Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αρχαιολογία’ Category

Το παρόν αποτελεί την πρώτη μου εργασία στο μάθημα του ΕΑΠ Ελληνικη Ιστορία.

Εδώ ο χάρτης σε καλύτερη ποιότητα

Θέμα 1ης εργασίας

Ποιά τα πολιτειακά συστήματα του ελληνιστικού κόσμου; Ποιές εξελίξεις τα διαμόρφωσαν και ποιά η θέση των πόλεων μέσα σε αυτά.

Εισαγωγή

Η εργασία θα χωριστεί, εκτός από την εισαγωγή και τα συμπεράσματα, σε τρία μέρη. Στο πρώτο θα γίνεται μια σύντομη οριοθέτηση του ελληνιστικού κόσμου κυρίως γεωγραφικά και χρονολογικά. Στο δεύτερο μέρος θα ασχοληθούμε με τα ελληνιστικά βασίλεια και τα χαρακτηριστικά αυτού που αποκαλούμε εδαφικό κράτος, τις ιδιαιτερότητες των κατακτημένων περιοχών και τον τρόπο που ασκούσαν την κυριαρχία τους οι βασιλικές δυναστείες. Στο τρίτο μέρος θα μας απασχολήσουν τα δύο άλλα πολιτειακά συστήματα που αφορούν κυρίως τον ελλαδικό χώρο, αυτό δηλαδή της πόλης κράτους και εκείνο της συμπολιτείας.

Μέρος πρώτο: Ελληνιστικός κόσμος

Συμβατικά η ελληνιστική περίοδος οριοθετείται ανάμεσα στο 323 π.Χ(μετά το θάνατο του Μ. Αλέξανδρου) και το 31 π.Χ. με τη ναυμαχία στο Άκτιο, που το τελευταίο ελληνιστικό βασίλειο, αυτό της Αιγύπτου, κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους.[1] Τα χρόνια που είχαν προηγηθεί, μια σειρά από πολιτικές πρωτοβουλίες, στρατιωτικές καινοτομίες και εκστρατείες, του μακεδόνα βασιλιά Φίλιππου που αναδιοργάνωσε το μακεδονικό βασίλειο και εδραίωσε την κυριαρχία του στον ελλαδικό χώρο.  Τον Φίλιππο διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος, ο οποίος με πρόσχημα την εκδίκηση εναντίον των Περσών, και αφού κατέπνιξε τις αντιδράσεις των άλλων ελληνικών πόλεων(πχ. καταστροφή της Θήβας), εκστράτευσε και πέτυχε να κατακτήσει περιοχές που εκτεινόταν νότια από την Αίγυπτο τη Λιβύη και τη Συρία, ενώ ανατολικά μέχρι τα φυσικά σύνορα του Ινδού ποταμού αλλά και ένα μέρος της Ινδίας.[2](Βλέπε Χάρτη 1)

Ο αιφνίδιος θάνατος του Αλέξανδρου(πιθανότατα από ασθένεια), και μην έχοντας ο ίδιος ορίσει νόμιμο διάδοχο, δημιούργησε βλέψεις και κατ επέκταση συγκρούσεις μεταξύ των διαδόχων του. Τελικά η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε 5 βασίλεια που ξεκίνησαν να διαμορφώνονται το 303 π.Χ. και οριστικοποιήθηκαν μέχρι το 280 π.Χ.[3]  Τα βασίλεια αυτά ήταν:

– Αυτό των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο(και αργότερα στη Λιβύη, τη νότια Συρία, την Κύπρο, τη σημερινή νότια Τουρκία και τα νησιά του Αιγαίου).

– Των Σελευκιδών στη Βαβυλώνα και τη Συρία, με κέντρο τη Συρία που ήταν το μεγαλύτερο και εκτεινόταν από τη δυτική Μ. Ασία ως και το σημερινό Αφγανιστάν.

– Των Αταλιδών στη Μ. Ασία με κυριότερη πόλη την Πέργαμο.

– Του Λυσιμάχου στη Θράκη και στον Εύξεινο Πόντο.

– Και των Αντιγονιδών στη Μακεδονία.[4]

Το πολιτειακό σύστημα που επικρατούσε στα βασίλεια αυτά ήταν αυτό της εδαφικής μοναρχίας, ένα είδος μοναρχίας που όπως θα δούμε παρακάτω είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και διέφερε(έστω και στα σημεία) από το ένα βασίλειο στο άλλο.[5]

Στον ελλαδικό χώρο υπήρχαν όμως και άλλα είδη πολιτειακών δομών εκτός από τα βασίλεια, τα οποία είτε συνιστούσαν την παραδοσιακή μορφή της πόλης κράτους, είτε αποτελούσαν μεγαλύτερες συσσωματώσεις/ομοσπονδίες πόλεων, όπως ήταν για παράδειγμα η Αχαϊκή και η Αιτωλική συμπολιτεία.[6]

Μέρος δεύτερο: Τα ελληνιστικά βασίλεια

Αν και στα χρόνια που προηγήθηκαν του Αλέξανδρου η κύρια πολιτική δομή  στον ελλαδικό χώρο ήταν η πόλη-κράτος, με τον Αλέξανδρο η επικρατέστερη μορφή πολιτεύματος του ελληνιστικού κόσμου γίνεται η εδαφική μοναρχία, μορφή που υπήρχε από πριν στην Ανατολή.[7] Αυτού του είδους η μοναρχία διαμορφώνεται από ένα συνδυασμό των μακεδονικών(μακεδονική βασιλεία[8]) και των ανατολικών πολιτικοκοινωνικών παραδόσεων, αλλά κυρίως από τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν τα συγκεκριμένα <<κράτη>> και τους αγώνες που δόθηκαν(μεταξύ των διαδόχων ή και ανυπόταχτων τοπικών αρχόντων) μέχρι να πάρουν την τελική μορφή τους.[9]

Οι βασιλείς έπρεπε να ελέγχουν τεράστιες περιοχές κυριαρχίας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και μεγάλη πολυμορφία. Για να το επιτύχουν αυτό όφειλαν να κρατάνε μια ισορροπία ανάμεσα στο να επιδεικνύουν πυγμή αλλά και να είναι αποτελεσματικοί στη διπλωματία για να μπορούν να τα έχουν καλά με τους διάφορους πληθυσμούς, ντόπιους και μετανάστες(από την Μακεδονία και γενικά τον ελλαδικό χώρο).[10]Αυτό το κατάφερναν διατηρώντας μεγάλους στρατούς, απαντώντας και δημιουργώντας προκλήσεις σε στρατιωτικό επίπεδο, αλλά και δίνοντας την εντύπωση μεγαλείου με μεγαλοπρεπείς στρατιωτικές παρελάσεις. Αυτό που επίσης βελτίωνε την εικόνα τους και τους νομιμοποιούσε(κυρίως στα μάτια των ντόπιων πληθυσμών), ήταν η σύνδεση της οικογένειας τους με κάποιο θεό, είτε ως απογόνοι του, είτε ακόμα και ως προστατευόμενοι του.[11]Η συγκεκριμένη παράδοση υπήρχε από πριν στην Ανατολή, στο βασίλειο της Αιγύπτου για παράδειγμα ο βασιλιάς θεωρούταν θεός και λατρευόταν σαν τέτοιος. Ο Μ. Αλέξανδρος, υιοθέτησε την παράδοση αυτή και απαίτησε να λατρεύεται σαν θεός, τόσο στις κατακτημένες περιοχές όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα(αν και η λατρεία αυτή εκεί δεν διατηρήθηκε για πολύ καιρό μετά το θάνατο του)[12].

Στο διπλωματικό επίπεδο τώρα τα πράγματα ήταν κάπως πολύπλοκα λόγω της πολυμορφίας των εδαφικών βασιλείων. Οι έλληνες κατοικούσαν κυρίως σε πόλεις και στρατιωτικούς οικισμούς ενώ έχαιραν ξεχωριστών προνομίων, αφού αυτοί στελέχωναν τον ανώτερο κρατικό μηχανισμό, γινόταν αξιωματικοί του στρατού, και αποτελούσαν την αυλή του βασιλιά και γενικά την αριστοκρατία. Ο βασιλιάς δε, ήταν εκείνος που μοίραζε τους τίτλους και επέλεγε τους αξιωματούχους που θα τον περιέβαλλαν, οι πιο κοντινοί σε αυτόν ονομαζόταν και φίλοι.[13] Για να κερδίσουν την συμπάθεια των πόλεων, οι βασιλείς τις ευεργετούσαν, μιας και εξαρτιόνταν πολλά από τις σχέσεις του βασιλιά με τις πόλεις, διότι αυτές αποτελούσαν διοικητικά και εμπορικά κέντρα, αλλά και μέρη στα οποία κυρίως κατοικούσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί.[14]

Με τους ντόπιους πληθυσμούς τώρα, οι οποίοι αποτελούνταν κυρίως από εργάτες γης(αγρότες) στην ύπαιθρο ή ασχολούνταν με τις σκληρές δουλειές στις πόλεις, οι βασιλείς είχαν να κάνουν κυρίως με τους θρησκευτικούς τους ηγέτες, για αυτό και συχνά οι περιοχές που είχαν ναούς κατάφερναν να αποκτούν ειδικά προνόμια. Όμως οι βασιλείς είχαν να διαπραγματευτούν και με ηγέτες σχετικά ανεξάρτητων πληθυσμών(ντόπια φύλα, μικρές ηγεμονίες) μέσα στο βασίλειό του, συχνό φαινόμενο στο βασίλειο των  Σελευκιδών.[15]

Γενικά υπήρχε μεγάλη διαφορά στο πως συμπεριφερόταν οι βασιλείς στους Έλληνες και πως στους ντόπιους πληθυσμούς. Οι Έλληνες είχαν πολλά περισσότερα προνόμια και έχαιραν ένα είδος «σεβασμού», κάτι που έχει τις ρίζες του στην μακεδονική κληρονομιά αφού οι Μακεδόνες σαν σώμα πολιτών είχαν νομική υπόσταση και εμφανίζονται γενικά πλάι στον βασιλιά.[16] Οι έλληνες, εκτός από πολιτικο-στρατιωτική εξουσία και κοινωνική υπεροχή, είχαν και οικονομική υπεροχή αφού μεγάλος αριθμός αυτών ήταν έμποροι ή ασχολούταν γενικά με οικονομικές δραστηριότητες(είσπραξη φόρων).

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, πρέπει να τονίσουμε ότι αν και τυπικά η διαδοχή στο θρόνο ήταν κληρονομική και κληροδοτούταν στον πρωτότοκο γιό, συχνά αυτός δοκιμαζόταν και συγκυβερνούσε μαζί με τον πατέρα του, αν δεν επεδείκνυε διπλωματικές και πολεμικές αρετές, μπορούσε να αντικατασταθεί στο θρόνο από άλλο συγγενή. Ακόμα και ο ίδιος ο βασιλιάς μπορούσε να χάσει το θρόνο του αν δεν φαινόταν αντάξιος των προκλήσεων που παρουσιαζόταν.

Οι κυριότερες πόλεις των βασιλείων οργανωνόταν κατά τα πρότυπα της ελληνικής πόλης – κράτους, χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Αλεξάνδρεια και η Πτολεμαΐδα ή η Πέλλα. Αν και οι πόλεις αυτές κατάφερναν να αποκτούν μια σχετική αυτονομί, και να διατηρούν κάποιους δημοκρατικούς θεσμούς, δεν ξεπερνιόταν κάποιο όριο και η ελευθερία τους αφορούσε κυρίως τις εσωτερικές τους υποθέσεις, καθώς κυρίαρχο δεν ήταν κάποιο σώμα πολιτών ή ανεξάρτητων αξιωματούχων, αλλά ο ίδιος ο βασιλιάς.[17] Οι πόλεις των Αντιγονιδών είχαν ίσως πιο έντονους κάποιους από τους θεσμούς των πόλεων – κρατών, χαρακτηριστικά η Θεσσαλονίκη διέθετε βουλή και Εκκλησία του Δήμου, με περιορισμένη σίγουρα δυναμική.[18] Μέσα στις  μεγάλες πόλεις και στις πρωτεύουσες οι βασιλείς φρόντιζαν να χτιστούν μεγαλοπρεπή οικοδομήματα και υπήρχε εξεζητημένη πολυτέλεια. Επίσης αυτές αποτελούσαν πνευματικά κέντρα, καθώς φιλόσοφοι, ποιητές και καλλιτέχνες φιλοξενούταν στα βασιλικά ανάκτορα και στα σπίτια των πλουσίων.[19] Στην πρωτεύουσα το κτηριακό συγκρότημα του παλατιού και τα ανάκτορα ήταν φτιαγμένα έτσι ώστε να προκαλούν τον εντυπωσιασμό και το δέος. Αυτό προφανώς δεν ήταν κάτι που γινότανε για το <<θεαθήναι>> αλλά είχε σαν στόχο να ενισχύσει το κύρος της εκάστοτε δυναστείας. Υπολογίζεται ότι τα αλεξανδρινά ανάκτορα καταλάμβαναν το 1/4 περίπου της πόλης.[20]

Διοικητικά τα βασίλεια της ανατολής διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές, πριν την κατάκτηση, δομές τους, όπως ήταν για παράδειγμα η διαίρεση σε νομούς στην Αίγυπτο, και σε Σατραπείες στα περσικά εδάφη με τους αντίστοιχους, κάτω από την εξουσία του βασιλιά, διοικητές τους.  Ακόμα και οι ίδιοι οι βασιλείς κράτησαν τους τίτλους των προκατόχων τους, οι Πτολεμαίοι αυτόν του Φαραώ και οι Σελευκίδες τους τίτλους των Αχαιμενιδών και των Βαβυλωνίων βασιλέων.[21]Υπήρχαν βέβαια και διαφορές μεταξύ των βασιλείων, οι Πτολεμαίοι για παράδειγμα, οι οποίοι είχαν κατά παράδοση μεγαλύτερη ομοιογένεια στα εδάφη τους, κατάφεραν να έχουν ένα πιο συγκεντρωτικό κράτος, με καλύτερα οργανωμένο κρατικό μηχανισμό, ενώ το Βασίλειο των Σελευκιδών, που είχε μεγαλύτερη ανομοιογένεια, δεν κατάφερε να έχει τέτοια συνοχή και τόσο καλό έλεγχο στα εσωτερικά του. Οι ανομοιομορφία μεταξύ των διαφόρων περιοχών και λαών, έκανε απαραίτητο να υπάρχουν στα βασίλεια πολλά διαφορετικά συστήματα δικαίου ανάλογα με τις εκάστοτε παραδόσεις.[22]

Στον ελλαδικό χώρο τα πράγματα για τους  Αντιγονίδες ήταν λίγο πιο πολύπλοκα, μιας και η κυριαρχία τους πάνω στις πόλεις κράτη και στις υπόλοιπες περιοχές δεν ήταν νομιμοποιημένη βάσει κάποιας παράδοσης, γιατί η παράδοση της ελληνικής πόλης κράτους έρχονταν σε σύγκρουση με αυτή τη λογική. Έτσι ο έλεγχος γινόταν είτε με παρουσία φρουρών(βάσεων) είτε με ειρηνικό προσεταιρισμό των διαφόρων πόλεων.[23]

Μέρος τρίτο: Πόλεις Κράτη και Συμπολιτείες

Αν και οι ανεξάρτητες πόλεις δεν έπαψαν να υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο κατά την ελληνιστική περίοδο, αυτές απώλεσαν μέρος των χαρακτηριστικών τους, του πλούτου και της ισχύος τους.

Απέναντι στις απειλές που δεχόντουσαν οι πόλεις από τα νέα, ισχυρά, και με επεκτατικές βλέψεις βασίλεια(με πρώτο αυτό της Μακεδονίας), είδαν την αυτονομία τους να απειλείται άμεσα. Προκειμένου να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν, δημιούργησαν τις λεγόμενες συμπολιτείες, ένα είδος θα λέγαμε ομοσπονδιακού κράτους, με τον όρο αυτόν βέβαια να χρησιμοποιείται καταχρηστικά.[24]

Όσες πόλεις/περιοχές συμμετείχαν σε μια συμπολιτεία, θυσίαζαν μέρος της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας τους για χάρη της ασφάλειας που τους πρόσφερε το να είναι μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου, ενώ οι περιοχές που γινόταν μέλη της συμπολιτείας δεν ήταν ανάγκη να γειτνιάζουν. Το πολιτειακό σύστημα της συμπολιτείας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην νότια Ελλάδα και συγκεκριμένα σε περιοχές με παράδοση ομοσπονδιακής οργάνωσης, όπως ήταν η Αχαΐα, η Βοιωτία, η Αρκαδία και η Αιτωλία. Οι δυο ισχυρότερες συμπολιτείες ήταν η Αχαϊκή και η Αιτωλική.[25] Στην Αχαϊκή συμπολιτεία το κυρίαρχο σώμα ήταν η Εκκλησία, στην οποία κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. και ως το 146 π.Χ. συμμετείχαν όλοι οι ενήλικοι άνδρες πολίτες. Στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας, οι οποίες γινόταν 4 φορές κάθε χρόνο, έπαιρνε μέρος και ένα άλλο όργανο η Βουλή, που συμμετείχαν όλοι οι άνδρες άνω των 30 και όσοι άρχοντες ασκούσαν εκτελεστική εξουσία.  Τέτοιοι ήταν ο στρατηγός, που εκλεγόταν σε ετήσια βάση και αποτελούσε τον ανώτερο άρχοντα, ο γραμματέας, ο ύπαρχος, ο ναύαρχος κ.α. Τα έσοδα της συμπολιτείας προέρχονταν από τις εισφορές των πόλεων που την απάρτιζαν, και, αν και δεν υπήρχε ενιαία νομισματική μονάδα, τα νομίσματα όλων των μελών έφεραν το μονόγραμμα της.[26]

Παράλληλα υπήρχαν και ελληνικές πόλεις με τάσεις προσεταιρισμού, ο μονάρχης δελέαζε αυτές τις πόλεις με διάφορες ευεργεσίες, όπως ήταν για παράδειγμα η οικονομική ενίσχυση, ο εφοδιασμός και το χτίσιμο δημοσίων κτηρίων.[27]

Αν και η ακμή των πόλεων κρατών τοποθετείται στην Κλασική Εποχή, Υπήρχαν και πόλεις κράτη οι οποίες παρέμειναν αυτόνομες(τουλάχιστον μερικώς) κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου, παραδείγματα τέτοιων πόλεων ήταν η Ρόδος, η Αθήνα, οι Συρακούσες, η Σπάρτη κ.α. Αν και αποδυναμωμένες, οι πόλεις αυτές μπορούσαν να διατηρούν την ψευδαίσθηση μιας δραστήριας πολιτικής ζωής. Η αδυναμία όμως επιβολής της βούλησης αυτών των πόλεων, απέναντι στα πανίσχυρα στρατιωτικά βασίλεια, τις περιόριζε σε μεγάλο βαθμό και ο μόνος δραστικός ρόλος που είχαν, ήταν ως σύμμαχοι ή υποχείρια των διενέξεων μεταξύ των βασιλέων της Μακεδονίας, της Αιγύπτου και της Συρίας.[28][29]

Έχουμε πληροφορίες ότι η πολιτική δραστηριότητα επιβίωνε στις πόλεις(ιεροί νόμοι, τιμητικά ψηφίσματα, συμφωνία συμμαχιών), όμως η πολιτική βούληση σπάνια γινόταν πράξη, ενώ από το πολιτικό παιχνίδι απουσίαζε η μεγάλη μάζα των πολιτών.[30]Ο Λυκούργος παρόλα αυτά, κατάφερε να ανορθώσει την οικονομία της Αθήνας και να την ανασυντάξει στρατιωτικά, πολιτισμικά και θεσμικά στα 12 χρόνια που διαχειριστικέ τις υποθέσεις της από τη θέση του διοικητή(πέθανε το 325 π.Χ.).[31] Η μόνη πόλη που ξέφευγε σε μεγάλο βαθμό από αυτόν τον κανόνα, της εξάρτησης δηλαδή και της παρακμής, ήταν η Ρόδος, αυτό λόγω της θέσης της και της δύναμης του στόλου της.[32]

Συμπεράσματα

Με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου κυρίαρχη πολιτειακή δομή του ελληνιστικού κόσμου γίνεται η εδαφική μοναρχία. Τα βασίλειο μοιράζεται στους διαδόχους του Αλέξανδρου και τα <<κράτη>> που προκύπτουν συνδυάζουν χαρακτηριστικά και από τους δύο κόσμους(τον Ανατολικό και τον Ελληνικό), ενώ καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση τους παίζουν και οι συνθήκες που διαδέχθηκαν την εκστρατεία.

Η πολυμορφία των πληθυσμών που κατοικούν στα κατακτημένα εδάφη, έλληνες και ντόπιοι(με τους ντόπιους να είναι χωρισμένοι και αυτοί σε διάφορα φύλα), ανάγκαζε τους ηγεμόνες να υιοθετούν διαφορετικές προσεγγίσεις για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους.

Οι μεγάλες πόλεις των νέων βασιλείων καθώς και αυτές που ιδρύθηκαν από τους ίδιους τους βασιλείς, υιοθέτησαν πολλά στοιχεία από τις ελληνικές πόλεις κράτη, ενώ παράλληλα, η διοίκηση των μεγάλων περιοχών γινόταν με την υιοθέτηση θεσμών που κληρονομήθηκαν από τους εκτοπισμένους προκατόχους τους.

Στον ελλαδικό χώρο, η μακεδονική κυριαρχία έφερε μεγάλες αλλαγές, αποδυνάμωσε τις πάλαι ποτέ κυρίαρχες πόλεις(Αθήνα, Σπάρτη), τους πήρε την πρωτοβουλία, και ώθησε πολλές από αυτές, προκειμένου να αντεπεξέλθουν, να συμμετάσχουν σε ομοσπονδίες πόλεων γνωστές ως συμπολιτείες. Συχνά οι ελληνικές πόλεις συμμαχούσαν με τους αρχηγούς των εδαφικών κρατών στις μεταξύ τους έριδες.

Τόσο στην Ανατολή όσο και στην <<Ελλάδα>> με τις μετακινήσεις πληθυσμών που έγιναν, οι έλληνες έχαιραν περισσοτέρων προνομίων, είχαν την οικονομική, στρατιωτική και διοικητική πρωτοβουλία.

Σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής οι δημοκρατικοί θεσμοί είχαν ουσιαστικά αποκτήσει δευτερεύοντα ή και διακοσμητικό ρόλο, και είχαν αντικατασταθεί από την βούληση του βασιλιά και της αυλής του. Αυτοί κυβερνούσαν καταφέρνοντας είτε να επιβληθούν με στρατιωτική πυγμή, είτε θαμπώνοντας τους  υπηκόους τους με εξεζητημένες τελετές, πολυτελή οικοδομήματα, δωρεές, και προβολή του εαυτού τους που έφτανε στο σημείο να προσλαμβάνει λατρευτικές διαστάσεις.


[1] Ελένη Ζυμή, <<Ο Ελληνιστικός Κόσμος>>, στο, Θ. Βερέμης κ.α. Ελληνική Ιστορία, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος, Τόμος Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σελ. 147.

[2] Ελένη Ζυμή, <<Η Ηγεμονία των Μακεδόνων>>, στο, Θ. Βερέμης κ.α. Ελληνική Ιστορία, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος, Τόμος Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σελ. 128 – 139.

[3] Ελένη Ζυμή, <<Ο Ελληνιστικός Κόσμος>>, ο.π, σελ. 150 – 151.

[4] Στο ίδιο, σελ. 151 – 152.

[5] Hans – Joachim Gehrke, Η ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2009, 2η έκδοση, μτφ. Άγγελος Χανιώτης, Εποπτεία Κώστας Μπουραζέλης, σελ. 77.

[6] Claude Mosse, Annie Schnapp – Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας(2.000 – 31 π.Χ.), εκδ. Δ.Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2012, 13η έκδοση, μτφ. Λύντια Στεφάνου, σελ. 400.

[7] Στο ίδιο, σελ. 432.

[8] Οι μακεδονικές πόλεις δεν ήταν ανεξάρτητες όπως τις ελληνικές πόλεις κράτη, αλλά μέρη ενός ευρύτερου βασιλείου, του μακεδονικού.( Ελένη Ζυμή, <<Ο Ελληνιστικός Κόσμος>>, σελ. 128)

[9] Hans – Joachim Gehrke, Η ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, σελ. 78.

[10] Στο ίδιο, σελ. 79.

[11] Στο ίδιο, σελ 79, 81, 82.

[12] Ελένη Ζυμή, <<Η Ηγεμονία των Μακεδόνων>>, σελ. 141.

[13] Hans – Joachim Gehrke, Η ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, σελ. 86.

[14] Στο ίδιο, σελ. 83.

[15] Στο ίδιο, σελ. 85, 99, 100.

[16] Claude Mosse, Annie Schnapp – Gourbeillon, <<Επίτομη Ιστορία[…]>>, σελ. 435 – 436.

[17] Στο ίδιο, σελ. 101 – 102.

[18] Ελένη Ζυμή, <<Ο Ελληνιστικός Κόσμος>>, >>, σελ. 154.

[19] Στο ίδιο, σελ. 172.

[20] Hans – Joachim Gehrke, Η ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, σελ. 88.

[21] Στο ίδιο, σελ. 97.

[22] Στο ίδιο, σελ. 93.

[23] Claude Mosse, Annie Schnapp – Gourbeillon, <<Επίτομη Ιστορία[…]>>, σελ. 435.

[24] Ελένη Ζυμή, <<Ο Ελληνιστικός Κόσμος>>, σελ. 148, 175.

[25] Στο ίδιο, σελ. 175.

[26] Στο ίδιο, σελ. 177-178.

[27] Στο ίδιο, σελ. 173 – 174.

[28] Claude Mosse, Annie Schnapp – Gourbeillon, <<Επίτομη Ιστορία[…]>>, σελ. 400.

[29] Τέτοιος ήταν ο ρόλος της Αθήνας, της Σπάρτης και άλλων περιοχών στον συνασπισμό που έγινε με πρωτοβουλία του Πτολεμαίου Β’, που σκοπό είχε να πλήξει τους Αντιγονίδες.(Στο ίδιο. σελ. 418)

[30] Στο ίδιο, σελ. 440.

[31] Στο ίδιο, σελ. 412.

[32] Στο ίδιο, σελ. 440.

Βιβλιογραφία:(κατά σειρά εμφάνισης στην εργασία)

– Θ. Βερέμης, Ι Γιαννόπουλος κ.α. Ελληνική Ιστορία, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος, Τόμος Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002.

– Hans – Joachim Gehrke, Η ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2009, 2η έκδοση, μτφ. Άγγελος Χανιώτης, Εποπτεία Κώστας Μπουραζέλης.

– Claude Mosse, Annie Schnapp – Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας(2.000 – 31 π.Χ.), εκδ. Δ.Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2012, 13η έκδοση, μτφ. Λύντια Στεφάνου.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Advertisements

Read Full Post »

Απο την εκδρομή μας στην αρχαία Λισσό

Read Full Post »

Ειχα κάνει παλιότερα ένα άρθρο με τον τίτλο:

Η υπαγωγή της βυζαντινής οικονομίας στις επεκτατικές βλέψεις των ανεξάρτητων ιταλικών πόλεων και οι συνέπειες αυτής.

Τελικά προέκυψε σχετικό θέμα εργασίας για τις ανάγκες του ΕΑΠ και έτσι ασχολήθηκα πιο διεξοδικά με το ζήτημα. Την συγκεκριμένη εργασία λοιπόν αποφάσισα, μιας και έκανα την αρχή με το άρθρο, να την αναρτήσω, σε περίπτωση που σε κάποιους άρεσε το πρώτο άρθρο και τους ενδιαφέρει μια πιο αναλυτική αναφορά.

Η περίοδος που θα εξετάσουμε, δηλαδή από 10ο ως τις αρχές του 13ου αιώνα, χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την υπαγωγή της βυζαντινής οικονομίας στον έλεγχο τον ιταλικών εμπορικών πόλεων(Βενετία, Πίζα, Γένοβα) και κυρίως της Βενετίας. Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα που τίθεται στην εργασία πρέπει να πέσει φώς στην σχέση αυτών των πόλεων με το Βυζάντιο μέσα στην πάροδο του χρόνου, καθώς επίσης να τονιστούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των υπό διερεύνηση κοινωνιών, με περισσότερη ίσως έμφαση στην οικονομία και το εμπόριο.

Για τις ανάγκες αυτού του εγχειρήματος θα χωριστεί η εργασία σε 4 κύρια μέρη(εκτός από την εισαγωγή και τα συμπεράσματα). Στο πρώτο μέρος θα εξεταστούν κυρίως οι συνθήκες που επικρατούσαν στην οικονομία του Βυζαντίου κατά τη διάρκεια του 10ου και του 11ου αιώνα. Στο δεύτερο μέρος θα αναφερθούμε στα χαρακτηριστικά της εμπορικής επέκτασης των Ιταλικών πόλεων στον Βυζαντινό χώρο ενώ στο τρίτο μέρος θα μας απασχολήσουν οι επιπτώσεις της επέκτασης αυτής για τους Βυζαντινούς. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος πρόκειται να γίνει αναφορά στην κατάκτηση του Βυζαντίου από τους σταυροφόρους καθώς επίσης και στους λόγους εξαιτίας των οποίων έφτασαν τα πράγματα ως εκεί.

Μέρος πρώτο: Η Βυζαντινή οικονομία τον 10ο και 11ο αιώνα.

Μετά το πρώτο μισό του 10ου αιώνα και για μεγάλο μέρος του 11ου οι συνθήκες στο Βυζάντιο άρχισαν να ευνοούν ξανά την αναγέννηση της αστικής οικονομίας. Αιτίες για αυτό ήταν η έστω και προσωρινή εξασφάλιση του Βυζαντίου έναντι των διαφόρων εχθρικών γειτονικών του λαών. Στη Μικρά Ασία τα βυζαντινά στρατεύματα αναλάμβαναν την πρωτοβουλία με επιθέσεις που επρόκειτο να τα οδηγήσουν πέρα από την οροσειρά του Ταύρου, στην Κιλικία και την Συρία. Παράλληλα η Βουλγαρία έγινε πιο ειρηνική μετά τον θάνατο του τσάρου Συμεών(927) και υποτάχθηκε ολοκληρωτικά το 1018 ενώ και η ναυσιπλοΐα άρχισε να γίνεται πιο ασφαλής μετά την καταστροφή της αραβικής βάσης στην Κρήτη.[1]  Η αυξημένη ασφάλεια σήμαινε το άνοιγμα εμπορικών δρόμων, ενώ οι νεοφερμένοι στον Εύξεινο Πόντο Ρώσοι, που σύντομα θα προσηλυτιζόταν στον ορθόδοξο χριστιανισμό διευκόλυναν το μακρινό εμπόριο που θα διοχετευόταν κατευθείαν προς την Κωνσταντινούπολη.[2]

Παρόλο που οι συνθήκες ευνοούσαν την ανάπτυξη του εμπορίου και τις εμπορικές επαφές με άλλους λαούς, η αυτοκρατορική κυβέρνηση έβλεπε με καχυποψία και συντηρητισμό όλα αυτά τα νέα δεδομένα[3]. Μαθαίνουμε για παράδειγμα από πηγές της εποχής, ότι όσον αφορά την ρωσική εμπορική αποικία που είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, οι αρχές ενδιαφερόταν κυρίως να επιβλέπουν στενά τους ρώσους παρά να αποκομίζουν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος από τις μεταξύ τους σχέσεις.[4] Υπάρχει ακόμα ένα ντοκουμέντο με το όνομα Επαρχικό Βιβλίο το οποίο χρονολογείται από την εποχή του Λέοντα ς(886-912) στο οποίο καταγράφονται οι ρυθμίσεις που θα πρέπει να επιβάλει ο έπαρχος της Κωνσταντινούπολης στις διάφορες συντεχνίες και εκεί βλέπουμε την προσπάθεια που γίνεται για να παραμείνει το εμπόριο κάτω από τον αυστηρό έλεγχο και περιορισμό ενός συντηρητικού κράτους.[5]

Βέβαια οι ευκαιρίες που παρουσιαζόταν για την βυζαντινή οικονομία, οδηγούσαν τους εμπόρους και τους υπόλοιπους επαγγελματίες στο να παραβαίνουν τους κανόνες του Επαρχικού Βιβλίου. Τα μέλη της αριστοκρατίας λόγου χάρη, παρότι απαγορευόταν να έχουν εμπορικές δραστηριότητες, επένδυαν μέρος της περιουσίας τους στην αγορά καταστημάτων που η ενοικίαση τους τους απέδιδε εισόδημα περίπου 5%.[6]

Οι επαγγελματίες άρχισαν σταδιακά να αποκτούν πλούτο και εξουσία, ενώ προφανώς είχαν έρεισμα και επιρροή στην κοινωνία έτσι ώστε σταδιακά ακόμα και οι αυτοκράτορες εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη στήριξη τους. Ο Μιχαήλ Ε’ για παράδειγμα, σε μια προσπάθεια να κρατηθεί στον θρόνο που σφετερίστηκε από την αυτοκράτειρα Ζωή(1042) αποπειράθηκε να πάρει το «μόρφωμα» των επαγγελματιών με το μέρος του γεμίζοντας τους τιμές. Εκείνοι όμως επειδή ήταν προσκολλημένοι στην νόμιμη δυναστεία πολιόρκησαν το παλάτι και τον εκθρόνισαν. Ο διάδοχος του, Κωνσταντίνος Θ’ «δέχθηκε στην συγκλητική τάξη σχεδόν όλο τον όχλο της αγοράς», όπως γράφει απρόθυμα ο Ψελλός. Αργότερα, αυτοκράτορες όπως ο Ισαάκιος Κομνηνός(1057) και Νικηφόρος Βοτανειάτης(1078)  κατέκτησαν τον θρόνο με την στήριξη των εμπόρων και των συντεχνιών ενώ ο Κωνσταντίνος Ι’(1059-1067) έφτασε στο σημείο να καταργήσει κάθε διάκριση ανάμεσα στους συγκλητικούς και τους απλούς πολίτες ενώ έδωσε σε τεχνίτες υψηλά αξιώματα.[7]

Η επέκταση της αυτοκρατορίας στα «ιδανικά» σύνορα, δηλαδή από την μια ως τον Δούναβη και από την άλλη ως τον Ευφράτη, καθώς επίσης και η σχετική ηρεμία όσον αφορούσε τις εξωτερικές απειλές έδωσαν όπως είπαμε σχετική ώθηση στους έμπορους και τους επαγγελματίες, όμως από την άλλη είχε ως αποτέλεσμα την εξασθένιση τους βυζαντινού στρατού. Τα θέματα και οι θεματικοί στρατοί άρχισαν να διαλύονται ενώ η στρατιωτική διοίκηση συγκεντρωνόταν στα χέρια των δύο δομεστίκων[8] των σχολών , ένας για την Ανατολή και ένας για την Δύση, κάτι που θύμιζε το σύστημα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Παράλληλα η κατοχή κτημάτων υπό τον όρο της στρατιωτικής υπηρεσίας καταργήθηκε αλλά και η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία έγινε εξαγοράσιμη, με τα χρήματα της εξαγοράς να πηγαίνουν στην πρόσληψη μισθοφόρων.[9]

Μέρος δεύτερο: Η οικονομική επέκταση των ιταλικών πόλεων.

Δύο παράγοντες έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο θα λέγαμε στην επέκταση των ιταλικών εμπορικών πόλεων στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Από τη μια είχε μεγάλη σημασία η οικονομική ανάπτυξη της Δύσης και το άνοιγμα εκεί νέων αγορών σε συνδυασμό με την αποκατάσταση της ασφάλειας στην Αδριατική και την Δυτική μεσόγειο, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να ευνοηθεί το θαλάσσιο εμπόριο. Από την άλλη η πόρτα στους Ιταλούς εμπόρους που έψαχναν χώρο να επεκταθούν, άνοιξε από τους ίδιους τους βυζαντινούς αυτοκράτορες όταν εκείνοι για διάφορους λόγους άρχισαν να τους παραχωρούν διάφορα εμπορικά προνόμια, στους Βενετούς αρχικά, και αργότερα στους Πισανούς και τους Γενουάτες.[10]

Η Βενετία ήταν η πρώτη πόλη που επιδόθηκε στο θαλάσσιο εμπόριο και κατ επέκταση η πρώτη που απέκτησε εμπορικά προνόμια στον Βυζαντινό χώρο, τόσο εξαιτίας της θέσης της όσο και εξαιτίας της αρχικά σχέσης υποτέλειας και αργότερα συμμαχίας[11] με την Βυζαντινή αυτοκρατορία.  Από το 992 κιόλας, ο Βασίλειος Β’ με ένα χρυσόβουλο μείωσε σε δύο χρυσά νομίσματα τον φόρο που πλήρωναν οι Βενετοί στην Αβύδο, στο δρόμο τους προς την Κωνσταντινούπολη ενώ μόνο ο λογοθέτης του δρόμου[12], και όχι άλλοι αξιωματούχοι, είχε δικαίωμα να κάνει έλεγχο στα βενετικά πλοία. Την εποχή εκείνοι οι Βενετοί ασχολούταν κυρίως με το διαμετακομιστικό εμπόριο και αγόραζαν από την πόλη πολύτιμα υφάσματα όπως και άλλα είδη πολυτελείας από την Ανατολή.[13]

Μέχρι την εποχή του Αλέξιου Α’ η παρουσία των Βενετών εμπόρων στην βυζαντινή επικράτεια δεν ήταν τόσο έντονη ούτε και είχε γίνει ακόμη τόσο βλαβερή για την ντόπια οικονομία, το χρυσόβουλο όμως που υπογράφηκε το 1082 άνοιξε την Κερκόπορτα για την οικονομική εισβολή των εμπορικών ιταλικών πόλεων. Ο Αλέξιος αναγκάστηκε να παραχωρήσει μια σειρά από προνόμια στους Βενετούς με αντάλλαγμα αυτοί να τον βοηθήσουν με τον στόλο τους να αποκρούσει την νορμανδική απειλή.[14] Εδώ βλέπουμε την μεγάλη σημασία που έπαιξε η αποδιοργάνωση και αποδυνάμωση του βυζαντινού στρατού, που δεν επαρκούσε για να διαφυλάξει τα σύνορα της αυτοκρατορίας.

Εκτός από τους τίτλους τους οποίους έλαβαν ο Δόγης(ανώτατος άρχοντας της Βενετίας) και ο πατριάρχης(καθώς και τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν σε αυτούς τους τίτλους) ως αντάλλαγμα τους δόθηκαν οι κτίσεις των Αμαλφηνών στην Κωνσταντινούπολη μαζί με μια περιοχή για να κατοικούν. Τώρα όσον αφορά τα εμπορικά προνόμια οι Βενετοί έμποροι εξασφάλισαν το δικαίωμα να εμπορεύονται σε πολλές πόλεις της Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλονίκης, Θράκης, Μικράς Ασίας και βόρειας Συρίας. Οι Βυζαντινοί κράτησαν το μονοπώλιο μόνο στην περιοχή του Εύξεινου πόντου που ήταν σημαντική για την τροφοδοσία της Κωνσταντινούπολης. Επίσης απαλλάχθηκαν από αρκετούς δασμούς όπου όλοι οι άλλοι δυτικοί έμποροι όφειλαν να πληρώνουν, αποκτώντας έτσι ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων.[15]

Τον δρόμο της Βενετίας ακολούθησε η Πίζα, η οποία έλαβε και αυτή προνόμια το 1111 με ανάλογο χρυσόβουλο. Αυτά τα προνόμια αποσπάστηκαν εκβιαστικά, αφού Πισάτες και Γενουάτες εξαπέλυαν επιθέσεις στα βυζαντινά παράλια, έτσι το χρυσόβουλο τους παραχωρήθηκε με όρο να σταματήσουν για πάντα αυτές τις επιθέσεις. Κατάφεραν και εκείνοι να πάρουν «σκάλα», σπίτια και μαγαζιά στην Κωνσταντινούπολη καθώς και να πετύχουν μειωμένους δασμούς και ελαχιστοποίηση των ελέγχων.[16]

Αν και έγιναν προσπάθειες από αυτοκράτορες όπως ο Ιωάννης Β’ Κομνηνός να απαλλαγεί η αυτοκρατορία από τους Βενετούς αρνούμενος το 1119 να επικυρώσει το χρυσόβουλο του 1082, έπεσαν στο κενό, αφού ο ίδιος αυτοκράτορας αποδυνάμωσε τον βυζαντινό στόλο, με αποτέλεσμα οι Βενετοί να τον αναγκάσουν με επιθέσεις στα παράλια να ξαναδεχθεί τους επαχθής όρους τους. Αργότερα έγιναν προσπάθειες να ξαναδημιουργηθεί ο Βυζαντινός στόλος από τον Μανουήλ Α΄ όμως η νορμανδική επίθεση του 1147-1149 τον έστειλε και εκείνον στο κατώφλι των Ενετών. Επί της εποχής τόσο τα προνόμια, όσο και οι ιταλικές πόλεις στις οποίες αυτά παρέχονταν, αυξήθηκαν, ενώ προστέθηκε σε αυτές και η Γένοβα.[17]

Μέρος τρίτο: Οι επιπτώσεις της οικονομικής επέκτασης των ιταλικών πόλεων και οι αντιδράσεις των Βυζαντινών.

Το χρυσόβουλο που υπογράφηκε το 1082 έδωσε σημαντική ώθηση στην βενετική οικονομία και κίνητρο για εμπορική δραστηριότητα στους Βενετούς. Μέχρι τον 12ο αιώνα όλο και περισσότεροι Βενετοί άρχιζαν να ασχολούνται με το εμπόριο με αποτέλεσμα το εμπορικό κεφάλαιο να μεγαλώνει, τα πλοία να εκσυγχρονίζονται και να προσελκύονται όλο και περισσότερες επενδύσεις.[18]Οι Βενετοί έμποροι εξαπλώθηκαν σε όλη την επικράτεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας ενώ μη αρκούμενοι στο διαμετακομιστικό εμπόριο κατάφεραν να πάρουν στα χέρια τους τελικά και το εσωτερικό. Κύριο προϊόν για το εσωτερικό εμπόριο ήταν το λάδι το οποίο ανταλλασσόταν με άλλα προϊόντα και κέντρα  αυτού ο Αλμυρός ή Θήβα και η Σπάρτη, πόλεις που τις χρησιμοποιούσαν και ως εμπορικά ορμητήρια προς την υπόλοιπη αυτοκρατορία.[19]

Για την Γένοβα και την Πίζα το εσωτερικό εμπόριο στην Κωνσταντινούπολη έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο μιας και αυτές τις πόλεις τις ενδιέφερε περισσότερο η Δυτική Μεσόγειος. Συγκεκριμένα για την Γένοβα γνωρίζουμε ότι η Ανατολική μεσόγειος ερχόταν στην τρίτη θέση ενδιαφέροντος, μετά από την Αίγυπτο και τα κράτη τα οποία είχαν ιδρύσει οι Σταυροφόροι. Παρόλα αυτά είχαν και εκείνοι παρουσία ενώ συχνά υπήρχε μεταξύ τους έντονος ανταγωνισμός, όπως ήταν η περίπτωση που οι Γενουάτες κατάφεραν να ξεπεράσουν το 1171 τους Βενετούς στο εμπόριο υφασμάτων στην Κωνσταντινούπολη. Δεν ήταν άλλωστε και λίγες οι φορές που τόσο οι Βενετοί όσο και οι Πισάτες επιτέθηκαν ενάντια στην συνοικία των Γενουατών στην Κωνσταντινούπολη, όπως έγινε το 1162 και το 1171.[20]

Όπως είναι λογικό να συμπεράνει κάποιος έχοντας διαβάσει τα παραπάνω, με την επικράτηση των Ιταλών εμπόρων στο εσωτερικό εμπόριο της αυτοκρατορίας, οι ντόπιοι έμποροι και τεχνίτες βρέθηκαν εξαρτημένοι και σε δεινή θέση, κάτι που είχε το ανάλογο αντίχτυπο στην ντόπια οικονομία και κατ επέκταση στην κοινωνία. Η δυσχέρεια των Βυζαντινών υπηκόων για την κατάντια της οικονομίας τους και τον ολοένα αυξανόμενο πλούτο των ιταλών εμπόρων μετατράπηκε με τον καιρό σε μίσος κάτι που συχνά εκφραζόταν με βιαιοπραγίες.

Την περίοδο 1171 – 1185 οι σχέσεις ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Λατίνους ήταν τεταμένες. Το 1171 ο δόγης της Βενετίας απαγόρευσε το εμπόριο με το Βυζάντιο και οι Βενετοί επιτέθηκαν ξανά στους Γενουάτες.[21] Όταν ο Μανουήλ Α’ ζήτησε από τους Βενετούς να επανορθώσουν και εκείνοι αρνήθηκαν, έδωσε εντολή να συλληφθούν οι Βενετοί έμποροι που ζούσαν στις βυζαντινές πόλεις, όπως και έγινε, ενώ κατασχέθηκαν και οι περιουσίες τους. Επί βασιλείας του Ανδρόνικου Α’ έγιναν προσπάθειες να αποκατασταθούν οι σχέσεις με τους Βενετούς ενω ο ίδιος υποσχέθηκε να τους αποζημιώσει για τις καταστροφές, έστειλε μάλιστα και την πρώτη δόση της αποζημίωσης. Τελικά η απέχθεια για τους Λατίνους που ολοένα μεγάλωνε, οδήγησε τους κάτοικους της Κωνσταντινούπολης να επιτεθούν το 1182 ενάντια στις συνοικίες των Ιταλών, αλλά και ο ίδιος ο Ανδρόνικος τους εναντιώθηκε, αφού οι Βενετοί υποστήριξαν τον πρωτοσέβαστο Αλέξιο στην προσπάθεια του να καταλάβει τον θρόνο. Κυρίως από την σφαγή επλήγησαν οι Πιζανοί και οι Γενουάτες, αφού οι περισσότεροι και ισχυρότεροι Βενετοί είχαν εγκαταλείψει την πόλη όταν είχαν γίνει οι διωγμοί εναντίον τους από τον Μανουήλ Α’.[22]

Οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν σταδιακά με την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Αγγέλων. Ο Ισαάκιος Άγγελος έστειλε και αυτός χρήματα στην Βενετία για αποζημίωση ενώ δόθηκε καινούργιο χρυσόβουλο το 1187. Επίσης το 1192 επικυρώθηκαν και αυξήθηκαν τα προνόμια της Πίζας και της Γένοβας.[23]

Μέρος Τέταρτο: Η άλωση του Βυζαντίου από την τέταρτη σταυροφορία.

Οι Ιταλοί είχαν καταφέρει τελικά να γαντζωθούν για τα καλά απάνω στην Βυζαντινή αυτοκρατορία. Εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της βυζαντινής οικονομίας που την καθιστούσαν καθυστερημένη και συντηρητική(σε σχέση με την προοδευτική οικονομία των ιταλικών πόλεων) αλλά και την αποδυνάμωση  του Βυζαντινού στρατού και στόλου, κατάφεραν να στηρίξουν την δική τους ανάπτυξη στην αφαίμαξη των Βυζαντινών.

Όσο οι Βυζαντινοί είχαν την ανάγκη του Βενετικού στόλου, τόσο ήταν εξαρτημένοι από αυτούς. Οι Βενετοί βέβαια μαζί με τις υπόλοιπες Ιταλικές πόλεις, αν και παρείχαν την απαιτούμενη στρατιωτική βοήθεια, «βάραιναν» και αποδυνάμωναν όλο και περισσότερο την βυζαντινή οικονομία, ενώ όταν γινόταν από τους βυζαντινούς απόπειρα απεξάρτησης, τότε οι Λατίνοι επιτιθόταν εναντίον των βυζαντινών ακτών για να τους αναγκάσουν να τους επιστρέψουν/ενισχύσουν τα όποια εμπορικά προνόμια.

Το τέλος αυτής της επίπονης, για τους Βυζαντινούς, διαδρομής, σηματοδοτήθηκε από την τέταρτη σταυροφορία και το πέρασμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας κάτω από δυτική, και κυρίως Βενετική, κυριαρχία.

Την σταυροφορία την διοργανώνει ο Πάπας Ιννοκέντιος  ΄Γ(1198-1216) και σε αυτή δεν συμμετέχουν Δυτικοευρωπαίοι ηγεμόνες όπως στις δυο προηγούμενες ,αλλά βαρώνοι πολέμαρχοι που είχαν διακριθεί στις παλιότερες εκστρατείες. Οι επιδρομείς απευθύνονται στους Βενετούς προκειμένου να τους μεταφέρουν από την θάλασσα στον προορισμό τους, που αρχικά δεν είναι η Κωνσταντινούπολη αλλά η Ιερουσαλήμ. Τελικά εμφανίζεται ως από μηχανής θεός(για τις επιδιώξεις των Βενετών) ο Βυζαντινός πρίγκιπας, γιός του Ισαάκιου ΄Β Αλέξιος, που ζητά στρατιωτική βοήθεια για να κατακτήσει τον θρόνο που έχει σφετεριστεί ο θείος του Αλέξιος ΄Γ.[24]

Με προτροπή των Βενετών, υπό τον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο(1192-1205), αποφασίζεται οι σταυροφόροι να μην πάνε στους άγιους τόπους αλλά να ξεκινήσουν τις κατακτήσεις τους από την χριστιανική πόλη Ζάρα της Δαλματίας, που είχε αποστατήσει από τον εμπορικό έλεγχο των Βενετών. Η Ζάρα κατακτάται και λεηλατείται το 1202 και εν συνεχεία ο Δάνδολος διαπραγματεύεται τους όρους της συμφωνίας με τον Αλέξιο όπου γίνεται αποδεκτό το αίτημα του για βοήθεια, αλλά με δυσβάσταχτο(ή πιο σωστά αβάσταχτο) αντάλλαγμα.[25] Ο Αλέξιος όχι μόνο δέχθηκε να υποτάξει το πατριαρχείο στην Ρώμη(μια χρόνια επιδίωξη του Πάπα) αλλά και να πληρώσει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό στους σταυροφόρους όταν εκείνοι θα του παρέδιδαν την εξουσία.[26]

Οι δυτικοί δεν δυσκολεύτηκαν να κατακτήσουν το αποδυναμωμένο κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας  και ο Ισαάκιος αποκαθιστάται στον θρόνο μαζί με τον γιό του Αλέξιο, που όμως δεν έδειχνε να μπορεί να κρατήσει την υπόσχεση του στους δυτικούς. Η αυτοκρατορία διασπάται, αλλά ο σύμμαχος και συγγενής του Αλέξου Γ΄, Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος κατορθώνει να ανακαταλάβει την Πόλη. Οι σταυροφόροι , που έχουν από προηγουμένως κανονίσει πως να μοιράσουν μεταξύ τους τα εδάφη της αυτοκρατορίας[27], επιτίθενται ξανά και παρά την καλύτερα συντονισμένη άμυνα κερδίζουν την πολιορκία στις 13/4/1204 και εισβάλουν στην Πόλη εφόσον ο Μούρτζουφλος όχι δεν θέλει, αλλά δεν είναι δυνατόν να τους δώσει τα με τον γιό του Ισαάκιου συμφωνημένα χρήματα που δεν υπήρχαν ούτε για αστείο στα ταμεία του κράτους.[28]

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που διευκόλυναν τους Λατίνους, τόσο στην οικονομική όσο και στην στρατιωτική κατάκτηση του Βυζαντίου ήταν η συνεχής εσωτερική διαμάχη μεταξύ της φεουδαρχικής αριστοκρατίας και της συγκεντρωτικής εξουσίας. Μια διαμάχη της οποίας οι συνέπειες αντανακλούνταν στην οικονομία και στην κοινωνία και συνεπικουρούσαν στην εξαθλίωση των υπηκόων της αυτοκρατορίας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο λαός υποδεχόταν τους Λατίνους κατακτητές ως σωτήρες, και αυτό διότι υπήρχε μεγάλη δυσαρέσκεια απέναντι στους Βυζαντινούς άρχοντες οι οποίοι, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, για να συγκρατήσουν τα εισοδήματα τους αύξαναν συνεχώς την φορολογία και νόθευαν το νόμισμα.[29]

Οι Λατίνοι εξάπλωσαν την κυριαρχία τους σε μεγάλο μέρος των Βυζαντινών εδαφών και ίδρυσαν κράτη με επικεφαλής διάφορες προσωπικότητες που διακρίθηκαν στην Δ’ σταυροφορία. Τα κράτη αυτά οργανώθηκαν κατά τα φεουδαρχικά πρότυπα, αλλά όπου ήταν αυτό δυνατό, εισήχθηκαν οι δυτικοί θεσμοί.[30]

Συμπεράσματα

Θα έλεγε κανείς ότι όσον αφορά τις ιταλικές πόλεις και ιδιαίτερα την Βενετία η ανάπτυξη τους σε μεγάλο βαθμό υποβοηθήθηκε από την υπαγωγή της βυζαντινής οικονομίας κάτω από τον έλεγχο τους. Αυτό έγινε δυνατό αφενός επειδή στις πόλεις αυτές προηγήθηκαν κάποιες διαδικασίες που προώθησαν αυτού του είδους την ανάπτυξη και αφετέρου επειδή εξαιτίας των ειδικών χαρακτηριστικών της η βυζαντινή οικονομία ήταν δύσκολο να αποδράσει από το παρελθόν της και να εξελιχθεί με τους ίδιους ρυθμούς. Παρόλο λοιπόν που άρχισε να διαφαίνεται μια ανάκαμψη του βυζαντινού εμπορίου και των επαγγελμάτων στις αρχές του 10 αιώνα, αυτή ανακόπτεται από την βίαιη οικονομική επέμβαση των Βενετών.

Εξαιτίας της στρατιωτικής εξάρτησης του Βυζαντίου από τον πανίσχυρο Βενετικό στόλο ήταν δύσκολο να το Βυζάντιο απεμπλακεί από την κυριαρχία τους, και ήταν ακόμη πιο δύσκολο να ανταπεξέλθει όσο η οικονομία του συνέχιζε να μαραζώνει. Την κατάσταση, για τους βυζαντινούς, την χειροτέρευαν οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των «εραστών» του θρόνου, αλλά και των διαφόρων κοινωνικών τάξεων(όπως ήταν η φεουδαρχική αριστοκρατία) για ενίσχυση της θέσεως τους.

Όσο η οικονομία αδυνάτιζε τόσο επιδεινωνόταν τα πράγματα για τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Το υπερβολικά χαμηλό επίπεδο ζωής τους συνεισέφερε στην πολιτική αστάθεια και στις εσωτερικές διαμάχες, τόσο ενάντια στους Λατίνους έμπορους που αντίθετα με τον λαό ζούσαν πλουσιοπάροχα, όσο και ενάντια στους βυζαντινούς αξιωματούχους που δεν μπορούσαν να δώσουν λύση.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κατάκτηση από τους σταυροφόρους της τέταρτης σταυροφορίας ήρθε ως φυσικό αποτέλεσμα μιας σταθερής παρακμής που κράτησε πάνω από έναν αιώνα.

Με λίγα λόγια, και για να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα της εργασίας, η σχέση μεταξύ του Βυζαντίου και των Ιταλικών πόλεων ήταν μια σχέση αντιστρόφου ανάλογης ωφέλειας, δηλαδή ότι έχανε το Βυζάντιο το επωφελούταν οι Ιταλικές πόλεις, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του πρώτου και την ανάδειξη των δεύτερων σε κυρίαρχη οικονομική και στρατιωτική δύναμη της εποχής. Από την άλλη κανείς δεν ξέρει για πόσο καιρό θα άντεχε το Βυζάντιο τις διάφορες πολεμικές προκλήσεις χωρίς την υποστήριξη του Βενετικού στόλου, από τη στιγμή που ο δικός του στρατός δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές. Υπό αυτή την έννοια, η κατάρρευση της παραπαίουσας Βυζαντινής αυτοκρατορίας ίσως ήταν απλά ζήτημα χρόνου και πιθανότατα να είχε έρθει νωρίτερα χωρίς την παρέμβαση των Λατίνων.


[1] Cyril Mango, Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφ. Δημ. Τσουγκαράκης, Αθήνα 2002, σελ. 70.

[2] Mango, στο ίδιο, σελ. 71

[3] Για τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες η αυξανόμενη δύναμη της τάξης των εμπόρων σήμαινε ίσως απώλεια μέρους της δικής τους συγκεντρωτικής εξουσίας.

[4] Mango, στο ίδιο, σελ. 71

[5] Mango, στο ίδιο, σελ. 71-72

[6] Mango, στο ίδιο, σελ. 72-73

[7] Mango, στο ίδιο, σελ. 73-74.

[8] «Ο μέγας δομέστικος ήταν το υψηλότερο στρατιωτικό αξίωμα στην ύστερη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κατά τον 9ο αιώνα, ο δομέστικος των σχολών, από απλός διοικητής του τάγματος των Σχολών γίνεται ολοένα και πιο σημαντικός, ώσπου από τις αρχές του 10ο αιώνα θεωρείται ως το πρεσβύτερο στρατιωτικό αξίωμα της αυτοκρατορίας, ξεπερνώντας τον στρατηγό των Ανατολικών.[…] Τον 12ο αιώνα συχνά υπήρχαν δύο δομέστικοι, της Ανατολής και της Δύσεως, κατά το πρότυπο των δομεστίκων των σχολών.»(http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AD%CE%B3%CE%B1%CF%82_%CE%94%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82)

[9] Mango, στο ίδιο, σελ. 73.

[10] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. Θ΄, Αθήνα 1980, σελ. 62.

[11] Από τα τέλη του 10ου αιώνα.

[12] «Ανώτερο στέλεχος της αυτοκρατορικής διοίκησης με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Ήταν υπεύθυνος για τη συντήρηση του οδικού δικτύου, την υπηρεσία του αυτοκρατορικού ταχυδρομείου και ως ένα βαθμό για τις εξωτερικές σχέσεις της αυτοκρατορίας. Η οργάνωση τελετών, η προστασία του αυτοκράτορα, η συλλογή πληροφοριών και η υποδοχή ξένων αποστολών ήταν επίσης στα καθήκοντά του.»(http://asiaminor.ehw.gr/forms/flemmaAdds.aspx?Mode=Glossary&paramid=4478&boithimata_State=&kefalaia_State=)

[13] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 62.

[14] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 62.

[15] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 62.

[16] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 62.

[17] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 62 – 63.

[18] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 64.

[19] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 64.

[20] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 63,65.

[21] Μήλον της έριδος προφανώς για αυτό ήταν η ραγδαία επέκταση των Γενουατών και η πρωτοκαθεδρία που αυτοί απέσπασαν από τους Βενετούς στο εμπόριο υφασμάτων

[22] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 63.

[23] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σελ. 63.

[24] Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 334.

[25] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 335.

[27] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 336.

[28] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 336-337.

[29] Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Β’ Τόμος(1204-1453), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011, σελ. 19-20.

[30] Λούγγης, ο.π, σελ. 20.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Παιδιά οι σελίδες γύρω στο 300+ ειναι απο τον πρωτο τομο

Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998,

Αυτες που ειναι γυρω στο 20 ειναι απο τον δευτερο τομο

Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας β τομος, 1204-1453

Για να τις κατεβάσετε πατήστε πάνω σε οποιαδήποτε δεξί κλικ,  μετα «άνοιγμα δεσμού σε νεα καρτέλα» και μετα απο εκεί κάντε  δεξί κλικ και αποθήκευση.

Καλό διάβασμα

Read Full Post »

Εισαγωγή

Το να προσπαθήσει να δώσει κάποιος απάντηση στα ζητήματα της εργασίας για μια περίοδο 800 χρόνων της βυζαντινής αυτοκρατορίας αποτελεί ένα σχετικά περίπλοκο επιχείρημα. Αυτό διότι στην μακρά αυτή περίοδο τίποτα δεν έμενε ίδιο, αφού η βυζαντινή κοινωνία μετασχηματιζόταν προοδευτικά(αλλά και άναρχα και απότομα σε μερικές περιπτώσεις), κάτι που σημαίνει τεράστιες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα.

Για τις ανάγκες της απάντησης θα χωρίσω την εργασία, εκτός της εισαγωγής και των συμπερασμάτων, σε 4 ενότητες. Στην πρώτη ενότητα θα αναφερθούμε εν συντομία στον ρόλο που είχε η γη και η γαιοκτησία στο βυζάντιο και τη σχέση, ή την αντιστρόφως ανάλογη σχέση αυτής, με τον αστικό τρόπο ζωής. Το ίδιο ζήτημα, μιας και είναι κεντρικό, θα το προσεγγίσουμε από διάφορες σκοπιές και στις υπόλοιπες 3 ενότητες.

Στην δεύτερη ενότητα, η οποία είναι χωρισμένη σε 3 υποενότητες, γίνεται μια παρουσίαση των χαρακτηριστικών της βυζαντινής αριστοκρατίας, καθώς επίσης και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Γίνεται περιορισμένη αναφορά στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους καθώς επίσης και στις ανακατατάξεις και τις αλλαγές που συντελέστηκαν στην περίοδο που μας ενδιαφέρει. Η συγκεκριμένη ενότητα, εξαιτίας της πολυπλοκότητας της είναι και η μεγαλύτερη της εργασίας.

Στην τρίτη ενότητα γίνεται μια μικρή αναφορά στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, απλά για να συμπληρωθεί καλύτερα η εικόνα καθώς και να φανεί η αντίθεση μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα θα ασχοληθούμε με τους τρόπους τους οποίους μπορούσε κάποιος να πλουτίσει, αλλά και με το τι μπορούσε να του εξασφαλίσει ο πλούτος αυτός.

Ενότητα 1: Ο ρόλος της γης στην βυζαντινή κοινωνία

Εφόσον στην παρούσα εργασία, ένα μεγάλο κομμάτι θα αναφέρεται στους βυζαντινούς γαιοκτήμονες, καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε λέγοντας μερικά πράγματα σχετικά με τον ρόλο που είχε η καλλιέργεια της γης για την βυζαντινή οικονομία, και κατ επέκταση για την βυζαντινή κοινωνία.

Στο Βυζάντιο λοιπόν, η κύρια πηγή πλούτου και φορολογίας ήταν η γεωργία, παρόλα αυτά η βυζαντινή οικονομία δεν μπορούσε από την αρχή να χαρακτηριστεί φεουδαρχική. Στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, και ειδικότερα 4-6 αιώνα, παρατηρούμε μια τάση διάσπασης της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας[1] και την δημιουργία χωριών τα οποία κατοικούταν από ανεξάρτητους και σχετικά εύπορους καλλιεργητές.[2]

Σύμφωνα με τον Τηλέμαχο Λουγγή, η τάση για φεουδαρχοποίηση[3] του Βυζαντίου, έρχεται σε σύγκρουση με τα από την αρχαία Ρώμη κληρονομημένα χαρακτηριστικά της δουλοκτητικής κοινωνίας. Καθώς παρακμάζουν, όχι αθόρυβα, τα κληρονομημένα από την αρχαιότητα χαρακτηριστικά, η Βυζαντινή κοινωνία προσεγγίζει ολοένα και περισσότερο την φεουδαρχία. Μέχρι τον 9ο αιώνα, τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής κοινωνίας και οικονομίας μετατρέπονται στην συντριπτική τους πλειοψηφία σε φεουδαρχικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κάποια κατάλοιπα του παρελθόντος.[4]Η μετάβαση αυτή συνοδεύτηκε από παρακμή των πόλεων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, οι οποίες εξαιτίας των συνεχών επιδρομών(πχ. Αβάροι) μετατρέπονται σε κάστρα και οι πληθυσμοί μεταφέρονται προς την ύπαιθρο και γίνονται καλλιεργητές.[5] Η αστική ζωή διατηρήθηκε σε λίγες πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια, όμως και εκεί όχι χωρίς σημάδια παρακμής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης ο οποίος λειτουργούσε μόνο μερικές ημέρες τον χρόνο, ενώ η ζωή για τους κατοίκους, από δημόσια είχε μετατραπεί σε ιδιωτική.[6] Αξίζει να σημειωθεί ότι η βυζαντινή φεουδαρχία, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της  βυζαντινής κοινωνίας, δεν απόκτησε τον ξεκάθαρο χαρακτήρα και τις θεσμοθετημένες και σχεδόν απόλυτα διακριτές, σχέσεις υποτέλειας που χαρακτήριζαν την δυτική φεουδαρχία.[7]

Κατά τον 10ο αιώνα παρατηρούμε ξανά ένα είδος αστικοποίησης της ζωής της Κωνσταντινούπολης, ενώ αρχίζει δημιουργείται ένα ανερχόμενο κοινωνικό μόρφωμα που περιλαμβάνει όλους εκείνους που ασχολούνται με το εμπόριο. Το μόρφωμα αυτό είχε χαρακτήρα αστικής τάξης, και κατάφερε μάλιστα να κερδίσει πρόσβαση στην σύγκλητο, όχι βέβαια χωρίς τις ανάλογες αντιδράσεις από την παραδοσιακή αριστοκρατία.[8]  Αυτή η επανεμφάνιση του αστικού τρόπου ζωής, δεν ολοκλήρωσε τον κύκλο της, αφού εν τέλει ανακόπηκε από τους σταυροφόρους της Δύσης και την πρώτη άλωση της Πόλης, αλλά και από την πρωτύτερη οικονομική εισβολή των ανεξάρτητων πόλεων της Ιταλίας(Γένοβα, Πίζα, Βενετία).

Ενότητα 2: Η βυζαντινή αριστοκρατία τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και τα χαρακτηριστικά τους στο πέρασμα των αιώνων

Παρακάτω θα προσπαθήσω να σταθώ στο τι συνιστούσε την αριστοκρατία(και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα) στο Βυζάντιο, βάσει των αξιωμάτων της, την συμμετοχή της στην εξουσία, την συμμετοχή της στην οικονομία και το ρόλο της στην παραγωγή. Πριν ξεκινήσω την ανάλυση, να σημειωθεί πως η Βυζαντινή ανώτερη τάξη, τα περισσότερα χρόνια της αυτοκρατορίας, δεν είναι κλειστή αλλά ρευστή, ενώ δεν υπάρχει κάποιος αυστηρός, γραφτός ή άγραφος κανόνας σχετικά με το ποιοι μπορούσαν να γίνουν μέλη της. Ανάλογα με την εποχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν, κάποιος μπορούσε να βρεθεί στην «ελίτ» ακολουθώντας εκκλησιαστική, στρατιωτική, ή υπαλληλική(στο κράτος) καριέρα, ενώ μπορούσε να ανέλθει κοινωνικά και μέσω του αποκτημένου πλούτου. Λίγες ήτανε εκείνες οι περιόδοι, που οι σχέσεις συγγένειας(όπως είναι για παράδειγμα η εποχή των παλαιολόγων), καθόριζαν αυστηρά την σύνθεση της αυλής και της αριστοκρατίας.[9]

2.1 Ο αυτοκράτορας και η συγκλητική αριστοκρατία

Ξεκινώντας από την κορυφαία μορφή εξουσίας στο βυζάντιο, τον αυτοκράτορα, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής. Στο Βυζάντιο δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος τρόπος διαδοχής, ο αυτοκράτορας μπορούσε να κατακτήσει τη θέση του είτε κληρονομικά, να διοριστεί από τον προηγούμενο, να ανέλθει με μηχανορραφίες, με επανάσταση, ακόμα και με εκλογή. Δεν αποκλειόταν θεωρητικά κανείς από το αυτοκρατορικό αξίωμα, όμως για να μπορέσει κάποιος να φτάσει και να κρατηθεί στην εξουσία, έπρεπε σίγουρα να βασιστεί είτε στην υποστήριξη του στρατού, είτε της εκκλησίας, είτε της οικονομικής αριστοκρατίας, ανάλογα πάντα με την εποχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν. Ο αυτοκράτορας επέλεγε και διόριζε τους υπουργούς του, ενώ η διακυβέρνηση προωθούταν από όλο το παλάτι και όχι μόνο από τον ίδιο. Η έδρα του αυτοκράτορα ήταν η Κωνσταντινούπολη και η κατοικία του το αυτοκρατορικό παλάτι. Ήταν περιστοιχισμένος από την αυλή και έμενε μακριά από τα δημόσια βλέμματα.[10]Ο αυτοκράτορας άλλοτε ήταν ισχυρή προσωπικότητα, και εκπορευόταν από αυτόν μεγάλη μερίδιο της εξουσίας, και άλλοτε είχε λιγότερη ισχύ, κάτι που έδινε περισσότερες εξουσίες στους λοιπούς αξιωματούχους. Βέβαια αυτό δεν καθοριζόταν μόνο από την προσωπικότητα του αυτοκράτορα, αλλά και από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας.

Η σύγκλητος, ένας θεσμός κληρονομημένος από το Ρωμαϊκό παρελθόν, αποτελούσε το συμβούλιο του αυτοκράτορα. Ενώ τους πρώτους δυο αιώνες του βυζαντινού κράτους η σύγκλητος έχει δικαστική και διοικητική εξουσία στην πόλη, σταδιακά οι αρμοδιότητες της προωθούνται στην περιφέρεια.[11] Με τον καιρό η σύγκλητος  και οι συγκλητικοί έχασαν την ισχύ τους και ο όρος αποτελούσε περισσότερο τίτλο παρά αξίωμα ενώ ο ρόλος τους στο παλάτι έγινε άτυπα συμβουλευτικός. Κατά την περίοδο του 11ου αιώνα το «μόρφωμα» της συγκλήτου διευρύνθηκε αριθμητικά αφού άρχισαν να γίνονται μέλη του και άτομα από την ανερχόμενη αστική τάξη, εκφυλίζοντας έτσι περεταίρω τον θεσμό. Τέλος από την εποχή του Αλεξίου Ά του Κομνηνού(1081-1118), η αριστοκρατική ιεραρχία οριζόταν από τον βαθμό συγγένειας με τον αυτοκράτορα, και έτσι οι παλιοί τίτλοι σταμάτησαν πια να απονέμονται.[12]

2.2 Οι βουλευτές και η εκκλησία

Όσο άνθιζε η ζωή στην περιφέρεια, τόσο απαξιωνόταν το αξίωμα του βουλευτή ή δευκουρίωνα.[13] Όσοι πλούσιοι είχαν αγροτική περιουσία εγκατέλειπαν όπως όπως την πόλη και ασχολούταν με την διαχείριση των κτημάτων τους, συνεπώς οι βουλευτές που είχαν απομείνει στην πόλη, δεν ήταν και οι πλουσιότεροι. Στις αρχές του 4ου αιώνα ο αυτοκράτορας καθιέρωσε τον θεσμό του εκδίκου. Ο έκδικος, που προερχόταν από το σώμα των βουλευτών,  αναλάμβανε την υποχρέωση να τελεί δικαστήρια για μικρής αξίας υποθέσεις, να διορίζει επίτροπο για ανήλικο που η περιουσία του δεν ήταν περισσότερη των 500 νομισμάτων κ.α. Γενικά οι υποχρεώσεις ενός βουλευτή στην πόλη, σχετιζόταν με την κοινωνική πρόνοια και απαιτούσαν χρόνο και χρήμα. Έτσι οι αστοί, και σε συνδυασμό με την παρακμή του αστικού τρόπου ζωής, επεδίωκαν να πάρουν δημόσιο αξίωμα, να γίνουν κληρικοί, ή να μετακομίσουν στην επαρχία, προκειμένου να αποφύγουν τον τίτλο και τις υποχρεώσεις του βουλευτή.[14]

Σε συνεχώς ανερχόμενη δύναμη μετατρέπεται ο κλήρος και η εκκλησία, τόσο τα μοναστήρια όσο και οι επισκοπές συγκεντρώνουν όλο και περισσότερη γη στα χέρια τους από δωρεές. Το διοικητικό κενό που άφηναν όσο παρήκμαζαν τα αστικά βουλευτήρια, το αναλάμβανε η εκκλησία, αυξάνοντας έτσι την πολιτική και κοινωνική της επιρροή. Οι επίσκοποι έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην διοίκηση των επαρχιακών πόλεων, ενώ μια σταδιοδρομία στην εκκλησία μπορούσε να εγγυηθεί σε κάποιον μια πλουσιοπάροχη ζωή. Γύρω στο έτος 600 Ο επίσκοπος Ανστασιουπόλεως της Γαλατίας, μιας πολύ μικρής πόλης, είχε επιχορήγηση 365 νομίσματα για την διατροφή του, από τα οποία ξόδευε μόνο τα 40. Για να καταλάβουμε σε τι αριθμό αντιστοιχεί αυτό, αρκεί να πούμε ότι ένα εργάτης κέρδιζε 10-20 νομίσματα το χρόνο. Επίσης η εκκλησία είχε αναλάβει το έργο της κοινωνικής πρόνοιας, αφού μέρος του τεράστιου πλούτου της το δαπανούσε για την στήριξη των φτωχών και των εξαθλιωμένων,[15] οι οποίοι ήταν πάντα ευάλωτοι σε κρίσεις εντός της αυτοκρατορίας.[16]

Η αίγλη και ο πλούτος της εκκλησίας στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας έδειχνε συνεχώς να αυξάνεται, ενώ με την σύνοδο της Χαλκηδόνας(451), δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να προσχωρήσει η άρχουσα τάξη στον χριστιανισμό κάτι που ένωνε την τύχη της με την τύχη της εκκλησίας.[17] Μέχρι τον 11 αιώνα, και δεδομένης της μέχρι τότε εξασθένησης της κεντρικής εξουσίας, η δύναμη του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης ξεπερνούσε τα πολιτικά σύνορα του κράτους, ενώ ο θεσμός του πατριάρχη δείχνει να είναι γενικά πιο σταθερός και πιο προσαρμοστικός από αυτόν του αυτοκράτορα.[18]

2.3 Οι γαιοκτήμονες και ο στρατός

Όσο η βυζαντινή οικονομία φεουδοποιείται(και ειδικότερα από τον 8ο αιώνα και μετά), τόσο περισσότερο αυξάνει και η σημασία της υπαίθρου και του χωριού σε σχέση με τις πόλεις, οι οποίες παρακμάζουν, ενώ ταυτόχρονα αδυνατίζει και διασπάται η κεντρική εξουσία.[19] Η αυτοκρατορία από τον 7ο αιώνα (επί βασιλείας Ηρακλείου 611) χωρίζεται σε θέματα[20] και κάθε θέμα, διατηρεί θεματικό στρατό που αποτελείται από καλλιεργητές γης που είναι ταυτόχρονα και στρατιώτες. Τα θέματα είναι και διοικητικά, εκτός από στρατιωτικά κέντρα, αφού έχουν μεγάλη σημασία τόσο για την παραγωγή τροφίμων, όσο και για την άμυνα της επικράτειας. [21] Χαρακτηριστικό της περιόδου άνθισης των θεμάτων, είναι η μεγάλη δύναμη του στρατού και των στρατιωτικών αξιωματούχων, οι οποίοι έφταναν να κατακτούν μέχρι και τον αυτοκρατορικό θρόνο.

Η μεγάλη γαιοκτησία που διατηρούταν ακόμα μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα, πλήττεται όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από τους πολέμους, αφού με την κατάληψη της Αιγύπτου, της Συρίας, της Βορείου Αφρικής και της Παλαιστίνης, χάνονται οι μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησίες που υπήρχαν σε αυτά τα μέρη.[22] Τον 8ο αιώνα και επί της δυναστείας των Ισαύρων παίρνονται νόμοι που προστατεύουν τους μικρούς καλλιεργητές όπως ήταν για παράδειγμα ο Αγροτικός Νόμος, που καταργούσε τις δουλοπαροικίες και εξασφάλιζε την ανεξαρτησία των αγροτών.[23]

Παρόλα αυτά, κάποιες μεγάλες ιδιοκτησίες, όπως αυτή της εκκλησίας, δεν πειράχτηκαν, αλλά ούτε και οι μεγάλοι ιδιοκτήτες γης εξαφανίστηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Φιλάρετος από την Παφλαγονία, η προσωπική περιουσία του οποίου αναλυόταν σε 48 προάστια(καλώς αρδευόμενα αγροκτήματα) και άλλα αγροκτήματα, 600 βόδια, 12.000 πρόβατα, 800 άλογα και 250 μελίσια.[24]

Από τον 10ο αιώνα και μετά, αρχίζουν ξανά να αυξάνονται οι περιουσίες των μεγάλων γαιοκτημόνων. Η  «μετάβαση» αυτή διευκολύνθηκε από τον μεγάλο λιμό του 927-928, που ανάγκασε τους μικρούς ιδιοκτήτες γης, να ξεπουλήσουν τα κτήματα τους στους οικονομικά δυνατότερους προκειμένου να μη λιμοκτονήσουν. Οι ισχυροί αυτοί γαιοκτήμονες, που ονομάστηκαν δυνατοί[25](παλιότερα γνωστοί ως Potentiores), γινόταν όλο και πιο επικίνδυνοι για την κεντρική εξουσία. Αρκετοί αυτοκράτορες, όπως ο Ρωμανός Λακαπηνός, προσπάθησαν με διάφορα νομοθετήματα να περιορίσουν τις αυθαιρεσίες των δυνατών, όμως τα νομοθετήματα αυτά, στο σύνολο τους αποτύγχαναν, καθώς η απληστία των δυνατών δεν έδειχνε να μπορούσε τόσο εύκολα να τιθασευτεί.[26]

Ενότητα 3: Τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα

Η Βυζαντινή κοινωνία ήταν μια κοινωνία έντονων αντιθέσεων, υπήρχαν άνθρωπο και οικογένειες απίστευτα πλούσιες, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού, στην καλύτερη περίπτωση τα έβγαζε πέρα με το ζόρι. Οι μικροί καλλιεργητές επιβαρυνόταν από δυσβάσταχτους φόρους, ενώ μια κακή σοδειά μπορεί να σήμαινε και το τέλος τους, κάτι που όπως είδαμε τους οδηγούσε συχνά στην στυγνή εκμετάλλευση από τους δυνατούς. Οι χειρώνακτες εργάτες των πόλεων κέρδιζαν μόλις και μετά βίας τα προς το ζην, υπολογίζεται ότι ο μισθός τους τους αρκούσε ίσα για να τραφούν.[27]

Οι έμποροι οι μαγαζάτορες και οι τεχνίτες, αν και σε λίγο καλύτερη μοίρα, δεν είχαν την δυνατότητα για μεγάλη κερδοφορία. Αφενός επειδή υπήρχε έντονος κρατικός παρεμβατισμός και αφετέρου επειδή το κράτος και ο στρατός δεν κατανάλωνε τα εμπορεύματα των ιδιωτών, αλλά δημιουργούσε για τις ανάγκες του δικά του εργαστήρια. Με την παρακμή των πόλεων φυσικά, οι μεγάλοι χαμένοι όπως είναι λογικό ήταν οι έμποροι οι κατασκευαστές και οι καταστηματάρχες.[28] Όπως είδαμε και παραπάνω, η τάση για ανάκαμψη του εμπορίου και η εμφάνιση μιας αστικής μέσης τάξης από τον 11ο αιώνα και μετά, ανακόπηκε απότομα από την στρατιωτική εισβολή των Δυτικών, ενώ είχε προηγηθεί  αντίστοιχα και οικονομική.

Τέλος, ένα μεγάλο μέρος των βυζαντινών, αποτελούσε το εξαθλιωμένο, ακόμη και πεινασμένο πλήθος, των οποίων ο τρόπος και η ποιότητα ζωής προσέγγιζε την ζωή των δούλων.

Ενότητα 4: Η απόκτηση πλούτου και η ζωή των πλουσίων

Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι η Βυζαντινή κοινωνία, και ιδιαίτερα τα αστικά κέντρα, ήταν μια ενχρήματη κοινωνία ενω τα χρήματα εξασφάλιζαν δύναμη και κύρος στους κατόχους τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, πως τις περιόδους που επερχόταν παρακμή των πόλεων, υπήρχε μείωση του κυκλοφορούντος χρήματος.[29] Με ποιους τρόπους μπορούσε όμως κάποιος να γίνει πλούσιος στο Βυζάντιο;

Καταρχήν μέσω του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών αξιωμάτων. Το κράτος μέσω της φορολογίας των καλλιεργητών και της εκμετάλλευσης των γαιών του, συγκέντρωνε τεράστιο πλούτο, έτσι οι κρατικοί αξιωματούχοι, μικροί και μεγάλοι, κατάφερναν μέσω της καριέρας τους στην κρατική διοίκηση ή στην κρατική γραφειοκρατία/υπαλληλία να ζουν μια πολυτελή ζωή και να συγκεντρώνουν τον ανάλογο πλούτο. Ο συνδυασμός ατομικής περιουσίας και κρατικών αξιωμάτων, ήταν ένας σίγουρος δρόμος για να εισέλθει κάποιος στην «τάξη» των δυνατών.  Γνωρίζουμε πως ο Ιωάννης ο Λυδός(έζησε τον 6ο αιώνα), ένας μέσης βαθμίδας δημόσιος υπάλληλος, κέρδισε μέσα σε ένα χρόνο «τίμια»(όπως ο ίδιος λέει) 1000 χρυσά νομίσματα από προμήθειες.[30]

Φυσικά όπως είδαμε και πρωτύτερα, ένας ακόμη δρόμος προς τον πλουτισμό και την πολυτελή ζωή ήταν η εκκλησιαστική καριέρα. Το αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής γης, η συνεχής συσσώρευση πλούτου μέσω των δωρεών και η στενή σχέση της με το κράτος, έδινε στα μέλη της των ανώτερων και μέσων βαθμίδων πολλές ευκαιρίες.[31]  Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Επισκόπου Αναστασιουπόλεως που ήδη παραθέσαμε.
Όμως και η στρατιωτική καριέρα πρόσφερε ευκαιρίες για πλουτισμό και κοινωνική άνοδο, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις πληροφορίες που έχουμε για τον Βελισάριο, έναν μεγάλο στρατηγό που έζησε τα χρόνια του Ιουστινιανού. Όταν ο συγκεκριμένος στρατηγός έπεσε σε δυσμένεια, το μέρος της περιουσίας του που δημεύτηκε έφτανε τα 216.000 χρυσά νομίσματα.[32]

Εφόσον όμως είδαμε μερικούς από τους πιο συνηθισμένους τρόπους που μπορούσε να αποκτήσει κανείς πλούτο στο Βυζάντιο, ας ρίξουμε μια ματιά στον πολυτελή τρόπο ζωής που μπορούσε να οδηγήσει ο πλούτος αυτός όσους τον κατείχαν, και ποιες ήταν εκείνες οι απολαύσεις και τα προνόμια που στερούνταν όσοι δεν τον κατείχαν.

Όσο η αστική ζωή βρισκόταν σε άνθιση, η πόλη ήταν το μέρος εκείνο που μπορούσε να απολαύσει κάποιος τον πλούτο του. Ακόμα όμως και όταν η αστική ζωή δεν βρισκόταν σε άνθιση, οι διάφοροι αξιωματούχοι της εκκλησίας και του κράτους, αλλά και όσοι πλούσιοι ζούσαν στην επαρχία[33], προσπαθούσαν να περνούν όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στις πόλεις που διατηρούταν[34], έστω και  ως ένα βαθμό, ο αστικός τρόπος ζωής(τουλάχιστον όσο δεν υπήρχαν προβλήματα επισιτισμού και επιδημιών). Τι περιελάμβανε όμως αυτός ο τρόπος ζωής που τον έκανε τόσο ελκυστικό;

Στις πόλεις λοιπόν μπορούσε κανείς να απολαύσει δημόσια λουτρά, θεάματα(θέατρο ιππόδρομος), να έρθει σε επαφή με φίλους, να διασκεδάσει στις ταβέρνες και στην αγορά, να επισκευθεί μεγάλους και πολυτελείς ναούς. Σε όλες αυτού το είδους τις επίγειες απολαύσεις μπορούσε κανείς να ξοδέψει μεγάλα χρηματικά ποσά  αλλά και χρόνο, όπως μας αποκαλύπτει ο ιστορικός Μένανδρος(6ος αιώνας), έχοντας ιδία πείρα. Ο Μένανδρος μας περιγράφει πως σπατάλησε τα νιάτα του και εγκατέλειψε τις σπουδές του, για χάρη του ιπποδρόμου, της παντομίμας και της πάλης.[35]Τέλος οι πόλεις αποτελούσαν εμπορικά κέντρα στις οποίες μπορούσε ο εύπορος να αγοράσει μια σειρά από καταναλωτικά προϊόντα, την ίδια βέβαια στιγμή που το εξαθλιωμένο ή φτωχό πλήθος πάσχιζε να εξασφαλίσει προϊόντα πρώτης ανάγκης. Εδώ δεν πρέπει να παραλείψουμε να πούμε, ότι κατά μεγάλο μέρος της μέσης βυζαντινής περιόδου, η ζωή στις πόλεις είχε γίνει ιδιωτική και ο κόσμος περνούσε τις περισσότερες ώρες εντός της οικείας του.[36]

Εκτός όμως από τις ιδιαίτερες απολαύσεις που πρόσφερε ο πλούτος σε όσους τον κατείχαν, τους πρόσφερε παράλληλα και ασφάλεια. Η αμοιβή που ζητούσε για παράδειγμα ένας γιατρός, αντιστοιχούσε στον μισθό ενός ολόκληρου χρόνου ενός ανειδίκευτου εργάτη.[37]Επίσης, ιδιαίτερα την εποχή που οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αποκτούσαν μεγάλη εξουσία και πλούτο, χρειαζόταν προσωπική προστασία, την προστασία αυτή μπορούσε να τους την παράσχει η δημιουργία ιδιωτικής φρουράς ή ιδιωτικού στρατού. Η παρουσία των ιδιωτικών στρατών άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα έντονη από τον 11 αιώνα και ύστερα και δεν μπορούμε παρά να κάνουμε(έστω και τηρουμένων των αναλογιών) την αντιστοιχία με τους στρατούς των μεγάλων ευρωπαίων φεουδαρχών. Βέβαια μεγάλο μέρος της περιουσίας και του ίδιου του κράτους πήγαινε υπέρ της διατήρησης στρατού, που ως σκοπό του είχε την διαφύλαξη των συνόρων αλλά και την διεξαγωγή επεκτατικών πολέμων, ενώ σε πολυάριθμες περιπτώσεις γινόταν όργανο κατάληψης η υπεράσπισης της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Συμπεράσματα

Όπως παρατηρούμε και στην εργασία, οι κάτοχοι του πλούτου και της δύναμης στο Βυζάντιο, τα ανώτερα δηλαδή κοινωνικά στρώματα, δεν διακρινόταν για την ομοιογένεια τους, ούτε και είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά όλα τα χρόνια της αυτοκρατορίας. Συχνά στην κορυφή βρισκόταν οι στρατιωτικοί ηγέτες, άλλοτε οι κρατικοί αξιωματούχοι της ρωμαϊκής παράδοσης , ενώ σταθερά αυξανόμενη στο χρόνο εξουσία(και περιουσία) έδειχναν να έχουν οι εκκλησιαστικοί ηγέτες και η εκκλησία.

Αυτό που από ένα σημείο και μετά είναι ξεκάθαρο, είναι το γεγονός ότι ο πλούτος σχετίζεται με το ποιος ελέγχει την γη. Για παράδειγμα την εποχή άνθισης των θεματικών στρατών, που την γη την έχει σε μεγάλο βαθμό ο στρατός, τον έλεγχο του κράτους τον έχουν οι στρατιωτικοί ηγέτες. Όταν αρχίζουν να επανεμφανίζονται οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, μεγάλη εξουσία περνάει σε αυτούς και οι όποιες προσπάθειες του κράτους να τους ελέγξει ή έστω να τους περιορίσει με διάφορα νομοθετήματα, ναυαγούν.

Ακόμα ένα χαρακτηριστικό της βυζαντινής κοινωνίας είναι οι έντονες αντιθέσεις μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών, της «καλής ζωής» και της εξαθλίωσης, του αγώνα για εξουσία και του αγώνα για επιβίωση.

Όσο ανθεί ο αστικός τρόπος ζωής, οι πόλεις είναι μεγάλα κέντρα διοικητικής εξουσίας αλλά και τρυφηλού βίου. Όσο παρακμάζει ο αστικός τρόπος ζωής, η διοίκηση διαχέεται στην περιφέρεια. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ζωτικότητα των πόλεων τροφοδοτείται από την ύπαιθρο, αφού η κύρια πηγή πλούτου του κράτους, είναι η φορολόγηση των αγροτικών πληθυσμών.

Τέλος, παρατηρούμε ότι σταδιακά και επίπονα το Βυζάντιο εγκαταλείπει τον ρωμαϊκό του χαρακτήρα, τα αξιώματα και τους «τρόπους» που σχετιζόταν με αυτόν και ακολουθεί την Δυτική Ευρώπη στο δρόμο προς την φεουδαρχία. Η διαδικασία αυτή εξαιτίας και του ρωμαϊκού παρελθόντος καθυστερεί, ενώ γίνεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Από τον 10ο αιώνα και μετά η κεντρική εξουσία αρχίζει να διασπάται για τα καλά και εμφανίζεται μια μέση τάξη εμπόρων και αστών αντίστοιχη με αυτή των Δυτικών, που δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει νωρίτερα, όταν το κράτος έλεγχε ασφυκτικά το εμπόριο. Η τάση αυτή ανακόπτεται από την οικονομική και στρατιωτική εισβολή της Δύσης.

Βιβλιογραφία:

–        Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998

–        Cyril Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδόσεις ΜΥΕΤ, Αθήνα 2010, μτφ. Δημήτρης Τσουγκαράκης

–        Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κράτος-διοίκηση-οικονομία-κοινωνία, εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004

–        http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=10947


[1] Σύμφωνα όμως με τον Λουγγή εκείνη την περίοδο η μεγάλη ιδιοκτησία συνέχισε να δεσπόζει, «…στο πρώιμο Βυζάντιο, ως το 650 περίπου, δέσποζε η μεγάλη ιδιοκτησία…»(Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 223).

[2] Cyril Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδόσεις ΜΥΕΤ, Αθήνα 2010, μτφ. Δημήτρης Τσουγκαράκης, σελ. 57.

[3] Σύμφωνα με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, το πέρασμα από την αρχαία στην φεουδαρχική κοινωνία χαρακτηριζόταν από την μετατόπιση του κέντρο των εξελίξεων, που στην αρχαία κοινωνία ήταν η πόλη, στην αγροτική ύπαιθρο.( Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 26).

[4] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 26.

[5] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 140.

[6] Mango, στο ίδιο, σελ.102.

[7] Mango, στο ίδιο, σελ. 70.

[8] Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής αυτοκρατοριας, κράτος-διοίκηση-οικονομία-κοινωνία, εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004, σελ. 336-337.

[9] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ.167.

[10] Mango, στο ίδιο, σελ.44-45.

[11] Σε μια προσπάθεια να μην ερημώσουν οι πόλεις της περιφέρειας, αλλά και επειδή οι αυτοκράτορες αρχίζουν να φοβούνται την επικίνδυνη(Λουγγής, στο ίδιο, σελ.41,61).

[13] Οι βουλευτές ήταν μέλη του τοπικού κοινοβουλίου των πόλεων, προερχόταν από τα ψηλά κοινωνικά στρώματα, συχνά κατείχε πλούτο και κρατικά αξιώματα. Ο θεσμός αυτός κληρονομείται από την δυτική αυτοκρατορία.

[14] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ, 66-68.

[15] Αναπαράγοντας έτσι τις σχέσεις υποτέλειας και εξάρτησης.

[16] Mango, στο ίδιο, σελ. 49, 51 – 53.

[17] Λουγγής, στο ίδιο, 77.

[18] Λουγγής, στο ίδιο, 280-281.

[19] Τόσο εξαιτίας των συνεχών πολέμων και της πολιτικής αστάθειας, όσο και εξαιτίας των συχνών επιδημιών που αποδεκάτιζαν των πληθυσμό των πόλεων.( Mango, στο ίδιο, σελ. 86-87).

[20] Διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας.

[21] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 190-191.

[22] Η Αίγυπτος συγκεκριμένα τροφοδοτούσε με σιτηρά την Κωνσταντινούπολη.

[23] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 152,155.

[24] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 154.

[25] Οι δυνατοί ήταν άνθρωποι που είτε προσωπικά, είτε μέσω τρίτων, ήταν σε θέση να τρομοκρατούν του πωλητές(γης) ή να τους δωροδοκούν με υποσχέσεις προστασίας. Ήταν κάτοχοι πολιτικών ή στρατιωτικών τίτλων, μέλη της αυτοκρατορικής συγκλήτου, επαρχιακοί διοικητές, επίσκοποι, ηγούμενοι.( Mango, στο ίδιο,σελ. 67).

[26] Mango, στο ίδιο, σελ. 66-67.

[27] Mango, στο ίδιο, σελ. 53.

[28] Mango, στο ίδιο, σελ. 55-56.

[29] Mango, στο ίδιο, σελ. 91-92.

[30] Mango, στο ίδιο, σελ. 54

[31] Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 153.

[32] Mango, στο ίδιο, σελ. 54.

[33] Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες για παράδειγμα, προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μια κατοικία στην Κωνσταντινούπολη(Χριστοφιλοπούλου, στο ίδιο, σελ. 334.

[34] Mango, στο ίδιο, σελ. 64-65.

[35] Mango, στο ίδιο, σελ. 80-82.

[36] Mango, στο ίδιο, σελ. 103

[37] Mango, στο ίδιο, σελ. 99.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Μπήκαν στην Πόλη οι οχτροί

Στα τέλη του 11ου αιώνα η Βυζαντινή αυτοκρατορία βρισκόταν σε μεγάλη κρίση, τόσο από εξωτερικούς όσο και από εσωτερικούς παράγοντες. Η κεντρική εξουσία, η οποία πάντα αποτελούσε την βάση της αυτοκρατορίας κατέρρεε, ο στρατός είχε αποδυναμωθεί και είχε γίνει κυρίως μισθοφορικός(κάτι που είχε δυσάρεστες επιπτώσεις στα οικονομικά), ενώ συνεχείς επιδρομές απειλούσαν τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Σε αυτές τις συνθήκες ανέλαβε ο Αλέξιος ‘Α Κομνηνός(κυβέρνησε από το 1081-1118) να σταματήσει την επερχόμενη κατάρρευση, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο, με μοιραία όπως αποδείχθηκε αποτελέσματα.[1]

Σε μια προσπάθεια απελευθέρωσης του Δυρράχιου(1081) από τους Νορμανδούς, ο στρατός του Αλέξιου νικήθηκε και έτσι αυτός αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των Βενετών, οι οποίοι είχαν απίστευτα ισχυρό στόλο. Με την βοήθεια τον Βενετών οι Νορμανδοί ηττήθηκαν, αλλά όχι χωρίς αντάλλαγμα. Ο Αλέξιος παραχωρεί στους Βενετούς εξαιρετικά εμπορικά προνόμια[2] σε  ολόκληρη την επικράτεια, υποσκελίζοντας έτσι τους βυζαντινούς εμπόρους, τους οποίους ο ίδιος δεν είχε και σε μεγάλη εκτίμηση. Η κίνηση αυτή του Αλέξιου αποτελεί την απαρχή της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την αρχή της οικονομικής υποτέλειας της αυτοκρατορίας. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα το εμπόριο και η οικονομία του Βυζαντίου ακολουθούν μια συνεχή καθοδική πορεία.[3]

Πρώτα οι Κομνηνοί, και εν συνεχεία οι Άγγελοι, συνεχίζουν την κούρσα παραχώρησης προνομίων στις ανεξάρτητες πόλεις της Ιταλίας καθώς στην λίστα των ευεργετημένων προστέθηκαν οι Πίζα και η Γένοβα με αποτέλεσμα να γίνει το Βυζάντιο το κέντρο του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ανεπτυγμένες εμπορικά ιταλικές πόλεις.[4]

Καθώς λιγόστευαν οι πόροι για το Βυζάντιο, και για να μπορεί να συντηρηθεί μισθοφορικός στρατός δεν υπήρχε άλλη «λύση» πέρα από την  αύξηση της φορολογίας. Αυτό ήταν κάτι που επιβάρυνε περεταίρω τα πιο αδύναμα λαϊκά στρώματα, όπως επίσης τους εμπόρους και τους βιοτέχνες(τους ντόπιους).[5] Η ιδιοκτησία γης είχε περάσει στα χέρια λίγων, οι οποίοι μπορούσαν να αντισταθούν και να προσβάλουν έτσι την ισχύ και τις απαιτήσεις της κεντρικής εξουσίας.[6] Το χρυσό νόμισμα υποτιμήθηκε και νοθεύθηκε, ενώ ο Αλέξιος Ά δεν δίστασε να δημεύσει χρυσά και ασημένια εκκλησιαστικά σκεύη στην προσπάθεια του να αντισταθεί στην διάλυση(η περιουσία της βυζαντινής εκκλησίας αποτελούσε άβατο) . Οι φόροι αρχικά εισπράττονταν με βάση το παλιό ανόθευτο νόμισμα, κάτι που προκαλούσε μεγάλη δυσαρέσκεια, ενώ ακόμα και όταν η υποτίμηση αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος, οι φόροι συνέχισαν να αυξάνουν και οι συνθήκες ζωής να χειροτερεύουν δραματικά.[7]

Η διάλυση της οικονομικής βάσης συνεχίστηκε σταθερά και οι επιδιώξεις των ιταλικών πόλεων ολοένα αυξανόταν, μέχρι που φτάσαμε στην 4η σταυροφορία(1201-1204)  που θα οδηγήσει τους δυτικούς στην άλωση της πόλης και στην περίοδο της λατινικής κυριαρχίας.

Ας δούμε μερικά γεγονότα επιγραμματικά.

Την σταυροφορία την διοργανώνει ο Πάπας Ιννοκέντιος  ΄Γ(1198-1216) και σε αυτή δεν συμμετέχουν Δυτικοευρωπαίοι ηγεμόνες όπως στις δυο προηγούμενες ,αλλά βαρώνοι πολέμαρχοι που είχαν διακριθεί στις παλιότερες εκστρατείες. Οι επιδρομείς απευθύνονται στους Βενετούς προκειμένου να τους μεταφέρουν από την θάλασσα στον προορισμό τους, που αρχικά δεν είναι η Κωνσταντινούπολη αλλά η Ιερουσαλήμ. Τελικά εμφανίζεται ως από μηχανής θεός(για τις επιδιώξεις των Βενετών) ο Βυζαντινός πρίγκιπας, γιός του Ισαάκιου ΄Β Αλέξιος, που ζητά στρατιωτική βοήθεια για να κατακτήσει τον θρόνο που έχει σφετεριστεί ο θείος του Αλέξιος ΄Γ.[8]

Με προτροπή των Βενετών, υπό τον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο(1192-1205), αποφασίζεται οι σταυροφόροι να μην πάνε στους άγιους τόπους αλλά να ξεκινήσουν τις κατακτήσεις τους από την χριστιανική πόλη Ζάρα της Δαλματίας, που είχε αποστατήσει από τον εμπορικό έλεγχο των Ενετών. Η Ζάρα κατακτάται και λεηλατείται το 1202 και εν συνεχεία ο Δάνδολος διαπραγματεύεται τους όρους της συμφωνίας με τον Αλέξιο όπου γίνεται αποδεκτό το αίτημα του για βοήθεια, αλλά με δυσβάσταχτο(ή πιο σωστά αβάσταχτο) αντάλλαγμα.[9] Ο Αλέξιος όχι μόνο δέχθηκε να υποτάξει το πατριαρχείο στην Ρώμη(μια χρόνια επιδίωξη του Πάπα) αλλά και να πληρώσει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό στους σταυροφόρους όταν θα του παρέδιδαν την εξουσία.[10]

Οι δυτικοί δεν δυσκολεύτηκαν να κατακτήσουν το αποδυναμωμένο κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας  και ο Ισαάκιος αποκαθιστάται στον θρόνο μαζί με τον γιό του Αλέξιο, που όμως δεν έδειχνε να μπορεί να κρατήσει την υπόσχεση του στους δυτικούς. Η αυτοκρατορία διασπάται, αλλά ο σύμμαχος και συγγενής του Αλέξου Γ΄, Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος κατορθώνει να ανακαταλάβει την Πόλη. Οι σταυροφόροι , που έχουν από προηγουμένως κανονίσει πως να μοιράσουν μεταξύ τους τα εδάφη της αυτοκρατορίας[11], επιτίθενται ξανά και παρά την καλύτερα συντονισμένη άμυνα κερδίζουν την πολιορκία στις 13/4/1204 και εισβάλουν στην Πόλη εφόσον ο Μούρτζουφλος όχι δεν θέλει, αλλά δεν είναι δυνατόν να τους δώσει τα με τον γιό του Ισαάκιου συμφωνημένα χρήματα που δεν υπήρχαν καν στα ταμεία.[12]

Ως αίτια της άλωσης μπορούν να διακριθούν τα παρακάτω:

–        Πολιτική αστάθεια και εμφύλιες διαμάχες μεταξύ σφετεριστών του θρόνου.

–        Αποδυνάμωση της οικονομίας από την αφαίμαξη την υπονόμευση και την καταστροφή των ντόπιων εμπόρων που επέβαλλαν οι ιταλικές πόλεις.

–        Άσχημες συνθήκες στο εσωτερικό από την βαριά φορολογία, αξίζει να σημειωθεί ότι ο λαός σε πολλά μέρη υποδεχόταν τους κατακτητές δυτικούς ως απελευθερωτές, ελπίζοντας σε καλυτέρευση της ζωής του τώρα που η αυτοκρατορία άλλαζε χέρια.( Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Β’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 19-20)

–        Η αντικατάσταση του θεματικού στρατού(τα θέματα αποτελούσαν για το Βυζάντιο διοικητικές και στρατιωτικές περιφέρειες) από μισθοφόρους και ο εκφυλισμός της στρατιωτικής αριστοκρατίας.

–        Οι συνεχείς αντιθέσεις της Βυζαντινής οικονομίας που είχαν ως αποτέλεσμα από ένα σημείο και πέρα να υστερεί σε σχέση με την οικονομία της δύσης.

Αυτά τα ολίγα και βασικά και τα συμπεράσματα δικά σας.

Έτσι επειδή η ιστορία πάντα κάτι έχει και για το σήμερα να μας διδάξει.


[1] Cyril Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδόσεις ΜΥΕΤ, Αθήνα 2010, μτφ. Δημήτρης Τσουγκαράκης, σελ. 75.

[2] Πλήρη φοροαπαλλαγή, πλήρη τελωνειακή ατέλεια, ελεύθερες εμπορικές ζώνες στην πρωτεύουσα, αποθήκες και μαγαζιά(σας θυμίζει μήπως τις ζώνες ελεύθερου εμπορίου;).( Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, Α’ Τόμος(324-1204), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 301)

[3] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 301.

[4] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 302-303.

[5] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 302.

[6] Mango, στο ίδιο. Σελ. 75.

[7] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 303.

[8] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 334.

[9] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 335.

[11] Με το πρωτόκολλο(σαν να λέμε μνημόνιο) Partitio terrarium imperi Romanie, δηλαδή μοίρασμα των εδαφών της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας.(Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 336.)

[12] Λουγγής, στο ίδιο, σελ. 336-337.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

NO 27

(Έλα τώρα μην σου φαίνεται παράξενο που πίσω από τον τρισμέγιστο των Ελλήνων κυματίζει η γαλανόλευκη με το σταυρό του χριστιανισμού.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων ήταν και χριστιανός προ Χριστού).

Μέγας Αλέξανδρος, ο τρισμέγιστος των Ελλήνων.


NO 28

(1) 356 π.Χ. 21η Ιουλίου. «αποφράδα μέρα.» Ημέρα γέννησης του Μέγα Αλέξανδρου.

Η μορφή του τότε γνωστού κόσμου θα άλλαζε δραματικά από εκείνη την ημέρα και μετά. Πολύ δραματικά.

Η ιδέα της Ελλάδος όμως, η οποία ενυπήρχε από τότε, και παλαιοτέρα, ίσως και πριν τη δημιουργία του πλανητικού συστήματος, στο γενετικό κώδικα της ιεράς ελληνικής φυλής, θα έφτανε στα πέρατα της οικουμένης.

Τα ελληνικά ιδεώδη της  μακεδονικής σάρισας, της μακεδονικής φάλλαγας, και της επίλυσης οποιασδήποτε διαφοράς με την άποψη ότι οπού  δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος, το οποίο μετεξελλίσεται από το Μέγα Αλέξανδρο στο «ότι δεν λύνεται, κόβεται», με ένα τρόπο τόσο ελληνικό, τόσο πατριωτικό, τόσο ανθρωπιστικό, τόσο αριστοτελικό, τόσο τέλειο που νομοτελειακά θα οδηγήσει σε μια πρωτόγνωρη πολιτιστική επανάσταση, στις χώρες που απελευθερώθηκαν από τα δεσμά της περσικής αυτοκρατορίας.

Ο ελληνικός πολιτισμός λαμπαδιάζοντας πόλεις και χωριά της αχανούς περσικής αυτοκρατορίας, του αιγυπτιακού βασιλείου και του ινδικού, μεταλαμπάδευσε γνώσεις σε ταπεινές βαρβαρικές φυλές και λαούς, βγάζοντας τους από το σκοτάδι της αμαθείας και της δεισιδαιμονίας.

Διότι τα χωριά των βαρβάρων, ελληνικά καίγονται.

Το 344 π.Χ. ο τρισμέγιστος των Ελλήνων θα δαμάσει το πιο άγριο και περήφανο άλογο της Μακεδονίας.

(2)  «Τι κρίμα να χαθεί ένα τέτοιο άλογο, επειδή μερικοί είναι ανίκανοι να το ιππεύσουν». Είπε.
Θυμωμένος ο Φίλιππος τον παρατήρησε λέγοντας, ότι μόνο όποιος είναι σε θέση να εκτελέσει μια πράξη , έχει δικαίωμα να αποκαλεί τους άλλους ανίκανους.

Ο Αλέξανδρος άρπαξε τα ηνία του άλογου, επειδή είχε προσέξει ότι το ζώο φοβόταν την σκιά του, γύρισε το κεφάλι του προς τον ήλιο, ώσπου το άλογο ησύχασε. Υστέρα μ’ ένα πήδημα, βρέθηκε  στην ράχη του και μπροστά στους κατάπληκτους ανθρώπους του ανακτόρου, το άφησε να καλπάσει.
Όταν ο ανήλικος ιππέας στάθηκε μπροστά στον βασιλιά, εκείνος τον έσφιξε, κατά τον Πλούταρχο, στην αγκαλιά του και φιλώντας τον του είπε: Ψάξε να βρεις ένα βασίλειο αντάξιο σου, γιατί η Μακεδονία είναι πολύ μικρή για σένα!»
Το ονόμασε Βουκεφάλα.
Ήταν 12 ετών.

Μα κανείς από τους εμπείρους ιππείς που είχε στην διάθεση του ο Φίλιππος δεν ήταν σε θέση να δαμάσει αυτό το άλογο;

Τι πανίσχυρο ιππικό είχε η Μακεδονία από την στιγμή που δεν μπορούσανε να δαμάσουν έναν ίππο που μπόρεσε ένα 12 χρόνο παιδί;

Και αν ακόμα ήταν ζήτημα ευστροφίας του μικρού που είδε ότι το άλογο φοβάται την σκιά του. Όταν το τρομερό αυτό άλογο είδε την σκιά του ξανά καθώς ανέβηκε στην ράχη του γιατί δεν αγρίεψε το περήφανο άτι.

Του σκέπασε τα ματιά με πανί;

Υποκλίθηκε στην ανωτερότητα του;

Νύχτωσε;

Μήπως ήταν ένα προπαγανδιστικό κόλπο για να φανεί ο απόγονος του βασιλέα πανίσχυρος και ισάξιος του. Μια προσπάθεια των συγχρόνων του να αποδείξουν ποσό ξεχωριστός, ποσό διαφορετικός και ικανός ήταν από τους άλλους.
Ένα απλό επικοινωνιακό τρυκ για να πεισθούν οι ημιάγριοι και απολίτιστοι Μακεδόνες για το μελλοντικό τους ηγέτη;

Μήπως ήταν μια προσπάθεια του Φιλίππου να δώσει αυτοπεποίθηση στο αγόρι, μυθοποιώντας στα μάτια του τρισμεγίστου των Ελλήνων τον ίππο, και παίζοντας θέατρο με τους αυλικούς του;

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων ήταν πολύ κοντός ως ενήλικας. Ποια ήταν η σωματική του διάπλαση στην ηλικία των 12 ετών που του επέτρεψε έναν τέτοιο Ηράκλειο άθλο;

Όποια κι αν είναι η απάντηση σ’ αυτό, το πρόβλημα είναι ότι, δυστυχώς ο πατέρας του είχε δίκιο. Ο μαύρος καβαλάρης δεν αρκέστηκε στα στενά σύνορα της Μακεδονίας. Είχε να αιματοκυλήσει πολύ κόσμο.


NO 29

O τρισμέγιστος των Ελλήνων θα ξεκινήσει την πολιτική του σταδιοδρομία το

(3) 340 π.Χ. σε ηλικία 16 ετών. Aντιβασιλέας της Μακεδονίας κατά την διάρκεια της απουσίας του πατρός του Φιλίππου Β’ ο οποίος πολιορκεί το Βυζάντιο.

(4) 1Η Σεπτεμβρίου 338 π.Χ. διακρίνεται στην μάχη της Χαιρώνειας, την οποία κερδίζει ο Φίλιππος, εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων της Ελλάδος.
Την αποτελούν κυρίως Θηβαίοι και Αθηναίοι.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων ακολουθώντας την ιστορική πορεία του πατέρα του προς την ένωση της Ελλάδας θα συμμετέχει στην μάχη αυτή, όπου (5) σφαγιάστηκαν περισσότεροι από 1000 Αθηναίοι ενώ παραδοθήκαν 2000.
Για τους Θηβαίους ο αριθμός δεν είναι ακριβής αλλά οι νεκροί και οι τραυματίες ανέρχονται σε χιλιάδες.

Ήταν η πρώτη φορά που ο τρισμέγιστος των Ελλήνων εξωτερίκευε την αγάπη του προς τους Έλληνες συμπατριώτες του.

Συμμετέχοντας στη μάχη της Χαιρώνειας εναντίον των  εχθρικών ελληνικών δυνάμεων, ο συνέ  λληνας τους, τρισμέγιστος των Ελλήνων, έπαιρνε το «βάφτισμα του πυρός».

Η ελληνικότητα της Μακεδονίας εκείνη την περίοδο ήταν λίγο ανώτερη σε σύγκριση με την ελληνικότητα των Αθηναίων και των Θηβαίων.

(6) 338 – 337 δημιουργείται η συμμαχία της Κορίνθου.

Όλοι οι Έλληνες (πλην Λακεδαιμονίων), συγκεντρωθήκαν αυτοβούλως μετά την ατυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων στην Χαιρώνεια, ούτως ώστε να καθοριστούν τα επόμενα βήματα του ελληνισμού δια της διπλωματικής οδού.
Με την επιχειρηματολογία δεινών ρητόρων της μακεδονικής αριστοκρατίας, επετευχθη ο στόχος της συμμαχίας.

Δεν συμμετείχαν και οι πόλεις της Μικράς Ασίας. (υπόδουλες της Περσίας)

Μονό οι ξεροκέφαλοι Σπαρτιάτες αρνηθηκαν να συνασπιστούν.

Δεν είχαν ούτε την ευθιξία να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις για το καλό της πατρίδος.

Ποτέ δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει αυτό ο τρισμέγιστος των Ελλήνων κι έτσι ακόμα και στο απόγειο της δόξας του, τους μνημόνευσε.

23) Έτσι, μετά την κατάκτηση της Περσικής Αυτοκρατορίας, ο Αλέξανδρος ο Μέγας έστειλε στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες με την ακόλουθη επιγραφή: «Αλέξανδρος γιος του Φιλίππου, και οι Έλληνες – πλην των Σπαρτιατών – από τους βαρβάρους που κατοικούν στην Ασία».

Λες και κάτι τέτοιο αποτελεί μομφή.

Τι Έλληνες άραγε ήταν αυτοί που αρνήθηκαν;

Έλληνες με ισχυρή πολεμική μηχανή διότι οι συνέλληνες τους, Μακεδόνες, απεφάσισαν να μην προχωρήσουν σε επέκταση της συμμαχίας.

(7) Ήταν τέλος καλοκαιριού του 336 π.Χ. στις Αίγες, ο Παυσανίας, ένας νέος αξιωματικός, πλησίασε τον Φίλιππο ξαφνικά και του κάρφωσε ένα εγχειρίδιο στην καρδιά.

Οι σωματοφυλακές του, όρμησαν πάνω στο δολοφόνο και τον σκότωσαν αμέσως.

Αμέσως τον σκότωσαν οι άρτια εκπαιδευμένοι σωματοφυλακές του Φιλλίπου, τον Παυσανία.

Δεν έχουνε αλλάξει και τόσο πολύ οι μέθοδοι των εκμεταλλευτικών συστημάτων εξουσίας, κι ο Οσβαλντ εκτελέστηκε αμέσως μετά την δολοφονία του Κεννεντυ.

Τα ίχνη πρέπει να καλύπτονται άμεσα και επιμελώς.

Δεν ήταν απαραίτητο να αναρωτηθούν ποιος όπλισε το χέρι του Παυσανία.

Η μήπως η φρουρά του Φιλίππου συμμετείχε εκτελώντας άνωθεν εντολές;

Ήταν ένας αδίστακτος άνθρωπος, ένας στυγνός εγκληματίας που προκειμένου να αναρριχηθεί στην εξουσία δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτα.

Ο πατέρας του δεν θα του παρέδιδε την εξουσία, αν δεν πέθαινε και όχι μόνο αυτό.

Ακόμα και αν πέθαινε ο Φίλιππος, ο τρισμέγιστος των Ελλήνων δεν ήταν βέβαιος διάδοχος του θρόνου.

26 Ήταν πιθανός. Ο Φίλιππος είχε χωρίσει την Ολυμπιάδα, την μητέρα του τρισμεγίστου των Ελλήνων, και είχε παντρευτεί την όμορφη και νεαρή Κλεοπάτρα, ανιψιά του στρατηγού Αττάλου.

Η Κλεοπάτρα ήταν έγκυος. Ένα παιδί το οποίο ο Φίλιππος δεν θα είχε καμιά αμφιβολία ότι είναι δικό του.

(Η Ολυμπιάδα ευθύνεται για την αμφισβήτηση που είχε προκληθεί, με τις ιστορίες που διέδιδε.).

Αμέσως μετά την δολοφονία του Φιλίππου ο τρισμέγιστος των Ελλήνων ανακυρήσσεται βασιλιάς των Μακεδόνων, αφού θρήνησε μερόνυχτα τον αγαπημένο του πατέρα, επίπληξε τη φρουρά που σκότωσε τον Παυσανία, πριν προλάβει να τον ανακρίνει ο ίδιος και να μάθει ποιοι ήταν οι δολοφόνοι του.

Για να τους βρει έφτασε μέχρι και στον Ινδό ποταμό.

Η θέση του ήταν επισφαλής.

Κι έπρεπε να ξεκινήσει τον κοινωνικό διάλογο.

Mέρος της μακεδονικής αριστοκρατίας, και οι οπλαρχηγοί των βορείων περιοχών, τον θεωρούσε πολύ μικρό ηλικιακά για να αναλάβει την εξουσία, και φυσικά νόθο παιδί του Φιλίππου εξ αιτίας της Ολυμπιάδος.

(8) Εξασφάλισε την υποταγή των παλατιανών και άρχισε να απαλλάσσεται από τους επικίνδυνους αντιπάλους του.

Η Κλεοπάτρα και το μικρό παιδί πού είχε στα σπλάχνα της έπεσε θύμα των εκκαθαρίσεων.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων έπασχε από οιδιπόδειο σύμπλεγμα και φοβότανε ότι η μητέρα του μπορεί να μοίραζε την αγάπη της και στο αγέννητο αδελφάκι του, μολονότι δεν ήταν δικό της, πάρα μόνο του αγαπημένου πρώην συζύγου της.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων ήταν μόλις 20 χρονών.

Είχε ήδη συμμετάσχει σε μια μάχη οπού σφαχτήκαν χιλιάδες συννέληνες του, έχει σκοτώσει την Κλεοπάτρα, είναι πατροκτόνος, αδελφοκτόνος και πεδίον λόξης λαμπρό ανοίγεται μπροστά του.

Όχι προς ίδιον όφελος αλλά για τον άδικα δολοφονημένο πατέρα του τα έκαμε όλα.

(9) 335 π.Χ. καταπνίγει την εξέγερση των Θρακών. Οι Θράκες αυτοί, μάλλον δεν θα ήταν Έλληνες ούτε εκείνοι, τουρκόσποροι ήταν διότι ζούσαν στην ανατολική Θράκη.

Τους μακέλεψε και αυτούς για την δόξα της Ελλάδος.

Παράλληλα επαναστατεί η Αθήνα και η Θήβα εναντίον της Μακεδονίας.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων αντιδρά τάχιστα και εκστρατεύει αμέσως για να συνετίσει τους συνέλληνες αδελφούς του, να σεβαστούν την συμμαχία, που τόσο οικιοθελώς είχαν αποδεχτεί.

Το γεγονός ότι στην καδμεία και στην Ακρόπολη των Αθηνών υπήρχε μακεδονική φρουρά δεν δείχνει ότι δυο πόλεις ήταν υπό κατοχή.

Μονάδες διευκολύνσεων ήταν κι εξασφάλιζαν από πιθανή επίθεση της Περσίας.

Να δεις και ποια άλλη χώρα χρησιμοποιεί τις ίδιες μεθόδους συμμαχίας…

Είναι η…

Δεν θυμάμαι. Συγνώμη.

Ο μακεδονικός στρατός σπεύδει να απαιτήσει σεβασμό της συμμαχίας από Αθηνά και Θήβα.

(10) Οι Μακεδόνες φτάνουν προ των Θηβών. Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων διεμήνυσε στους Θηβαίους άτι θα συγχωρήσει όσους θα έβγαιναν από την πόλη, αλλά δεν έλαβε απάντηση.
Η μακεδονική φρουρά που είχε εγκατασταθεί από την εποχή της Χαιρώνειας στην ακρόπολη, αιφνιδιάζει τους Θηβαίους με επίθεση εκ των νώτων.

Ακολούθησε μια από τις τρομακτικότερες σφαγές της ελληνικής ιστορίας.
Έξι χιλιάδες Θηβαίοι έπεσαν πολεμώντας. οι υπόλοιποι αιχμαλωτισθήκαν. Η Θήβα εξαφανίστηκε από προσώπου γης.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων σεβάστηκε μονό τα σπίτια του ποιητή Πινδάρου και του φιλόσοφου Κράτητος.

Είχε και καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Και η Βέρμαχτ δεν κατεδάφισε την Ακρόπολη. Τον ελληνικό λαό όμως τον μακέλεψε κανονικά.

Μην συγχέουμε καταστάσεις όμως. Άλλο ο τρισμέγιστος των Ελλήνων και άλλο ο Χίτλερ.

(11) Για πρώτη φορά η Θήβα ζούσε τέτοια συμφορά.

Το γεγονός ότι ο τρισμέγιστος των Ελλήνων κατέκαυσε και εν συνεχεία ξεθεμέλιωσε την Θήβα, άτι μακέλεψε μεγάλο μέρος του λαού της και τους εναπομείναντες, άντρες , γυναίκες και παιδιά τους πούλησε στα σκλαβοπάζαρα δεν συντελεί πράξη γενοκτονίας.

Ασφαλώς αφού δυο σπίτια έμειναν στη θέση τους.

Άλλωστε τι ήταν τα θηβαϊκά σκυλιά που θα τολμούσαν να μην σεβαστούν την συμμαχία που τους είχε επιβληθεί με την απειλή των όπλων;

Ασήμαντα σκουλήκια ήταν, τα οποία έπρεπε να τσακιστούν για το μεγαλείο της Ελλάδος.
Το γεγονός ότι οι ταλαίπωροι οι Θηβαίοι, Έλληνες ήταν κι εκείνοι δεν λέει κάτι.

Τόλμησαν να αμφισβητήσουν θεϊκή εντολή.

Την εντολή του τρισμέγιστου των Ελλήνων.

Μα πως τόλμησαν;

Με ποιο δικαίωμα;

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων ακόμα δεν είχε αυτοανακυρηχθεί θεός όταν αποτελείωνε την Θήβα.

Θα ανακυρήσσοταν όμως σύντομα στην όαση του Σιουαχ, άρα γιατί να περιμένει άδικα;

Είχε ένα ανώτερο πεπρωμένο να εκπληρώσει.

Μια ανθρωποσφαγή που όμοια της δεν είχε δει ως τότε η ανθρωπότητα.

Η ανθρωπότητα όμως μπορούσε να τσακιστεί χωρίς δισταγμό.

Ήταν θέλημα θεού.

Η δικαιολογία που επικαλούνται οι εθνικιστές για να αμβλύνουν τις εντυπώσεις ως προς την απόλυτη κτηνωδία και βαρβαρότητα αυτού του ανθρωπόμορφου τέρατος είναι ότι οι Θηβαίοι είχαν μηδίσει κατά το παρελθόν.

Σοβαρά;

Και;

Γιατί οι προγονοί του τρισμέγιστου των Ελλήνων δεν είχαν μηδίσει;

Η μήπως προέβαλλαν ηρωική αντίσταση στον Μαρδόνιο όταν κατελάμβανε τα εδάφη τους;

Οι Εορδοί τι ήταν;

Μήπως θα έπρεπε από τύψεις να αυτοκτονήσει κι ίδιος μπας και γλύτωναν οι λαοί της Ελλάδος και της ανατολής.

Που τέτοια τύχη;

Αποτελεί αυτό (ο μηδισμός) δικαιολογία της σφαγής;

Και αφού είχαν μηδίσει γιατί συμμάχησε μαζί τους; Τους είχε συγχωρήσει προσωρινά;

Η μήπως οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες δεν είχαν συνεργαστεί με τους Πέρσες κατά το παρελθόν;

Αλλά τους μεν Αθηναίους τους είχε ανάγκη και δεν πολέμησε ξανά μαζί τους. Διότι το ναυτικό τους, οι δεσμοί τους με τους ελληνικούς λαούς από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, καθώς και οι σύμμαχοι τους στο εσωτερικό της Ελλάδος, του ήταν απαραίτητα συστατικά για να πραγματοποιήσει την εκστρατεία του.
Τους δε Σπαρτιάτες, τους φοβόταν.

Αν έκανε εκστρατεία στην Σπάρτη ίσως η εκστρατεία εναντίον της ανατολής να μην είχε γίνει ποτέ.

Παράλληλα όμως ενώ θαυμάζουν, (οι εθνικιστές), και προσκυνούν τον τρισμέγιστο των Ελλήνων, τιμούν και τον Πελοπίδα και τον Επαμεινώνδα της Θήβας χωρίς κανένα πρόβλημα. τουλάχιστον αυτοί που δεν θεωρούν του Θηβαίους αλλόφυλους λόγω φοινικικής καταγωγής.

25) Ούτε ο Φίλιππος Β’, ούτε ο γιος του Αλέξανδρος, προσπάθησαν καν να κατακτήσουν τη Σπάρτη. Ήταν αρκετά αδύναμη για να αποτελέσει σημαντική απειλή, αλλά οι ικανότητες του στρατού της παρέμεναν τόσο μεγάλες που οποιαδήποτε απόπειρα εισβολής θα σήμαινε υπερβολικές απώλειες. Ακόμη και κατά την περίοδο της παρακμής της η Σπάρτη ποτέ δεν έπαψε να ισχυρίζεται πως αποτελούσε τον «υπερασπιστή του ελληνισμού», ούτε έχασε το λακωνικό της πνεύμα. Ένα ιστορικό ανέκδοτο θέλει το βασιλιά Φίλιππο Β’ να στέλνει ένα μήνυμα στη Σπάρτη λέγοντας: «Αν εισβάλλω στη Λακωνία, θα ισοπεδώσω την πόλη της Σπάρτης». Η απάντηση που έλαβε ήταν ένα απλό «Αν.»

Πολλά χρονιά πριν η Ναομι Κλαιν, γράψει το βιβλίο της, ο τρισμέγιστος των Ελλήνων εφάρμοζε το δόγμα του σοκ.

Μ’ αυτή την ανελέητη σφαγή έστελνε μήνυμα  σε πολλούς αποδεκτές ως προς τι τους περίμενε αν υπήρχε αμφισβήτηση της βούλησης του ξανά.

Αφού ένωσε τους αγαπημένους του συνελληνες σε ένα κοινό στόχο, σε ένα κοινό όραμα, ξεκίνησε την νικηφόρα του πορεία στην Περσία.

Η Σπάρτη μόνο δεν ακολούθησε.

(12) Οι Ελληνο-Περσικοί Πόλεμοι (γνωστοί επίσης ως Περσικοί Πόλεμοι, ή Μηδικά) αποτελούν σύνολο πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ της Περσικής Αυτοκρατορίας και των πόλεων της κλασσικής Ελλάδας που άρχισαν το 502 π.Χ. και διήρκεσαν μέχρι το 449 π.Χ.

Το 449 . π.Χ.;

Από τότε δηλαδή μέχρι την εκστρατεία του τρισμέγιστου των Ελλήνων στην Μικρά Ασία είχαν περάσει 115 χρόνια.

Η περσική αυτοκρατορία μετά την ήττα της δεν είχε τολμήσει να ξαναεπιτέθει ποτέ εναντίον της Ελλάδος.

Ο πόλεμος του τρισμέγιστου των Ελλήνων ήταν προληπτικός.

Επειδή ήταν διορατικός ηγέτης ήθελε να προλάβει πιθανή ιμπεριαλιστική επίθεση των Περσών και να την αποτρέψει.

Σας θυμίζει κάτι η μεθοδολογία;

Φυσικά ήθελε και να τιμήσει την μνήμη των προγονών του οι οποίοι είχαν μηδίσει κατά τους πρώτους ελληνοπερσικους πολέμους.

Δεν είχαν προβάλλει καμιά αντίσταση τότε στους Πέρσες και ο τρισμέγιστος  των Ελλήνων ήθελε να ξεπλύνει αυτή την ντροπή.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων δεν ενδιαφερόταν να φτιάξει καμιά μεγάλη Ελλάδα.

Δεν τον ενδιέφερε καν το όνομα της Ελλάδας. ούτε καν της Μακεδονίας.

Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν τα αμύθητα πλούτη της Περσέπολης.
Τα παλάτια της Αιγύπτου.
Ο έλεγχος των περασμάτων για το εμπόριο και την ναυτιλία.
Οι στρατιές σκλαβών που θα είχε υπό την κυριαρχία του που θα παρήγαγαν αγαθά και θα παρείχαν υπηρεσίες για εκείνον

Άλλωστε αφού καθυπόταξε την περσική αυτοκρατορία, δήθεν για να εκδικηθεί την εισβολή των Περσών, δεν σταμάτησε εκεί αλλά ετοίμαζε εκστρατεία στα βάθη της Ινδίας και στην Αφρική.

Είχαν και αυτοί πολεμήσει εναντίον της Ελλάδος, η κάποια στιγμή θα επιτιθονταν και προλάβαινε καταστάσεις;

Ο στρατός του τον παρακαλούσε να σταματήσει τον πόλεμο για να μπορέσουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Αλλά ο τρισμέγιστος των Ελλήνων είχε αλλά σχέδια.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων επιθυμούσε να φτιάξει ένα νέο κράτος.

Μια παντοκρατορία αλεξανδρινή. Ένα νέο έθνος.

Μια νέα υπέρ – φυλή. Καθώς ένωνε με τα δεσμά του γάμου Μακεδόνες και Περσίδες, οραματιζομενος το απόλυτο είδος μαχητή.

Μα πως το επέτρεψε αυτό ο τρισμέγιστος των Ελλήνων;

Το ελληνικό αίμα υπέστη αλλοίωση με την πρόσμειξη αίματος  των αισχρών βαρβαρικών φυλών;

Μην ανησυχείτε, το ελληνικό σπέρμα υπερτερεί των άλλων.

Η καθαρότητα της ιεράς ελληνικής φυλής διατηρήθηκε.

O απεριόριστος του σεβασμός, η αγάπη και η νοσταλγία του για την ιδιαίτερη του πατρίδα την Μακεδονία αλλά και για την πατρίδα του, Ελλάδα τον οδήγησε να ιδρύσει 33 πόλεις με το όνομα Αλεξάνδρεια.

Ναι Αλεξάνδρεια.

Όχι Πέλλα, όχι Αίγες, Στάγειρα, Αθήνα, Θράκη, Φιλιππούπολη η Ολυμπιάδα.

Σ’ όλες το δικό του όνομα.

Ε όχι και σ’ όλες. Ήταν και ο Βουκεφάλας.

Κατά βάθος ήταν πολύ συναισθηματικός άνθρωπος και ίδρυσε την πόλη Βουκεφαλία προς τιμήν του πιστού του αλόγου, το οποίο το θεωρούσε φίλο του, σύντροφο του παντοτινό.

Ήταν ο πιο πιστός του φίλος και τον τίμησε όπως του άξιζε.

Ο Φιλώτας, ο Παρμενιώνας, ο Κλείτος δεν ήταν ματαιόδοξοι, ούτως ώστε να τους τιμήσει για την πιστή τους και την αφοσίωση τους σ’ αυτόν, με την ονοματοδοσία μιας πόλης.

Εκείνοι, όπως και πολλοί άλλοι σύντροφοι του και συμμαχητές του έλαβαν άλλου είδους τιμές.

13) Ο Φιλώτας ο γιος του Παρμενιώνα είχε πληροφορίες περί συνομωσίας για την ανατροπή του Μ. Αλεξάνδρου.
Δεν τον ενημέρωσε, όμως, επειδή θεώρησε αβάσιμες τις καταγγελίες.
Έξαλλος ο Αλέξανδρος, διέταξε τον βασανίσουν με αναμμένα κάρβουνα. και ο ίδιος παρακολουθούσε το μαρτύριο του φίλου του από την διπλανή σκηνή. Ο Φιλώτας δεν άντεξε στα βασανιστήρια, και ομολόγησε ένα έγκλημα που δεν είχε διαπράξει. το στρατοδικείο τον καταδίκασε σε θάνατο και η εκτέλεση του έγινε δια λιθοβολισμού.

Έχει όμως και συνέχεια.

14) Στέλνει τον Πολυδάμαντα στα Εκβάτανα όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Παρμενιώνας. Εκεί ο απεσταλμένος του Αλέξανδρου καρφώνει το σπαθί του την καρδιά του ανύποπτου πατέρα του Φιλώτα, τον αποκεφαλίζει και διανύοντας χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα, καταθέτει το κεφάλι του στρατηγού στα πόδια του βασιλιά.

Ο αγαπημένος του φίλος Κλείτος, ο οποίος για κακή του τύχη είχε σώσει, στην μάχη του Γρανικού ποταμού, τον τρισμέγιστο των Ελλήνων, θα έχει την εξής τύχη.

(15) Σ’ ένα συμπόσιο, με το μυαλό θολωμένο από το κρασί, ο  Κλείτος τόλμησε να πλέξει το εγκώμιο του Παρμενιώνα
Χλεύασε την αδυναμία του Αλεξάνδρου στις συνήθειες της ανατολής και την θεοποίηση του.

Σε κατάσταση μέθης κι ο Αλέξανδρος (λες και αν ήταν νηφάλιος θα είχε διαφορά) , αρπάζει μια λόγχη, και την εξφενδονιζεί κατά του φίλου του.

Η αιχμή καρφώθηκε στην καρδιά του Κλείτου. Έκλαψε όλη νύχτα, αλλά οι αγριότητες θα συνεχιστούν.

Απαγχονίζει Ινδούς φιλοσόφους (δεν μετράνε, δεν ήταν Έλληνες και ο τρισμέγιστος των Ελλήνων μετέφερε μονό ελληνικό πολιτισμό. Η φιλοσοφία της ανατολής ήταν αναχρονιστική και ανθελληνική) και δολοφονεί τους μισθοφόρους.

Εφιάλτες τυρρανουν την ψυχή του,
όλο και πιο συχνά καταφεύγει στο ποτό. Ορμά στις μάχες αψήφιστα, λες κι επιδιώκει το θάνατο. Μερικοί υποστηρίζουν ότι είχε σαλέψει το λογικό του (από που προκύπτει αυτό;).

Άλλοι λένε πως ήταν η σωματική υπερκόπωση και πνευματική κατάπτωση.
Έφτασε μέχρι του σημείου να υποχρεώνει τους Μακεδόνες αλλά και τους υπόλοιπους Έλληνες να τον προσκυνούν γονατιστοί και με το μέτωπο ακουμπισμένο στην γη.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων είχε μηδίσει κανονικά. Είχε γίνει σατράπης στη θέση του σατράπη.

Η αλαζονεία της δύναμης τον είχε οδηγήσει στην απόλυτη παράνοια.

Υποψιαζόταν τους πάντες, μισούσε και την σκιά του.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να διαχειριστεί την τεράστια εξουσία που είχε.

Οι ερινύες των εγκλημάτων που είχε διαπράξει τον καταδίωκαν συνεχώς.
Ο φόνος του πατέρα του, και του αγέννητου αδελφιού του, η κακή σχέση με την μητέρα του (του είχε ζητήσει να τον επισκεφτεί κι εκείνος αρνήθηκε), η καταστροφή της Θήβας και οι δολοφονίες των φιλών του ήταν ένα βάρος, που δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί και για αυτό είχε αυτοκτονική και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά

(16) Το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον, και θεών ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα.
ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Σ’ αυτή την σύντομη αναφορά στον τρισμέγιστο των Ελλήνων είναι ολοφάνερο ότι έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες για την Ελλάδα.

Όπως διαπιστώθηκε πέραν από κάθε αμφιβολία ο τρισμέγιστος των Ελλήνων τίμησε το όμαιμον.
και στην Θήβα και στην Αθήνα και στη Θράκη.

Μίλησε το κοινό αίμα. Μίλησε η ελληνική ψυχή.

Τίμησε το ομόγλωσσον καθώς επέβαλλε σε άλλους που δεν μιλούσαν ελληνικά την υποχρέωση να τα μάθουν παρά την θέληση τους.
Διέδωσε τις τέχνες και τα γράμματα, δημιουργώντας παντού φιλοσοφικές σχολές και κυρίως διατήρησε σημαντικά ιστορικά μνημεία. Κυρίως στην Τύρο και στην Περσεπολη.

Ανάγκασε το μαντείο των Δελφών να δώσει ψεύτικο χρησμό.
Διέδωσε παντού την θρησκεία του πατρώου γένους.
Τίμησε το ομόθρησκο λατρεύοντας τον θεό Ρα των αρχαίων Αιγυπτίων. (24) Υιός του Άμμωνος Ρα φορώντας στο κεφάλι του μια δερμάτινη ταινία με κέρατα κριού, που αποτελούσε σύμβολο του θεού.

Τίμησε το ομότροπον. Ασπαζομενος τα ήθη και τα έθιμα της ανατολής.
Και εκείνος όπως οι συνελληνες του Αθηναίοι, όπως και οι Σπαρτιάτες, κατέσφαζε όποιον του αντιστεκόταν.

(17) 11 Ιουνίου 333 π.Χ. πεθαίνει σε ηλικία 33 ετών, ύστερα από 13 χρονιά βασιλείας.

Στις αρχές του 323, κρυολόγησε. ο πυρετός ανέβαινε συνεχώς. Είναι άγνωστη η ασθένεια. φαίνεται όμως ότι είχε προσβληθεί από ελώδεις πυρετούς, με ηπατικές επιπλοκές. Υστέρα από 6 ημέρες έχασε τις αισθήσεις του.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων λίγο πριν πεθάνει ερωτήθηκε από τους στρατιωτικούς του ποιον αφήνει στη θέση του.

Θεώρησαν ότι αγαπημένος τους μονάρχης θα έλυνε το ζήτημα της διάδοχης κατάστασης.

(18) Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Τω κράτιστω»
(μτφρ: Στον καλύτερο (αν και ο Κρατερός ισχυρίστηκε ότι είπε «τω Κρατερώ»)

Στον δυνατότερο, στον ισχυρότερο, στον καλύτερο. Αυτή ήταν η υπόδειξη του τρισμέγιστου των Ελλήνων.

Και η τεραστία αυτοκρατορία που έκανε τόσο κόπο να στήσει ο τρισμέγιστος των Ελλήνων δεν κινδύνευε να χαθεί μετά από αυτή τη δήλωση;

Και κινδύνευε και χάθηκε αλλά αυτό ήταν αδιάφορο στον τρισμέγιστο των Ελλήνων. Αφού πέθαινε εκείνος θα έπρεπε να τελειώσει και η προσπάθεια δημιουργίας  της αλεξανδρινής αυτοκρατορίας.

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων δεν είχε αφήσει παιδί για να το ορίσει συνεχιστή του.

Τι αποτέλεσμα είχε αυτό;

(19) Ο αγώνας για την επικράτηση άρχισε αμέσως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου και στην αρχή εκδηλώθηκε με την αντίθεση της φάλαγγας των πεζών κατά του ιππικού των εταίρων και των στρατηγών, συνεχίστηκε δε με την προσπάθεια του Περδίκκα για επικράτηση. Μετά την αποτυχία και το βίαιο τέλος του, ο σπουδαιότερος σύμμαχός του Ευμένης ο Καρδιανός, συνέχισε τον αγώνα υπέρ της βασιλικής οικογένειας με κυριότερο αντίπαλό του τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο. Ο Ευμένης τελικά εξοντώθηκε και ο Αντίγονος, έχοντας συμπαραστάτη τον γιο του Δημήτριο τον Πολιορκητή, προσπάθησε να καταστεί ο μόνος κληρονόμος του κράτους του Αλέξανδρου. Η μάχη της Ιψού ήταν το τέλος για τα όνειρα και την ζωή του Αντίγονου, ενώ στα πλαίσια της διαμάχης των Διαδόχων εξοντώθηκε ολόκληρη η βασιλική οικογένεια. Αυτός που πλησίασε περισσότερο από κάθε άλλον το όραμα της μονοκρατορίας ήταν ο Σέλευκος που, όντας ο κύριος συντελεστής της νίκης της Ιψού, κατέλυσε το κράτος του Λυσίμαχου της Θράκης και αναμενόταν να επικρατήσει επί της πτολεμαϊκής Αιγύπτου, της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδος. Δολοφονήθηκε όμως και από το σημείο εκείνο η κατάσταση σταθεροποιήθηκε. Τα τέσσερα ελληνιστικά βασίλεια που δημιουργήθηκαν κυριάρχησαν στην Μακεδονία, Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο, μέχρι την βαθμιαία υποταγή τους στους Ρωμαίους.

Ενδοιμπεριαλιστικες διαμάχες; Δε νομίζω.

Ακόμα και μετά το θάνατο του, ο τρισμέγιστος των Ελλήνων, δεν έκαμε μια προσπάθεια να σταματήσει τις εχθροπραξίες. Πολεμοχαρής και μισάνθρωπος ως το τέλος, δεν θέλησε να αφήσει αντικαταστατή, ούτως ώστε να αποφευχθεί πιθανή αιματοχυσία, ή ακόμα και να σταματήσει η εκστρατεία, αν επέλεγε στρατηγό που το επιθυμούσε.

Γιατί έτσι αγαπούσε, ο τρισμέγιστος των Ελλήνων, την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό και το απέδειξε αυτό από την πρώτη μέρα της βασιλείας του μέχρι την μέρα που επιτέλους πέθανε.

20) Συγκλονιστικό και ταυτόχρονα μακάβριο είναι απόσπασμα του Έλληνα φιλοσόφου και βιογράφου Πλούταρχου (45-125 μΧ) που αναφέρεται στην αντίδραση του Αθηναίου ρήτορα (21) Δημάδη (380-318 πΧ)  στο άγγελμα του θανάτου του Αλεξάνδρου στην Βαβυλώνα το 323 πΧ:
«Ο   Αλέξανδρος  νεκρός; Αδύνατον..  Ολόκληρος ο κόσμος θα έπρεπε να έχει βρωμίσει από την μπόχα που αναδύει το πτώμα του »
Όχι επειδή λένε ότι μονό ο (22) Δημοσθένης δήθεν τον λοιδορούσε, ενώ εξέφραζε την εξωτερική πολιτική των Αθηνών, με τις απόψεις του. Λες και οι συγγενείς των νεκρών, οι παράλυτοι και οι υπόδουλοι της μακεδονικής αυτοκρατορίας, αγαπημένοι του συνέλληνες, τον λάτρευαν και τον αγαπούσαν, μετά το μακελειό στη μάχη της Χαιρώνειας.

Είναι σαν να ενωθεί το Ισραήλ με την Παλαιστίνη μετά από 2000 χρονιά σ’ ένα κράτος, και να τιμάται ο Μοσε Νταγιαν στη μια χώρα και ο Αραφάτ στην άλλη ως απελευθερωτές.

Και τα χωριά Σάμπρα και Σατίλα κοινό εθνικό Μνημείο.

Είναι επείγουσα ανάγκη να φτιαχτεί άγαλμα 50 μέτρων, στην Θήβα, προς τιμήν, του τρισμέγιστου των Ελλήνων.

NO 30

Ο τρισμέγιστος των Ελλήνων, τελικά δεν ήταν τρισμέγιστος, αλλά παμμέγιστος σφαγέας και ολετήρας των Ελλήνων

Θερσίτης.

Γεια σας

Η αιτία για να γίνει αυτή η σύντομη αναφορά στον τρισμέγιστο των Ελλήνων ήταν η εμμονή ενός φίλου του poexania, στην πεποίθηση ότι, ο τρισμέγιστος των Ελλήνων, δεν ήταν σφαγέας.

Η θετική έμπνευση ήταν ο  φίλος (poexania, Λαγωνίκακης  Φραγκίσκος) με το άρθρο του για την στάση του Νίκα.
https://poexania.wordpress.com/2011/12/14/%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%86/
στον οποίο και την αφιερώνω.

Σημείωση: όσα κομμάτια είναι υπογραμμισμένα είναι αυτούσια μεταφορά από την αρχική πηγή.
Τα υπόλοιπα είναι προσωπικές σκέψεις και σχόλια επί του θέματος.

πηγές:

1, 2, 3, 4,6,7,8,9,10,11,13,14,15,17,24,26
Οι μεγάλοι όλων των εποχών, Μ. Αλέξανδρος. Εκδόσεις Mondadori, επιμέλεια ελληνικής εκδόσεως Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε.

(5) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A7%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82_(338_%CF%80.%CE%A7.)

(12) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B9

(16)
http://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=1005

(18)
http://www.gnomikologikon.gr/last-words.html

(19)
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%87%CE%BF%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85

(20) http://hereticafilisofia.blogspot.com/2011/01/blog-post_9092.html

(21) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B9

(22) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82

23) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CE%A3%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7

25) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CE%A3%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7

NO 27 http://oladeka.blogspot.com/2012/01/blog-post_0.html

NO 28
http://www.google.gr/imgres?q=MEGAS+ALEXANDROS&hl=el&client=firefox-a&hs=l11&sa=X&rls=org.mozilla:el:official&biw=1280&bih=637&tbm=isch&prmd=imvnso&tbnid=G5UZdNIM1T4E0M:&imgrefurl=http://citypress-gr.blogspot.com/2011/09/blog-post_13.html&docid=GADmdKWIZu88EM&imgurl=https://poexania.files.wordpress.com/2012/02/m19-11351alexandros.jpg?w=300&w=300&h=241&ei=jJgpT_7BGoju8QO3goirAw&zoom=1&iact=hc&vpx=997&vpy=186&dur=863&hovh=192&hovw=240&tx=166&ty=92&sig=106068083724815134133&page=2&tbnh=132&tbnw=164&start=20&ndsp=25&ved=1t:429,r:5,s:20

NO 29
http://www.flickriver.com/photos/10048955@N06/3311309452/

NO 30
http://www.flickriver.com/photos/10048955@N06/3311309452/
http://maronas480.blogspot.com/2010/04/blog-post_27.html

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: