να επαν-επινοηθεί περισσότερες φορές από ό,τι ο μαρξισμός. Έχει υπάρξει μια σειρά από προσεγγίσεις οι οποίες είχαν ειλικρινή σκοπό να συμπληρώσουν να προεκτείνουν να προσαρμόσουν ή να επικαιροποιήσουν στοιχεία του μαρξισμού προσπαθώντας να είναι τίμιες απέναντι του και πιστές στους θεμελιώδεις άξονες σκέψης του. Ο Λένιν, ο Στάλιν και άλλοι έχουν γράψει τέτοια έργα στην εποχή τους τα οποία προώθησαν τη μαρξιστική σκέψη, μεταφέροντας μάλιστα και τη θεωρία στην πράξη, και επανεμπλουτίζοντάς την με όσα τους δίδαξε η εμπειρία. Από αυτού του είδους τις «παρεμβάσεις»/ερμηνείες η μαρξιστική θεωρία κάθε άλλο παρά έχασε τον οξύ επαναστατικό της χαρακτήρα, αντιθέτως το οπλοστάσιο της εμπλουτίστηκε και η θεωρία έγινε πιο αποτελεσματική.

Υπάρχει όμως και εκείνο το είδος των οπτικών που ανήκουν σε μια διαφορετική κατηγορία και χρησιμοποιούν ως πρόσχημα την επικαιροποίηση, τον αναστοχασμό, το ξεδιάλεγμα, τον εκμοντερνισμό ή την προσαρμογή του μαρξισμού στα εκάστοτε δεδομένα. Αυτό που πετυχαίνουν τελικά –αδιαφόρως αν γίνεται σκοπίμως ή όχι- είναι να απογυμνώσουν αυτό το οξύ σύστημα από τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά, κάτι που είναι αδύνατον να γίνει χωρίς την διαστρέβλωση του ή έστω την μονομερή του αντιμετώπιση. Από την εποχή του «κεντριστή» Κάουτσκι, που έριχνε νερό στην επαναστατική φλόγα της εποχής του, χρησιμοποιώντας μάλιστα ως όπλο τη σκοπίμως στρεβλή του ερμηνεία των έργων του Μαρξ, στην κριτική της σχολής της Φρανκφούρτης που αναζητούσε το επαναστατικό υποκείμενο στα λούμπεν στοιχεία, τους καλλιτέχνες και τους φοιτητές και γενικά οπουδήποτε αλλού πέρα από την εργατική τάξη, μέχρι και τους κλόουν των ημερών μας επιπέδου Ζίζεκ που επικαλούνται την ιδιότητα του μαρξιστή για να νομιμοποιήσουν τη σαχλαμάρα τους και να τα κονομήσουν. Η λίστα αυτή φυσικά δεν έχει τέλος. Να πούμε ότι τα έργα πολλών εξ αυτών, δεν έμειναν μόνο στη θεωρία, αλλά κατεύθυναν επανειλημμένως σε λάθος πορεία το κομμουνιστικό, το εργατικό και το λαϊκό κίνημα, αφού σε πολλές περιπτώσεις δρούσαν εντός του ή εκφράζονταν από τους εκπροσώπους του.

Αν πάντως κάτι φανερώνει αυτή η συνεχής επιστροφή στο μαρξισμό, ακόμη και με αναθεωρητικό πρόσημο, είναι ότι αυτός συνεχίζει να απασχολεί και να προβληματίζει ακριβώς επειδή συνεχίζει να είναι σχετικός με τον κόσμο. Και πώς θα μπορούσε να μην είναι άλλωστε, αφού από τα χρόνια του Μαρξ μέχρι και τις μέρες μας, το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα -που ο Κάρολος τόσο καλά ανέλυσε- ζει και βασιλεύει διατηρώντας στον πυρήνα του τα ίδια με τότε χαρακτηριστικά στην όποια βέβαια προέκταση των συνεπειών τους στο χρόνο.

marxism

Ο “μαρξισμός” του Γκράουτσο Μαρξ είναι περισσότερο μαρξισμός από τον “μαρξισμό” των αναθεωρητών του Καρόλου

Ας παραθέσουμε όμως μερικά στοιχεία τα οποία διαχρονικά χαρακτηρίζουν τα πονήματα των αναθεωρητών του μαρξισμού και τα οποία οδηγούν τελικά στην αποδόμηση του.

-Πολλά από τα έργα αυτά βιάζονται να καταστήσουν τον μαρξισμό ανεπίκαιρο και αγωνιούν να τον φέρουν στο σήμερα, να τον μπαλώσουν και να τον επαναπροσδιορίσουν. Χωρίς σε καμία περίπτωση ο μαρξισμός να είναι ένα κλειστό σύστημα που δεν επιδέχεται επικαιροποίησης διόρθωσης η συμπληρώματος, οι εν λόγο οπτικές τείνουν να «επικαιροποιούν» στοιχεία του μαρξισμού που δεν χρειάζονται επικαιροποίηση, αντίθετα, αποτελούν ζωτικά κομμάτια του. Τέτοιες θεωρίες συχνά καταλήγουν σε συμπεράσματα όπως ότι στην εποχή μας έχει εξαφανιστεί η παραδοσιακή εργατική τάξη ή ότι είναι δυνατόν ο σοσιαλισμός να επικρατήσει σταδιακά στις καπιταλιστικές χώρες δίχως επανάσταση αλλά με σταδιακές μεταρρυθμίσεις και κατακτήσεις κ.α.

-Υπάρχει η τάση στην μετά Λένιν εποχή, οι αναθεωρητικές, συστημικές ερμηνείες, να κρατούν αποστάσεις από τη Λενινιστική εκδοχή και εφαρμογή του μαρξισμού. Αποδίδουν σε αυτήν τον όρο «ορθόδοξη» και την αποστρέφονται όπως ο διάβολος το λιβάνι. Βέβαια αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τον Λένιν αλλά και άλλους διανοητές επαναστάτες στο βαθμό που αυτοί υπηρέτησαν όσο πιο πιστά μπορούσαν το ιδεώδες της επαναστατικής αυτής θεωρίας, απλά ο Λένιν αποτελεί τον πιο χαρακτηριστικό εξ αυτών. Έτσι λοιπόν οι αναθεωρητές συχνά δηλώνουν ότι αγαπούν τον Μαρξ (όπως αυτοί τον καταλαβαίνουν και τον ερμηνεύουν), αλλά κρατούν αποστάσεις από οποιαδήποτε επαναστατική εφαρμογή της θεωρίας του.

-Κατ’ επέκταση, οι αναθεωρητές κρατούν αποστάσεις και από τον «Υπαρκτό», τουλάχιστον για όσο αυτός ήταν υπαρκτός, διότι όταν άρχισε να παίρνει τον κατήφορο δεν παρέλειψαν να επιδοκιμάσουν τις αιτίες της πτώσης, δημιουργώντας κλίμα ιδεολογικής υποχώρησης και μέσα στο ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα.

-Σε πανεπιστημιακό επίπεδο, υπάρχει η τάση να επιλέγονται προς διδασκαλία τα κομμάτια εκείνα του έργου του Μαρξ τα οποία είναι περισσότερο φιλοσοφικά ή μεθοδολογικά. Δεν υποτιμώ τα μέρη αυτά, αντιθέτως είναι απαραίτητα για τη σφαιρική κατανόηση της μαρξιστικής θεωρίας, όμως η προσεχτική απομόνωσή τους από τα περισσότερο διακηρυκτικά, εκείνα δηλαδή που δεν προσπαθούν απλά να ερμηνεύσουν τον κόσμο αλλά και να τον αλλάξουν, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι.

-Υπήρξαν φυσικά και εκείνοι οι οποίοι αποπειράθηκαν να συνδυάσουν την μαρξιστική παράδοση με αστικές θεωρίες και να δημιουργήσουν εφαρμογές μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Τέτοιες θεωρίες κατά καιρούς εκφράστηκαν από σοσιαλδημοκράτες ή ευρωκομμουνιστές (και από παραδοσιακά ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα όπως το Ιταλικό και το Γαλλικό τα οποία εκφυλίστηκαν) που αναζητούσαν το λεγόμενο «τρίτο δρόμο» μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού. Φυσικά τέτοιος δρόμος δεν υπήρξε ποτέ, και αυτές οι θεωρίες που δεν δίσταζαν να εναγκαλιστούν με κεϊνσιανές και νέο-κεϊνσιανές λογικές κάθε άλλο παρά μαρξισμός ήταν. Ο μόνος στόχος τους ήταν να υπηρετήσουν τον καπιταλισμό σε συγκεκριμένες φάσεις του, και να αποτραβήξουν το ενδιαφέρον του λαού από πιο ορθόδοξες εφαρμογές του μαρξισμού στα σοσιαλιστικά κράτη που προσέφεραν στους πολίτες τους μόνιμη εργασία, υψηλές και καθολικές υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης κ.α. Οι πρόσκαιρες παραχωρήσεις που τα καπιταλιστικά καθεστώτα έκαναν την εποχή που υπήρχε το αντίπαλο δέος, πάρθηκαν πίσω με γοργούς ρυθμούς μετά από τις ανατροπές και τον εκφυλισμό του «υπαρκτού». Πάντως οφείλουμε να πούμε ότι και ο «υπαρκτός» δεν υπήρξε αθώος του αίματος, καθώς πολλές από τις αρνητικές αυτές εξελίξεις προωθήθηκαν ή και ξεκίνησαν από τις χώρες αυτές, όπως ήταν για παράδειγμα η επί Χρουστσιόφ θεωρία της «ειρηνικής συνύπαρξης» που είχε αρνητικές προεκτάσεις για το σύνολο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Κάπου εδώ ολοκληρώνεται από μέρους μου η κάθε άλλο παρά εξαντλητική παράθεση των χαρακτηριστικών των αναθεωρητικών τάσεων εντός και εκτός της μαρξιστικής θεωρίας. Σκοπός μου φυσικά δεν ήταν να εξαντλήσω αυτό το ανεξάντλητο ζήτημα αλλά να παραθέσω κάποια κυρίαρχα στοιχεία με σκοπό τον περαιτέρω διάλογο.

Είπαμε παραπάνω ότι αυτός ο οργασμός παραγωγής θεωριών που σκοπό έχουν να συνδεθούν με τον μαρξισμό δείχνει πέρα και πάνω από όλα τη διαχρονικότητα της συγκεκριμένης θεωρίας. Έργα πιστά στο πνεύμα του μαρξισμού και έργα αναθεωρητικά ως προς αυτόν υπάρχουν άπειρα. Τα πρώτα με σκοπό να τον εμπλουτίσουν και τα δεύτερα με σκοπό να τον εκφυλίσουν ασκώντας του ουσιαστικά πολεμική χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη. Σε όλα αυτά, αν συμπεριλάβουμε και τα έργα που ασκούν ευθεία πολεμική στον μαρξισμό, από αναρχική μέχρι και νεοφιλελεύθερη σκοπιά, καταλαβαίνουμε ότι η δυναμική της επαναστατικής αυτής θεωρίας λειτούργησε σαν «μεγάλη έκρηξη» τροφοδοτώντας με καύσιμο τις μηχανές της ιστορίας που δεν πρόκειται να σωπάσουν μέχρι την τελική νίκη.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: