Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Για μένα…’ Category

Το παρακάτω δημοσίευμα είναι μια προφορική αφήγηση του παππού μου που καταγράφτηκε και δημοσιέυθηκε στην τοπική εφημερίδα «Αλήθεια»(ημερομηνία δεν θυμάμαι διότι έχω χάσει από καιρό τα πρωτότυπα φύλλα).

«Γεννήθηκα στον Αλίκαμπο του Αποκόρωνα πριν 80 χρόνια. Φτωχή αγροτική οικογένεια, βασανισμένη ζωή, στενοχώριες, λέγαμε το ψωμί-ψωμάκι. Λίγη η περιουσία μας. Από παιδί βοηθούσα στις δουλειές, έβοσκα τις κατσίκες και τα μαρθιά μας, ξυπόλητος, τα παπούτσια ήταν πολυτέλεια στο χωριό. Θάμουν δεκάξη χρονών όταν ο πατέρας μου με πήρε στου Βάμου και μου αγόρασε τα πρώτα στιβανάκια.

Στο σχολείο πήγαινα αραιά και που, δεν τελείωσα το δημοτικό θες τα μαρθιά που έπρεπε να τα βγάλω πρωί-πρωί, θες ο δάσκαλος με τη βέργα που δε χωράτευε. Το είχα πάρει από φόβο το σχολείο.

Πρώτη φορά που άκουσα για κουμμουνισμό ήταν στο χωριό μας. Δύο χωριανοί, ο ένας ακροσυγγενής, μας έλεγαν πως είναι κομμουνιστές, πως το κομμουνιστικό κόμμα είναι το κόμμα της φτωχολογιάς, πως πρέπει να μοιράσουμε τις περιουσίες μας, νάχει ο καθένας τη δική του, να μη μαλώνουμε οι άνθρωποι. Έλεγαν και άλλα πολλά. Μα ποιος τους άκουγε.

Αργότερα που πήγα στο στρατό έμαθα περισσότερα πράγματα. Μας έκαναν θεωρίες και μας έλεγαν πως η Ελλάδα έχει πολλούς εχθρούς. Ένα στο εσωτερικό τους κομμουνιστές και στο εξωτερικό τους Ρώσους, Βούλγαρους και τους Τούρκους. Πως οι κομμουνιστές είναι άθεοι, θέλουν να χαλάσουν τις εκκλησίες και άλλα. Κανείς στρατιώτης δεν απαντούσε, είμαστε κουμπωμένοι, με το παραμικρό πέφτανε καμπάνες.

Όταν απολύθηκα γύρισα στο χωριό. Ίδια κακορίζικη ζωή, δουλειές στο σπίτι, μεροκάματα όπου έβρισκα, φτώχεια, πείνα, στενοχώριες. Αποφάσισα να μπω στα Χανιά, ψάχνοντας για καλύτερη ζωή. Στην αρχή δούλευα μεροκάματο στις οικοδομές και στους λαχανόκηπους της Ν. Χώρας, κάποτε βρήκα ένα καφενεδάκι στην παραλία, το νοίκιασα βρήκα και ένα δωμάτιο κοντά, εγκαταστάθηκα.

Εκεί στο ίδιο μέρος στο λιμανάκι έζησα τη βασανισμένη ζωή μου, έκαμα οικογένεια, φίλους, και συντρόφους, εκεί βρίσκομαι ακόμα. Εκεί έγινα κομμουνιστής.

Όπως ήταν παράμερο και εξοχικό, το βρήκαν βολικό οι κομμουνιστές της γειτονιάς και το έκαναν στέκι.

Ταχτικοί πελάτες ήταν ο, Δημήτρης Βεστάκης, ο Παντελής Γιαπιτζάκης, ο Μιχάλης Μαρινάκης, ο Φώτης Γεωργουδάκης, ο Σήφης Θωμαδάκης, εργάτες όλοι. Ο Χρήστος Δαρατσάκης, κουρέας. Αργότερα ήρθαν και άλλοι όπως ο Γιώργης Φεραρόλης, ο Μάρκος Ρενιέρης, ο Χναράς, ο Κώστας Τζάκος, ο Βαγγέλης Κτιστάκης και πολλοί άλλοι, οι περισσότεροι μακαρίτες, άλλοι στον αγώνα άλλοι στην ώρα τους.

 

fragio10Το ιστορικό καφενείο του παππού μου στη εργατοσυνοικία της Νέας Χώρας, γνωστή παλιά και ως «μικρή Μόσχα» εξαιτίας των πολλών κομμουνιστών που ζούσαν εκεί.

 

Αποφάσισα και μπήκα στο κόμμα. Νουνός μου ήταν ο Δημήτρης Βεστάκης, είχαμε ιδιαίτερη φιλία, αυτός με έβαλε στο κόμμα.

 

 

Είχαμε χωριστεί σε ομάδες (πυρήνες). Οι πρώτοι αποτελέσαμε τον πυρήνα της Ν. Χώρας, ήταν οι Χρήστος Δαρατσάκης, Δημήτρης Βεστάκης, Γιάννης Πεντάρης, Γιώργης Νταγκούνης, Λυκούργος Καλαμάτας, Μάρκος Μπούζης, Μιχάλης Μαριανάκης, Σήφης Θωμαδάκης, Σταμάτης Λουκάκης, Νικόλας Ειρηνάκης και άλλοι που δεν θυμάμαι τώρα. Συνεδριάζαμε πότε στο μαγαζί μου, πότε στα βράχια απέναντι ή στο Λαζαρέτο, πότε στον Κλαδισό, στις πλατανομουριές. Πάντα με προφυλάξεις, να μη μας πάρουν χαμπάρι οι χαφιέδες.

 

Κατά διαστήματα μας έστελναν από την Αθήνα τον «Ριζοσπάστη», τον κυκλοφορούσαμε από χέρι σε χέρι, ήταν μεγάλη η χαρά μας. Πολλές φορές κυκλοφορούσαμε προκηρύξεις που μας έστελναν από την Αθήνα ή που βγάζαμε εδώ στον πολύγραφο. Μια φορά, μαζί με τον Πεντάρη, τον Μάρκο Μπουζάκη και τον Μιχάλη Μπατό, βγήκαμε τη νύχτα και μοιράζαμε προκηρύξεις. Ένας χωροφύλακας με βρήκε μεσάνυχτα στην παραλία, όπου είχαμε τον κρυψώνα μας για τα έντυπα. Του απάντησα ότι με πονούσε το δόντι μου, δε μπορούσα να κοιμηθώ και βγήκα βόλτα. Του έδειξα το σπίτι μου απέναντι. Μου έκανε έρευνα, δε βρήκε τίποτα και έφυγε.

 

Το 1931-32 ανέλαβα ταμίας στην Εργατική Βοήθεια. Είχαμε μεγάλο ζόρε να μαζεύουμε χρήματα και τρόφιμα για εξόριστους συντρόφους μας στη Γαύδο ή όταν βρίσκονταν στο Τμήμα Μεταγωγών, όπου έμεναν μέχρι να τους μεταφέρουν. Γίνονταν και μεταγωγές για δίκες με το ιδιώνυμο που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση του Βενιζέλου. Το Τμήμα Μεταγωγών ήταν ένας μεγάλος θάλαμος, ανήλιαγος και βρωμερός, δεξιά όπως μπαίνουμε στον περίβολο των Δικαστηρίων. Είχαμε ένα δικό μας μαγέρικο τότε στην Πλατεία, που το κρατούσε ο πατέρας του συντρόφου μας, Γιώργη Τσιτήλου. Συμφωνήσαμε να στέλνει ό,τι φαΐ του ζητούσαν οι εξόριστοι κι εμείς το πληρώναμε. Το κράτος δεν έδινε τίποτε. Όμως τα καταφέρναμε. Πολλοί μας έδιναν με ευχαρίστηση χρήματα, τρόφιμα ή ρούχα. Όλοι φτωχοί είμαστε, της ανάγκης, αλλά έδιναν χρήματα από το υστέρημά τους. Ήταν μεγάλη η χαρά μας όταν ετοιμάζαμε ένα δέμα και το στέλναμε. Βάναμε μέσα και γλυκά. Όμως το γράμμα το κρατούσαν στη λογοκρισία, δεν άφηναν. Όποιος το πήγαινε στην αστυνομία, έπαιρνε κι ένα μάθημα τι είναι ο κομμουνισμός, μαζί με απειλές πως σύντομα θα πάει στη Γαύδο. Δέματα στέλναμε και στις φυλακές του Ιτζεδίν (εννοεί το Ιτζεδίν των Χανίων στο Καλάμι), όπου ήταν μερικοί κατάδικοι του ιδιωνύμου.

 intzedin1
Το φρούριο και αργότερα φυλακή, Ιτζεδίν(περίπου στα 10 χιλιόμετρα στην εθνική οδό Χανίων Ρεθύμνου).

 

Στις βουλευτικές εκλογές, το Σεπτέμβρη του 1932, κατεβάσαμε συνδυασμό του Ενιαίου Μετώπου Εργατών και Αγροτών, με υποψηφίους το σύντροφο Γιώργη Πετράκη από το Ακρωτήρι, τον Παναγιώτη Τσεπέτη, δε θυμούμαι ποιους άλλους. Εγώ με τον Μιχάλη περάκη, πήγαμε αντιπρόσωποι στο εκλογικό τμήμα του Νέου Χωριού στον Αποκόρωνα. Πήραμε μερικούς ψήφους. Τότε ήταν που βγάλαμε δέκα βουλευτές σε όλη την Ελλάδα. Την περίοδο εκείνη, για πρώτη φορά κατεβήκαμε στις δημοτικές εκλογές, με υποψήφιο δήμαρχο το Γιώργη Πετράκη. Εγώ ήμουν υποψήφιος σύμβουλος. Πήραμε ή 56 ή 156 ψήφους…

neaxor10                              Φωτογραφία εκείνης της εποχής από την παραλία της Νέας Χώρας

Το 1935, έγινε μια μεγάλη απεργία στο Ηράκλειο, πανεργατική. Στη συγκέντρωση που έγινε μπροστά στην Νομαρχία η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε εφτά εργάτες. Αυτό το έγκλημα αναστάτωσε όλη την Κρήτη. Μαζευτήκαμε ένα απόγευμα στο εργατικό κέντρο Χανίων που ήταν τότε στον Τοπανά, εκεί κοντά που είναι τώρα το Ξενία.

Μίλησαν ο Βαγγέλης Κτιστάκης και ο Γιώργος Νταγκούνης, πρόεδρος των εργατών βιομηχανίας. Πύρινοι λόγοι, ο κόσμος ήταν αγανακτισμένος. Το εργατικό κέντρο αποφάσισε να κάνουμε γενική πανεργατική απεργία σε ένδειξη διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης και η ομοσπονδία επαγγελματοβιοτεχνών να κλείσουν τα μαγαζιά στην πόλη.  Την επόμενη συναντηθήκαμε με τον Νταγκούνη στο κουρείο του Δαρατσάκη, στα παπλωματάδικα.

Ένας εργάτης, μας ειδοποίησε πως ο Μιχάλης Μαρκουλάκης, πρόεδρος του εργατικού κέντρου, παρότρυνε τους επαγγελματοβιοτέχνες να μην κλείσουν τα μαγαζιά τους.

Πήγαμε και τον βρήκαμε στην δημοτική αγορά, τσακωθήκαμε, ήταν και δυο τρείς μπράβοι μαζί του, λέει σε ένα χωροφύλακα «πάρτους μέσα είναι κομμουνιστές» εμείς λέγαμε να πιάσει το Μαρκουλάκη και τους μπράβους του που μας είχαν επιτεθεί. Στο τέλος ο χωροφύλακας μου λέει με τρόπο «ελάτε μαζί μου και πιο πάνω σας αφήνω», έτσι και έγινε.

Από κει πήγαμε στην ελαιουργία, όπου είχαν απεργήσει οι εργάτες, κι από εκεί στο εργοστάσιο του Πρέβε, όπου δεν τους άφησαν να απεργήσουν.

Μπήκε μέσα ο Νταγκούνης και τους εζήτησε να σκολάσουν, πήγε ο διευθυντής, του λέει «εγώ κάνω κουμάντο στο εργοστάσιο μου», «κι εγώ κάνω κουμάντο στους εργάτες», απάντησε ο Νταγκούνης, «είμαι πρόεδρος τους».

Τηλεφώνησε στην αστυνομία, ήρθαν 5-6 χωροφύλακες, εμείς απ’ έξω φωνάζαμε. Ένας μου λέει, «έλα μέσα που σε θέλει ο Νταγκούνης», μόλις μπήκα με έπιασαν και εμένα. Μας τράβηξαν σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο του εργοστασίου και μας πήραν. Όμως στην καρότσα πήδησαν καμιά δεκαριά εργάτες και όλοι μαζί τραβήξαμε προς την αστυνομία.

Όταν περνούσαμε από την πλατεία 1866, μπροστά στο καφενείο του Αννιτσάκη, ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί εργάτες, σταμάτησαν το αυτοκίνητο και μας ελευθέρωσαν. Σε λίγο κατέφθασαν και άλλοι χωροφύλακες, 5-6 έφιπποι, προσπάθησαν να μας διαλύσουν αλλά εμείς τρέχαμε από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Κάποιος πήγε και χτύπησε τις καμπάνες της Τριμάρτυρης, μαζεύτηκε κόσμος, ήθραν και άλλοι χωροφύλακες και μια ομάδα στρατιώτες. Ο επικεφαλής αξιωματικός τους διέταξε «εφόπλου λόγχη», τότε ο Λυκούργος Καλαμάτας, κουρέας, τον άρπαξε απ’ το λαιμό, «ποιους πας να σκοτώσεις», του λέει, φοβήθηκε, πήρε τους στρατιώτες και έφυγε.

 

Είπαν μερικοί να ους πάρουμε τα όπλα, αλλά αντιδράσαμε. Στην εκκλησία μέσα είχαμε αποκλείσει μερικούς χωροφύλακες, ζητούσαμε να απολύσουν τον Νταγκούνη που τον είχαν πιάσει πάλι. Ήρθε ο εισαγγελέας, διέταξε και τον έφεραν. Πήγαμε στην πλατεία στο συντριβάνι, βγήκε σε ένα τραπέζι και μίλησε, μίλησε ακόμη και ο εργάτης Σήφης Θωμαδάκης, η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Ήρθε ο ανώτερος διοικητής της χωροφυλακής Σταυριανός, μας ζήτησε να διαλυθούμε. Του είπαμε θα πάμε όλοι μαζί στη γενική διοίκηση να επιδόσουμε υπόμνημα, έτσι και έγινε. Με αυτόν τον τρόπο, εκφράσαμε την διαμαρτυρία μας για τη δολοφονία των συντρόφων μας στο Ηράκλειο. Ενωμένοι οι εργάτες με τος μαγαζάτορες

Θυμάμαι άλλη μια μεγάλη απεργία στα Χανιά, αγροτική, το 1936. Οι αγρότες είχαν αποκλείσει την πόλη, εργάτες και οι μαγαζάτορες ήμασταν αλληλέγγυοι, υποστηρίζαμε τα αιτήματα τους, γιατί αυτοί με τα προίόντα τους συντηρούσανε την αγορά και την κίνηση. Με τον Φώτη Γεωργουσάκη προσκοληθήκαμε σε μια μεγάλη ομάδα αγροτών, που γύριζε στους δρόμους και περιφρουρούσε την απεργία. Στην πλατεία της Αγοράς δέν είχαν κέισει τα καφενεία του Κεκάκη και του Κλώνου. Το πρώτο στη δυτική πλευρά, όπου τώρα το αρτοποιείο μέχρι τη γωνία, το άλλο στην ανατολική πλευρά, όπου τώρα η Εθνική Τράπεζα.

Ο Κεκάκης συμμορφώθηκε αμέσως και έκλεισε, όμως ο Κλώνος αρνήθηκε, «θα κλείσεις» , «δεν κλείνω», έρχεται ο διοικητής της ασφάλειας Καστάνης με χωροφύλακες, πιάνουν, εμένα, τον Αυλωνίτη Στέλιο και το Δημήτρη Βεστάκη, σαν πρωταίτιους, εργάτες Χανιώτες, κανένα απο τους αγρότες. Έγινε φασαρία, τραβήγματα απο δω, σπρωξιές απο κει, πέσαν και μερικές ραβδές, ξεφύγαμε από τα χέρια τους, τραβήχτηκαν οι χωροφύλακες. Αργότερα, βγήκαν περίπολα στρατιώτες, δεν μας πείραξαν. Μερικά μαγαζιά που ήταν ακόμα ανοιχτά, έκλεισαν. Δε θυμούμαι αν έγιναν δεκτά τα αιτήματα των αγροτών, όμως ήταν μια μεγάλη απεργία, με μεγάλη ενότητα και μαχητικότητα.

 1425501_1395853794073180_4476563960964848300_n
Φωτογραφία της Νέας Χώρας εκείνης περίπου της περιόδου

Κείνο τον καιρό έβγαινε η εφημερίδα του ΚΚΕ «ΛΕΥΤΕΡΙΑ», βδομαδιάτικη, διευθυντής ο Βαγγέλης Κτιστάκης και είχε μεγάλη απήχηση.
Όταν έγινε η δικτατορία του Μεταξά, έγιναν και στα Χανιλα μαζικές συλλήψεις. Μια μέρα ήρθαν πρωί-πρωί στο σπίτι μου και με έπιασαν. Στην ασφάλεια βρήκα το Χρήστο Δαρατσάκη, τον Τζάκο, τον Γιάννη Πεντάρη, τον Παναγιώτη Κορνάρο, τον Παναγιώτη Τσεπέτη, και άλλους. Μας μετέφεραν στο τμήμα μεταγωγών στα δικαστήρια. Δυαμαρτυρηθήκαμε, ζητούσαμε να μας απολύσουν. Ήρθε ο γενικός διοικητής Πότης Σφακιανάκης, «Περιμένω διαταγές απο το Μανιδάκη», μας είπε. Την επόμενη, συνοδεία και με χειροπέδες μας έβαλαν στο βαπόρι, μας έκλεισαν μερικές μέρες στο μεταγωγών του Πειραιά και από κεί στην Ακροναυπλιά.
Ήταν μια φυλακή παλιό φρούριο με ιστορία, εκεί είχαν κλείσει και το Γέρο του Μωριά, τον Κολοκοτρώνη εκεί και τον Μακρυγιάννη, όταν σήκωσαν κεφάλι να πολεμήσουν την ξενοκρατία που πήρε τη θέση των Τούρκων και των κοτζαμπάσηδων.

Εμείς οι Χανιώτες πήγαμε πρώτοι, εκατομμύρια ψύλοι και κοριοί πέσανε πάνω μας να μας πνίξουν. Σε λίγες μέρες οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι απο συντρόφους, οργανώσαμε τη ζωή μας, το μαγειρείο, το φούρνο, το λουτρό, καθαρίσαμε τη βρωμιά, ασπρίσαμε.
Χωριστήκαμε σε παρέες, εμείς οι Χανιώτες στον ίδιο θάλαμο, στην ίδια παρέα, πείνα και των γονέων, το ψωμί λιγοστό, το φαί χωρίς λάδι. Καταλαβαίναμε ότι μας πήgαιναν για εξόντωση όπως και το κατάφεραν στο τέλος, παραδίνοντας τους κρατούμενους την πρώτη μέρα της κατοχής στους Γερμανούς δήμιους.
Μια μέρα απόλυσαν όλους τους Χανιώτες, εκτός από μένα. Μαριακάκη, Καλαφατάκη, Βεστάκη, κ.λπ. ;Yστερα απο μερικές μέρες τους έφεραν όλους πίσω, δεν είχε πετύχει το κόλπο.
Σε έναν θάλαμο είχαν απομονώσει όλους τους διανοούμενους και επιστήμονες, ήταν πολλοί, όπως ο Δημήτρης Γληνός, ο παιδαγωγός, τρεις γιατροί, ο Μανώλης Σιγανός από το Ηράκλειο, ο Γιάννης Αντωνιάδης και ένας άλλος, που δε θυμάμαι το επίθετό του. Ήταν ακόμα ο Σινακός, ο Βασίλης Μπαρτζώκας και πολλοί άλλοι. Ένα βράδυ πυροβόλησε η φρουρά μέσα στους θαλάμους, χωρίς λόγο. Σκότωσαν το δάσκαλο Σταυρίδη, από τη Φλώρινα. Λένε πως στόχος ήταν ο Γληνός, αλλά αστόχησαν. Διαμαρτυρηθήκαμε στη διεύθυνση και στο υπουργείο, κάναμε αποχή, ζητήσαμε να γίνουν ανακρίσεις, να περάσει από δίκη ο διοικητής της φρουράς.

Στο θάλαμο δεν μέναμε ούτε μια ώρα αργοί. Την ημέρα με το νοικοκυριό μας, να καθαρίσουμε, να πλύνουμε τα ρούχα μας, να βοηθήσουμε στο μαγειριό, κάναμε μαθήματα. Το βράδυ είχαμε πρόγραμμα ψυχαγωγίας με απαγγελίες, θεατρικά σκετς, χορούς. Στις 25 του Μάρτη, μας άφησαν και γιορτάσαμε όλοι μαζί, αλλά η διεύθυνση έκανε λογοκρισία στο πρόγραμμα. Ακόμα και από το ποίημα του Ρήγα Φεραίου κόψανε τους στίχους που λέγανε να ενωθούνε οι λαοί των Βαλκανίων, να διώξουνε τον Τούρκο δυνάστη.

Πολλές φορές η διεύθυνση της φυλακής μας έφερνεχαφιέδες στους θαλάμους, εμείς τους αναγνωρίζαμε αμέσως και τους είχαμε σε απομόνωση. Ερχόταν δίπλα σου να πιάσουν κουβέντα, εσύ έφευγες, δεν τους μιλούσε κανείς. Σε λίγες μέρες τους έπαιρναν για να φέρουν άλλους που είχαν την ίδια τύχη.

Στις 26 του Ιούλη 1938 με απόλυσαν, βρήκα καράβι αμέσως απο τον Πειραιά και κατέβηκα στα Χανιά. Έρχονται οι συντρόφοι, μου λένε, «άυριο έχουμε επανάσταση ενάντια στο Μεταξά¨. Με μερικούς άλλους από τη Νέα Χώρα, πήγαμε τα ξημερώματα κοντά στο ορφανοτροφείο, σε ένα λιόφυτο όπου ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί ένοπλοι, απο την παρέα τη δική μου κανένας δεν είχε όπλο.

Επιτεθήκαμε, καταλάβαμε τη στρατώνα, μετά πήγαμε στην αποθήκη ανεφοδιασμού, τη σπάσαμε και οπλιστήκαμε. Το κίνημα είχε κακό κουμάντο και απέτυχε. Ήρθανε το βράδυ στο σπίτι μου δυο χωροφύλακες και με πιάσανε, μια μέρα μόνο πρόλαβα να δω την οικογένεια μου.Είχανε την ανάγκη μου, πιάστηκε η καρδιά μου απο τη στεναχώρια, αλλά τι να κάνω;

Με κλείσανε στο τμήμα μεταγωγών, στην πλατεία Δικαστηρίων. Ήταν τέτοιο το στρίμωγμα, τέτοια ζέστη και μπόχα που πλαντάξαμε όλη τη νύχτα. Ο ιδρώτας ποτάμι, πιανότανε η αναπνοή σου. Καθόμαστε στο τσιμέντο και λέγαμε ιστορίες, άλλος το κοντό του, άλλος το μακρύ του, άλλος έβριζε το Μεταξά και το βασιλιά, άλλος τα ‘χε με τους αρχηγούς του κινήματος που τα είχαν κάνει μούσκεμα.Το πρωί διαμαρτυρηθήκαμε και μας μεταφέρανε στις επανορθωτικές φυλακές. Στην ανάκριση αρνήθηκα πως ήμουν με τους επαναστάτες, αλλά με είχαν σταμπάρει οι χαφιέδες, δεν γλίτωσα. Σε ένα μήνα, τέλος Αυγούστου, πέρασα δίκη στο έκτακτο στρατοδικείο και καταδικάστηκα σε δύο χρόνια φυλακή.

Σε λίγες μέρες βρεθήκαμε στις φυλακές της Πύλου στην Πελοπόννησο. 129 Χανιώτες από την πόλη και τα χωριά, εκεί ήταν χειρότερα από την Ακροναυπλία. Το κτήριο είχε τα χάλια του, οι θαλάμοι χορταριασμένοι, σωστό ερείπιο. Το φαί λιγοστό, το βράδυ μόνο ελιές και ψωμί. Μας φέρανε ασβέστη, ασπρίσαμε, βάλαμε τη στολή του καταδίκου όλοι, εκτός από τον Σταμάτη τον Πεντάρη, φορούσε βράκες και αρνήθηκε να τις βγάλει.

Ο διευθυντής στην αρχή προσπάθησε να μας πουλήσει αγριάδα, αλλά σύντομα κατάλαβε πως δεν είχε να κάνει με υπόκοσμο και άλλαξε σκοπό. Εκεί στην Πύλο έμεινα έξη μήνες, δόθηκε χάρη στους ακροποινίτες και μας απέλυσαν. Πίσω στα Χανιά βρήκα την οικογένεια μου αναγκεμένη, η γυναίκα μου άρρωστη, η πεθερά μου με σπασμένο πόδι, το παιδί μου έξι χρονών. Μετά από μια εβδομάδα με καλούν στην ασφάλεια, το βιολί βιολάκι, τι να κάνω, πήγα. Ο Καστάνης με πιλάτευε στο γραφείο του μια ώρα. «Έχεις οικογένεια τι ανακατεύεσαι στα πολιτικά, το κόμμα θα σε καταστρέψει.». Λαγωνικάκη από δω, Φραγκιό από κει, «πάρε τσιγάρο, φερ’ του καφέ», στο τέλος έσκασε το μυστικό:

-Υπογράφεις;

-Δεν υπογράφω

-Κλείστον μέσα.

Και νάσου πάλι το Φραγκιό πίσω στην Ακροναυπλία, ξανά με τους παλιούς μου συντρόφους. Μου έκαναν υποδοχή, με ρωτούσαν να μάθουν τα νέα, μπήκα στην οργανωμένη ζωή, αλλά για πολύ λίγο. Δεν είχε περάσει ένας μήνας και νάσου πάλι το χαμπέρι:

– Τα πράγματα σου και στη διεύθυνση!

– Πάλι μεταγωγή; Λέω στο διευθυντή.

– Πάλι, μέχρι να βάλεις μυαλό.

Ρωτούσα που πηγαίνω, καμιά απάντηση, το ίδιο και στο μεταγωγών στην Αθήνα. Προσπαθούσα να μαντέψω τα σχέδια τους. Σκεφτόμουν, θα με πάνε σε κανένα νησί, εκεί μπορεί να είναι καλύτερα.

Ένα πρωί με παίρνουν μαζί με τρείς άλλους και μας πάνε στο Μανιαδάκη. Περίμενα μια ώρα όρθιος στο διάδρομο, στο τέλος με κάλεσαν. Καθόταν στο γραφείο του μουτρωμένος, τα προγούλια του είχαν σκεπάσει τη γραβάτα. Ξεφύλισε τα χαρτιά μπροστά του, γύρω του τρείς τέσσερεις με πολιτικά, καμαρώνανε σαν τα κοράκια, αυτός ούτε που σήκωσε το κεφάλι του να με κοιτάξει:

-Εσύ τι δουλειά κάνεις, μου λέει ρίχνοντας μια ματιά πάνω απ’ τα γυαλιά του.

-Καφετζής

-Γιατί δεν θες να πας στο σπίτι σου; Έχεις παιδιά.

-Θέλω, γιατί δεν θέλω.

-Πάρτε τον.

Με πήραν, μια ώρα κλεισμένος σε ένα γραφείο, ο ένας έμπαινε ο άλλος έβγαινε. Άλλοι με πολιτικά άλλοι με στολή, άλλος πέταγε καμιά κουβέντα, άλλος όχι. Με ζυγίζανε, σκέφτηκα, πόσους παράδες κάνω, τι γράμματα ξέρω. Εγώ περίμενα να δω το τέλος του υπογείου, τον πάγο και το ρετσινόλαδο, όμως το σχέδιο ήταν διαφορετικό. Με γύρισαν στο τμήμα μεταγωγών και μετά από δύο μέρες με απόλυσαν, γύρισα στα Χανιά.

Την κατοχή την πέρασα στα Χανιά, παλεύοντας με την αντίσταση τους Ναζί κατακτητές και να σώσω την οικογένειά μου από την πείνα. Ο θάνατος παραμόνευε κάθε ώρα έξω από τις πόρτες μας. Η Κομματική Οργάνωση εξακολουθούσε να λειτουργεί και παλεύαμε πάνω στο εθνικοαπελευθερωτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ και των άλλων οργανώσεων, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ. Οι δυσκολίες τώρα ήταν περισσότερες. Πρώτα είχαμε τους χωροφύλακες και τους χαφιέδες, τώρα είχαμε και τους Γερμανούς. Κι ύστερα είχαμε λιγοστέψει πολύ. Άλλοι βρισκόντουσαν ακόμα στην Ακροναυπλία. Αντί να τους απολύσουν όταν μπήκαν οι Γερμανοί, οι φασίστες της 4ης Αυγούστου τους παρέδωσαν στους κατακτητές για να τους εξοντώσουν, όπως κι έγινε. Ανάμεσά τους ο γεωπόνος, Νίκος Μαριακάκης από τα Χανιά, ο Θ. Καλφάκης από τον Πλατανιά, ο Παναγιώτης Κορνάρος από τον Κίσαμο και άλλοι.

Μερικοί είχαν μείνει στα αλβανικά βουνά, μερικοί που γλίτωσαν σκόρπισαν στην Κρήτη. Ένας από αυτούς, αξέχαστος φίλος και σύντροφος, ήταν ο Λυκούργος Καλαμάτας ή Πολιτόπουλος. Ο πιο άξιος σύντροφος στη Νέα Χώρα, αλύγιστο παλικάρι, άντρακλας. Αυτός έμεινε πάνω στην Αλβανία, κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ της Ρούμελης. Κάποτε κατέβηκε με αποστολή στην Αθήνα, τον πιάσανε σε μπλόκο και τον έστειλαν όμηρο στην Γερμανία. Εκεί σκοτώθηκε σε ένα μεγάλο βομβαρδισμό που έκαναν οι σύμμαχοι.

Εμένα με έπιασαν δύο φορές στην κατοχή. Την πρώτη, βρέθηκαν στα καλά τους και δεν με παρέδωσαν στους Γερμανούς. Τη δεύτερη δε γλίτωσα. Όχι μόνο με παρέδωσαν στους Γερμανούς, με τις σχετικές συστάσεις για το παρελθόν μου, αλλά με βασάνισαν να ομολογήσω και να προδώσω τους συντρόφους μου. Με συνέλαβε έξω από την Αγορά ένα πρωί ο ενωματάρχης της Ασφάλειας, Κοντέας. Με έκλεισαν σε ένα μπουντρούμι, με βασάνιζαν μια βδομάδα και αφού δεν κατάφεραν με το ξύλο και με υποσχέσεις να μου δίνουν τρόφιμα για την οικογένειά μου, με παρέδωσαν στους Γερμανούς. Την ίδια μέρα με έκλεισαν στο στρατόπεδο της Αγυιάς. Έμενα στην απομόνωση, με τον αλησμόνητο Μανόλη Παπουτσάκη, στέλεχος της ΕΠΟΝ που τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο και περίμενε την εκτέλεσή του από μέρα σε μέρα. Ψύχραιμος, αποφασισμένος.

Τον Απρίλη του 1944, με κόλλησαν σε μια αποστολή 30 κρατουμένων, με προορισμό τη Γερμανία. Όμως δεν κατάφεραν να μας προωθήσουν, εξαιτίας των επιχειρήσεων στην κεντρική Ευρώπη και την προέλαση του κόκκινου στρατού. Στο στρατόπεδό που μας είχαν στην Αθήνα, μας φύλαγαν ταγματασφαλίτες του Ράλλη. Μια μέρα έκανε προσπάθεια ο εφεδρικός ΕΛΑΣ της Αθήνας να μας ελευθερώσει, αλλά δεν πέτυχε. Σκοτώθηκαν ένας ελασίτης και δύο ταγματασφαλίτες.

Ο πόλεμος φαινόταν πως τελείωνε και ήταν χαμένοι από το φόβο τους. Φέυγοντας οι Γερμανοί, τον Οκτώβρη του 1944, μας άφησαν ελεύθερους και μας παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός. Εκεί μας βρήκαν οι επιχειρήσεις του Δεκέμβρη, με την αγγλική επέμβαση. Ανοργάνωτοι, όπως είμαστε, τρέχαμε από εδώ και από εκεί να βοηθήσουμε τον ΕΛΑΣ. Μια μέρα που έκανε έρευνα στο δρόμο ένας χωροφύλακας, βρήκε στην τσέπη μου μια εφημερίδα, τη «Δημοκρατία». Με πήρε και με παρουσίασε σε έναν ταγματάρχη. Δεν είχα ταυτότητα.
«- Πάρτον στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα…»
«- Τι ζητάς εδώ;»
«- Είμαι όμηρος των Γερμανών, μένω στη στέγη του Ερυθρού Σταυρού»
«- Πού πήγαινες;»
«- Στη στέγη.»

Όταν μπήκα στο γραφείο, οι φύλακες είχαν δυο πολίτες κάτω και τους κλωτσούσαν. Μια γυναίκα ήταν αναίσθητη στο πάτωμα. «Κατεβάστε τον κάτω». Διαμαρτυρήθηκα, με κατέβασαν στο υπόγειο σπρώχνοντας με κλωτσιές. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο βρωμερό, γεμάτο από κρατούμενους, άσχετους με τις συγκρούσεις. Έπιαναν από την άκρη όποιον έβρισκαν στο δρόμο. Το ίδιο βράδυ, μας φόρτωσαν και μας παρέδωσαν στους Άγγλους, στο Γουδί. Πάλι σε στρατόπεδο πάλι όμηρος. Οι Άγγλοι μας λεηλάτησαν, μας πήραν ό,τι κρατούσαμε: ρολόγια, αναπτήρες, χρήματα, χρυσαφικά όποιος είχε. Κρύο τρομερό, Δεκέμβρης, χωρίς κουβέρτα και φαΐ, ξεπαγιάσαμε.

Την επομένη πάλι φόρτωμα και δρόμο. Μας ξεφόρτωσαν σε μια παραλία στο Ελληνικό μέσα σε συρματοπλέγματα, νύχτα, πίσα σκοτάδι, φωτίζανε με προβολείς. Εγγλέζοι και εδώ, ολόγυρα στρατός, μηχανοκίνητα, τάνκς..
Μας έδωσαν και στήσαμε σκηνές, ρωτούσαμε τους έλληνες διερμηνείς τι θα μας κάνουν, καμία απάντηση, μόνο συστάσεις να μην προσπαθήσουμε να δραπετεύσουμε γιατί τα συρματοπλέγματα ήταν ηλεκτρισμένα. Μείναμε δυό τρέις μέρες, μας έδωσαν μια κουβέρτα και συσίτιο κονσέρβα κρέας με μπιζέλια. Έρχετε ένας διερμηνέας, μας λέει οτι θα μας απολύσουν, τα φορτηγά περίμεναν απέξω. Εγώ δεν βιάστηκα να μπω στα αυτοκίνητα, έμεινα τελευταίος. Με άλλους 50 περίπου ξεμείναμε, δεν χωρέσαμε στα αυτοκίνητα. Την άλλη μέρα μάθαμε πως τους άλλους τους πήγαν στον Πειραιά και απο εκεί στην Αφρική ομήρους. Μας ανάκριναν πάλι, ρωτούσαν λεπτομέρειες, που και πώς μας έπιασαν, εγώ διαμαρτυρήθηκα και είπα ότι ήμουν όμηρος των Γερμανών και τώρα δεν καταλαβαίνω γιατί με κρατούν οι Άγγλοι, είπα να ρωτήσουν στη στέγη του Ερυθρού. Σε δύο μέρες με απόλυσαν μαζί με άλλους δέκα.

Advertisements

Read Full Post »

Πολλά ειπώθηκαν από το βράδυ της Κυριακής για το αναμφίβολα τραγικό(απ’ τη σκοπιά τουλάχιστον τη δική μας) αποτέλεσμα των εκλογών. Εκφράστηκε αρκετός θυμός, απογοήτευση, απορία για το τι πρέπει να γίνει, αλλά μεταξύ άλλων και αγωνιστικό πείσμα ενάντια στα σημεία των καιρών. Και πραγματικά, τα σημεία των καιρών είναι να σε κάνουν να απορείς όσον αφορά στο τι ακόμη πρέπει να γίνει ή στο τι ακόμη πρέπει να κάνουμε για να φανούν κάποιες χειροπιαστές, αισιόδοξες, μεταβολές στις συνειδήσεις και κατ’ επέκταση στην πολιτική συμπεριφορά των συνανθρώπων μας.

Και παρόλο που ένα εκλογικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί μια ποιοτική ένδειξη για το πώς και γιατί έχει διαμορφωθεί όπως έχει διαμορφωθεί η συνείδηση του κόσμου, αποτελεί σίγουρα έναν ποσοτικό δείκτη που χρήζει διαφόρων ερμηνειών και δίχως άλλο φανερώνει χοντρικά κάποιες τάσεις που χαρακτηρίζουν τις διαθέσεις των ψηφοφόρων(και όταν λέω «ψηφοφόρων» εννοώ ολάκερο το εκλογικό σώμα και όχι μόνο εκείνους που έκαναν το «ψυχικό» να πάνε στις κάλπες).

Στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να επικεντρωθώ σε αυτές τις τάσσεις, το έκανα εν μέρει στο προηγούμενο, το έχω κάνει και στο παρελθόν και σίγουρα θα το ξανακάνω στο μέλλον σε άρθρα που θα ακολουθήσουν, αφού το συγκεκριμένο ζήτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εδώ κυρίως θα αναφερθώ σε δυο τρία σημεία που αφορούν το ΚΚΕ και την επικοινωνία του με τις μάζες, τα οποία υποθέτω αντανακλώνται στο εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά μόνο ως αφορμή χρησιμοποιώ το εκλογικό αποτέλεσμα για να αναδείξω αυτά τα ζητήματα.

Τη στιγμή αυτή που γράφω το άρθρο έχω διαβάσει διάφορες απόψεις που εκφράστηκαν στο internet, κυρίως στα blogs(σε άρθρα και σχόλια), πολλές από τις οποίες συνδιαμόρφωσαν και τη δική μου οπτική. Όχι τόσο οι θερμοκέφαλες «να αλλάξουμε γραμματέα, να ψάξουμε να βρούμε ποιοι φταίνε και να τους ξηλώσουμε κλπ» αλλά οι περισσότερο ψύχραιμες και εμπεριστατωμένες, που δείχνουν βρε αδερφέ και μια από κοντά γνώση των πεπραγμένων του κόμματος. Μια γνώση που πηγάζει από τη συμμετοχή στις δράσεις, και όχι από την βλακώδη αγωνία και ξεροκεφαλιά του ούγκανου οπαδού του καναπέ για ένα καλό/μετρήσιμο αποτέλεσμα(κάτι σαν τους οπαδούς της εθνικής που την αγαπάνε στις νίκες και την φτύνουν στις ήττες), ή του αντιπάλου, που μετά από ένα κακό αποτέλεσμα εμφανίζεται ως προβληματισμένος και καλά οπαδός, που νοιάζεται για το κόμμα και όλα του ξινίζουν και όλα του βρωμούν. Ο τελευταίος έχει σαν σκοπό είτε να ξεδώσει τα κόμπλεξ του, είτε ακόμη χειρότερα να διασπάσει και να ισοπεδώσει(όσοι έχετε διαβάσει το «η διχόνοια» του Α(ρι)στερίξ(Σφυροδρέπανε καλά τα λέω;) μπορείτε να καταλάβετε καλύτερα τι εννοώ).

Και τώρα που ξεμπερδέψαμε με τα προκαταρκτικά –τη σημασία των οποίων κανείς δεν πρέπει να υποτιμά- πάμε στο κυρίως πιάτο. Να με συμπαθούν μόνο όσοι έχουν πρωτοεκφράσει κάποιους προβληματισμούς από αυτούς τους οποίους θα παραθέσω και δεν τους αναφέρω, διότι βαριέμαι να ψάχνω τα σχόλια ένα ένα για να κάνω τις ανάλογες παραπομπές :Ο)

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα που ειπώθηκαν, είναι το ότι για να ανέβουν τα εκλογικά ποσοστά του κόμματος, που είναι ένα κόμμα που τα ζωτικά του ενδιαφέροντα βρίσκονται(ή θα έπρεπε να βρίσκονται) στο κίνημα, πρέπει πρώτα από όλα να αναζωογονηθεί το ίδιο το κίνημα. Βέβαια να μην παραλείψω να πω, ότι ανεξαρτήτως του μη αναζωογονημένου κινήματος που αποτελεί την τωρινή πραγματικότητα, όλοι σχεδόν οι φίλοι και μέλη του κόμματος με τους οποίους μίλησα(συμπεριλαμβανομένου και εμένα του ίδιου) περίμεναν μια άνοδο της τάξεως της 1-1,5 μονάδας τουλάχιστον, που φυσικά ποτέ δεν ήρθε. Η παρατήρηση αυτή ως τόσο είναι άξια περεταίρω διερεύνησης, και για να πω και εγώ την άποψη μου, πιστεύω ότι το κίνημα ως «συνέχεια» θα έπρεπε κυρίως να μας ενδιαφέρει και όχι τόσο ως ένα εκλογικό αποτέλεσμα αποτυπωμένο ως μια στιγμή στο χρόνο. Και εκεί εντοπίζω κάτι το οποίο θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας, το να βλέπουμε τη δράση μας πρωτίστως σαν μια συνέχεια και λιγότερο να καθορίζεται γύρω από κάποιες διακριτές «στιγμές» στο χρόνο, όπως είναι μια εκλογική αναμέτρηση, ένα προγραμματισμένο φεστιβάλ, μια εθιμοτυπική απεργία(πχ Πρωτομαγιά) κλπ.

Η πέραν του δέοντος επικέντρωση σε τέτοιες «στιγμές» θεωρώ ότι υπονομεύει την ουσία, και συντελεί στο να περιστρέφονται τα peak των προσπαθειών μας γύρω από μια «εθιμοτυπία» ένα «εθιμοτυπικό αγωνιστικό ημερολόγιο» «εορτών» και «αργιών». Πρέπει λοιπόν να δούμε το κίνημα περισσότερο σαν συνέχεια, και τα όποια peak των προσπαθειών μας να αφορούν κυρίως τις ανάγκες του ίδιου του κινήματος και όχι τις ανάγκες του «εορτολογίου». Προσοχή, δεν λέω ότι δεν το κάνουμε καθόλου αυτό, έτσι και αλλιώς είναι κάτι που γίνεται εξ ανάγκης, λέω απλά ότι ίσως πρέπει να δοθεί περισσότερη έμφαση, έτσι ώστε να είμαστε και ένα(ακόμη) βήμα μπροστά, και να μπορούμε να δημιουργούμε και τις συνθήκες. Και εφόσον θα ενισχυθεί και θα ζωντανέψει το κίνημα, αυτό θα φανεί και στην κάλπη, αν και όταν έχεις δυνατό κίνημα, η κάλπη αποκτά μικρότερη συμβολική και ουσιαστική αξία.

Βέβαια άλλο να το λες κάτι, και άλλο να το κάνεις, έτσι δεν είναι; Και ειδικά σε περιόδους κινηματικής νηνεμίας είναι ακόμα πιο δύσκολο να εξασφαλίσεις τη «συνέχεια» και να επιλέξεις στρατηγικά τα Peaks, έτσι ώστε να εξυπηρετούν και να ενισχύουν την κινηματική σου δράση. Και εδώ ερχόμαστε σε ένα άλλο ζήτημα ουσίας, το κατά πόσο υλοποιούνται οι αποφάσεις της ηγεσίας του κόμματος, ή σε ποιο βαθμό μένουν στα χαρτιά, και αν υπάρχει κάποια εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης αυτού του πράγματος ώστε να ξέρουμε που να δώσουμε περισσότερη έμφαση, που πρέπει να αναστοχαστούμε, ή που εν τέλει τα πήγαμε καλά βρε αδερφέ! Γιατί είναι μόνο ένα βήμα της όλης διαδικασίας να ξέρεις τι πρέπει να γίνει ή να πειραματιστείς με την μια ή την άλλη τακτική, και άλλο πράγμα να το φέρεις εις πέρας αυτό που έχεις αποφασίσει να κάνεις. Πήραμε πχ την απόφαση ως κόμμα για την δημιουργία Λαϊκών Επιτροπών, εξετάσαμε σε τι βαθμό αυτές λειτουργούν, τι παραπάνω ενίσχυση χρειάζονται, έχει φτιαχτεί κάποιο είδος καταστατικού που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μπούσουλας,  να διευκολύνει και να εξασφαλίσει τη λειτουργία τους και τον ταξικό τους προσανατολισμό;

Ας πάμε όμως σε άλλο θέμα…

Ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιο που διάβασα, και απαντά σε όλους αυτούς που γκρινιάζουν και μηδενίζουν την προσπάθεια του κόμματος, έχει να κάνει με την Πάτρα. Λέει λοιπόν ο φίλος, ότι αν φταίει που στις εκλογές δεν πήγαμε τόσο καλά το γεγονός ότι δεν βρήκαμε τον τρόπο να «αγγίξουμε» τον κόσμο, τότε γιατί στην Πάτρα, που ο Πελετίδης και έχει κάνει δεκάδες πράγματα για τους δημότες, και πολύ δημοφιλής είναι, τα ποσοστά του κόμματος δεν ανέβηκαν(θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και «παράδοξο Πελετίδη»); Και είναι ένα εύλογο ερώτημα που μας αναγκάζει να παραδεχθούμε ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι απλά και το ότι η καλή και φιλότιμη προσπάθεια των φίλων των μελών και των στελεχών δεν αντανακλάται κατ’ ανάγκη στα εκλογικά ποσοστά του κόμματος.

Και κάτι τελευταίο –όχι ότι δεν υπάρχουν άλλα να ειπωθούν- γιατί όπου να ναι θα αρχίσουν να συρρέουν πελάτες στο μαγαζί(αν και δεν είναι και τόσο σίγουρο με τέτοιο καιρό). Το κόμμα πρέπει να αξιοποιήσει όσο το δυνατόν καλύτερα τα στελέχη, τα μέλη και τους φίλους του στον αγώνα του. Και αυτό θα μπορούσε να γίνει με την οργανωμένη ένταξη φίλων στις δράσεις του κόμματος, και δεν εννοώ να γίνουν μέλη κατ’ ανάγκη, αλλά να προσφέρουν όσο το δυνατόν λιγότερο ευκαιριακά τις δυνάμεις τους και όσο το δυνατόν περισσότερο οργανωμένα και να μην υπό-αξιοποιούνται. Με αυτόν τον τρόπο και θα «ξεκουράσουν» και κάποια μέλη που πρέπει να γίνουν χίλια κομμάτια για να τα προλάβουν όλα, ή θα τα διευκολύνει να επικεντρωθούν σε πιο ουσιαστικά ή εξειδικευμένα ζητήματα. Όλο αυτό κάνει δυνατή την κλιμάκωση της δράση και της αγωνιστικότητας του κόμματος και του ΠΑΜΕ. Και για να γίνει κάτι τέτοιο εφικτό, χρειάζεται εξ ίσου προσπάθεια και από το κόμμα(που πρέπει να τους οργανώσει αποτελεσματικά τους οπαδούς, ή ακόμα μερικές φορές και να τους ανακαλύψει, ή να τους επαναφέρει από τα αζήτητα), όσο και από τους ίδιους τους φίλους και οπαδούς του κόμματος οι οποίοι πρέπει να το «έχουν από κοντά» και όχι να συμπεριφέρονται ως φίλοι και οπαδοί του καναπέ.

Αυτά για τώρα…

Λαγωνικάκης φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Μια σχετικά σύντομη παρατήρηση πρόκειται να παραθέσω εδώ:

Έχει να κάνει με το πως το τσάκισμα των αυταπατών του κόσμου τον οδηγεί στην συντηρητικοποίηση(τουλάχιστον προς το παρόν).

Είχαμε στην αρχή της κρίσης τους αγανακτισμένους

Καλλιεργήθηκε το όλοι μαζί χωρίς κόμματα χωρίς σωματεία, χωρίς ουσιαστικά οργάνωση(κίνημα πλατείας, κίνημα πατάτας, διαμαρτυρία της κατσαρόλας κ.α)…

Το πράγμα κράτησε μέχρι που  χάθηκε ο αρχικός ενθουσιασμός, αφού με την εμμονή στην έλλειψη οργάνωσης οι «αγανακτισμένοι» γρήγορα έγιναν σκορποχώρι. Όσοι έφυγαν από το Σύνταγμα και πήγαν σπίτια τους, το λησμόνισαν το ακομμάτιστο, και δεν παρέλειψαν να  ενταχθούν στους «εκλογικούς καταλόγους» Σύριζα, Χρυσής Αυγής. Βλέπετε μέλη και φίλοι των δύο αυτών κομμάτων, παριστάνοντας αρχικά τους ακομμάτιστους, όργωναν στις πλατείες και επηρρέαζαν τους παρευρισκόμενος υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος. Το κίνημα όχι μόνο δεν πήγε έστω ένα βήμα μπροστά αλλά κωλόκατσε κιόλας, και το τρεντ του όλοι μαζί βγαίνουμε και φωνάζουμε άναρθρα στο Σύνταγμα προσπαθώντας να πείσουμε το σύμπαν ότι το θέλουμε πολύ και το θέλουμε τώρα(την επιστροφή στο 2000), μετατράπηκε σε όλοι μαζί λουφάζουμε στις ποντικότρυπές μας και αναθέτουμε την δική μας υπόθεση στους «ειδικούς».

Αργότερα παίχτηκε το χαρτί «πρώτη φορά αριστερά» σε συνδυασμό με το χαρτί μνημόνιο αντιμνημόνιο, ένα «χέρι» που εκμεταλλεύθηκε ο Σύριζα και τελικά του έδωσε την πρωτιά το Γενάρη του 15. Η κυβέρνηση της αριστεράς, δεν κατέληξε και τόσο της αριστεράς τελικά, αφού αναγκάστηκε να συγκυβερνήσει με τον καραδεξιό καμένο, που όμως ήταν και αυτός αντιμνημονιακός οπότε εντάξει έβγαινε το σύμφωνο συμβίωσης(εδω κοτζάμ Βελουχιώτης και κοτζάμ Ζέρβας είχαν δράσεις από κοινού!).

Μετεκλογικά οι αντιμνημονιακοί που θα ξεμάλλιαζαν τα μνημόνια τρίχα τρίχα, έγιναν «κάτσε να το διαπραγματευθούμε ρε παιδιά» και όταν φάνηκε ότι το μνημόνιο έρχονταν με βήμα ταχύ έσπευσαν να φέρουν το δημοψήφισμα, ελπίζοντας ίσως ότι με νίκη του ναι θα μετέφεραν την ευθύνη της επιλογής τους τρίτου μνημονίου στον λαό. Όπως φάνηκε το όχι, που τελικά βγήκε από το δημοψήφισμα με ξηντακάτι, όχι μόνο δεν τους δέσμευσε στο ελάχιστο, αλλά θεώρησαν ότι πήραν και την έγκριση του ελληνικού λαού. Δηλαδή η λογική τους(του παραλόγου) πήγαινε κάπως έτσι:

– Σύριζανελλ: Θα κάνω δημοψήφισμα θα συνταχθείς μαζί μου; Αν ναι ψήφισε όχι.

– Ωραία, ψήφισες όχι, άρα αυτό σημαίνει ότι ήθελες να με ακολουθήσεις, ακολούθα με τώρα στο τρίτο μνημόνιο.

Περνάει το μνημόνιο πάμε μετά στις εκλογές του Σεπτέμβρη, ο ελληνικός λαός, αυτός του 60 τόσο % όχι, επιβραβεύει με την ψήφο του τις καθαρά μνημονιακές δυνάμεις(ή το ριξε στην αποχή, δηλαδή στην αδράνεια και στην παραίτηση, διότι δεν πρόκειται για μια ενεργή αποχή του τύπου «απαξιώνω το αστικό εκλογικό σύστημα αλλά είμαι κάθε μέρα στους δρόμους»). Είναι λες είχε αποφασίσει πλέον ότι το μνημόνιο είναι αναπόφευκτο και το μόνο που του μένει να επιλέξει είναι το ποιός θα το εφαρμόσει.

Συμπέρασμα:

Με κάθε αυταπάτη που έσπερναν στον ελληνικό λαό και εφόσον αυτός αποδεικνύονταν έφορο έδαφος για να ευδοκιμήσει αυτή η αυταπάτη, κάθε φορά που αυτή έσκαγε στα μούτρα του και η ελπίδα-σε μηχανική υποστήριξη- πέθαινε, αυτός απογοητεύονταν και οδηγούνταν σε ακόμη πιο συντηρητικές επιλογές. Με λίγα λόγια οι ψευτοεναλλακτικές που του προτείνονταν από το σύστημα, ήταν αναπόφευκτο να διαψευστούν, και κάθε φορά που αυτές διαψεύδονταν ο λαός όχι μόνο δεν αναζητούσε εξωσυστημικές εναλλακτικές(το γιατί δεν το έκανε είναι μια άλλη πολύ μεγάλη κουβέντα), αλλά υποχωρούσε προς τις περισσότερο συντηρητικές θέσεις.

Αυτά τα ολίγα

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »


Κάθε φορά που έχουμε εξόρμηση με το κόμμα στις λαϊκές, προεκλογική ή μη, ξετυλίγονται διάφορες μικρές αληθινές ιστορίες από την επαφή μας με τον κόσμο. Το κομματικό φυλλάδιο ή το φυλλάδιο του ΠΑΜΕ(το «υλικό») σου ανοίγει την πόρτα να πιάσεις τετ α τετ κουβέντα, με ανάλογο τρόπο που σου ανοίγει την πόρτα ένα χαριτωμένο σκυλάκι να πιάσεις κουβέντα με …χαριτωμένα κορίτσια.

Φυσικά οι περισσότεροι κοιτούν τη δουλειά τους και αρπάζουν στα γρήγορα το «υλικό» χωρίς καλά καλά να το κοιτάξουν, ενώ άλλοι σε αποφεύγουν και μόνο το σημάδι του σταυρού δεν σου κάνουν, κρατώντας και απόσταση ασφαλείας, για να ξορκίσουν το κακό πνεύμα ή πιο ορθά το «φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη». Και τώρα που ανέφερα την Ευρώπη, βρε τι είναι αυτό το κακό με τους τουρίστες, οι 7 στους 10 εδώ στην Κρήτη που επισκέπτονται τις λαικές είναι ξένοι, με αποτέλεσμα να ψάχνεις με το μιρκοσκόπιο να βρείς τον Έλληνα για να του δώσεις το φυλλάδιο.  Και δεν είναι πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τους ξένους, προλετάριοι όλων των λαών ενωθείτε και τα ρέστα, όμως το υλικό που μοιράζουμε είναι βλέπετε γραμμένο στα ελληνικά μόνο…

Αυτοί που έχουν όμως το περισσότερο ενδιαφέρον είναι όσοι ψάχνονται για να σου πιάσουν κουβέντα, και αυτή είναι κατά τη γνώμη μου και η ουσία της εξόρμησης, όχι απλά να πετάξεις στον άλλο ένα φυλλάδιο σαν και εκείνα που δίνουν οι πιτσαρίες και τα σουβλατζίδικα, αλλά να του πεις και δυο λογάκια…  Και είναι λογής λογής όλοι ετούτοι, υπάρχουν κάποιοι που απλά θέλουν να μιλήσουν και δεν έχουν διάθεση να σε ακούσουν, θέλουν απλά κάπου να τα πουν, να ξεσπάσουν, και υπό αυτήν την έννοια η εξόρμηση παίζει και το ρόλο της ψυχοθεραπείας. Υπάρχουν και εκείνοι που θέλουν να σε δασκαλέψουν «παιδί μου, όλοι ίδιοι είναι, ξέρω τους έχω μάθει τόσα χρόνια». Σαν να σου λένε δηλαδή, «σταμάτα να ασχολείσαι, άδικα τρέχεις» κατά πάσα πιθανότητα βέβαια οι άνθρωποι αυτοί που συμπεριφέρονται σαν να έχουν φάει την πολιτική με το κουτάλι, τόσα χρόνια ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ ΝΔ, αλλά αυτό ας μην το σχολιάσουμε στην παρούσα φάση.

Υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να σε προσβάλουν, υπάρχουν οι ενωτικοί «μα γιατί δεν πάτε όλοι μαζί;», οι φασίστες, οι έχοντες άπειρες ακολουθίες ερωτήσεων που αφού τους απαντάς τη μια περνάνε αμέσως στην επόμενη και δεν δείχνουν να ικανοποιούνται με τίποτα. Υπάρχουν βέβαια και οι «συντρόφοι» που υψώνουν τη γροθιά και περήφανα σου λένε «κι εγώ δικός σας είμαι!». Υπάρχουν υπάρχουν, οι πάντες υπάρχουν, και εσύ κάθε φορά εκεί μέσα στην αναμπουμπούλα, μαζί με δυο τρεις άλλους συντρόφους, προσπαθείτε να είστε όσο το δυνατόν πιο πειστικοί, να δίνετε τις πιο καλές απαντήσεις, να φωνάξετε πιο δυνατά από εκείνον που γκαρίζει ώστε να ακουστείτε, όχι για να ξεγελάσετε τον κόσμο και να του αποσπάσετε την ψήφο, αλλά για να «ενώσετε τον κόσμο» που λέει και το ποίημα!

Και από τις πολλές φορές που σας βλέπουν σας έχουν μάθει, ιδιαίτερα οι μικροπωλητές, και σας χαιρετάνε, και σας «τσιγκλάνε» και που και πού σας δίνουν και κανένα φρουτάκι(προς βρώση στο χέρι, όχι να στο πετάξουν με φόρα στη μάπα, αυτά συμβαίνουν με τα άλλα κόμματα, όχι με το ΚΚΕ). Έχει επίσης ενδιαφέρον το γεγονός, ότι, άμα βγεις «παγανιά» στις λαϊκές αγορές μαζί με κάποιον από τους υποψηφίους του κόμματος, ή κάποιον σύντροφο που να έχει διατελέσει δημοτικός σύμβουλος και να είναι γενικά αναγνωρίσιμος, η αντιμετώπιση από τον κόσμο είναι τελείως διαφορετική, πιο θετική. Θες ότι εκφράζει μια επισημότητα, θες ότι τον γλείφουν κιόλας ελπίζοντας ότι μπορεί να τους φανεί χρήσιμος στο μέλλον, θες ότι κάποιο άτομο με «κύρος» στην κοινότητα, κάποιος παράγοντας, θεωρούν ότι τους κάνει μεγάλη χάρη που τους χαιρετά δια χειραψίας(αν και συνήθως οι δικοί μας στελεχάρες είναι απλοί και καθημερινοί άνθρωποι), θες όλα αυτά μαζί, πάντως περισσότερη αποδοχή και λιγότερη μουρμούρα μια φορά την έχεις.

Φυσικά υπάρχουν και οι σκοτεινές εξαιρέσεις, όπως εκείνος που στη προ-προηγούμενη εξόρμηση είπε μέσα από τα δόντια του «παλιοκομμούνια» νομίζοντας ότι δεν θα τον ακούγαμε, αλλά εγώ για κακή του τύχη τον άκουσα και τον τραμπούκισα, ελαφρώς όχι βαρέως. Ή κάτι «κοκόνες» με μοντέρνα τατου, εκεί γύρω στα 30, μορφονιές, που πέτυχα την άλλη φορά και μου είπαν όλο στόμφο «εμείς θα κάνουμε αποχή δεν θέλουμε το φυλλάδιο σου». Και όταν τους απάντησα, «απογοητευθήκατε από τις επιλογές σας ε; Κάντε μια φορά και τη σωστή επιλογή», μου αποκρίθηκαν όλο αγένεια «άντε πολλά μας είπες άσε μας και πάνε παρακάτω…». Και είχαν προχωρήσει αρκετά μπροστά οι άλλοι σύντροφοι διαφορετικά θα καθόμουνα να τους αναλύσω λίγο τη μαλακία τους, σάμπως όμως θα πιάνανε τόπο τα λόγια μου;

Και πέφτεις πάνω και σε λογής λογής γραφικούς, όπως τον λούμπεν συνταξιούχο που φορά ρούχα μισολειωμένα που ψήφισε Σύριζα και σε διαβεβαιώνει ότι θα ξαναψηφίσει, και όταν τον ρωτάς, «μα καλά δεν σε πειράζει που έχουν βάλει χέρι στις συντάξεις;» σου απαντά «χαλάλι τους!». Ή κάποιον άλλο που υποστηρίζε προχθές ότι όλοι οι Έλληνες είμαστε πλούσιοι και ότι γίναμε πλούσιοι επειδή έχουμε ευρώ… και αναρωτιέσαι μήπως εσύ και η οικογένεια σου και οι φίλοι σου ζείτε σε κάποιο διαφορετικό σύμπαν, μια πιο μίζερη εκδοχή εκείνου μέσα στο οποίο ζει αυτός!;

Και όλη αυτή η επαφή με τον κόσμο δεν ζυμώνει μόνο τους άλλους, σε ζυμώνει και εσένα, γιατί αποτελεί σχολείο, είναι σαν το στηθοσκόπιο που βάζει ο γιατρός στο στήθος του ασθενούς και αφουγκράζεται, και όσο πιο πολλές καρδιές έχει ακούσει τόσο πιο καλός γιατρός γίνεται. Και δεν πρέπει να το βλέπουμε σαν να είμαστε εμείς οι «εκλεκτοί» και οι άλλοι η «πλέμπα», καθώς μας βαραίνουν τα ίδια βάρη(καλά όλων εκτός από εκείνον που έγινε πλούσιος με το ευρώ). Και αν για κάποιον λόγο εμείς μοιάζει πως πήραμε ένα δρόμο πιο συνεπή πιο φρόνιμο, αυτός ο δρόμος δεν προχωρά παραπέρα από όσο μπορούμε να τον ανοίξουμε, και για κάθε βήμα πρέπει να ιδρώσουμε, και δεν θα αντέξουμε αν είμαστε μια χούφτα μόνο, γιατί πρέπει να διασχίσουμε γρανιτένια βουνά, χαράδρες και ποτάμια. Κι όσο μας χρειάζονται τόσο τους χρειαζόμαστε, κι αν είδαμε από τη μια ή από την άλλη συγκυρία πρωτύτερα από τους άλλους την πορεία που πρέπει να ανοιχθεί, πρέπει να γίνουμε εμείς η συγκυρία για να την δούνε τόσοι κι άλλοι τόσοι και δέκα φορές τόσοι μετά από εμάς! Κι είναι κι αν είναι δύσκολο  αυτό, γιατί εκεί που εσύ του λες του άλλου «έρχεται θύελα», ο  πολιτικάντης του λέει «η ελπίδα έρχεται», και μαντέψτε ποιό απ’ τα δυο πουλάει καλύτερα…Κι ύστερα όταν έρχεται η θύελα, αντί να τρέχει να μαζέψει τα ασυμάζευτα εκείνος που πουλούσε ψεύτικη ελπίδα κι έσπερνε θύελες, τρέχεις πάλι να τα μαζέψεις εσύ, που προειδοποιούσες τον κόσμο  ότι η ελπίδα δεν ξαπλώνει δίπλα σου στον καναπέ,  και γινόσουνα κακός και δύστροπος… όμως ας την αφήσουμε αυτήν την κουβέντα για μια άλλη φορά.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Υγ: Δουλεύω αύριο και έτσι εκλογικός αντιπρόσωπος δεν θα πάω από το πρωί αλλά το απόγευμα, για αυτό με βλέπετε και το ξενυχτάω:P

Read Full Post »

Πρέπει να γίνει μου φαίνεται ολυμπιακό άθλημα, η παράφραση ή η σκοπίμως μερική παράθεση ή η μερική απόκρυψη θέσεων και δηλώσεων μελών και στελεχών του ΚΚΕ. Η παράφραση που θα μας απασχολήσει σε αυτό το άρθρο έχει να κάνει με την διαστρέβλωση της θέσης του ΚΚΕ σχετικά με την αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει μεταξύ των υποστηρικτών του Ευρώ και εκείνων του εθνικού νομίσματος. Η εν λόγω γκαιμπελιά αποτελεί παλιά κατασκευή(θυμάμαι την επικαλούνται από εποχή Αλέκας), όμως αυτές της μέρες δείχνει να γίνεται μια προσπάθεια επανά-διάδοσης της στα τουίτερ τα φέησμπουκ και παντού αλλού…

«ΑΝΕΛΠΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΟΜΟΡΦΟΣ “ΣΥΜΜΑΧΟΣ” ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ “ΔΡΑΧΜΟΣΥΜΜΟΡΙΤΩΝ” Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ«(από ίσκρα)

Παραφράζουν λοιπόν την θέση μας, υποστηρίζοντας ότι το ΚΚΕ δια στόματος Κουτσούμπα τάσσεται [ξεδιάντροπα] υπέρ του Ευρώ και κατά της δραχμής. Είναι τίμιο κάποιος να διαφωνήσει με μια οποιαδήποτε θέση του ΚΚΕ-κάποιοι έχουν και ταξική υποχρέωση να το κάνουν- δεν είναι τίμιο όμως να διαφωνήσει με κάτι που το έχει εκ του πονηρού βαφτίσει ο ίδιος θέση του ΚΚΕ(παραφράζοντας, λαϊκίζοντας, πετσοκόβοντας, υπεραπλουστεύοντας σε σημείο να χαθεί το πραγματικό νόημα, παίρνοντας αποσπασματικά κάποιες φράσεις ή βάζοντας αποπροσανατολιστικές επικεφαλίδες) με σκοπό να εξυπηρετήσει την Α ή τη Β σκοπιμότητα.

Τι πραγματικά λέει το ΚΚΕ; Πολύ απλά ότι η χειραφέτηση του ελληνικού λαού δεν έχει να κάνει με το αν του επιτρέψουν να έχει εθνικό νόμισμα ή αν τον θέλουν να μείνει στο ευρώ, αφού το νόμισμα αυτό καθ αυτό, δεν είναι η βάση της οικονομίας, δεν εγγυάται ούτε πιο δίκαιη διανομή πλούτου ούτε από μόνο του αποτελεί κάποιο βήμα προς τον σοσιαλισμό, ούτε καν, απλά και μόνο με εθνικό νόμισμα πρόκειται να απεξαρτηθεί-απεμπλακεί η χώρα από την ΕΕ. Αυτός είναι και ο λόγος που το ΚΚΕ δεν μιλάει έτσι απλά για έξοδο από ευρώ ούτε αφηρημένα για έξοδο από την ΕΕ, αλλά για αποδέσμευση από Ε.Ε Νάτο και λοιπούς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, με εργατικό έλεγχο, συγκεντροποίηση της παραγωγής και λαϊκή εξουσία.

Και επειδή το κόμμα, η τεσπά αυτοί που το αποτελούν, και πείρα έχουν και δεν είναι χαζοί, υπάρχει λόγος που επιμένουν σε αυτή τη θέση, ότι δηλαδή με την αλλαγή απλά νομίσματος ο λαός δεν μπορεί τίποτα καλό να περιμένει, κάποια πράγματα μάλιστα θα χειροτερέψουν κιόλας, αφού αυτή η αλλαγή νομίσματος δείχνει να αποτελεί Plan B της αστικής τάξης(ή προς το παρόν κάποιας μερίδας της). Και όταν λέμε Plan B, εννοούμε εναλλακτική επιλογή καπιταλιστικής διαχείρισης, διέξοδο σε πιθανό πολιτικό αδιέξοδο της αστικής πολιτικής εξουσίας, σχέδιο σωτηρίας της, σχέδιο αποπροσανατολισμού των λαϊκών μαζών, ανάχωμα στην ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων τους, και γενικά καθένα από αυτά και όλα μαζί. Και δεν είναι τυχαίο που διάφορες αριστερές πλατφόρμες, κάποιοι εξωκοινοβουλευτικοί, διάφορες συνιστώσες, σταδιολόγοι κάθε είδους[1], προβάλλουν το πέρασμα στη δραχμή ως πανάκεια, ως κάτι επαναστατικό, ως μια νίκη του λαού απέναντι στα συμφέροντα και στα αρπαχτικά. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η «αριστερή όψη του ευρωσκεπτικισμού»(γιατί υπάρχει και δεξιά και άκροδεξιά όψη του ευρωσκεπτικισμού(Λεπέν και τα ρέστα) που λέει περίπου τα ίδια) με αυτόν τον τρόπο εκφράζει ανοιχτά την βλακεία της εξυπηρετώντας χωρίς να το θέλει εκείνη την μερίδα της αστικής τάξης που στηρίζει την έξοδο από το ευρώ, ή αν το κάνει εσκεμμένα. Και δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία αν συνειδητά ή ασυνείδητα(ή υποσυνείδητα) προετοιμάζει το έδαφος για την έξοδο από το ευρώ διαφημίζοντας την, και κάνοντας ελκυστική για τον λαό μια επιλογή που στην ουσία είναι επιλογή της αστικής τάξης ή έστω ενός μέρους αυτής. Όπως δεν είχε και τόση σημασία αν το Σύριζα πραγματικά πίστευε ότι μπορούσε να αλλάξει την Ε.Ε προς το φιλολαϊκό ή αν απλά και χυδαία κορόιδευε τον λαό, διότι κάποια πράγματα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και η εγκληματική βλακεία μπορεί να είναι βλακεία αλλά είναι και εγκληματική(αν και εγώ προσωπικά κάνω δίκη προθέσεων και είμαι καχύποπτος απέναντι στις προθέσεις όλων αυτών).

Στο χορό αυτόν λοιπόν που παραδοσιακά αυτοί οι χώροι σέρνουν το λαό και που πιθανά να δημιουργήσει μια η περισσότερες αποχρώσεις του πάλαι ποτέ Σύριζα, το ΚΚΕ δεν θα πιάσει το μαντήλι και δεν θα μπει στον κύκλο -ή στη λούπα αν προτιμάτε- διότι ως κομμουνιστικό κόμμα έχει ευθύνη απέναντι στις εργατικές μάζες να μη συμβάλει στον αποπροσανατολισμό τους. Αυτοί που διαφημίζουν την έξοδο από το ευρώ ως πανάκεια -γνωρίζοντας ότι σε δύσκολους καιρούς οι λαοί έχουν μια τάση προς την ρομαντική ενατένιση του «ένδοξου παρελθόντος»- είναι οι ίδιοι που μέχρι μόλις πριν λίγους μήνες διαφήμιζαν την κυβέρνηση της αριστεράς, η οποία θα σχηματίζονταν με κορμό το Σύριζα και θα έσκιζε τα μνημόνια-μέσα στο νάτο και στην ΕΕ- φέρνοντας ευημερία στον τόπο, ουράνια τόξα και ροζ μεταξωτές κορδέλες. Τελικά τα μνημόνια αναγεννήθηκαν από τις στάχτες μας, οι μεταξωτές κορδέλες έγιναν φύκια, και η ευημερία[για όσο παραμένουμε παγιδευμένοι στους δικούς τους σχεδιασμούς] βρίσκεται κάπου εκεί στην άκρη του ουράνιου τόξου κρυμμένη μέσα σε ένα τσουκάλι…άντε ας είναι στην αριστερή άκρη.

Σε κάθε περίπτωση εμείς δεν θα πάμε ούτε με τους μεν-τους δραχμολάγνους-ούτε με τους δε- τους ευρωλάγνους, όπως και πρωτύτερα, παρά τις όποιες πιέσεις, δεν επιλέξαμε μεταξύ αριστερής και δεξιάς διαχείρησης, δηλαδή όπως φάνηκε στην πράξη μεταξύ αριστερού και δεξιού μνημονίου.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Ότι και καλά η έξοδος από το ευρώ αποτελεί ένα στάδιο προς το μετασχηματισμό του καπιταλισμού στο αντίθετο του…

Read Full Post »

Impetus

Ξεκίνησαν να μεταναστεύσουν τα χρώματα σου σαν τα χελιδόνια, για τα πιο ζεστά μέρη και τα πιο φιλόξενα.

Και έτσι όπως πέταγαν δεν έριχναν ούτε ματιά πίσω, ήξεραν πως ο χειμώνας τα κατεδίωκε και δεν ήθελαν ούτε για μια στιγμή να αντικρύσουν την παγερή του ασχήμια.

Μοναχά τον προορισμό τους ήθελαν να φαντάζονται, ένα μέρος στο οποίο ο χειμώνας είχε λήξει, ίσως και για πάντα, σίγουρα για πάντα, σωστός παράδεισος.

Και τα όνειρα σου, βρίσκονταν ήδη στα πιο μεγάλα λιμάνα, έτοιμα να επιβιβαστούν στα πιο καλοτάξιδα καράβια, για ταξίδια σε μέρη εξωτικά.
Κι όσο περίμεναν τα υπερωκεάνια που θα τα μετέφεραν να καταφτάσουν, δεν μπορούσαν παρά να νιώθουν οίκτο και περιφρόνηση για τα μικρά πλεούμενα και τις ψαρόβαρκες που δεν ήταν φτιαγμένα για μεγάλα ταξίδια.

Όμως αλίμονο, όσες υποσχέσεις και αν δώσουν τα χελιδόνια πως θα υψωθούν στον παράδεισο, όσες υποσχέσεις κι αν δώσει ο παράδεισος πως θα τα αφήσει να τον κατοικήσουν, εκείνα από τη φύση τους δεν μπορούν να φτάσουν τόσο ψηλά.

Και τα υπερωκεάνια, όσο γερά σκαριά και να είναι, όσο έμπειρους καπεταναίους και αν έχουν, όσες μυριάδες όνειρα και αν χωράνε μέσα τους, δεν θα καταφέρουν να φτάσουν ποτέ την μυθική Ατλαντίδα αν αυτή έχει ήδη βυθιστεί.

Ουτοπικοί προορισμοί και ταξίδια που προεκτείνονται στο άπειρο…
Καρδούλες μικρές, πεπερασμένες, ικανές να νιώσουν και να θελήσουν πράγματα πολύ πιο ισχυρά από εκείνα που τα φυσικά τους όρια έχουν την ικανότητα να τους χαρίσουν.

Όπως οι ήρωες που δεν μπορούν ποτέ να ξεπεράσουν την τραγωδία τους, έτσι και αυτά ήθελαν να γίνουν ταξιδιώτες μα κατέληξαν πρόσφυγες…
υπολόγιζαν στην θερμή αγκαλιά του καλοκαιριού μα κατέληξαν να προσπαθούν, ματαίως, να ξεφύγουν από το τα κρυστάλλινα νύχια του χειμώνα.

Και τα καλοτάξιδα πλοία, σαν φαντάσματα περιφέρονται άσκοπα, αχ πόσο θα ήθελαν να ήταν έστω ναυάγια.

Είναι που όταν σε έχει εγκαταλείψει ο προορισμός σου, όσο αδιάκοπα και αν κινείσαι, όσο μακριά και αν φτάσεις, μοιάζει λες και έχεις στοιχειώσει στο ίδιο μέρος.

Νοητές ευθείες γραμμές που ξεκίνησαν από το σημείο Α, αλλά ποτέ δεν έφτασαν στο σημείο Β, και έτσι γίνονται αδιανόητες.

Τώρα όλα εκείνα τα όνειρα που ονειρεύονταν να ταξιδέψουν, βρίσκονται κλεισμένα σαν τις σαρδέλες λαδιού μέσα σε κονσερβοκούτια.

Και όλα τα ταξιδιάρικα θερμά χρώματα μετατράπηκαν σε ψυχρές αποχρώσεις του γκρί, σαν έναν κόσμο που πέρασε αντίστροφα, από την έγχρωμη τηλεόραση στην ασπρόμαυρη.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Imperialism-612x300

Έδωσα πρόσφατα το email μου σε ενα site το οποίο ασχολείται με υποτροφίες σπουδών προκειμένου να με ενημερώνουν καθημερινά για υποτροφίες στον χώρο των σπουδών μου. Σήμερα το πρωί λοιπόν μου ήρθε ενημέρωση για την παρακάτω υποτροφία η οποία πολύ με προβλημάτισε.(τα έντονα γράμματα δικά μου)

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

~.~

Insight Fellowship Program στις ΗΠΑ και στο εξωτερικό, 2015

Οι αιτούντες καλούνται να συμμετάσχουν για ένα χρόνο στο Insight Fellowship Program για να μελετήσουν και να προωθήσουν την αποτελεσματική διαχείριση των συγκρούσεων, να κάνουν διεθνείς ανθρωπιστικές συνεισφορές και να συνεχίσουν τον αυτο-στοχασμό και την προσωπική ανάπτυξη.

Η υποτροφία περιλαμβάνει ένα επίδομα/δαπάνη $25,000 για να υποστηρίξει πολλαπλές τοποθετήσεις σας για ένα χρόνο, συνήθως ανα 3 ή 4 μήνες. Η πρώτη τοποθέτηση για 3 μήνες είναι στα γραφεία της Βοστώνης. Οι υπότροφοι αναμένεται να περάσουν τους επόμενους εννέα μήνες σε χώρες εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την πατρίδα τους. Αυτές οι ξένες τοποθετήσεις, προτείνονται και διοργανώνονται από την Fellow.

Θέμα:
Οι υποτροφίες χορηγούνται για τη μελέτη και προώθηση της αποτελεσματικής διαχείρισης των συγκρούσεων, να κάνετε διεθνείς ανθρωπιστικές συνεισφορές και να συνεχίσετε τον αυτο-στοχασμό και την προσωπική σας ανάπτυξη

Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: 15 Ιανουαρίου 2015

Περισσότερες λεπτομέρειες:
http://scholarship-positions.com

~.~

Αργότερα θα κάνω μια ψιλοέρευνα να δω τι ρόλο βαράνε αυτοί οι οργανισμοί που αναφέρονται αλλά τώρα δεν προλαβαίνω.

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: