Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιστορία’ Category

Δημοσιεύθηκε σήμερα στην Καθημερινή άρθρο με στοιχεία έρευνας του ΠΑ.ΜΑΚ (όπου ΠΑ.ΜΑΚ βλέπε Μαραντζίδης) που προσπαθεί να καταγράψει την άποψη των Ελλήνων για τα σοσιαλιστικά κράτη. Η έρευνα, φυσικά, θέλει να προωθήσει την εξίσωση του κομμουνισμού με το ναζισμό, κάτι που ο «έγκριτος» επιστήμονας και το επιτελείο του, φαίνεται να το έχουν για σταυροφορία. Μεταξύ άλλων η δημοσίευση της Καθημερινής αναφέρει:

«Ελλειψη γνώσης ιστορίας

Αξιοσημείωτο είναι πως στην ερώτηση της έρευνας «το έτος 1940 η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ και η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν ήταν σύμμαχοι ή σε πόλεμο;», ένα εντυπωσιακό 57,5% απάντησε ότι τα δύο κράτη ήταν σε πόλεμο και μόλις το 29% είπε το σωστό, ότι δηλαδή ήταν σύμμαχοι, αποτυπώνοντας την άγνοια ιστορίας.»

Ήταν σύμμαχοι, μας λέει η έρευνα, η Σοβιετική Ένωση με την Ναζιστική Γερμανία, και όποιος δεν το ξέρει αυτό έχει άγνοια της ιστορίας. Δηλαδή, το «σύμφωνο μη επίθεσης» μεταξύ των δυο χωρών, είναι σύμφωνα με την λογική της έρευνας συμμαχία… Αλίμονο και δεν ασπάζεσαι την άποψη αυτή, έχεις μαύρα μεσάνυχτα από ιστορία. Το ακούτε όλοι εσείς οι ιστορικοί που λέτε πως η ναζιστική Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση ήταν αντίπαλοι, είστε ΑΣΧΕΤΟΙ!!! Το ακούς κύριε Μαργαρίτη;

Ας εξετάσουμε όμως 2-3 πραγματάκια που δεν πολυκάθονται:

Το γιατί η ναζιστική Γερμανία φυλάκισε ή δολοφόνησε τους γερμανούς κομμουνιστές δεν μας το απαντά  ή εν λόγω έρευνα, όπως επίσης δεν μας απαντά και γιατί ξοδεύονταν αμύθητα ποσά από τους ναζί για την αντισοβιετική και αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες θα μου πείτε. Επίσης δεν μας εξηγεί το ΠΑ.ΜΑΚ, γιατί δυο χώρες που τα έχουν καλά μεταξύ τους να συνάψουν σύμφωνο μη επίθεσης; Τα σύμφωνα μη επίθεσης, λογικά, αφορούν χώρες που μεταξύ τους υπάρχει λόγος για να γίνει επίθεση, διαφορετικά τι νόημα έχουν; Επιπλέον, αν υπήρχε κάποιου είδους συμμαχία, τότε γιατί και οι δυο χώρες προετοιμάζονταν πυρετωδώς η μια για να επιτεθεί και  άλλη για να αμυνθεί (η «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα», δηλαδή η επιχείρηση εισβολής στην ΕΣΣΔ, άρχισε να σχεδιάζεται στα μέσα το 1940, ενώ οι σοβιετικοί προετοίμαζαν την άμυνα τους από πολύ νωρίτερα); Ούτε αυτό μας το απαντά η έρευνα του ΠΑ.ΜΑΚ δυστυχώς.

p02f1tf3.jpg

Ναζιστική προπαγανδιστική αφίσα του 1937 που παρουσιάζει τον «μεγάλο εχθρό Εβραίο» να έχει από πίσω του τον «μεγάλο εχθρό σοβιετικό». Πηγή bbc

Φυσικά στο άρθρο ούτε λόγος δεν γίνεται για τις προσπάθειες της Σ.Ε, από το 1938 κιόλας, μέσω των αξιωματούχων της στο εξωτερικό για δημιουργία κοινού μετώπου Αγγλίας, Γαλλίας, Σ.Ε, ενάντια στις εδαφικές αξιώσεις της Γερμανίας . Με υπεκφυγές, Αγγλία και Γαλλία, και στο όνομα του κατευνασμού του ναζιστικού κτήνους, απέρριπταν συνεχώς τις προτάσεις, ακόμα και όταν οι προσαρτήσεις είχαν ήδη αρχίσει. Υπέγραψαν μάλιστα και την ατιμωτική «Συμφωνία του Μονάχου», παραδίδοντας τη Σουδητία στις ορέξεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού. 

129101

29/9/1938, Τσάμπερλεν, Νταλαντιέ, Χίτλερ, λίγο πριν την υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου, στα πλαίσια της οποίας η Σουδητία προσαρτάται στη Γερμανία.

Το σύμφωνο μη επίθεσης, από την πλευρά των σοβιετικών, ήταν μια κίνηση τακτικής –αφού οι μονομερείς προσπάθειες για ενιαίο μέτωπο έπεφταν στο κενό- προκειμένου να κερδίσουν πολύτιμο χρόνο μέχρι την αναπόφευκτη σύγκρουση με τη ναζιστική Γερμανία. Οι πυρετώδεις πολεμικές προετοιμασίες, όπως είπαμε και παραπάνω, αποτελούν από μόνες τους επαρκή απόδειξη επ’ αυτού.

Τέλος, το άρθρο της καθημερινής δεν κάνει καν τον κόπο να αναφερθεί στις εμπορικές συναλλαγές των ΗΠΑ και άλλων μεγάλων δυνάμεων με τη ναζιστική Γερμανία, μέχρι και ένα κλικ πριν το ξέσπασμα του μεγάλου πολέμου, με προϊόντα που αφορούσαν και πολεμικό εξοπλισμό όπως στρατιωτικά Τζιπ και φορτηγά. Όλα τα παραπάνω, μάλλον δεν τα γνωρίζουν ούτε στην Καθημερινή ούτε στο ΠΑ.ΜΑΚ, προτιμούν βλέπετε, αντί να κάνουν ιστορία, να αναπαράγουν τις γνωστές ιστορίες για αγρίους.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

 

 

Advertisements

Read Full Post »

αναδημοσίευση από Κατιούσα

Πραγματεία επί της γλώσσης)

φωτο-κορναρος

Δείτε εδώ το Α’ Μέρος

Γιώργος Πιτσιτάκης

δάσκαλος – Ιστορικός ερευνητής

pitsitakisg@gmail.com

Το κείμενο για το γλωσσικό ζήτημα του 16χρονου Πάνου Κορνάρου που ακολουθεί (σ.σ. έγραψε και δημοσίευσε και ωραία ποιήματα) και το οποίο ανασύραμε 92 χρόνια μετά, είναι δημοσιευμένο σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό «Αυγερινός» στα τεύχη υπ’ αριθμόν 8, 9 και 10, από τις 15 Μαρτίου έως τον Μάιο του 1925, στο οποίο εισηγητής επί της ύλης δηλ. υπεύθυνος, ήταν ο τελειόφοιτος μαθητής Μανώλης Κριαράς και ο αντικαταστάτης του Πολυδεύκης Καλδής. Εντυπωσιάζει η στέρεη γνώση του 16χρονου Κορνάρου που τον δίδαξαν σπουδαίοι φιλόλογοι όπως ο Εμμ. Γενεράλις και ο Ιωάννης Μοσχόπουλος για τον οποίο ο Εμμ. Κριαράς, γράφει: «[…] Από την Πέμπτη τάξη (1922-23) αποκτούσα έναν ακόμη καλό δάσκαλο, το φιλόλογο Ιωάννη Μοσχόπουλο. Έως τότε δίδασκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και με τη μικρασιατική καταστροφή είχε έρθει πρόσφυγας με την οικογένειά του στα Χανιά. Ήταν κατατοπισμένος σε κοινωνιολογικά θέματα, καθώς και στο γλωσσικό μας ζήτημα, και μας άνοιγε πνευματικούς ορίζοντες πέρα από τα μαθήματα του σχολείου. Έδινε ιδιαίτερη σημασία και στην παρέκβαση κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Μας μιλούσε τότε και για σύγχρονη λογοτεχνία και για σύγχρονους λογοτέχνες, που βέβαια δε διδάσκονταν στο γυμνάσιο. Θυμάμαι το δάσκαλό μας να υπογραμμίζει το πόσο δύσκολο είναι να καταλάβομε την αρχαία ποίηση, αν δεν έχομε εξοικειωθεί με τη δική μας, τη νεοελληνική, που βέβαια μας είναι και γλωσσικά προσιτότερη. Ο Μοσχόπουλος δεν παρέλειπε και θέματα κοινωνικά να θίγει και πολιτικά ακόμη, που διαφώτιζαν εμάς τους ανώριμους. Είναι βέβαιο ότι ο δημοτικισμός μερικών από μας τους μαθητές του οφείλεται, σε μεγάλη μοίρα, στη διδασκαλία του. […]».

Το παρακάτω κείμενο του Κορνάρου αποτελεί μια μελέτη – παρέμβαση υπέρ της δημοτικής σ’ ένα νεανικό περιοδικό που την υπερασπίζονταν. Είναι εξάλλου, γνωστοί και την περίοδο αυτή, οι επίμονοι αγώνες των δημοτικιστών (μαλλιαρών), τόσο από την πλευρά του Εκπαιδευτικού Ομίλου με πρωτομάχο τον Δημήτρη Γληνό, όσο κι από πρωτοπόρους λογοτέχνες της εποχής και πολλούς άλλους. Ο 16χρονος Κορνάρος, με τις γνώσεις που υπήρχαν τότε, ξεκινώντας από τον πρωτόγονο άνθρωπο περιγράφει με θαυμαστή σαφήνεια και γλαφυρότητα την πορεία άρθρωσης του λόγου και την αρχή της γλώσσας, προχωρά στην εμφάνιση της ελληνικής γλώσσας και στην ιστορική διαδρομή της και καταλήγει στην ανωτερότητα της δημοτικής απέναντι στην καθαρεύουσα.

Στο αρχικό κείμενο η μόνη παρέμβαση που έγινε, ήταν η μετατροπή του στο μονοτονικό.

Πάνου Κορνάρου: Πραγματεία επί της γλώσσης

Ο πρώτος εκείνος αγριάνθρωπος, που θα ζούσε σε χρόνους πανάρχαιους, μόλις θα ’βλεπε να κατέρχεται η λάβα κάποιου ηφαιστείου, βέβαια θα ’θελε να γλυτώσει και θα ήθελε να σώσει και το θήλυ με το οποίον θα είχαν κοιμηθή μαζί έστω και μία φορά. Δηλαδή θα είχε την ανάγκη να ειδοποιήση. Αν ήταν κοντά θα έδειχνε με τα χέρια του, μα αν τύχαινε να ’ναι αλάργα; Ιδού αμέσως εκ της πρωτογόνου καταστάσεως υπήρξε η ανάγκη κάποιου μέσου για συνεννόηση κι αυτό ήτο η κραυγή, η άναρθρος φωνή, που συνοδευότανε με κάποια ζωηρή χειρονομία. Επίσης όταν θα ’πιανε βροχή ή άμα θα βροντούσε ο κεραυνός, θα υπήρχε η ανάγκη συνεννοήσεως. Χωρίς αυτό όμως, το μικρό εκείνο, που θα ’τανε 3-4 χρόνων και δεν το ’χε αφήσει ακόμα η μάννα του, κάποτε θα ευρίσκετο στην ανάγκη να της πη κάτι, πως θέλει να πούμε φαγητό, νερό και άλλα όμοια, πάλι δηλαδή ανάγκη συνεννοήσεως. Την πρώτη αυτή συνεννόηση μπορούμε να την παρατηρήσουμε στους σημερινούς άγριους. Είναι άναρθροι φωναί, σαν βελάσματα, σαν γιουχαΐσματα, ότι να ’ναι, τέλος όμως κάποια φωνή. Κι αυτή η φωνή αποτελεί την πρώτη αρχή της γλώσσας. Αιώνες θα πέρασαν ώσπου να μάθουν να λένε ωρισμένους φθόγγους το κάθε χρειαζούμενό τους: το νερό, το φαγί, το ξύλο, τον πατέρα, την μητέρα. Αλλά τέλος το κατόρθωσαν. Σιγά – σιγά ύστερα άρχιζε η τελειοποίηση, με διάφορες ανωμαλίες, με καινούργιες λέξεις και στο τέλος γίνηκε η γλώσσα, δηλαδή η εύρεση όλων των απαιτουμένων λέξεων για να μπορέση κανείς να συνεννοηθή με έναν άλλο.

Οι δυό μεγάλες πατρίδες των ανθρώπων: οι Σημιτικοί λαοί και οι Άρειοι, σχημάτισαν κατά τα προηγούμενα, γλώσσα καθένας και άλλην, αλλ’ ομολογουμένως πρώτοι στη δημιουργία της γλώσσας ήλθανε οι Σημιτικοί λαοί, γιατί έχομε επιγραφές αδιάβαστες γραμμένες σε πολύ παλιά εποχή. Οι πρώτοι εγράφανε πλειά, όταν οι δεύτεροι ξεκινήσανε από τα βάθη της Ασίας με κατεύθυνση στην Ευρώπη.

Αφήνομε τώρα τους αποδέλοιπους και παίρνουμε κείνους που κατεβήκανε στην Ελλάδα. Εκεί βρήκαν άλλο λαό, που κατοικούσε και που θα ’χε κι αυτός τη γλώσσα του. Όσο όμως κι αν επιδράσανε οι κατακτηταί κάτι τι αφομοιώθηκε κι από την παλιά και στα ήθη τους και στη γλώσσα τους. Είναι αδύνατο να μην αφομοιωθή κάτι.

Καθώς γνωρίζομε από την Ιστορία μετά τους πρώτους τους Αχαιούς ήλθαν οι άλλοι οι περισσότεροι, οι ανδρειότεροι, οι Δωριείς, που αναγκάσανε τους πρώτους να φύγουν στα διάφορα μέρη. Μερικοί πήγαν στην Μικράν Ασία. Ελησμονήσαμε όμως να πούμε, πως πρίχου φύγουν, ήχαν πάρει από τους Φοίνικες το Αλφάβητο. Εκεί στον ξάστερο αέρα και στον διαφανή ουρανό που πέφτει και κοιμάται πάνω στον «οίνοπα πόντο» εγεννήθηκε το πρώτο είδος του γραφτού λόγου: το τραγούδι που η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, αυτή η φύση το υπαγορεύει. Κι άνθησαν τα Ομηρικά έπη, που ως είναι από τη φύση υπαγορευμένα τίποτε άλλο, παρά χάριτος και καλλονής ύμνοι, είναι. Κι ύστερα έρχεται το λυρικόν μέρος, η ιστορία, η φιλοσοφία, το δράμα, η ρητορική. Με το πέρασμα του χρόνου αλλάσσει κι η αρχαία γλώσσα, μεταβάλλεται αναλόγως του κλίματος, της κατασκευής των φωνητικών οργάνων και φθάνει εις τον ύπατον βαθμόν της τελειότητος στην Αττική διάλεκτο. Η κάθε λέξη τώρα μετράται καλά κι έπειτα τίθεται σε ωρισμένο μέρος ώστε να αποτελή ένα θαυμάσιο σύμπλεγμα σχημάτων και συντάξεων που βλέπομε στον Δημοσθένη και στον Θουκυδίδη.

Τέθοια γλώσσα ούτε έγεινε ούτε θα γίνη ποτέ, ώσπου «τ’ αστέρια θα φανίζουνε και τα πουλιά θα κελαϊδάνε». Ύστερα έρχεται η κοινή διάλεκτος και αυτήν διαδέχεται η Βυζαντινή.

2ο μέρος

Τώρα πλειά έπαυσε να διακρίνεται και το μακρόν απ’ το βραχύ, έπαυσε τούτ’ έστι η προσωδία. Από δω και μπρος αρχίζει να παρατηρείται κι η αναθεματισμένη Αττικομανία και δη στους πρώτους εκκλησιαστικούς κανόνας τους ιαμβικούς, εξακολουθεί δε να υφίσταται και επί Ηρακλείου οπότε ο διάκονος της Αγίας Σοφίας – μου διαφεύγει το όνομά του – έγραψε τα κατορθώματα του Ηρακλείου εις ηρωικόν εξάμετρον. Αλλά πέστε μου σας παρακαλώ ποιος τα διάβασε… Αλλά η Ελληνική γλώσσα ήτο πεπρωμένον να ζήση και έζησε, έζησε δια των μελωδιών της Εκκλησίας μας και έγινε μάλιστα και θαύμασμα γλώσσας! Επί Κομνηνών όμως πάλιν άρχισε η Αττικομανία και χάρις εις την αντίδρασιν του κόσμου έγιναν τα τραγούδια του Ακριτικού κύκλου εις την καθαράν δημοτικήν. Την τάση αυτή και στα δυό έκοψε η άλωση της Κων/πόλεως, οπότε το έθνος μας καταστράφηκε για να ξαναζήση μετά 400 έτη και να αρχίση την νέαν σταδιοδρομίαν του. Μεσ’ στα έτη αυτά της δουλείας αν δεν έχωμεν να επιδείξωμεν άλλο τι, όμως οι παλληκαριές των κλεφτών μας και τα δημοτικά τραγούδια μας είναι δυό φωτογόνα αστεράκια, που θα λάμπουνε, Διόσκουροι στον ουρανώδη θόλο και θα δείχνουνε στες μέλλουσες γενιές παραδείγματα προς μίμησιν. Μόλις δε αρχίσαμε να αναντρανίζουμε από τον πικρόν ζυγό τ’ αφορεσμένου άρχιζε και η κοιμισμένη επί 350 χρόνια Αττικομανία του Ρωμαίϊκου! Μα ξάφνου φτάνει ο θεόσταλτος Βηλαράς, που τ’ όνομά του θ’ αντηχή στου κάθε Έλληνα την ψυχή – παρηγορήτρα ιδέα – και αναστηλώνει την γλώσσαν των κλέφτικων τραγουδιών.

Πεθυμήσανε πολλοί ν’ ανατρέψουν την γλώσσα που είναι βγαλμένη από τα σωθηκά μας αλλά φτάνει ο Σολωμός, και Βαλαωρίτης, Λασκαράτος και Μαρκοράς, Κρυστάλλης και Βιζυηνός και τόσοι άλλοι που φέρνουν τη νια χαραυγή, που ξάφνου θα την αντικαταστήσουν οι ήλιοι Παλαμάς και Ψυχάρης για να ζήση η γλώσσα μας! Και θα ζήση!

3ο μέρος

Έγραφα προχθές πως η Αττικομανία άρχιζε από τη σύσταση του Βυζαντινού Κράτους. Ίσως βρεθούνε μερικοί και αντιτείνουν και πουν πως άρχιξε από τον Λουκιανό. Αυτό όμως είναι έτσι κι έτσι. Και βέβαια άμα ζης 400 χρόνια ύστερα από τον Πλάτωνα και το Σοφοκλή κι είσαι λογικευούμενος, τιμή και δόξα σου είναι να γράφης τη γλώσσα του Πλάτωνα που τη μιλάνε και οι θεοί, αλλά η γλώσσα του Πλάτωνα στον καιρό της μιλήθηκε, ήτανε εξάπαντος γλώσσα γενική, αφού μόνο για το Θουκυδίδη ακούμε πως ήτανε, να πούμε, καθαρευουσιάνος της εποχής του.

Για το χρόνο των ακριτικών τραγουδιών είναι αναντίρρητο πως γραφτήκανε ύστερα – πολύ ύστερα – από το Νικηφόρο.

Της Εποχής του επικό ποίημα κανείς δεν έγραψε. Ετελειώναμε δε με τον Παλαμά και Ψυχάρη.

Μα οι κακές γλώσσες κάτι θα πουν, κάτι θα μουρμουρίσουν, μασώντας τις λέξεις και μορφάζοντας παράξενα. Κι είναι οι κακές γλώσσες σ’ αυτή την περίσταση δυό λογιών: Άλλοι δηλαδή θα θένε πρώτο τον Ψυχάρη και έπειτα τον Παλαμά και άλλοι θα περιμένανε να βάλουμε τον Ραγκαβή… ίσως. Για τους δεύτερους περιττό να μιλήσουμε. Μα για τους πρώτους κάνει να δώσουμε μιαν εξήγηση: Είναι βέβαια αναντίλεχτο πως ώθησε σε πραγματική δημιουργία, σε καλαιστητική μορφή λογοτεχνίας, σπέρμα για να ριζώση το χιλιόκλαδο δεντρί της νέας δημιουργίας, έρριψε ο Ψυχάρης, αλλά ο Παλαμάς είναι ο φοβερός αλεστής νους, που ψυλοκοσκινίζοντας συνάμα, μας παρουσιάζεται κολοσσός αληθινά σήμερα. Ο Πάλλης επιγραμματικά λέγει στον Μπρουσό: Σε κείνα τα προψυχαρικά χρόνια όλοι γράφαμε την καταδίκη. Άρα και ο Παλαμάς εξάπαντος θα ’γραφε την καθαρεύουσα και έτσι από τη βαθιά και εμπνευσμένη ποίησή του θα ’χε λείψει η καλαιστητική δύναμη των τραγουδιών του, που τους χαρίζει το ψηλό και καλλιτεχνικό ύφος του ΠΑΛΑΜΑ.

Άμα διαβάζη κανείς του Παλαμά τα τραγούδια λες χίλιοι ήχοι υψηλοί και βαθηνόητοι αντηχούνε στην ψυχή του που με την καθαρεύουσα θα ’λειπαν.

Μ’ αυτά τα λίγα κλείνουμε το προχθεσινό σημείωμά μας και πάμε παρακάτω, να μηλήσουμε για τη γλώσσα.

Και θέτουμε το ερώτημα: Ποια γλώσσα αποδείχτηκε στο να εκφράζη τα ψυχικά συναιστήματα και τα διανοήματα πιο κατάλληλη, που και ομορφότερα να τα εκφράζη και πιο εύκολα να τα καταλαβαίνουμε, η δημοτική ή η καθαρεύουσα; Ποια άλλη γλώσσα έχει τη χάρη και το απαλότατο χνούδι της δημοτικής στη ρίμα του τραγουδιού, που κάθε λέξη της λες και κάτι ανάλαφρο αγεράκι βάζει στα βάθη της ψυχής σου;

Δείξετέ μου καλύτερο ποίημα στην καθαρεύουσα από το Δημοτικό περιώνυμο εκείνο.

Αυγίτσα θε να σηκωθώ απ’ του βουνού τη ρίζα
Να σύρω να ξημερωθώ βουνό μου στην κορφή σου
Να κάμω κύκλο το βουνό, βόλιτα στη μαδάρα
Να βρω μια πέτρα ριζιμιά να διπλωθώ να κάτσω
ν’ ακούσω γερακιού φωνή και φάλκο1 να λαλήση
ν’ ακούσω και την πέρδικα, …

[Σημείωση Πάνου Κορνάρου: Το ποίημα τούτο κάθε άλλο παρά τη φυσική ομορφάδα θέλει να παραστήση. Είναι συμβολιστικό και λέγει το μελλούμενο εγερτήριο σάλπιμα κατά τ’ αποδιαφώτισμα της ελευτεριάς, που τότε θα μπορέση ο άνθρωπος ν’ ακούση τα ωραία και ζωογόνα του πολιτισμού «έπεα».]

Ο Νεοέλληνας είναι σε όλα του αψής και γλήγορος. Είναι επομένως και στη γλώσσα του. Γι’ αυτό έκοψε και τα περισσότερα αρχικά φωνήεντα, τις μικρές κατάληξες και αντί του άσκημου και κακόηχου «φύσεως» το ’καμε ποιο λεβέντικο, σύμφωνο με τον ενθουσιασμένο χαραχτήρα του, «φύσης». Κάτι σύμφωνα γ+μ, β+μ, ν+θ, κ.τ.λ. που πάνε κακόηχα, τα ξεχώρισε και έρριξε το πρώτο και έχουμε μόνο το δεύτερο και όχι όπως νομίζουν μερικοί α(κατα)νόητο πως το αφομοίωσε. Επίσης την τρίτη κλίση γενικά την απορρίψανε. Στ’ αρσενικά και θηλυκά εύκολα φαίνεται, μα στα ουδέτερα; θα ρωτήση κανένας. Τριτόκλιτα ουδέτερα λίγα μεταχειρίζουνταν μα όσα είναι και μάλιστα τα περιττοσύλαβα τα σχηματίζουν στη δεφτέρα κλίση κι έχουμε: γαλάτου, πραμάτου, κυμάτου, μπαλωμάτου, αναντρανισμάτου, σωμάτου, στοιχημάτου, αναμαζωμάτου, συμμαζωμάτου κ.τ.λ. γραμμάτου, χτημάτου, περασμάτου και από τ’ άλλα έχουμε γεγονότο, φωνήεντο, δάσο (δάσου: βλέπε: Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥ Αντωνιάδη πολλαπλές φορές).

Αλλά θα μου πήτε: μπορεί να σταθή διηγημάτου, ποιημάτου κ.τ.λ.;

Γιατί να μη σταθή, αφού και καλλιτεχνικώτερο είναι; Θα τ’ απαντήσω.

Π. ΚΟΡΝΑΡΟΣ

ΠΗΓΕΣ – ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Εμμ. Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα, έκδ. Οι φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2009.

  • Αυγερινός, Δεκαπενθήμερο περιοδικό, εκδίδεται από τον Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο, έτος Α΄, τεύχη 8 (15 Μαρτίου 1925), 9 (Απρίλιος 1925), 10 (Μάιος 1925), εισηγητής επί της ύλης: Πολυδεύκης Καλδής.

  • Σύντομη βιογραφία του Π. Κορνάρου από την Κ. Ο. Χανίων του ΚΚΕ.

  • Φραγκιός Λαγωνικάκης, «Σελίδες από την ιστορία του προοδευτικού κινήματος στα Χανιά», Μαρτυρία στην εφημερίδα “Αλήθεια” των Χανίων που δημοσιεύτηκε σε επτά συνέχειες από τον Φεβρουάριο του 1988.

  • Γράμματα και επιστολικό δελτάριο (1937 – 1942) του Π. Κορνάρου από τους τόπους εκτόπισης.

  • Άλκης Ρήγος, Ελληνικό πανεπιστήμιο και φοιτητικό κίνημα, τόμος 2ος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2016.

  • Γιώργος Αγοραστάκης, Ρίζες της Αριστεράς στα Χανιά, Χανιά 1988 (εξαντλημένο).

  • Kώστας Θεριανός – Eλένη Zούζουλα (επιμέλεια), Δημήτρης Γληνός: Ο αγωνιστής δάσκαλος, ο ριζοσπάστης παιδαγωγός, Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τεύχος 60-61.

1 Ο φάλκος ή φάλκονας είναι είδος γερακιού γνωστό και ως πετρίτητης.

Τα εξώφυλλα του περιοδικού «Αυγερινός»

Read Full Post »

images

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

(και καταϊδρωμένο, λόγω ζέστης)

Χωρίς πολλά-πολλά συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε σταματήσει

Η εκπαίδευση: Μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση του τρόπου σκέψης μιας κοινωνίας έχει η οργάνωση του συστήματος εκπαίδευσης. Στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μεταξύ άλλων παρατηρείται το εξής πρόβλημα. Η φιλοσοφία της σχολικής εκπαίδευσης είναι η αποστήθιση, το σχολείο δεν σου αναπτύσσει κάποιο σύστημα ανάλυσης και αξιολόγησης και έτσι η γνώση που αποκτάται είναι κάπως στείρα. Επίσης δεν καλλιεργείται το απαραίτητο κριτήριο που θα μπορούσε να είναι εργαλείο αξιολόγησης των πληροφοριών που λαμβάνουμε σε ευρύτερο επίπεδο, άρα είμαστε κατά μια έννοια ανυπεράσπιστοι απέναντι στον ανορθολογισμό. Στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η οποία εισάγει τους φοιτητές στην επιστημονική γνώση και μέθοδο, υπάρχει πάλι το πρόβλημα της εξειδίκευσης, αν και στα ελληνικά πανεπιστήμια το φαινόμενο αυτό δεν φτάνει σε ακραία επίπεδα (όχι προπτυχιακά τουλάχιστον). Πάντως σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (Αγγλία, ΗΠΑ), το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο, και η γνώση που αποκτάται λιγότερο διευρυμένη και περισσότερο εστιασμένη. Φυσικά υπάρχουν δεκάδες ακόμη πλευρές της εκπαίδευσης για να εξεταστούν, όμως δεν το επιτρέπει η έκταση του άρθρου να επεκταθούμε παραπάνω.

Αποσύνθεση του κοσμο-μοντέλου και κατακερματισμός, μίσος για τις «μεγάλες αφηγήσεις»: Ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε το πέρασμα στις μονοθεϊστικές θρησκείες ως σημαντικό σκαλοπάτι για την ανάπτυξη της νεωτερικής επιστημονικής σκέψης στη Δύση. Φυσικά από την εξάπλωση των θρησκειών αυτών μέχρι και την κυριάρχηση του θετικισμού μεσολάβησαν πολλοί αιώνες, και αυτό επειδή έπρεπε να ωριμάσουν και οι υπόλοιπες [απαραίτητες] συνθήκες έτσι ώστε να επιτραπεί η μετάβαση. Ο Ιουδαϊσμός ή ο Χριστιανισμός, σε αντίθεση με τις πολυθεϊστικές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, έβλεπαν το σύμπαν σαν ένα ενιαίο δημιούργημα/σύστημα. Αυτό είναι κάτι που –όπως ο Βέμπερ υποστηρίζει- βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην νεωτερική επιστημονική σκέψη, σε σχέση με τον πολυδιασπασμένο κόσμο των αρχαίων θεών, όπου κάθε κομμάτι της φύσης εκπροσωπούνταν και από διαφορετική/ες θεότητα/ες. Ο ένας θεός που νομοθέτησε το σύμπαν, μια ενιαία βούληση, περισσότερο συμβατή με την θετικιστική επιστήμη, της οποίας δεδηλωμένος στόχος είναι η κατανόηση των φαινομένων και η ένταξή τους σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα αιτιοκρατικού τύπου.

Σαν ιστορική εποχή η νεωτερική εποχή, πέρα από την επιστήμη, χαρακτηρίζεται και εκείνη από αντίστοιχα ιδεολογικά/κοινωνικά μοντέλα τα οποία έχουν ένα συνολικό/ενιαίο όραμα για το ποια θα πρέπει να είναι η εξέλιξη της κοινωνίας. Η γαλλική επανάσταση, για παράδειγμα, δημιούργησε μια χάρτα ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων με οικουμενικό αίτημα.1 Η νεωτερική σκέψη όμως δεν περιορίστηκε εκεί, οικοδόμησε και άλλες «κοσμοθεωρίες» όπως ήταν για παράδειγμα αυτή του ουτοπικού και εν συνεχεία του επιστημονικού σοσιαλισμού.2 Το χαρακτηριστικό πολλών εξ αυτών των κοσμοθεωριών, είναι ότι συσπείρωσαν γύρω τους τεράστιες μάζες ανθρώπων, οι οποίες πίστεψαν σε αυτές, εμπνεύστηκαν και αγωνίστηκαν για να τις υλοποιήσουν. Η γαλλική επανάσταση με το σύνολο των ιδεών της οριοθέτησε την πορεία του κόσμου από τον 18ο αιώνα, ενώ οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις έφεραν στον 20ο αιώνα την αυγή μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα το αίτημα της οποίας –και με τις όποιες οπισθοδρομήσεις- μένει προς το παρόν ανεκπλήρωτο.

Με την ανατροπή του σοσιαλισμού και σε κάποιες περιπτώσεις τον εκφυλισμό του, ο πλανήτης μπήκε –κατά την άποψη μου- σε μια μεταβατική περίοδο. Από τη μια, όλες εκείνες οι ανθρωπιστικές ιδέες που έφερε μαζί της η ανάδυση του καπιταλισμού ως εποικοδόμημα, στις οποίες πίστεψαν και για τις οποίες αγωνίστηκαν οι λαοί, χρεωκόπησαν. Το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, έδειξε αν μη τη άλλο ότι η ρομαντική εποχή της νεωτερικότητας έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Γίνεται ξεκάθαρο πως οδηγός των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο είναι ένα όραμα που δεν έχει στόχο να υπηρετήσει την ανθρωπότητα ως σύνολο, αλλά την κερδοφορία των γιγάντιων πολυεθνικών οργανισμών. Κάτι που αντί να απελευθερώνει τις δυνάμεις τις κοινωνίας, φέρνει ακραία φτώχεια, ανισομέρεια, πολέμους και γενικότερη ανισορροπία. Από την άλλη, η υποχώρηση του «αντίπαλου δέους» που ακούει στο όνομα «υπαρκτός σοσιαλισμός», και η ταυτόχρονη στοχοποίηση και δυσφήμηση του απ’ το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, δημιούργησε την εντύπωση στους λαούς ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική στο καπιταλιστικό μοντέλο. Το διττό αυτό φαινόμενο, είχε την επίδραση του και στην παραγωγή και αναπαραγωγή, τόσο της επιστημονικής σκέψης, όσο και του ευρύτερου κόσμου των ιδεών3. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την ανατροπή του υπαρκτού βρήκαν έδαφος οι θεωρίες για το «τέλος της ιστορίας».

athina-min-upotimate-tin-eksupnada-tou-tramp-leei-o-economist.w_l

Φράνσις Φουκουγιάμα, προφήτης ή ψευδοπροφήτης;

Η ανάδειξη τέτοιων θεωριών, όπως είναι αυτή περί τέλους της ιστορίας, σηματοδοτούν σύμφωνα με πολλούς εκπρόσωπους της αστικής επιστημονικής σκέψης, τη μετάβαση από την νεωτερική εποχή στην μετανεωτερική. Κατά τη δική μου άποψη, όλο αυτό δεν συνιστά την ανάδυση κάτι καινούριου, αλλά μια εποχή «βάλτου» και υποχώρησης του πολιτισμού, κατά την οποία η ουσιαστική μετάβαση, είναι το ζητούμενο και όχι το δεδομένο. Δηλαδή η μετανεωτερική εποχή, για να μιλήσουμε με αστικούς όρους, σηματοδοτεί ένα ιδεολογικό κενό ανάμεσα στον εκφυλισμό της αστικής ιδεολογίας και στην ανάδυση του επόμενου paradigm με βάση το όποιο θα προχωρήσει η κοινωνία.4 Για να το πούμε σε μια πρόταση, είναι η περίοδος ανάμεσα στο παλιό που έχει ξοφλήσει και στο νέο που δεν έχει ακόμη έρθει. Πέρα από το τέλος της ιστορίας, αν κάτι –πάλι σύμφωνα με αστούς διανοητές- ακόμα χαρακτηρίζει την μετανεωτερική/μεταμοντέρνα εποχή, είναι η αποφυγή των «μεγάλων αφηγήσεων». Με τον όρο αυτό εννοούν εκείνες τις κοσμοθεωρίες –‘όπως ο κομμουνισμός- που προβάλλουν ένα συνολικό όραμα για το ποια [θα έπρεπε να] είναι η εξέλιξη του κόσμου. Για τους οπαδούς της μετανεωτερικότητας, οι μεγάλες αφηγήσεις, στην εφαρμογή τους, οδηγούν σε «ολοκληρωτισμούς». Αυτή η άποψη είναι κυρίαρχη στις μέρες μας και απόλυτα συστημική και συντηρητική. Πάντως υπάρχει μια «μεγάλη αφήγηση» με την οποία οι μεταμοντέρνοι δεν δείχνουν να έχουν κανένα πρόβλημα, είναι η κυρίαρχη και ακούει στο όνομα καπιταλισμός. Θα κάνω πάλι μια προσωπική εκτίμηση και θα πω ότι αυτό που ενοχλεί στην πραγματικότητα τους οπαδούς των παραπάνω αντιλήψεων, είναι ότι η υπέρβαση της «μεγάλης αφήγησης» του καπιταλισμού, μπορεί να έρθει μόνο με την ανάδειξη μιας άλλης «μεγάλης αφήγησης» (πχ του κομμουνισμού). Υπό αυτήν τη σκοπιά λοιπόν, το μίσος για τις μεγάλες αφηγήσεις θεωρώ ότι έχει συντηρητικό/συστημικό υπόβαθρο, αφού για όσο καιρό δεν αναδύεται μια τέτοια, το καπιταλιστικό σύστημα δεν απειλείται. Στο επίπεδο της δικαιολόγησης της ύπαρξής του, ο καπιταλισμός δεν έχει ανάγκη όπως στο παρελθόν να χρυσώνει το χάπι, αντιθέτως, εντελώς κυνικά προσπαθεί να μας πείσει όχι ότι είναι ωφέλιμος, αλλά ότι είναι αναπόδραστος.

Ίσως μέχρι αυτό το σημείο να αναρωτιέστε πού το πάω ή αν έχω βγει εκτός θέματος. Όχι, δεν έχω βγει εκτός θέματος, απλά για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα μου έπρεπε να κάνω όλη αυτή τη μακροσκελή εισαγωγή. Το κλειδί για αυτό που θέλω να πω τελικά, βρίσκεται σε δυο σημεία 1) Στο βάλτο που έχει πέσει η κοινωνική πρόοδος εξαιτίας του σαπίσματος του καπιταλισμού και 2) Στην απουσία ενός νέου προοδευτικού αφηγήματος γύρω από το οποίο να συσπειρωθεί η ανθρωπότητα για να βγει από τις λάσπες. Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα στη γέννηση του πλασαρίστηκε μ’ ένα τέτοιο «αφήγημα», ένα όραμα για το μέλλον με βάση το οποίο θα προόδευε η κοινωνία. Τα ιδανικά της γαλλικής επανάστασης έγιναν ιδανικά όλων των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων και όχι μόνο στη Γαλλία. Αυτό ήταν κάτι αναγκαίο για την αστική τάξη, που στην επανάσταση της ήθελε να έχει συμμάχους όλους όσους καταπιέζονταν από το φεουδαρχικό σύστημα. (Βέβαια με το που εξασφάλισε την κυριαρχία της η αστική τάξη έγινε συντηρητική και ξέχασε τις όποιες υποσχέσεις είχε δώσει στους καταπιεσμένους. Με μιας το γενικό συμφέρον έγινε ειδικό, και οι παρίες παρέμειναν παρίες). Ο Βάλτος και το κενό λοιπόν δημιουργούν πανικό, ο πανικός ευνοεί τον ανορθολογισμό, και ο ανορθολογισμός είναι το πιο έφορο έδαφος για να φυτρώσουν όλων των ειδών τα μεταφυσικά ζιζάνια, παραδοσιακού, νεωτερικού, μετανεωτερικού τύπου και όλων των μεταξύ τους διασταυρώσεων. Πόσο μάλλον όταν –προκειμένου να αποφευχθεί η παραγωγή «μεγάλων αφηγήσεων»- η παραγωγή της ανθρώπινης σκέψης λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πολυδιασπασμένη, ακραία εξειδικευμένη, κατευθυνόμενη και μονομερής. Και για να μην παρεξηγηθώ, όλο αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή εξυπηρετεί τη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και επειδή στην εποχή μας η καταγραφή και η διάδοση της πληροφορίας γίνεται με ραγδαίους ρυθμούς σε σχέση με παλιότερα. Όμως η δυνατότητα επεξεργασίας, συνδυασμού, επαλήθευσης και διασταύρωσης της πληροφορίας αυτής, [αν και με τη βοήθεια τις τεχνολογίας έχει επίσης επαναστατικά αυξηθεί], δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την ταχύτητα με την οποία παράγονται τα πληροφοριακά «παράσιτα» και «σκουπίδια». Ίσως μάλιστα αυτή η «πολυδιάσπαση των ιδεών» να έχει μια κάποια «εκλεκτική συγγένεια» με τα ίδια τα καπιταλιστικά συμφέροντα, τα οποία είναι από τη φύση τους διασπασμένα, αν και αλληλοδιαπλεκόμενα.

Κάποιου εδώ ολοκληρώνεται και το δεύτερο μέρος, ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο, όπου θα προσπαθήσω με κάποιο τρόπο να κλείσω τον κύκλο των συλλογισμών μου.

Λαγωνικάκης Φρακγίσκος(Poexania)

Δείτε εδώ το Α’ Μέρος

Δείτε εδώ το Γ΄ Μέρος

1 Βεβαίως πάνω σε αυτά τα δικαιώματα, του ατόμου και του πολίτη, αντανακλώνται οι ατομικές σχέσεις ιδιοκτησίας.

2 Οι όροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τον Μαρξ και τον Ένγκελς για να διαχωρίσουν τη δική τους επεξεργασμένη οπτική για τον σοσιαλισμό σε σχέση με τις πρώιμες σοσιαλιστικές θεωρίες. Υπάρχει και σχετική μπροσούρα με τίτλο “η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη“.

3 Δεν το λέω με την πλατωνική έννοια.

4 Το οποίο για εμένα πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός.

Read Full Post »

pentagram

Δημοσιεύθηκε και στο Katiousa

Πολλοί ήταν οι διανοητές του 19ου ως και τις αρχές του 20ου αιώνα οι οποίοι μίλησαν για την «απομάγευση του κόσμου». Με τον όρο αυτό –«απομάγευση»- ο Μαξ Βέμπερ ονομάτισε την εξάλειψη ή τον ασφυκτικό περιορισμό της «μαγείας» από τις κοινωνικές πρακτικές. O όρος μαγεία αντιστοιχούσε χοντρικά σε οποιαδήποτε δοξασία ή πρακτική ή νόημα που γίνονταν αποδεκτά χωρίς τη μεσολάβηση μιας επιστημονικής [θετικιστικού τύπου] εξήγησης. Η αντίληψη αυτή δεν είχε δημιουργηθεί στους διανοητές της εποχής χωρίς λόγο. Αντιθέτως, είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν στην απομάγευση αφού μια σειρά από «επαναστάσεις», όπως ήταν η βιομηχανική (με τις δυο φάσεις της) και η επιστημονική, αλλά και επαναστάσεις χωρίς τα εισαγωγικά, είχαν φέρει στην Ευρώπη έναν τύπο ορθολογισμού που βασίζονταν πάνω στον θετικισμό, που με τη σειρά του υπηρετούσε την πρόοδο της καπιταλιστικής οικονομίας. Υπήρχαν βέβαια και διανοητές –όπως ήταν για παράδειγμα ο Καρλ Μαρξ- οι οποίοι κατάλαβαν αρκετά νωρίς τόσο τις δυνατότητες όσο και τις παγίδες του θετικισμού, τη σχέση του με τον καπιταλισμό, και κατ’ επέκταση τα όρια του.

Πάντως ο 19ος αιώνας ήταν ένας αιώνας που έδωσε την εντύπωση στους επιστήμονες, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία, πως τα πάντα μπορούσαν να μετρηθούν, να ταξινομηθούν να υπολογιστούν. Και σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, μέσω της συνεχούς προόδου της [θετικιστικού τύπου] επιστήμης, υπήρχε η δυνατότητα του σχεδιασμού και της «κατασκευής» του μελλοντικού κόσμου κατά το όραμα της ανθρωπότητας. Η αισιοδοξία αυτή ιστορικά χτύπησε σε βράχο, και οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι ήρθαν να αποδείξουν ότι το όραμα της ανθρωπότητας κάθε άλλο παρά ενιαίο ήταν, και ότι η βουλησιαρχία των ισχυρών του πλανήτη για το μοίρασμα του κόσμου, μοιραία οδηγούσε την ανθρωπότητα από ξέρα σε ξέρα. Η επιστημονική σκέψη, συνειδητοποιώντας ότι το όραμα (όποιο και αν ήταν αυτό) του 19ου αιώνα, κάθε άλλο παρά πραγματώθηκε, σταμάτησε να βλέπει τον θετικισμό ως πανάκεια, και άρχισε να αναστοχάζεται πάνω στην ίδια της τη φιλοσοφία και την επιστημονική μέθοδο. Στις κοινωνικές επιστήμες αυτό εκφράστηκε με την παραδοχή ότι δεν ήταν δυνατόν τα πάντα να ποσοτικοποιηθούν και να «μαθηματικοποιηθούν». Ο θετικισμός φυσικά κάθε άλλο παρά ξεπεράστηκε, αυτό που μάλλον συνέβη είναι ότι άρχισαν να ανακαλύπτονται τα όρια και οι περιορισμοί του, και καταρρίφθηκε η όποια αισιοδοξία ότι με μια σειρά από πολύπλοκους μεν αλλά ακριβείς υπολογισμούς, όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν.

img4

Ομοιοπαθητικά σκευάσματα, σαν να λέμε mana potion, healing potion κλπ

Παράλληλα, όσο και αν η επιστημονική μέθοδος και το θετικιστικό paradigm πήρε χώρο από την «μαγεία»/μεταφυσική, εκείνη κάθε άλλο παρά εξαφανίστηκε. Ακόμα λοιπόν και αν η μεταφυσική δε βρήκε με άμεσο τρόπο χώρο ανάμεσα στους ταινιοδιαδρόμους του εργοστασίου, στις πρέσες και στα κοπίδια, στις πρακτικές του τεϊλορισμού και του φορντισμού, συνέχισε να υπάρχει στις κοινωνικές αναπαραστάσεις και κατ’ επέκταση στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Πέρα όμως από τις όποιες ποσοτικές μεταβολές υπέστη η «μαγεία», η ανάδυση του καπιταλισμού την άλλαξε και ποιοτικά. Επ’ αυτού δεν θα επεκταθώ διότι έχω αναφερθεί σε παλαιότερα μου άρθρα που όποιος θέλει μπορεί να τα διαβάσει εδώ και εδώ. Μια άλλη αδιαμφισβήτητη μεταβολή που έφερε η ανάδυση του θετικιστικού paradigm, είναι το σε συντριπτικό βαθμό διαζύγιο της μοντελοποιημένης επιστημονικής σκέψης από τη «μαγεία» και τις δοξασίες της. Στις μεσαιωνικές κοινωνίες, επιστήμη και μαγεία ήταν πολλαπλώς εναγκαλισμένες μεταξύ τους. Οι γιατροί διδάσκονταν αστρολογία και διάβαζαν προσευχές ως θεραπευτική πρακτική, οι φυσικοί διδάσκονταν αλχημεία, οι χειρούργοι ήταν «καταραμένοι» διότι με τις πρακτικές τους έχυναν αίμα, κάτι που απαγόρευε ο χριστιανισμός κ.α. Με το παραπάνω δεν υπονοώ ότι ο θετικισμός και ο καπιταλιστικός οργανωμένος τρόπος παραγωγής δεν δημιουργούν –αναγκαία- τις δικές τους ιδεαλιστικές/μεταφυσικές αναπαραστάσεις (αν θέλετε διαβάστε παλιότερο μου άρθρο για την μαρξιστική έννοια της ιδεολογίας και του φετιχισμού), αλλά ότι εισάγεται στην επιστημονική σκέψη η έννοια της απόδειξης και απορρίπτονται οι όποιες εξ αποκαλύψεως αλήθειες του παρελθόντος.

Βέβαια μέσα στην καπιταλιστική αγορά, «μαγεία», μηχανική και επιστήμη έρχονται να «συνευρεθούν» με καινοτόμους τρόπους. Για παράδειγμα ένα μεγάλο κομμάτι της φαρμακοβιομηχανίας ασχολείται με την παραγωγή ομοιοπαθητικών «σκευασμάτων», ενώ μέσω της προόδου που έφερε στις επικοινωνίες η επιστήμη της πληροφορικής διασπείρεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη κάθε είδους θεωρία συνωμοσίας, ψευδοεπιστήμης, προφητείας κ.α.

Είναι φανερό λοιπόν μέχρι τώρα, ότι αυτό που οι διανοητές της νεωτερικότητας διέγνωσαν ως παιδική ασθένεια του πολιτισμού, δηλαδή τη μαγεία, έχει μάλλον περισσότερο τη μορφή αλλεργίας αφού όχι μόνο δεν εξαφανίζεται μια και καλή, αλλά ανάλογα με την εκάστοτε εποχή αναζωπυρώνεται και μεταλλάσσεται. Μια τέτοια περίοδο θεωρώ ότι βιώνουμε και στην αυγή του 21ου αιώνα, και μάλιστα πιο έντονα από την αρχή της δεύτερης δεκαετίας του. Ομολογώ πως δεν μπορώ να κατανοήσω το φαινόμενο σε όλες του τις διαστάσεις και σχέσεις, παρόλα αυτά έχω κάποιες ιδέες σχετικά με το τι μπορεί να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή.

Οικονομική κρίση: Η οικονομική κρίση δημιουργεί αβεβαιότητα σε ανθρώπινα υποκείμενα και διαλύει κατεστημένους θεσμούς και μοτίβα. Η αβεβαιότητα αυτή κλονίζει τη μέχρι τότε σταθερή πίστη σε αξίες και τρόπους ζωής και οδηγεί τα υποκείμενα σε εναλλακτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας. Τη θέση λοιπόν αυτού του κενού που δημιουργείται, έρχεται να την καλύψει πολλές φορές η μεταφυσική, η ψευδοεπιστήμη, ο «πνευματισμός» κ.α.

Μη επαλήθευση της τελεολογίας του θετικισμού: Το ότι ο θετικισμός, η βιομηχανική και η επιστημονική ανάπτυξη, η εξέλιξη γενικότερα της υλικής και πνευματικής παραγωγής δεν οδήγησε σε κάποιου είδους ουτοπία, είναι κάτι που κάνει την επιστήμη να χάσει την παντοδυναμία της στα μάτια των ανθρώπων. Πόσο μάλλον όταν διαφορετικά υποκείμενα απολαμβάνουν σε διαφορετικό βαθμό τα αγαθά του σύγχρονου πολιτισμού. Οι άθλιες υπηρεσίες ιατρικής φροντίδας για παράδειγμα που λαμβάνει κάποιος ανασφάλιστος, ή ακόμα και κάποιος που έχει μια δημόσια ασφάλιση της κακιάς ώρας, αφήνουν μεγάλο κενό για εισχώρηση της παραϊατρικής. Φυσικά, και μάλλον σε μεγαλύτερο βαθμό, στην παραϊατρική και στην ματζουνολογία καταλήγουν και οι ευκατάστατοι. Στην δική τους περίπτωση αυτό δεν έχει να κάνει με την μη πρόσβαση σε δομές υγείας, αλλά με τη συνήθεια, να νοηματοδοτούν τη ζωή τους μέσω του εξεζητημένου, του εκκεντρικού και του «εναλλακτικού».

Η αδυναμία της επιστήμης να δώσει απάντηση σε υπαρξιακά ερωτήματα:Υπάρχει ψυχή; Υπάρχει ζωή μετά θάνατον; Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης; Τα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα μοιραία απασχολούν τους ανθρώπους κατά πάσα πιθανότητα από την αρχή της ανθρωπότητας. Η επιστήμη πέρα από το να διαψεύσει κάποιες μεταφυσικές δοξασίες σε σχέση με αυτού του τύπου τα ερωτήματα δεν μπορεί να δώσει τη δική της απάντηση. Από τη μια λοιπόν απορρίπτει τις μεταφυσικές ερμηνείες, από την άλλη έρχεται και παραδέχεται ότι δεν έχει απτές αποδείξεις έτσι ώστε να μπορέσει να δώσει μορφή στο άγνωστο. Συνεπώς δεν είναι καθόλου παράξενο – και εφόσον τα υπαρξιακά ερωτήματα συνδέονται και με το αίσθημα του υπαρξιακού φόβου- ότι πολλοί άνθρωποι προτιμούν τις μεταφυσικές απαντήσεις από την άγνοια που τους προτείνει ως εναλλακτική η σύγχρονη επιστήμη.

Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του άρθρου έτσι ώστε να μην γίνει πολύ μεγάλο και κουραστικό. Θα χαρώ να σας δω και στο επόμενο 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

 

Το δεύτερο μέρος ΕΔΩ

Read Full Post »

Αναδημοσίευση από Κατιούσα

(Πραγματεία επί της γλώσσης)

Γιώργος Πιτσιτάκης

δάσκαλος – Ιστορικός ερευνητής

pitsitakisg@gmail.com

Ο Παναγιώτης (Πάνος) Κορνάρος (1908 – 1944) γεννήθηκε στο Σφακοπηγάδι Κισάμου Χανίων και ήταν ο πρωτότοκος από 5 αδέρφια. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού του και ήταν άριστος μαθητής.

Το σχολικό έτος 1919-20 εγγράφεται στο Γυμνάσιο Χανίων δίπλα στη Δημοτική Αγορά. Μετά τις δύο πρώτες τάξεις, το σχολικό έτος 1921-22 ο γυμνασιάρχης του 2ου Γυμνασίου Χανίων Εμμ. Γενεράλις τον παίρνει μαζί του στο γυμνάσιο, που μόλις πριν ένα χρόνο είχε ιδρυθεί παίρνοντας μαθητές από το Α’ Γυμνάσιο της Αγοράς, και όπως γράφει ο Εμμ. Κριαράς μαθητής και αυτός του ίδιου σχολείου: «[…] Εγκαταλείπαμε ευπρεπές γυμνασιακό κτίριο και “μετακομίζαμε” σε άθλιο παλαιό τουρκικό σχολικό κτίριο στη συνοικία Καστέλι των Χανιών […]». Ο Γενεράλις φαίνεται να είχε συγκεντρώσει τον «αφρό» της μαθητικής νεολαίας της εποχής. Το καλοκαίρι του 1925 αποφοιτά αριστούχος και εγγράφεται στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σύμφωνα με μαρτυρία του αδερφού του, στη διάρκεια των σπουδών του ήταν αριστούχος φοιτητής και παρότι ήταν πρώτος στη σχολή του δεν του δόθηκε υποτροφία διότι ανέπτυσσε έντονη φοιτητική συνδικαλιστική δράση.

Τον Ιούλη του 1929 από την κυβέρνηση Βενιζέλου ψηφίζεται ο νόμος «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», το περίφημο «Ιδιώνυμο» (ΦΕΚ 245, τεύχος πρώτον 25/7/1929), που έστειλε στις φυλακές και τις εξορίες χιλιάδες αγωνιστές, είτε ήταν κομμουνιστές είτε όχι. H ψήφιση του «Ιδιώνυμου» και τα χρονίζοντα φοιτητικά αιτήματα, οδηγούν στο τέλος Νοεμβρίου του 1929 στη μεγάλη φοιτητική απεργία με διαδηλώσεις και σκηνές βίαιης καταστολής, όπου 32 φοιτητές καταδικάζονται όλοι ως πρωταίτιοι και κλείνονται στις φυλακές. Ο Κορνάρος που συμμετείχε στις κινητοποιήσεις αποβλήθηκε από όλα τα Πανεπιστήμια της Ελλάδας, μαζί με τους συμπατριώτες και συμφοιτητές του, Γιώργη Τσιτήλο και Γιώργη Πετράκη. Στρατεύτηκε αμέσως και υπηρέτησε στο 14ο Σύνταγμα στα Χανιά. Το 1931, ο πρωτομάρτυρας της Αντίστασης Βαγγέλης Κτιστάκης επιστρέφει στα Χανιά, από τις σπουδές του στη Γερμανία με διδακτορικό κι έχοντας γνωρίσει το μαρξισμό, στρατεύεται και υπηρετεί στην 5η Μεραρχία. Στο στρατό συνδέθηκε με τους διανοούμενους κομμουνιστές Πάνο Κορνάρο και Γιώργο Τσιτήλο. Μετά το τέλος της στρατιωτικής τους θητείας οι παραπάνω, δημιούργησαν μια ομάδα κάτω από την καθοδήγηση του Βαγγέλη Κτιστάκη στην οποία προστέθηκαν οι διαλεχτοί σύντροφοί τους ο γεωπόνος Νίκος Μαριακάκης, ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης, ο Γιώργης Πετράκης, ο Μανώλης Πισαδάκης και άλλοι που έβαλαν τα θεμέλια των οργανώσεων και ανέλαβαν την ανάπτυξη της οργάνωσης και της πολιτικής δράσης του ΚΚΕ στο νομό Χανίων. Την περίοδο αυτή έγινε μέλος του συλλόγου φιλολόγων Ν. Χανίων. Το επόμενο διάστημα ξαναγύρισε στην Αθήνα και ανέλαβε αρχισυντάκτης στο Ριζοσπάστη. Στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 ήταν υποψήφιος βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ) στο νομό Χανίων.

Στις 4 Αυγούστου 1936 επιβάλλεται από την ελληνική και ξένη ολιγαρχία η μοναρχο-φασιστική δικτατορία του Γεωργίου Γλύξμπουργκ και του Ιωάννη Μεταξά, εξαπολύοντας άγριο διωγμό όχι μόνο στους κομμουνιστές αλλά ενάντια και σε άλλους δημοκράτες. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας αστυνομικοί πραγματοποίησαν έφοδο στα γραφεία και τα τυπογραφεία των εφημερίδων. Στόχος τους να σταματήσουν τη διαδικασία έκδοσης των φύλλων της επόμενης μέρας. Σε λίγο ένας πολύπλοκος μηχανισμός θα αναλάμβανε τη προβολή του καθεστώτος. Ο “Ριζοσπάστης” ήταν η μόνη εφημερίδα που διέκοψε την κυκλοφορία της με την κήρυξη της δικτατορίας.

scan005

Ο έλεγχος του Πάνου Κορνάρου από το γυνμάσιο Χανίων

Ο Κορνάρος τότε βρισκόταν στα Χανιά. Η μαρτυρία – αφήγηση του Φραγκιού Λαγωνικάκη1 κομμουνιστή – αντιστασιακού και συγκρατούμενου του Κορνάρου, από τη Νέα Χώρα Χανίων, είναι αποκαλυπτική: «[…] Όταν έγινε η δικτατορία του Μεταξά, έγιναν και στα Χανιά μαζικές συλλήψεις. Μια μέρα ήρθαν πρωί-πρωί στο σπίτι μου και με έπιασαν. Στην ασφάλεια βρήκα το Χρήστο Δαρατσάκη, τον Κώστα Τζάκο, τον Γιάννη Πεντάρη, τον Παναγιώτη Κορνάρο, τον Παναγιώτη Τσεπέτη και άλλους. Μας μετέφεραν στο τμήμα μεταγωγών στα δικαστήρια. Διαμαρτυρηθήκαμε, ζητούσαμε να μας απολύσουν. Ήρθε ο γενικός διοικητής Πότης Σφακιανάκης: “Περιμένω διαταγές από το Μανιαδάκη”, μας είπε. Την επόμενη, συνοδεία και με χειροπέδες μας έβαλαν στο βαπόρι, μας έκλεισαν μερικές μέρες στο μεταγωγών του Πειραιά και από εκεί στην Ακροναυπλιά. Ήταν μια φυλακή παλιό φρούριο με ιστορία, εκεί είχαν κλείσει και το Γέρο του Μωριά, τον Κολοκοτρώνη, εκεί και τον Μακρυγιάννη, όταν σήκωσαν κεφάλι να πολεμήσουν την ξενοκρατία που πήρε τη θέση των Τούρκων και των κοτζαμπάσηδων. Εμείς οι Χανιώτες πήγαμε πρώτοι, εκατομμύρια ψύλλοι και κοριοί πέσανε πάνω μας να μας πνίξουν. Σε λίγες μέρες οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι από συντρόφους, οργανώσαμε τη ζωή μας, το μαγειρείο, το φούρνο, το λουτρό, καθαρίσαμε τη βρωμιά, ασπρίσαμε. Χωριστήκαμε σε παρέες, εμείς οι Χανιώτες στον ίδιο θάλαμο, στην ίδια παρέα, πείνα και των γονέων, το ψωμί λιγοστό, το φαΐ χωρίς λάδι. Καταλαβαίναμε ότι μας πήγαιναν για εξόντωση όπως και το κατάφεραν στο τέλος, παραδίνοντας τους κρατούμενους την πρώτη μέρα της κατοχής στους Γερμανούς δήμιους. Μια μέρα απόλυσαν όλους τους Χανιώτες, εκτός από μένα. Μαριακάκη, Καλαφατάκη, Βεστάκη κ.λπ. Ύστερα από μερικές μέρες τους έφεραν όλους πίσω, δεν είχε πετύχει το κόλπο.

Σε έναν θάλαμο είχαν απομονώσει όλους τους διανοούμενους και επιστήμονες, ήταν πολλοί, όπως ο Δημήτρης Γληνός, ο παιδαγωγός, τρεις γιατροί, ο Μανώλης Σιγανός από το Ηράκλειο, ο Γιάννης Αντωνιάδης και ένας άλλος, που δε θυμάμαι το επίθετό του. Ήταν ακόμα ο Σινακός, ο Βασίλης Μπαρτζώκας και πολλοί άλλοι. Ένα βράδυ πυροβόλησε η φρουρά μέσα στους θαλάμους, χωρίς λόγο. Σκότωσαν το δάσκαλο Σταυρίδη από τη Φλώρινα. Λένε πως στόχος ήταν ο Γληνός, αλλά αστόχησαν. Διαμαρτυρηθήκαμε στη διεύθυνση και στο Υπουργείο, κάναμε αποχή, ζητήσαμε να γίνουν ανακρίσεις, να περάσει από δίκη ο διοικητής της φρουράς. Στο θάλαμο δεν μέναμε ούτε μια ώρα αργοί. Την ημέρα με το νοικοκυριό μας, να καθαρίσουμε, να πλύνουμε τα ρούχα μας, να βοηθήσουμε στο μαγειρειό, κάναμε μαθήματα. Το βράδυ είχαμε πρόγραμμα ψυχαγωγίας με απαγγελίες, θεατρικά σκετς, χορούς. Στις 25 του Μάρτη, μας άφησαν και γιορτάσαμε όλοι μαζί, αλλά η διεύθυνση έκανε λογοκρισία στο πρόγραμμα. Ακόμα και από το ποίημα του Ρήγα Φεραίου κόψανε τους στίχους που λέγανε να ενωθούνε οι λαοί των Βαλκανίων, να διώξουνε τον Τούρκο δυνάστη. Πολλές φορές η διεύθυνση της φυλακής μας έφερνε χαφιέδες στους θαλάμους, εμείς τους αναγνωρίζαμε αμέσως και τους είχαμε σε απομόνωση. Ερχόταν δίπλα σου να πιάσουν κουβέντα, εσύ έφευγες, δεν τους μιλούσε κανείς. Σε λίγες μέρες τους έπαιρναν για να φέρουν άλλους που είχαν την ίδια τύχη […]».

Στο κάτεργο της Ακροναυπλίας ο Κορνάρος έμεινε έως την κήρυξη του πολέμου. Τότε οι δεσμώτες ζήτησαν να πάνε στο Μέτωπο να πολεμήσουν τους φασίστες επιδρομείς και να υπερασπιστούν την πατρίδα. Το καθεστώς τους αρνείται και όταν η χώρα υποδουλώνεται η προδοτική «κυβέρνηση» τους παραδίδει στους κατακτητές. Το Σεπτέμβρη του 1942 ο Κορνάρος μαζί με άλλους συντρόφους του μεταφέρθηκε στις φυλακές της Λάρισας. Όλα αυτά τα χρόνια ζώντας τη σκληρή και απερίγραπτη ζωή στα μπουντρούμια της φυλακής, επικοινωνεί με την οικογένειά του, με τ’ αδέλφια του και την αγαπημένη του, με γράμματα και επιστολικά δελτάρια από τα οποία ελάχιστα έχουν διασωθεί. Ένα μικρό δείγμα: «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑΙ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑΣ, 15-4-37, Αγαπητέ μου αδελφέ Νικόλα […] Εμείς εδώ είμαστε 150 περίπου άνθρωποι, εκτοπισμένοι όλοι με αποφάσεις των επιτροπών δημοσίας ασφαλείας. Για συσσίτιο μας παραχωρεί το κράτος ένα δεκάδραχμο στον καθένα και ζούμε μ’ αυτό μαγειρεύοντας από κοινού. Στην αρχή είμαστε 12 Κρητικοί αλλά αμνηστεύθηκαν οι 6 και μείναμε οι υπόλοιποι. […] Το μόνο που επιθυμώ είναι να με θυμάστε καμιά φορά και να μου γράφετε τι γίνεστε. Με αγάπη ο αδελφός σου Π. Κορνάρος». Ένα χρόνο αργότερα από τη Λάρισα μεταφέρονται στο Χαϊδάρι.

Στις 27 Απριλίου του 1944 ο ΕΛΑΣ στην Λακωνία σκοτώνει τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Πελοποννήσου, στρατηγό Φράντς Κρεχ και τρεις άνδρες της συνοδείας του. Σε αντίποινα ο στρατός κατοχής αποφάσισε την εκτέλεση 200 κομμουνιστών. Έτσι από το Χαϊδάρι επιλέχθηκαν οι δεσμώτες της Ακροναυπλίας και οι εξόριστοι της Ανάφης. Ανάμεσά τους και Κρητικοί αγωνιστές όπως ο Ναπολέων Σουκατζίδης από το Αρκαλοχώρι Ηρακλείου και οι Χανιώτες Πάνος Κορνάρος από το Σφακοπηγάδι, ο Νίκος Μαριακάκης από τα Χανιά και ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης από τον Πλατανιά. Την Πρωτομαγιά του ’44 και καθώς το δρεπάνι του χάρου τους ακουμπά, αυτοί τραγουδούν, αποχαιρετούν τους συντρόφους τους και ο Κορνάρος, ίδιος σταυραϊτός, έσυρε πρώτος το χορό στον πεντοζάλη που χόρεψαν οι μελλοθάνατοι πριν την εκτέλεσή τους. Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης σαστίζει, δεν πιστεύει στα μάτια του και ρωτά τι κάνουν. Ανεβάζουν τους ήρωες στα φορτηγά και τους μεταφέρουν στην Καισαριανή. Εκεί στο σκοπευτήριο ο μαντρότοιχος βάφτηκε κόκκινος κι οι μάρτυρες πέρασαν στην αθανασία.

Γληνος

Τα χρόνια εκείνα του Μεσοπολέμου (αρχές της δεκαετίας του 1920) με τον ταραγμένο κοινωνικό και πολιτικό βίο (εθνικός διχασμός, Μικρασιατική καταστροφή, προσφυγικό πρόβλημα), αρκετοί νέοι των Χανίων, που αργότερα εξελίχθηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής , όπως ο Μανώλης Κριαράς, ο Στέλιος Καψωμένος, ο Βαγγέλης Κτιστάκης, ο Νίκος Τωμαδάκης, ο Μανώλης Σκουλούδης, ο Μιχάλης Ράπτης (Pablo), ο Γιώργος Σπυριδάκης κ.ά. αντιδρώντας στο τέλμα της εποχής με πνευματικές αναζητήσεις, φιλολογικές και κοινωνικές συζητήσεις, ομιλίες και δράσεις, συγκροτούν ομάδες και ιδρύουν ομίλους και συλλόγους όπως τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο» και τον «Σύνδεσμο των Καλών Τεχνών εν Κρήτη» και εκδίδουν φιλολογικά – λογοτεχνικά περιοδικά όπως τις «Λογοτεχνικές Σελίδες», τον «Αυγερινό» και τον «Ερωτόκριτο». Σε αυτή την πνευματική κυψέλη φαίνεται ότι συμμετέχει ενεργά και ο Πάνος Κορνάρος. Είναι χαρακτηριστικά τα φλογερά λόγια όπως τα περιγράφουν οι νέοι του Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου απευθυνόμενοι στους συνομήλικούς τους στην «Έκκληση προς τους νέους των Χανίων» όταν διαπιστώνουν πνευματική νάρκωση και ακινησία: «Σπουδάζουσα νεότης! […]Εις την Κρήτην όπου οι ποιηταί δεν έλειψαν, ούτε και οι θεραπεύοντες τας μούσας, ούτε οι άνθρωποι, οι λάτραι του καλού, εις την πατρίδα του Βιτσέντζου Κορνάρου, του Κονδυλάκη και Δαμβέργη, και τόσων άλλων αστέρων της ποιήσεως και της λογοτεχνίας, σήμερον παρατηρείται μία νεκροφάνεια μία σιγή, μία αφάνεια ανθρώπων αγαπώντων το καλόν και άλλων παραγωγών του ή και υποστηρικτών του! Ναι! Ο πόλεμος υπήρξεν αιτία δια να μείνωμεν οπίσω. […] Δεν υπάρχει θέλησις υποστηρίξεως των καλών τεχνών και η υπάρχουσα εκμηδενίζεται υπό της αδιαφορίας των πολλών. Εις την Κρήτην μόρφωσις υπάρχει. Μήπως δεν υπάρχουν εις την μεγαλόνησον μας άνθρωποι θερμώς αφωσιωμένοι, μήπως δεν είναι λάτραι της φιλολογίας; Μήπως δεν είναι υποστηρικταί του καλού εν τη τέχνη; Είναι! Εις σπινθήρ χρειάζεται! […]».

1 Ο Φραγκιός Λαγωνικάκης, κομμουνιστής – αντιστασιακός, είχε το ιστορικό καφενείο «Του Φραγκιού» στην παραλία της Νέας Χώρας δυτικά της πόλης των Χανίων, το οποίο υπάρχει και σήμερα. Ήταν μέλος του προπολεμικού κομμουνιστικού πυρήνα της Νέας Χώρας που καθοδηγούνταν από τον Βαγγέλη Κτιστάκη και έλαβε μέρος σε όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στα Χανιά κατά το Μεσοπόλεμο. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου τον έστειλε στην Ακροναυπλία. Έλαβε μέρος στο Κίνημα κατά του Μεταξά και φυλακίστηκε ξανά στις φυλακές της Πύλου. Κατά την Κατοχή, συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση και παρ’ ολίγο να οδηγηθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί.

(Συνεχίζεται…)

Read Full Post »

Το άρθρο δημοσιεύθηκε και στο katiousa

18835232_10155299111279194_955520438_n

Όχι, ο τίτλος δεν αναφέρεται στην ομώνυμη σειρά του Νίκου Φώσκολου αλλά στον εμφύλιο στην Κρήτη, που μαθαίνουμε τελευταία από μερικούς ότι χάρη στην παρέμβαση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δεν έγινε ποτέ. Στο άρθρο που ακολουθεί, θα σταθώ σε μερικά γεγονότα του εμφυλίου στην Κρήτη, διότι όπως φαίνεται, στις μέρες μας πρέπει να αποδεικνύουμε τα αυταπόδεικτα, διαφορετικά οι πλαστογράφοι θα τα μπαζώσουν και θα τα θάψουν κάτω από ιστορίες για αχρείους.

Καταρχάς, καλό θα ήταν να αναφερθούμε σε μια από τις ιδιομορφίες που αφορούν την Κρήτη και συγκεκριμένα τα Χανιά. Το ένοπλο αντιστασιακό κίνημα στα Χανιά δημιουργούσε πρόβλημα στις αστικές δυνάμεις, καθώς με την επερχόμενη απόσυρση των Γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα, υπήρξε ο κίνδυνος να εξοπλιστούν με τα δικά τους όπλα τα αντάρτικα ένοπλα τμήματα. Το καλοκαίρι του 44′ η απελευθέρωση του νησιού έμεινε ημιτελής, αφού, αν και τα περισσότερα στρατεύματα αποχώρησαν, οι Γερμανοί είχαν κρατήσει μια ζώνη δυτικά του Αποκόρωνα, που περιελάμβανε το Ακρωτήρι και την πόλη των Χανίων. Την πολιορκία των δυνάμεων αυτών την είχαν αναλάβει οι αντιστασιακές οργανώσεις, και κυρίως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, κάτι που αύξησε την αριθμητική ανάπτυξη τους και ενίσχυσε την θετική εικόνα τους στον τόπο. Αυτό, φυσικά, ήταν κάτι που προβλημάτιζε τις βρετανικές και τις αστικές δυνάμεις, για αυτό και κράτησαν όσο περισσότερο μπορούσαν τους Γερμανούς στο νησί, ώστε να κερδίσουν χρόνο έχοντας τους αντάρτες απασχολημένους και προετοιμάζοντας το σχέδιο αντιμετώπισής τους. Εκεί λοιπόν που τα περισσότερα μέρη της Ελλάδας απελευθερώθηκαν τον Οκτώβρη του 44′, στα Χανιά οι δυνάμεις κατοχής έμειναν ακόμη και μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας (8 Μαΐου 45′) δηλαδή μέχρι το καλοκαίρι του 45′, κι αποχώρησαν μόνο όταν οι αστικές δυνάμεις ήταν έτοιμες για την ομαλή μετάβαση των εξουσιών.1

Γενικότερα στο νησί, μετά την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων, άρχισαν να οργανώνονται τα γνωστά τμήματα κομμουνιστολαγωνικών ΜΑΥ και χωροφυλακής, κάτω από τις διαταγές του Γύπαρη2 στα Χανιά, και του Μπαντουβά στο Ηράκλειο που είχαν σαν στόχο τους την δίωξη των αριστερών και των οικογενειών τους και την επιβολή της [αστικής] τάξης. Οι συλλήψεις αριστερών τερμάτισαν την περίοδο της «ειρηνικής συνύπαρξης» και έτσι το νησί στις αρχές του 47, με την παράλληλη ένταση του εμφυλίου στην υπόλοιπη χώρα, άρχισε να εισέρχεται και αυτό στην ένοπλη αντιπαράθεση, με φυγή των αριστερών στα βουνά και όλα τα συναφή.3

Στα βουνά της ανατολικής Κρήτης, από την πλευρά των ανταρτών, δραστηριοποιούνταν τα τμήματα του Ποδιά, όμως εξαιτίας των δύσκολων συνθηκών (έλλειψη νερού, ελλιπής υποστήριξη) και του ανελέητου κυνηγητού, εξανδραποδίστηκαν από τις δυνάμεις του Μπαντουβά. Ο ίδιος ο Ποδιάς έπεσε στην μάχη, ενώ οι «εθνικόφρονες» περιέφεραν στα γύρω χωριά και στην πόλη του Ηρακλείου το κεφάλι του και το χέρι του, προκειμένου να διαφημίσουν την νίκη τους, να ξεφτιλίσουν τον αντίπαλο, και να τρομοκρατήσουν τους πληθυσμούς ώστε να μην τους μπαίνουν στο μυαλό [επαναστατικές] ιδέες.4 Την τακτική αυτή άλλωστε οι αστικές δυνάμεις την ακολουθούσαν σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Για τα Χανιά, σημείο σταθμός για την έναρξη του εμφυλίου, μπορεί να θεωρηθεί η σύλληψη και η εκτόπιση σχεδόν του συνόλου των μελλών της Νομαρχιακής Επιτροπής Χανίων του ΕΑΜ στις 22 του Απρίλη του 1947. Το ίδιο βράδυ, εξοπλίστηκαν οι σταθμοί χωροφυλακής Φρε, Αποκορώνου, Θερίσσου κ.α.5 Μετά από αυτές τις συλλήψεις ακολούθησε μια σειρά από εξοντώσεις και διώξεις όσων σχετίζονταν με τις αντιστασιακές οργανώσεις της αριστεράς, οδηγώντας τους έτσι να βγουν πάλι στο βουνό για να οργανωθούν και να πολεμήσουν.

Για να καταλάβει κανείς την φρικαλεότητα των πράξεων των χωροφυλάκων και των λοιπόν επίσημων και ανεπίσημων δυνάμεων της αστικής τάξης, αρκεί να ακούσει την ιστορία του Παπά Αποστολάκη Νικόλαου (Παπά Νικολή). Στο σπίτι του Παπά– ο οποίος διακατέχονταν από προοδευτικές ιδέες και φιλοεαμικά αισθήματα- στο Νεροχώρι Αποκορώνου, λειτουργούσε παράνομος μηχανισμός του ΕΑΜ. Άρχισαν, λοιπόν, σταδιακά να δημιουργούνται υποψίες γύρω από το άτομο του, και έτσι μπήκε στο στόχαστρο των Μάυδων του Γύπαρη και των λοιπών παρακρατικών, που άρχισαν να τον παρενοχλούν και να τον απειλούν ότι θα τον γδάρουν σαν τον Αθανάσιο Διάκο. 6

Χαρακτηριστικά, την Μεγάλη Πέμπτη του 1947, και την ώρα που αυτός λειτουργούσε και είχε φτάσει στο 6ο ευαγγέλιο, παρακρατικοί όρμηξαν μέσα στην εκκλησία του και με την απειλή όπλων τον εξανάγκασαν να πει ξανά από την αρχή όλα τα ευαγγέλια. Μακάρι όμως να έμεναν μόνο εκεί. Στις 2 Αυγούστου του 1947, οι γυπαραίοι μπήκαν τα μεσάνυχτα στο σπίτι του και τον άρπαξαν μπροστά στην ανήμπορη να τους εμποδίσει γυναίκα του. Τον έβαλαν σε ένα φορτηγό και όσο αυτό ήταν εν κινήσει, άρχισαν να τον κατακρεουργούν. Του βγάλανε τα μάτια, τον έγδαραν όπως του είχαν τάξει, του έκοψαν τα γεννητικά του όργανα και τελικά τον εκτέλεσαν με μια βολή στο κεφάλι. Ύστερα πέταξαν το άψυχο σώμα του σε ένα γκρεμό κοντά στις φυλακές του Καλαμιού (Ιτσεδίν), ονόματι «Κόκκινος Γκρεμός».7 Το παραπάνω, είναι μοναχά ένα από τα εκατοντάδες ή και χιλιάδες περιστατικά δολοφονιών, συλλήψεων, βασανισμών, πυρπολήσεων σπιτιών, βιασμών και ληστειών των γυπαραίων, των μπαντουβάδων και των επιτελείων τους.

«Ο Ελκόμενος επί Κρημνού» 

Η αντίσταση των αριστερών δυνάμεων στα Χανιά κράτησε περισσότερο από ό,τι αυτή του Ηρακλείου, όμως είχε και αυτή τραγική αλλά ηρωική κατάληξη, με την αρχή του τέλους να σηματοδοτείται στη Μάχη της Σαμαριάς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η καθημερινή επιβίωση των ανταρτών ήταν ένα στοίχημα πολύ δύσκολο, αφού πέρα από τα στοιχεία της φύσης στα οποία βρίσκονταν εκτεθειμένοι, είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα και τη δίψα, αφού ο εφοδιασμός τους από συμπαθούντες ήταν πολύ δύσκολος και επικίνδυνος, και κάποιες φορές αδύνατος. Γνωρίζοντας το αυτό, οι δυνάμεις χωροφυλακής, κρύβονταν κοντά σε πηγές νερού ή σε βρύσες, περιμένοντας τους αντάρτες να πλησιάσουν, για να τους τουφεκίσουν ή να τους συλλάβουν.

Μετά από πολλούς μήνες επιτυχιών, αναποδιών, συμπλοκών, κυνηγητού και κρυψίματος, οι αντάρτικες δυνάμεις του νομού Χανίων που κρύβονταν στα Λευκά Όρη, υποχώρησαν στο φαράγγι της Σαμαριάς (τέλη Μάη – αρχές Ιούνη 1948), διαπράττοντας έτσι ένα μοιραίο λάθος αφού αποκλείστηκαν εκεί από τις αστικές δυνάμεις. Οι διωκόμενοι παγιδεύτηκαν στο φαράγγι και από τις δύο πλευρές, με τις παρακρατικές μονάδες να εισέρχονται ταυτόχρονα από την ορεινή πλευρά του φαραγγιού στον Ομαλό, και από την Αγιά Ρουμέλη, την παραθαλάσσια περιοχή στην οποία καταλήγει το φαράγγι, όπου οι κυβερνητικές δυνάμεις έφταναν με πλοία. Οι αντάρτες προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και παρόλο που έχασαν αρκετούς μαχητές, κατάφεραν να γλιτώσουν ένα μεγάλο μέρος της δύναμης τους διαφεύγοντας από ένα δύσβατο πέρασμα προς την πλευρά του Σελίνου.8 Η διαφυγή αυτή έγινε δυνατή λόγω της αυτοθυσίας μελών της δύναμης του ΔΣΕ που έμειναν πίσω –σε μια πράξη αυτοθυσίας- για να καθυστερήσουν τους επιτιθέμενους. Αξίζει σε αυτό το σημείο να παραθέσουμε τις συγκινητικές περιγραφές από το βιβλίο του Λευτέρη Ηλιάκη «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Κρήτη».

«Τη μεγαλύτερη πίεση δέχτηκε η Ομάδα του Νίκο Ξερογιαννάκη, από δυνάμεις ΜΑΥδων και Χωροφυλακής με επικεφαλής το Μοίραρχο Μαλινδρέτο. Η πίεση έφτασε στο κατακόρυφο την 4η μέρα μάχης. Η ομάδα δεν είχε ειδοποιηθεί για υποχώρηση μέχρι τις 4 το απόγευμα. Δυο μέλη της ομάδας με τα πολυβόλα τους συμπτύχθηκαν για να καλύψουν την υποχώρηση.

Στη σκληρή αυτή γιγαντομαχία από τη θρυλική ομάδα σκοτώθηκαν οι: Γεώργιος Παπαδόπουλος, αεροπόρος που με την κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε είχε προσχωρήσει με τους αντάρτες, Νικόλαος Μαθουλάκης από τον Πλατανιά Κυδωνίας, Ηλίας και Σπύρος Παντελάκης, αδελφοί, από το Βουτά Σελίνου, Ηλίας Ποντικάκης, από το χωριό Μουστάκο Σελίνου, Γεώργιος Ψαρός, από την Αθήνα, αεροπόρος του αεροδρομίου Μάλεμε. Τελευταίος έμεινε ο καπετάν Βαρδαλιάς, κομματιασμένος από τις σφαίρες και για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των διωχτών του και γίνει περίπαιγμα τους, αυτοκτόνησε με το γερμανικό του πιστόλι. Τραυματισμένος ελαφριά κατάφερε να διαφύγει ο Κωστής Μπιτζανάκης.»9

Η Μάχη της Σαμαριάς δεν κατάφερε να εξαφανίσει οριστικά την ύπαρξη των αντάρτικων τμημάτων, αλλά τους αποδυνάμωσε πολύ, και τους χώρισε σε μικρότερα κομμάτια, ενώ άλλοι γύρισαν στα σπίτια τους ή παραδόθηκαν, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του τέλους για την αντίσταση.10

Ακόμη και μετά τη λήξη του ελληνικού εμφυλίου, το κυρίαρχο αστικό κράτος συνέχισε να διώκει ανελέητα τους αριστερούς και τους αντάρτες για πολλά χρόνια. Στα Χανιά συγκεκριμένα, Ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή φυγαδεύτηκαν το 1961 στις σοσιαλιστικές χώρες για να γλιτώσουν τη σύλληψη, ενώ ο Σπύρος Μπλαζάκης και Γιώργος Τσομπανάκης, κρύβονταν από το 1949 ως το 1974 (που έπεσε η Χούντα) στα Λευκά Όρη, προφανώς κανείς δεν βρέθηκε να τους πει ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στην Κρήτη.11

«η ιστορία των δυο ανταρτών Μπλαζάκη και Τσομπανάκη»

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

1 Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, τόμος 2, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, σελ. 440 – 441.

2 Στην κηδεία του Γύπαρη, ο Μητσοτάκης εκφώνησε επικήδειο επαινώντας τον για την συμβολή του στον συμμοριτοπόλεμο, αξίζει επίσης να σημειωθεί την είσοδο του Δημοτικού Κήπου Χανίων την «κοσμεί» προτομή του κομμουνιστοφάγου Γύπαρη.

3 Ο.Π. «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου», σελ. 446 – 447.

4 Στο ίδιο, σελ. 447.

5 Λευτέρη Ι. Ηλιάκη, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Κρήτη, Χανιά 2002, σελ. 9.

6 Για το περιστατικό της δολοφονίας του Παπά Νικολή πρόσφατα δημιουργήθηκε ένα ντοκυμαντέρ με τίτλο από τον Κώστα Νταντινάκη με τίτλο «Ο Ελκόμενος επί κρημνού»

7 Ο.Π. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Κρήτη», σελ. 191 – 192.

8 Ο.Π. «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου», σελ. 451.

9 Ο.Π. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Κρήτη», σελ. 88 – 89.

10 Ο.Π. «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου», σελ. 451.

11 Στο ίδιο, σελ. 452.

Read Full Post »

Δημοσιεύθηκε και στο katiousa.gr

Καταρχήν Χρόνια Πολλά στους εορτάζοντες Κωνσταντίνους, Ελένες και στις λοιπές παραλλαγές των ονομάτων αυτών. Συνεχίζουμε -χωρίς παρεξήγηση- από το πρώτο μέρος.

Ήταν ο Κωνσταντίνος χριστιανός;

Μια γρήγορη απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι το «όχι», όμως επειδή ένα όχι δεν λέει πολλά πράγματα καλό θα ήταν να αναλύσουμε λίγο τη στάση του Κωνσταντίνου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο Κωνσταντίνος δεν υπήρξε ποτέ επισήμως χριστιανός, ενώ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι –εξαιτίας των όσων ψευδών έχουν γραφτεί γύρω από το άτομό του- αν αληθεύει καν, το ότι βαπτίστηκε χριστιανός στο τέλος της ζωής του. Παρόλα αυτά, για λόγους πολιτικής, ο Κωνσταντίνος φλέρταρε με τη χριστιανική θρησκεία, όπως άλλωστε και με την παλαιά –ειδωλολατρική- θρησκεία, της οποίας ήταν πιστός κατά παράδοση.

Στην πραγματικότητα, ο Κωνσταντίνος, ως το 300 μ.Χ. ήταν λάτρης του θεού Ηρακλή, και ύστερα του Απόλλωνα Ήλιου. Η λατρεία του Απόλλωνα Ήλιου, που συνδέονταν με τον Ζωροαστρισμό, ήταν μια μονοθεϊστική θρησκεία πιστός της οποίας ήταν και ο πατέρας του Κωνσταντίνου ο Κωνστάντιος Α’ Χλωρός. Η μονοθεϊστική εκδοχή της παλαιάς θρησκείας (δωδεκάθεου), ταίριαζε με τη φιλοσοφία της μοναρχικής εξουσίας, ο ένας θεός, ο ένας ηγεμόνας, η απόλυτη εξουσία. Πάντως ο Κωνσταντίνος δεν απέρριψε το υπόλοιπο δωδεκάθεο, αφού το 311, κατά την επιστροφή του από το Autum επισκεύθηκε όλους τους ναούς και προσκύνησε όλες τις αρχαίες θεότητες (επρόκειτο κατά πάσα πιθανότητα για μια ακόμη διπλωματική ενέργεια).[1]

poexania-eleni2a

Εν τοιούτο νίκα

Η «ανθεκτικότητα» των χριστιανών στους συνεχείς διωγμούς και ο πολλαπλασιασμός των πιστών της νέας αυτής θρησκείας, ανάγκασαν κάποια στιγμή τους Ρωμαίους αξιωματούχους να αποδεχθούν το γεγονός πως θα ήταν καλύτερο να τους ενσωματώσουν. Φυσικά η αποδοχή αυτή δεν ήρθε με την πρώτη και υπήρξαν συνεχώς πισωγυρίσματα, ανάλογα την περίοδο, ανάλογα τον αυτοκράτορα. Η κοινωνική ειρήνη ήταν ήδη αρκετά διαταραγμένη από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία από τον 3ο αιώνα μ.Χ και ύστερα, και οι διωγμοί όξυναν περαιτέρω τις ήδη οξυμένες αναταραχές και οδηγούσαν το λαό σε εξεγέρσεις.

Πρώτος ο Γαλέριος[2] ήταν εκείνος που νομοθέτησε το «Διάταγμα των Μεδιολάνων» το 313 (αν και υπήρξαν και στο παρελθόν αυτοκράτορες που έπαυαν τους διωγμούς και έδειχναν ανοχή στους χριστιανούς), το οποίο καθιέρωσε την ανεξιθρησκία. Λανθασμένα η διαταγή αυτή αποδίδεται στον Κωνσταντίνο, στην πραγματικότητα, ο Κωνσταντίνος και οι υπόλοιποι συναυτοκράτορες απλά την υπέγραψαν. Το έδικτο αυτό είχε σκοπό να παύσει τις λαϊκές εξεγέρσεις οι οποίες είχαν ξεσπάσει εξαιτίας των διωγμών του Διοκλητιανού. Ιδιαίτερα στο ανατολικό κομμάτι της αυτοκρατορίας που κατοικούσαν περισσότεροι χριστιανοί.[3]

Ο Κωνσταντίνος, αν και αποδέχθηκε τον χριστιανισμό, ήταν η πολιτική σκοπιμότητα που τον ώθησε προς τα εκεί και όχι η θρησκευτικότητα. Κατάλαβε ότι ήταν πιο χρήσιμο να ελέγχεις τους χριστιανούς από ότι να τους διώκεις. Με το να «πλησιάσεις» τους χριστιανούς σου δίδονταν η ευκαιρία να:

  • τους ενσωματώσεις στα σχέδια σου, ώστε να σε αποδεχθούν, να σε ακολουθήσουν στον πόλεμο και να μη σου δημιουργούν προβλήματα.
  • Από την άλλη μπορούσες, ελέγχοντας τους αξιωματούχους της εκκλησίας να περνάς τη δική σου βούληση μέσα από αυτούς στις μάζες, να μαθαίνεις πληροφορίες και να νομιμοποιείς στα μάτια των πιστών την εξουσία σου.
  • Ακόμα και το ίδιο το χριστιανικό κήρυγμα μπορούσες να το προσαρμόσεις στους στόχους σου, να δώσεις δηλαδή στις αιματηρές φιλοδοξίες σου έναν ιδεολογικό μανδύα.

Ο Κωνσταντίνος χρησιμοποίησε τη [χριστιανική] θρησκεία για όλα τα παραπάνω, κάτι που θα εξετάσουμε λιγότερο εδώ και περισσότερο στο τρίτο μέρος του άρθρου. Πάντως, στη ζωή του Κωνσταντίνου, καμία θρησκεία δεν είχε την αποκλειστική του προτίμηση. Ο ίδιος παρουσιάζονταν άλλοτε ως προστάτης των χριστιανών και άλλοτε ως ειδωλολάτρης, ανάλογα δηλαδή με το κοινό του. Πραγματική του θρησκεία ήταν η εξουσιομανία και φιλοσοφία του η πολιτική, οι μηχανορραφίες, οι εκβιασμοί, η εγωπάθεια, οι κατακτήσεις και ο πόλεμος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των πρακτικών του αποτελεί, ο θρύλος του «εν τούτω νίκα» που αποτελεί κατοπινή κατασκευή του Κωνσταντίνου και των γραφιάδων υμνητών του. Η σκοπιμότητα ήταν να παρουσιαστεί στους χριστιανούς σαν σταυροφορία, το εμφύλιο μακελειό που ο ίδιος προκάλεσε κατά την πορεία του προς την απόλυτη εξουσία. Σύμφωνα λοιπόν με τους υμνητές του, Ευσέβιο και Λακτάντιο, ο Κωνσταντίνος δέχθηκε θεϊκή επίσκεψη σε μορφή οράματος το απομεσήμερο (αυτή είναι η εκδοχή του Λακτάντιου), μια μέρα πριν από την καθοριστική του μάχη με το Μαξέντιο. Είδε λοιπόν στον ουρανό πλάι στον ήλιο (τι διάολο δεν στραβώθηκε;) φωτεινό το σήμα του σταυρού και πύρινα γράμματα που έγραφαν «εν τούτω Νίκα». Τι βολικό και αμφίσημο όραμα, αλήθεια, για κάποιον που λάτρευε τον θεό Απόλλωνα Ήλιο. Ο Ευσέβιος, από την πλευρά του, τοποθετεί το όραμα τη νύχτα πριν τη μάχη, όπου ό Κωνσταντίνος ονειρεύτηκε το σταυρό και έλαβε θεϊκή εντολή να το χαράξει στις ασπίδες των στρατιωτών.[4] Διαλέχτε και πάρτε…

Την άλλη μέρα λοιπόν, πρωί- πρωί, έστησε ο Κωνσταντίνος ειδικό συνεργείο και το πρόσταξε να κατασκευάσει λάβαρο με κοντάρι σε σχήμα σταυρού και επιγραφή ΧΡ (εκδοχή Ευσέβιου, η οποία μοιάζει σε σημείο αντιγραφής στο όραμα του Παύλου κατά την πορεία του προς τη Δαμασκό). Κατά την εκδοχή τώρα του Λακτάντιου, ο Κωνσταντίνος χάραξε το σχήμα Χ στις ασπίδες των στρατιωτών του. Γράφει επίσης ο Λακτάντιος, ότι το Χ τέμνονταν από μια κάθετη γραμμή με κυρτό το άνω άκρο της.

Αυτές του οι ενέργειες, σύμφωνα με τους αυλοκόλακες, του χάρισαν τη νίκη και μετέτρεψαν τον κατακτητικό του οίστρο σε θεϊκό θέλημα. Κατά τους δυο συγγραφείς, από εκείνη τη στιγμή και πέρα ο Κωνσταντίνος έγινε Χριστιανός. Αυτό φυσικά ήταν ένα ακόμη ψέμα, αφού στην αψίδα του θριάμβου που υψώθηκε στη Ρώμη μετά την εξόντωση του Μαξέντιου, ο Κωνσταντίνος έδωσε εντολή να χαραχθεί το όνομα του Δία, ενώ συνέχιζε να κυκλοφορεί νομίσματα με τον θεό ήλιο. Αν και μετά την ολοκλήρωση της αυτοκρατορίας του απέφευγε να κυκλοφορεί νομίσματα με σαφή χριστιανικά ή σαφή ειδωλολατρικά μοτίβα και προτιμούσε τις αμφισημίες.[5]

Τόσο τα σύμβολα που περιγράφει ο Ευσέβιος, όσο και εκείνα που περιγράφει ο Λακτάντιος (η εκδοχή το ΧΡ ή το Χ με την τέμνουσα), σχετίζονται με την κέλτικη παράδοση και μόνο αργότερα, σκοπίμως, καθιερώθηκαν και στον χριστιανισμό. Πάντως, ο Κωνσταντίνος, επικαλούνταν συχνά οράματα και θεϊκές παρεμβάσεις πριν από μεγάλες μάχες, προκειμένου να εμψυχώσει το στρατό του. Δυο χρόνια νωρίτερα, το 310, στη Γαλατία, κατά το προσκύνημά του στο ναό του Απόλλωνος, αυτός εμφανίσθηκε στο όνειρό του και του υποσχέθηκε τριάντα χρόνια βασιλείας.[6]  Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπαθούσε να πετύχει ο Κωνσταντίνος, είναι να τον θεωρούν όλοι ομόπιστο. Κάτι που μαρτυράται και στην διαφορετική εκδοχή που δίνει στα γραπτά του ο ειδωλολάτρης Nazarius, για τα γεγονότα πριν από τη μάχη του Κωνσταντίνου με τον Μαξέντιο, όπου ανακατεύει στο όραμα και κομμάτια της ειδωλολατρικής παράδοσης.[7]*Ανάλογα με το κοινό προσαρμόζονταν και το όραμα.

Πάντως, τα αγάλματα που έβαζε τους τεχνίτες να κατασκευάζουν ο Κωνσταντίνος, τον παρουσίαζαν με σύμβολα ειδωλολατρικά. Το γιγάντιο άγαλμα στην αγορά της Ρώμης, παρουσίαζε τον Κωνσταντίνο με κέλτικα ειδωλολατρικά σύμβολα, έχουν κυκλοφορήσει και σχετικά νομίσματα. Ο Ευσέβιος όμως στην ιστορία του, γράφει ότι στο χέρι το άγαλμα κρατούσε σταυρό.[8] Αντιστοίχως, στην νέα πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη), έβαλε να κατασκευάσουν μπρούτζινη στήλη και πάνω της ολόχρυσο άγαλμα που κρατούσε στα χέρια του φιγούρα που αντιπροσώπευε την τύχη της πόλης.[9]

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, το πως οι κόλακες του Κωνσταντίνου, ευθυγραμμίζονται στις βουλές του, και στα γραπτά τους κατακεραυνώνουν τους κατά καιρούς αντιπάλους του. Ο Ευσέβιος για παράδειγμα, ενώ για καιρό κολάκευε τον Λικίνιο, όταν ο Κωνσταντίνος αποφασίζει να τον εξοντώσει, στρέφεται εναντίον του με ακραίες ύβρεις. Από τα πυρά των γραφιάδων δεν ξέφυγε ούτε ο Μαξέντιος, που αν και ανεκτικός και προστατευτικός απέναντι στον χριστιανισμό, κατηγορήθηκε από τους «κωνσταντινικούς» ως αντι-χριστιανός, έτσι ώστε η σφαγή του να πλασαριστεί στους πιστούς σαν αρμόζουσα τιμωρία.[10]

Πώς να χαρίσεις στο παιδί σου και στη γυναίκα σου γρήγορα και εύκολα την βασιλεία των ουρανών;

Με το να τους στείλεις στους ουρανούς μια ώρα αρχύτερα! Και αυτό ακριβώς έπραξε ο Κωνσταντίνος, ας το δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά.

Η λίστα με τους συγγενείς που δολοφόνησε με βάναυσο τρόπο ο Κωνσταντίνος είναι μεγάλη (Μαξιμιανός, Μαξέντιος, Λικίνιος, Βασσιανός), όμως κατάφερε να ξεπεράσει και τα δικά του όρια δολοφονώντας ακόμα και τη γυναίκα του και το γιό του. Πρόκειται για τον Κρίσπο, που είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο την Μινερβίνη. Όπως επίσης και την κατοπινή γυναίκα του Κωνσταντίνου, και μητριά του Κρίσπου, Φαύστα. Αν και ο Κωνσταντίνος είχε χρησιμοποιήσει τη βοήθεια του γιου του Κρίσπου στις εμφύλιες διαμάχες του με τους συμβασιλείς (μάλιστα τον είχε χρίσει καίσαρα, ενώ του είχε δώσει και τη διοίκηση της Γαλατίας), ούτε αυτός δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη δολοφονική οργή του πατρός.

Ως αφορμή για την δολοφονία ο Κωνσταντίνος χρησιμοποίησε φήμες που ήθελαν την Φαύστα με τον Κρίσπο να είναι ζευγάρι. Στην πραγματικότητα, αυτό που τον φόβιζε, ήταν ότι ο Κρίσπος με τον καιρό γίνονταν όλο και πιο ισχυρός και δημοφιλής με αποτέλεσμα να αποτελεί απειλή για το θρόνο. Ίσως στην αποτρόπαια πράξη του να συντέλεσε και η προτροπή του Κρίσπου προς τον πατέρα του, να αποσυρθεί από το θρόνο ύστερα από 20 χρόνια, όπως είχε κάνει ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός.[11]

Το 326 λοιπόν, ύστερα από τον εορτασμό της εικοστής επετείου της ηγεμονίας του στη Νιμομήδεια, ο Κωνσταντίνος ταξίδεψε στη Ρώμη, όπου είχαν προετοιμασθεί λαμπρές τελετές (εορτάζονταν παράλληλα και τα δεκάχρονα του Κρίσπου ως καίσαρα). Δίδεται διαταγή να συλληφθεί ο Κρίσπος, να ανακριθεί με ραβδισμό και τελικά παραδίδεται στο δήμιο που τον θανατώνει με δηλητήριο. Την ίδια περίοδο εξοντώνεται και ο Λικινιανός, ο 14χρονος γιός του Λικίνιου και της αδερφής του Κωνσταντίνου, και πολλοί συγγενείς και φίλοι του Κρίσπου. Ο Ευσέβιος και πάλι, ενώ πρωτύτερα μιλούσε με λόγια εγκωμιαστικά για τον Κρίσπο και τη σχέση με τον πατέρα του, τώρα αλλάζει στάση και τον υβρίζει. Καταφέρνει έτσι, να ευθυγραμμιστεί με τη γραμμή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, και παράλληλα να δικαιολογήσει την αδικαιολόγητη παιδοκτονία. [12]

Για τη δολοφονία της Φαύστας υπάρχουν δυο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Κωνσταντίνος τη δολοφόνησε ρίχνοντας τη μέσα σε μπάνιο με βραστό νερό. Κατά τη δεύτερη, την οδήγησε γυμνή στο βουνό, την έδεσε σε ένα δέντρο, και την εγκατέλειψε να τη φάνε τα θηρία.[13] Δεν γνωρίζω αν κάποια από αυτές τις δυο εκδοχές ευσταθεί, όμως σε κάθε εξόντωση –ακόμα και σύμφωνα με τους υμνητές του- ο Κωνσταντίνος βρίσκει τρόπους να κάνει τα θύματά του να υποφέρουν.

poexania-eleni2b

Θανατερή βυζαντινή ομορφιά

Οι φρικτές αυτές δολοφονίες είχαν το ανάλογο αντίκτυπο στην Βυζαντινή κοινωνία. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος είχε νομοθετήσει πολύ αυστηρούς νόμους για την παιδοκτονία, που προφανώς δεν αφορούσαν τον ίδιο. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί πως ο αυτοκράτορας διέταξε να εξαφανισθούν με καλέμι τα ονόματα του Κρίσπου και της Φαύστας από τις δημόσιες επιγραφές και να αποσυρθούν τα νομίσματα με τις μορφές τους.[15]

Αναζητώντας –για τα μάτια του κόσμου- την εξιλέωση, ο Κωνσταντίνος στράφηκε τόσο στο χριστιανικό όσο και στο ειδωλολατρικό ιερατείο. Οι ιεροφάντες της παλιάς θρησκείας θεώρησαν τις πράξεις του ιδιαίτερα βδελυρές και απέκλεισαν τον εξαγνισμό του. Οι χριστιανοί επίσκοποι, όντας πιο δεκτικοί, αποφάνθηκαν ότι αν ήθελε άφεση αμαρτιών έπρεπε να βαπτιστεί χριστιανός. Αυτό όμως ο Κωνσταντίνος, ακόμη και εβρισκόμενος σε τέτοια θέση, το απέφυγε.[16] Ίσως και να υπολόγιζε στην εξιλέωση μέσω των χρονικογράφων του, είχε κάθε λόγο να το κάνει,άλλωστε τον είχαν υπηρετήσει πιστά, διαστρεβλώνοντας και επινοώντας ιστορίες που τον έκαναν να μοιάζει ισόθεος.

[1]Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των μεγάλων της ιστορίας, εκδόσεις: Στάχυ, Αθήνα 2000, τέταρτη έκδοση, σελ. 256.

[2]Αυτοκράτορας στο Ανατολικό τμήμα από το 305 – 311.

[3]Στο ίδιο, «Ο μύθος…», σελ. 254.

[4] Ο.π. σελ. 235 -236.

[5] Ο.π. σελ. 237, 257.

[6] Ο.π. σελ. 237.

[7] Ο.π. σελ. 242.

* Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι στα χρόνια του Κωνσταντίνου ήταν που καταργήθηκε από τον ίδιο η Πραιτοριανή φρουρά. Ο Κωνσταντίνος προέβη σε αυτήν την πράξη, επειδή οι πραιτοριανοί, στην εμφύλια διαμάχη του με τον Μαξέντιο, είχαν πολεμήσει στο πλευρό του δεύτερου.

[8] Ο.π. σελ. 261.

[9] Charles Diehl, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», τόμος Γ, εκδόσεις Ηλιάδη, σελ. 361.

[10] Στο ίδιο, «Ο μύθος…», σελ. 249 – 250.

[11] Ο.π. σελ. 262.

[12] Ο.π. σελ. 263.

[13] Ο.π. σελ. 264 – 265.

[14] Ο.π. σελ. 264.

[15] Ο.π. σελ. 266.

[16]Ο.π. σελ. 266.

(συνεχίζεται)

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: