Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Κινηματογράφος’ Category

3freddy-krueger

Ποιός Τζέισον και ποιός Μάγιερς, για εμένα πάντα ο άρχοντας ήταν ο Φρέντι

Είχα τάξει πριν από περίπου ένα μήνα (ή ένα μήνα και κάτι) ότι θα έγραφα άρθρο σχετικό με τις ταινίες τρόμου του χθες και του σήμερα, κάνοντας μερικές συγκρίσεις και αναγωγές σε ευρύτερα κοινωνικά φαινόμενα. Τότε είχα σκοπό να γράψω άμεσα το άρθρο αλλά ήρθε ο κορονοϊός[1] και μας άλλαξε την καθημερινότητα. Σε κάθε περίπτωση, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να γίνει και αυτό, έστω και καθυστερημένα.

Κεντρικό μου επιχείρημα είναι ότι το περιεχόμενο της τέχνης που παράγει μια εποχή φέρει μέσα του και το στίγμα της συγκεκριμένης εποχής. Το γνωρίζω ότι δεν λέω κάτι νέο, αποκτά όμως ενδιαφέρον να το δούμε αυτό και στην πράξη, ειδικότερα μέσα από την βιομηχανία ταινιών τρόμου. Θα περιοριστώ στις δεκαετίες από το 70 μέχρι και σήμερα κατά κύριο λόγο επειδή για αυτήν την περίοδο έχω καλύτερη εικόνα.

Γενικότερα, οι ταινίες τρόμου, και κυρίως οι αμερικάνικες, είναι στο κύριο μέρος τους υποπροϊόντα αυτού που αποκαλούμε «Pop κουλτούρα», και με την ιδιότητα τους αυτή, θα λέγαμε ότι αντανακλούν αρχικά (και συνειδητά) σε ένα επιφανειακό επίπεδο διάφορες τάσεις και καταστάσεις της εποχής τους. Στις ταινίες του 70 και του 80, για παράδειγμα, βλέπουμε να αποτυπώνονται διάφορες ηθικές αξίες, οι οποίες θα λέγαμε ότι εκείνη την εποχή βρίσκονταν υπό απειλή. Έτσι, σε φιλμ όπως η σειρά «Παρασκευή και 13», το αν θα επιβιώσει ή όχι κάποιος ήρωας, ήταν αρνητικά συσχετισμένο με το αν θα έκανε σεξ, αν θα έπαιρνε ναρκωτικά κλπ. Συνήθως αυτοί που επιβίωναν στο τέλος ήταν οι πιο ακέραιοι χαρακτήρες και στην περίπτωση των γυναικών οι παρθένες. Η ηθική αυτή αντιστοιχούσε, θα λέγαμε, σε συντηρητικά πρότυπα. Τα πρότυπα αυτά πιθανόν αρχικά να εισήχθησαν για ηθικοπλαστικούς λόγους[2], αργότερα όμως σχηματοποιήθηκαν ως τύπος αφήγησης και συνέχισαν να αναπαράγονται ως είχαν για αρκετά χρόνια. Όταν πια τα ήθη άλλαξαν τόσο πολύ και ανεπιστρεπτί, ο τύπος αυτός είτε προσπεράστηκε είτε διατηρήθηκε, εις γνώση των δημιουργών, σαν καρικατούρα πια. Υπάρχουν σήμερα μια σειρά από μέτα – ταινίες, οι οποίες παίρνουν τα σχήματα αυτά του παρελθόντος και τα αντιστρέφουν επίτηδες. Έτσι έχουμε την «παρθένα»  ή το «καλό παιδί» να ανατρέπουν τον παραδοσιακό τους ρόλο και να είναι αυτοί τελικά οι δολοφόνοι(δεν θέλω να αναφερθώ σε συγκεκριμένες ταινίες για να μη δώσω spoilers).

Αυτό δεν σημαίνει ότι στο σύγχρονο κινηματογράφο τρόμου έχουν εξαλειφθεί τα ηθικοπλαστικά στοιχεία. Όμως, οι σχετικά προστατευμένοι χαρακτήρες στις τωρινές ταινίες, αυτοί που παρουσιάζονται ως πιο ηθικά ακέραιοι, είναι οι μειονότητες. Αυτό έχει να κάνει με την ηθική, κυρίως των δημοκρατικών της Αμερικής, οι οποίοι έχουν τον πρώτο λόγο στο Hollywood. Πάντως, θα λέγαμε ότι οι χαρακτήρες αυτοί (ιδιαίτερα οι γκέι), κυρίως εισάγονται σε υποστηρικτικούς ρόλους, ως οι κολλητοί του πρωταγωνιστή/τριας, και λιγότερο σε ρόλο κύριου χαρακτήρα (οι μαύροι έχουν κάποιες πιθανότητες να είναι και πρωταγωνιστές).

Κάπου εδώ θέλω να κάνω μια παρένθεση για να προβάλλω ένα φαινόμενο που έχω παρατηρήσει τόσο στον κινηματογράφο όσο και στις σειρές, αλλά και στα video games, σχετικά με τις μειονότητες. Θεωρώ ότι το πώς αυτά τα μέσα διαχειρίστηκαν τις μειονότητες έχει περάσει από τρεις κύριες φάσεις, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ανάλογα το μέσο και ανάλογα την μειονότητα. Πρώτη έρχεται η φάση της «κακομεταχείρισης», δείτε για παράδειγμα τις παλιές ταινίες γουέστερν όπου οι ινδιάνοι παρουσιάζονται σαν διάβολοι, απολίτιστοι, άγριοι, βίαιοι. Η δεύτερη φάση είναι θα λέγαμε η «απολογητική», εκεί η εκάστοτε μειονότητα εξιδανικεύεται, παρουσιάζεται σαν πρότυπο, σπάνια είναι ο κακός της ταινίας, του κόμικ ή του βιντεοπαιχνιδιού μέρος κάποιας μειονότητας. Είναι λες και οι δημιουργοί απολογούνται μέσω των έργων τους για τις αδικίες που έχουν υποστεί οι εκάστοτε πληθυσμιακές ομάδες. Εδώ σαν παράδειγμα έχουμε το χορεύοντας με τους λύκους. Και η Τρίτη φάση, που σε πολλές περιπτώσεις είναι ακόμη ζητούμενη, είναι η φάση της «ωριμότητας» κατά την οποία μειονότητες, όπως είναι για παράδειγμα οι μαύροι, δεν θα παίζουν «ειδικούς ρόλους» φορτισμένους ιδεολογικά επειδή ακριβώς είναι μαύροι. Λέω ότι η Τρίτη φάση είναι ακόμη ζητούμενη,  επειδή όσο δεν υπάρχει ουσιαστική εξίσωση στην πραγματική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστική εξίσωση και στον κινηματογράφο παρά μόνο ως αίτημα.

Pinhead-Hellraiser1

Hellraiser, μπροστά από την εποχή του

Συνεχίζοντας από παραπάνω…

Τα όσα περιγράψαμε πιο πάνω έχουν να κάνουν με συνειδητές επιλογές των δημιουργών ή των παραγωγών των ταινιών τρόμου, τα χαρακτηριστικά κάθε εποχής όμως εισάγονται στις μορφές τέχνης και με μη συνειδητό τρόπο. Μια μεγάλη μετατόπιση που προσωπικά έχω παρατηρήσει ανάμεσα στις ταινίες τρόμου του χθες και του σήμερα, είναι ότι οι τωρινές, ολοένα και περισσότερο από ότι παλιότερα έχουν τραγική κατάληξη. Στις σύγχρονες ταινίες τρόμου το happy end είναι μεγάλο ζητούμενο, όχι ότι δεν υπάρχουν τέτοιες ταινιες, όμως αποτελούν την μειοψηφία. Παλιότερα, στην συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών, το κακό έχανε. Μπορεί να πει κάποιος ότι το κακό κάθε φορά επανέρχονταν μέσω των sequel (η νύχτα με τις μάσκες, Παρασκευή και 13, εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες, κ.α.). Αυτό είναι αλήθεια, όσο η εκάστοτε ταινία πουλούσε θα είχε τις συνέχειες της και ο δολοφόνος θα εμφανίζονταν ξανά. Κάθε φορά στο τέλος όμως, οι ήρωες με τις όποιες απώλειες τους, θριάμβευαν. Έστω και αν το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν κλείσει η ταινία μας έδινε υπόσχεση για συνέχεια είτε με ένα χέρι να πετάγεται από τον τάφο είτε με ένα μάτι να ανοίγει κλπ.

Μεγάλη ώθηση προς αυτήν την κατεύθυνση (της άρνησης του ευχάριστου τέλους) σίγουρα δόθηκε με την υιοθέτηση από τα αμερικάνικα στούντιο διάφορων ταινιών του ασιατικού κινηματογράφου τρόμου, όπως είναι το Ring, το Ju on, το old boy και άλλα. . Εκτός από τα καθαρά remakes, υπήρξαν και «πρωτότυπες» παραγωγές που εντάχθηκαν σε αυτό το είδος ταινιών, καθαρά επηρεασμένων από τον ασιατικό κινηματογράφο, όπως είναι για παράδειγμα το truth or dare (Στο σύνολο τους όλες αυτές οι ταινίες, διασκευές ή επιροές, πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν κατώτερες από τα πρωτότυπα). Υπάρχουν όμως και «καθαρά» χολιγουντιανές ταινίες με δυσοίωνα τέλη όπως είναι για παράδειγμα το [εξαιρετικό] cabin in the woods, αν και αυτό θα λέγαμε παίρνει στοιχεία από όλο το σινεμά τρόμου μέχρι σήμερα χωρίς όμως να είναι αντιγραφή. Οι ταινίες αυτές, κατά κανόνα, τελείωναν δραματικά, όχι με κάθαρση, όχι με επιβολή του καλού πάνω στο κακό αλλά το αντίστροφο. Ακόμα ένα χαρακτηριστικό των ταινιών αυτών είναι ότι το κακό δεν είναι ακριβώς προσωποποιημένο, αλλά, ακόμη και αν δανείζεται διάφορα πρόσωπα, αποτελεί περισσότερο μια δύναμη παρά ένα πρόσωπο.

Ring

Αν και έγινε αιτία να βλέπουμε από ενα σημείο και πέρα παραλλαγές του ίδιου πράγματος, αποτελεί ταινία σταθμό.

Θέλω να πω όμως δυο πραγματάκια πάνω στο ζήτημα του «απρόσωπου κακού». Το απρόσωπο κακό στις ταινίες τρόμου έρχεται ως μέρος μιας μεγάλης δύναμης την οποία ούτε να την κατανοήσουμε μπορούμε ούτε να την αντιμετωπίσουμε. Στις ταινίες ring, οι πρωταγωνιστές συχνά νομίζουν ότι βρίσκουν τον τρόπο να κατανοήσουν το κακό και να του ξεφύγουν, όμως κάθε φορά αποδεικνύεται ότι η ανθρώπινη τους λογική αποτυγχάνει, και μάλλον αδυνατεί γενικότερα να το συλλάβει, αφού είναι κάτι εντελώς εξώκοσμο. Φυσικά, αυτό το στοιχείο υπάρχει και σε παλιότερες ταινίες (βλέπε εξορκιστής, hellraiser[3]), ενώ εισήχθη εμφατικά στη λογοτεχνία μέσα από τον «κοσμικό τρόμο» των ιστοριών του H.P. Lovecraft. Όμως στον σύγχρονο κινηματογράφο τρόμου το συναντάμε όλο και πιο τακτικά, είναι πλέον mainstream κατάσταση.

Αυτό που θέλω να πω [τελικά] είναι ότι οι παραπάνω «τύποι» (ας τους πούμε έτσι) αφηγήσεων που αναδείχθηκαν στον σύγχρονο κινηματογράφο τρόμου ως κύριες μορφές, και που υπό αυτήν την έννοια τον διαφοροποιούν από τον κινηματογράφο του 70 και του 80, αντανακλούν πραγματικά αδιέξοδα των σύγχρονων κοινωνιών.  Η κοινωνία του 70 και του 80, αλλά και του 90, διακατέχονταν από μια γενικότερη αισιοδοξία για το μέλλον. Επιπλέον, υπήρχαν κάποια πιο ξεκάθαρα πρότυπα για τους ανθρώπους όσον αφορά το ποιοι ήταν, που ήθελαν να πάνε, τι εμπόδια είχαν να αντιμετωπίσουν κ.α. Μπορεί οι βεβαιότητες αυτές να ήταν απατηλές, υπήρχαν όμως αδιαμφισβήτητα σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι σήμερα. Ο εχθρός, στο ευρύ ιδεολογικό επίπεδο είχε και πρόσωπο, για τους μισούς ήταν ο κομμουνισμός, για τους άλλους μισούς ο καπιταλισμός, κάθε πλευρά πίστευε (ή τέλος πάντων ωθούνταν να πιστεύει) με αισιοδοξία ότι το μέλλον βρισκόταν στην επικράτηση του από εδώ ή του από εκεί. Στο συμβολικό επίπεδο, λοιπόν, το καλό ήταν κάτι πιο συγκεκριμένο, το κακό κάτι πιο συγκεκριμένο, και όλο αυτό το βλέπαμε να εκφράζεται με έναν πιο σαφή τρόπο στην pop κουλτούρα της εποχής, κατ’ επέκταση και στο σινεμά τρόμου.

 

Το σύγχρονο ανθρώπινο υποκείμενο, στις κοινωνίες μέσα στις οποίες ζει, δεν έχει πια τόσο πολλές βεβαιότητες ότι η ζωή του θα εξελιχθεί ομαλά προς μια σταθερή ασφαλή πορεία. Η κατάρρευση των διπόλων, με την [προς το παρόν τουλάχιστον] επικράτηση του καπιταλισμού, μάλλον μας δημιουργεί περισσότερη ανησυχία από ότι πριν, ακόμη και από την περίοδο του ψυχρού πολέμου. Η λογική του ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, ειδικότερα όταν βιώνεις τη σκληρότητα και την απάθεια του σύγχρονου κόσμου, σε ένα παραγωγικό σύστημα που σαπίζει, είναι απόλυτα συμβατή με τα δυσοίωνα τέλη των ταινιών τρόμου της εποχής μας. Η τεράστια υπαρξιακή αβεβαιότητα, ο εχθρός που πλέον δεν προβάλλεται ως κάτι προσωποποιημένο (ο καπιταλισμός δεν θα προσωποποιήσει τον εαυτό του από μόνος του) αλλά είναι κάτι που σίγουρα μας εναντιώνεται και ταυτόχρονα δεν μπορούμε να το δείξουμε με το δάχτυλο, δένουν απόλυτα με το άμορφο και ακατανόητο κακό των σύγχρονων ταινιών τρόμου.[4] Τα στοιχειά αυτά, εισβάλλουν στον σύγχρονο κινηματογράφο τρόμου όχι πάντα με τρόπο συνειδητό και επικρατούν σχεδόν οργανικά, ακριβώς επειδή αντανακλούν μαζικά και κυρίαρχα φαινόμενα της εποχής μας.

The_Cabin_in_the_Woods_(2012)_theatrical_poster

Από τις καλύτερες σύγχρονες ταινίες τρόμου.

Τέλος, να πούμε ότι ο σύγχρονος κινηματογράφος τρόμου δείχνει να βρίκσεται σε μια περίοδο ανακύκλωσης των ίδιων και των ίδιων στοιχείων και φορμών, έχοντας σπάνια κάτι ενδιαφέρον να δείξει τουλάχιστον από την εποχή του «μπασταρδέματος¨του με τον ασιατικό. Ακόμη και αυτή η ανακύκλωση σπάνια γίνεται με ενδιαφέροντα τρόπο και μάλλον τις περισσότερες των περιπτώσεων δείχνει να ακολουθεί μηχανικά την μια ή την άλλη συνταγή. (εδώ σχετικό παλιότερο μου άρθρο) Δεν αμφιβάλω ότι θα βρεί στοιχεία για να ανατροφοδοτηθεί, ελπίζω όμως να αντανακλούν μια καλύτερη πραγματικότητα.

 

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

 

 

 

[1] Ενδιαφέρον ότι τη λέξη δεν την αναγνωρίζει το office 2013, αθώες εποχές τότεJ

[2] Μπορεί όμως και προκειμένου να «ξεπλύνουν» την βία που παρουσίαζαν η οποία φάνταζε ακραία για την εποχή.

[3] Αν και τα hellraiser τα θεωρώ ως ταινίες τομή προς τον κινηματογράφο του σήμερα.

[4] Ή όπως αναφέρει και ο Πάνος Ζάχαρης ως καλεσμένος στο 4ο Podcast της ΚΝΕ, όλο αυτό αντανακλάται ξεκάθαρα και στην επιστημονική φαντασία της εποχής μας. Όπου αντίθετα με παλιότερες εποχές (Ιούλιος Βερν, Ασίμοφ) στις οποίες οι παραμυθάδες ήταν και οραματιστές, σήμερα έχουμε όλο και περισσότερο την ανάδειξη ενός δυστοπικού μέλλοντος μέσα από τη φαντασία των δημιουργών.

Read Full Post »

Παρακολουθούσα χθες μια γερμανική ταινία που αναφερόταν στη νεαρή περίοδο και τη γνωριμία του Μαρξ με τονΈνγκελς. Μεταξύ άλλων, το φιλμ παρουσίαζε και την σχέση των δυο διανοητών με τους υπόλοιπους σοσιαλιστές της εποχής και την ιδεολογική τους σύγκρουση με τους αναρχικούς (Προυντόν, Μπακούνιν, κ.α.) καθώς διαμορφωνόταν και ωρίμαζε στο μυαλό τους η κομμουνιστική θεωρία. Αυτό που γίνονταν ξεκάθαρο στην ταινία ήταν η διαφορά της επιστημονικά θεμελιωμένης σκέψης των Μαρξ και Ένγκελς, σε αντίθεση με τους αναρχικούς και λοιπούς σοσιαλιστές της εποχής, των οποίων οι οπτικές και τα προγράμματα στερούνταν ψυχραιμίας, βάθους, οξυδέρκειας, και δυνατοτήτων. Ο Μαρξ, για παράδειγμα, κατηγορούσε το Βάιτλινγκ για υπερβολικό συναισθηματισμό που δεν υποστηρίζονταν από κάποιο αντικειμενικά επεξεργασμένο σχέδιο, κάτι που θα οδηγούσε όσους τον ακολουθούσαν σε αδιέξοδο. Παράλληλα, παρακολουθούμε την κριτική που ασκούν στον Προυντόν, με αποκορύφωμα το έργο τους «η αθλιότητα της φιλοσοφίας», και τελικά τον αποφασιστικό διαχωρισμό της κομμουνιστικής ιδεολογίας από τα υπόλοιπα ουτοπικά ρεύματα της εποχής στο συνέδριο της «Ένωσης των Δικαίων» και τη μετονομασία της ένωσης σε «κομμουνιστική». Στο έργο υπήρχαν ουσιαστικές λεπτομέρειες οι οποίες ίσως χρειάζονταν ένα πιο προσεχτικό μάτι για να γίνουν αντιληπτές, όπως για παράδειγμα η γοητεία που ασκεί στα μικροαστικά στρώματα η αναρχική ιδεολογία, κάτι που φαίνονταν στο σημείο που έβγαζε λόγο ο Προυντόν, ενώ αργότερα φαίνεται ότι ο Μαρξ αντιμετωπίζει τον κολαούζο του Βάιτλινγκ ως ρουφιάνο.

ac0d719081

Και όλα αυτά μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, κάτι που δικαίως μπορεί να οδηγήσει κάποιον στο να αναρωτηθεί γιατί άραγε αυτές οι από τότε ουτοπικές αναχρονιστικές θεωρίες συνεχίζουν να μας ταλαιπωρούν; Δε θα αναλύσουμε εδώ τους λόγους που οδηγούν στην διαιώνιση της αναρχικής ιδεολογίας ακόμα και σήμερα που η ψαλίδα μεταξύ αυτής και της πραγματικότητας έχει ανοίξει σπαγκάτο. Αυτό όμως που μπορούμε να παρατηρήσουμε πολύ εύκολα είναι η αθλιότητα στην οποία έχει φτάσει το αναρχικό κίνημα στις μέρες μας και ως πρόσφατο παράδειγμα θα αναφερθούμε ακροθιγώς στη χτεσινή «κατάληψη του Πολυτεχνείου».

Η εν λόγω κατάληψη πραγματοποιήθηκε από μια αναρχική γκρούπα αγνώστων περεταίρω στοιχείων η οποία κατσικώθηκε στο χώρο του ΕΜΠ αυτές τις μέρες και δεν αφήνει κανέναν να πλησιάσει. Οι ανακοινώσεις τους προβάλλονται από το Indymedia και θα ήταν απλά αστείες αν δεν ήταν και τραγικές:

Σε εγρήγορση απέναντι στην κομματική καταστολή

από Κατάληψη Πολυτεχνείου

15/11/2017 2:20 μμ.

Τοπικά Νέα

Η Στουρνάρα παραμένει ανοιχτή προς όποιον και όποιαν επιθυμεί να επισκεπτεί το πολυτεχνείο ή να κάνει εκδηλώσεις, εκτός αν πρόκειται για εκδήλωση κομμάτων και πολιτικών οργανώσεων

Πηγή indymedia

Αλήθεια, η Χούντα των συνταγματαρχών δεν ήταν αυτή που απαγόρευε τα κόμματα και τις πολιτικές οργανώσεις στο πολυτεχνείο, τις δικές της αντιλήψεις δεν αναπαράγει η «κατάληψη», και αν ναι τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει και τόσο αν οι εν λόγω καταληψίες είναι ασφαλίτες που έχουν φορέσει την προβιά του αντιεξουσιαστή ή αν είναι γνήσιοι στόκοι. Και αυτό γιατί απολαμβάνουν τουλάχιστον την ανοχή των υπολοίπων του «χώρου» ενώ τα αιτήματά τους προβάλλονται κανονικά από το Indymedia που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το μαζικό μέσο ενημέρωσης και προπαγάνδας των αναρχικών στην Ελλάδα. Με λίγα λόγια, αν είναι τόσο εύκολο ασφαλίτες να κινούνται και να δρουν στο όνομα της αναρχίας, τότε κάτι σάπιο υπάρχει στο [ευρύτερο] βασίλειο της Δανιμαρκίας.

23511449_368793106906728_6040232380189161162_o

Αξίζει όμως να σταθούμε και σε μια δυο εικόνες που προδίδουν τον ιδεολογικό προσανατολισμό τον καταληψιών:

Έχουμε λοιπόν αλλοίωση του συνθήματος «έξω το ΝΑΤΟ» στην πύλη, αλλά ανάρτηση πανό το οποίο φέρει το πολύ σχετικό με την επέτειο του Πολυτεχνείου σύνθημα «Καμιά ανοχή στην βιομηχανία κρέατος […]». Ποιος ξέρει, ίσως να πρόκειται για την ίδια γκρούπα που σπάει κρεοπωλεία. Ανεχόμαστε τους χασάπηδες των λαών αλλά δεν ανεχόμαστε τους χασάπηδες των αρνιών.

5L_SjfmW

Σε κάθε περίπτωση, όλο αυτό το σκηνικό βρωμάει παρακράτος, και είναι ικανό να οδηγήσει σε ακραία μέτρα καταστολής για την παρεμπόδιση των κινητοποιήσεων της επετείου του Πολυτεχνείου. Δίνει άλλοθι στην κυβέρνηση και εξυπηρετεί όλους εκείνους που θέλουν να αμαυρώσουν τόσο τον συμβολισμό, όσο και το επίκαιρο μήνυμα της εν λόγω επετείου, αλλά και την δημοφιλία της και τη δυνατότητα της να εμψυχώσει.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Kumare

Kumare_1280x720_centered (1)

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

Το Κουμάρε είναι ένα ντοκιμαντέρ του 2011 του οποίου το trailer το είχα εντοπίσει από τότε και μου είχε τραβήξει το ενδιαφέρον, δυστυχώς όμως δεν είχα μέχρι τώρα καταφέρει να βρω πουθενά ολόκληρο το φιλμ. Με αφορμή τη σειρά άρθρων για την επαναμάγευση του κόσμου που γράφω αυτόν τον καιρό, ανέσυρα από τη μνήμη μου το Κουμάρε το οποίο πραγματεύεται ένα πολύ σχετικό ζήτημα. Αυτή τη φορά κατάφερα να βρω και να κατεβάσω το Κουμάρε (αν και χωρίς υπότιτλους) και αποφάσισα να γράψω δυο λογάκια για να σας παρακινήσω και εσάς να το δείτε διότι πιστεύω ότι αξίζει.

Ο δημιουργός και πρωταγωνιστής του ντοκιμαντέρ Vikram Gandhi, νεαρός ινδικής καταγωγής γεννημένος στις ΗΠΑ, παρατηρεί ότι υπάρχει μια αυξανόμενη τάση των Αμερικάνων να στρέφονται στις ανατολίτικες θρησκείες. Διάφοροι γκουρού, πνευματιστές, προφήτες, πετάγονται από παντού για να καλύψουν την ολοένα και αυξανόμενη ζήτηση. Πλησιάζοντας από ερευνητικό ενδιαφέρον κάποιους από αυτούς σε ΗΠΑ και Ινδία, ο Vikram, διαπιστώνει ότι μάλλον δεν είναι και τόσο «ιδιαίτεροι» όσο οι ίδιοι και το ποίμνιο τους πιστεύουν. Προκειμένου όμως να κατανοήσει το φαινόμενο – του γιατί όλοι αυτοί έχουν τόση πέραση- προχωράει ένα μεγάλο βήμα παραπέρα. Διδάσκεται γιόγκα, μαθαίνει να μιμείται την συμπεριφορά όλων αυτών των «πνευματικών», αφήνει μαλλί και μούσι, και αφού παίρνει το κολάι φοράει μια κελεμπία και αρχίζει να υποδύεται τον Κουμάρε, έναν «γνήσιο» γκουρού, που έρχεται –υποτίθεται- από την Ινδία στις ΗΠΑ για να φωτίσει τους Αμερικάνους με τη σοφία του.

Στην αρχή της περιπέτειας του αναρωτιέται αν θα καταφέρει να τραβήξει το ενδιαφέρον. Δεν αργεί να διαπιστώσει ότι με ελάχιστο προμόσιον οι εθελοντές πιστοί ορμάνε σαν τις μέλισσες στο μέλι. Από εκεί και πέρα με τα όσα διαδραματίζονται δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις… Οι άνθρωποι που τον πλησιάζουν στο σύνολό τους δεν είναι καρικατούρες, αντιθέτως, είναι αρκετά ευκατάστατοι (οι περισσότεροι έχουν πισίνες στα σπίτια τους), επαγγελματικά πετυχημένοι, από όλες τις ηλικίες, άνδρες και γυναίκες. Αυτό που είναι ξεκάθαρο καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, είναι ότι κάθε μέλος του ποίμνιου του Κουμάρε, βρίσκει στην αγκαλιά του απάγκιο από διάφορα προβλήματα της καθημερινότητας του που σχετίζονται με το stress, τις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους, τα επαγγελματικά του, τις εξαρτήσεις κ.α.

Μέχρι το πρώτο μισό της ταινίας ομολογώ πως είχα σκάσει στο γέλιο, σταδιακά όμως άρχισα να μελαγχολώ διαπιστώνοντας το τεράστιο ανθρωπιστικό κενό που δημιουργεί ο σύγχρονος –καπιταλιστικός- τρόπος ζωή στους ανθρώπους και το οποίο έρχεται να γεμίσει όλο αυτό το ασκέρι από ψευδοπροφήτες και ιεροφάντες, κοροϊδεύοντας και σε πολλές περιπτώσεις κατακλέβοντας όσους πέσουν στην παγίδα τους. Δεν θέλω όμως να επεκταθώ για να μην σας το απομαγεύσω με την καταγραφή της δικής μου οπτικής. Σε κάθε περίπτωση, ασχέτως αν κάποιος συμφωνήσει τελικά με την κατακλείδα του ντοκιμαντέρ ή όχι, μπορεί να βγάλει πολλά συμπεράσματα για τις τάσεις των σύγχρονων κοινωνιών και τα αδιέξοδα τους.

Καλή θέαση

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

i-daniel-blake-3

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αναζητώντας το νανουριστικό1 μου μερικές μέρες πριν, έπεσα πάνω σε μια «άγνωστη» ταινία της οποίας το σενάριο μου κίνησε το ενδιαφέρον, και, έχοντας δει σχεδόν οτιδήποτε άλλο έχει κυκλοφορήσει αυτόν τον καιρό, αποφάσισα να της δώσω μια ευκαιρία. Η ταινία όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν διόλου άγνωστη, απλά εγώ δεν είχα προσέξει το όνομα του σκηνοθέτη (Ken Loach), αν και κατά τη μέση της ταινίας μάντεψα –από τα συμφραζόμενα- ότι ήταν δική του.

Πρόκειται για την ταινία I, Daniel Blake που αφηγείται την ιστορία ενός 59χρονου μαραγκού οικοδομών, ο οποίος αναγκάστηκε να σταματήσει την δουλειά του εξαιτίας ενός εμφράγματος που υπέστη. Ο καθόλα αξιοπρεπής κύριος Blake, είναι ένας καθημερινός λαϊκός ήρωας, που, από τη στιγμή του εμφράγματος και πέρα μπαίνει σε ένα σωρό μπελάδες. Χωρίς να θέλω να αποκαλύψω πολλά για την ταινία, θα πω ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με την βρετανική γραφειοκρατία, τις επιτροπές τεχνοκρατών, τον αντίστοιχο βρετανικό ΟΑΕΔ, κ.α. Όλα αυτά στην προσπάθεια του να πάρει είτε επίδομα ανεργίας είτε επίδομα αναπηρίας, αφού οι γιατροί του απαγορεύουν αυστηρά να επιστρέψει στην εργασία του. Ο ίδιος, αγαπάει την δουλειά του και ελπίζει ότι κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσει, μάλιστα επισκέπτεται συχνά την οικοδομή και τους συναδέλφους του, αφού έχοντας χάσει τη γυναίκα του τους νιώθει κάτι σαν δεύτερη οικογένεια του.

Μεταξύ άλλων ο ξεροκέφαλος –και με το δίκιο του- Daniel, καλείται να αποδείξει στον ΟΑΕΔ ότι ψάχνει δουλειά (διαφορετικά επίδομα δεν έχει), να μάθει τη χρήση υπολογιστών για να στείλει μια ατελείωτη σειρά από αιτήσεις, και, όπως και ο ίδιος παραδέχεται «μπορώ να σου φτιάξω ένα σπίτι από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά δεν έχω ιδέα από αυτά τα μαραφέτια». Προσωπικά, γέλασα πολύ στη σκηνή που προσπαθεί να μάθει να χρησιμοποιεί το ποντίκι, αλλά δε θα σας πω περισσότερα.

Αν κάτι έχει αξία στην ταινία πέρα από την καλή σκηνοθεσία και την άριστη ηθοποιία, είναι το πόσο πιστά αποτυπώνονται οι επιπτώσεις της κρίσης στις λαϊκές γειτονιές των αγγλικών πόλεων. Κοινωνικά παντοπωλεία, ουρές για συσσίτια, ξενώνες αστέγων, ανεργία, τσαλάκωμα της αξιοπρέπειας, αδιέξοδα, και πάνω σε όλα αυτά ένα κράτος το οποίο μοιάζει να έχει σαν αποστολή του να κάνει τα δύσκολα δυσκολότερα. Το φιλμ σε κάνει να απορείς τι «αμαρτίες» πληρώνει ο βρετανικός λαός, και πόσο οι τιμωρίες για τις «αμαρτίες» αυτές μοιάζουν με τις δικές μας εδώ στην Ελλάδα. Μάλλον θα ήταν και αυτοί σπάταλοι, τεμπέληδες, κομπιναδόροι, όπως λένε και για εμάς τους Έλληνες διάφορα παπαγαλάκια. «Κρίση, ποια κρίση, γεμάτες οι καφετέριες…»

maxresdefault-4

Το βασικό καστ της ταινίας

Η ταινία, εκτός του ότι μου άρεσε πάρα πολύ με συγκίνησε κιόλας. Σε αυτό συνέβαλαν οι άριστες ερμηνείες όλων των ηθοποιών σε μικρότερους και μεγαλύτερους ρόλους, η αλληλεπίδραση μεταξύ τους, η ταύτιση με τις περιγραφόμενες καταστάσεις που μπορεί να νιώσει ο καθένας που βιώνει την καπιταλιστική κρίση, και ο συμπαθητικός χαρακτήρας του πρωταγωνιστή (David Johns) που θα μπορούσε να ήταν ο παππούς, ο πατέρας ή ο αδερφός μας (ή και εμείς οι ίδιοι actually).

Όπως καταλάβατε, την ταινία σας την συνιστώ ανεπιφύλακτα, απλά θα ήθελα να σημειώσω δυο πράγματα ακόμα, προσπαθώντας να μην γίνω πολύ μαρτυριάρης (ή spoilerιάρης αν προτιμάτε). Ο Μαρξ λέει πως «οι φιλόσοφοι προσπαθούσαν να περιγράψουν τον κόσμο, εμείς θέλουμε να τον αλλάξουμε». Θα λέγαμε ότι το πρώτο σκέλος αυτής της δήλωσης ταιριάζει γάντι στο «I, Daniel Blake», αφού ο σκηνοθέτης, πέρα από το να δώσει με αριστοτεχνικό και ανθρώπινο τρόπο μια εικόνα για το πώς βιώνει ο απλός κόσμος την κρίση στην Αγγλία, δεν προχωράει καθόλου παραπέρα. Οι ήρωες μένουν κλεισμένοι στον εαυτό τους, ή, στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τον πόνο τους με ένα μικρό κύκλο φίλων και συμπασχόντων. Απόγνωση, πείσμα, οργή, απάθεια, μάταια ξεσπάσματα, ντροπή, είναι μερικά από τα συναισθήματα που αποδίδουν αριστοτεχνικά οι ηθοποιοί στην οθόνη και σε αυτά μένουν παγιδευμένοι μέχρι το τέλος.

Προσωπικά, θα με ενδιέφερε περισσότερο αν η ταινία έδειχνε και προς κάποια διέξοδο από όλο αυτό το λαβύρινθο, όχι ατομική, διότι τι και αν σωθεί ένας οι υπόλοιποι θα μείνουν μετέωροι, αλλά συλλογική. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι ο σκηνοθέτης θα έπρεπε να εισάγει κάποιο όραμα στην ταινία, και να πάει ένα βήμα παραπέρα από το να περιγράψει τον κόσμο. Δεν του το χρεώνω αυτό του Loach, απλά εγώ θα ευχαριστιόμουν πολύ περισσότερο την ταινία αν εξερευνούσε και αυτήν την εκδοχή. Πάντως, ακόμη και έτσι, το I Daniel Blake, είναι ένα πολύ καλό φιλμ, ικανό να ευαισθητοποιήσει και να προβληματίσει, χωρίς υπερβολές ή ακραίες δραματοποιήσεις των φαινομένων, και χωρίς να τραβάει το συναίσθημα του θεατή από τα μαλλιά. Σε όλα αυτά, ας προστεθεί και μια νότα διακριτικού μαύρου χιούμορ που δένει απόλυτα με το υπόλοιπο μείγμα.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

1 Μου αρέσει –ή πιο σωστά μου έχει γίνει συνήθεια- όταν πέφτω για ύπνο να βάζω να βλέπω κάποια ταινία ή κάποια σειρά για να νανουριστώ.

Read Full Post »

23

Έκατσα και είδα πριν από μερικές μέρες την ταινία “Ares” και αποφάσισα να γράψω δυο πράγματα για αυτήν έτσι ώστε να μην σας διαφύγει. Την επέλεξα στην τύχη, ομολογώ ότι περίμενα να δω μια b-movie του στυλ “Bloodsport” με βανταμιές και τα ρέστα, αφού για κάτι τέτοιο σε προδιέθετε το εξώφυλλο το trailer και η περιγραφή, όμως όπως αποδείχθηκε η ταινία το πήγαινε παραπέρα. Όχι ότι δεν υπήρχαν βανταμιές, αποτελούσαν όμως απλά διαλείμματα αδρεναλίνης που εξυπηρετούσαν ένα γενικότερο σενάριο με πολύ περισσότερο βάθος.

Η παραγωγή είναι γαλλική και διαδραματίζεται στο Παρίσι του μέλλοντος και συγκεκριμένα στο 2035. Η ευρωπαϊκή ήπειρος έχει μετατραπεί σε ένα δυστοπικό μέρος και οι άνθρωποι που ζουν εκεί υποφέρουν, καθώς μαστίζονται από την ανεργία και την ανέχεια, την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Όσοι δε κάνουν την προσπάθεια να αντιδράσουν ατομικά ή συλλογικά, χτυπιούνται ανελέητα από τις δυνάμεις καταστολής, φυλακίζονται ή εκτελούνται επί τόπου.  Αν και οι εκλογές δεν έχουν καταργηθεί, η ταινία μας ξεκαθαρίζει ότι μικρό ρόλο παίζουν, καθώς οι όποιες κυβερνήσεις αποτελούν απλά και ξεδιάντροπα πιόνια των πολυεθνικών που κυριαρχούν δικτατορικά.

Ειδικοί νόμοι έχουν θεσπιστεί, οι οποίοι –στο όνομα της αυτοδιαχείρισης του ανθρώπινου σώματος- επιτρέπουν χρήση όλων των ναρκωτικών και των αναβολικών. Επιπλέον, οι φτωχοποιημένοι και λουμπενοποιημένοι πολίτες επιτρέπεται να συμμετέχουν σε πειράματα της φαρμακοβιομηχανίας ως πειραματόζωα έναντι αμοιβής, ρισκάροντας έτσι την ζωή και τη υγεία τους, χωρίς να θεωρούνται οι εταιρίες υπεύθυνες για τους ατελείωτους θανάτους που σημειώνονται στα πειράματα αυτά. Τα αναβολικά, οι γενετικές μεταλλάξεις και οι σωματικές τροποποιήσεις έχουν επιτραπεί σε όλα τα σπορ, ενώ χορηγοί των αθλητών είναι συνήθως εταιρίες που παράγουν αναβολικά ή που φτιάχνουν υπερανθρώπους στο εργαστήριο μέσω της ευγονικής και της κλωνοποίησης.

Ήρωας της ταινίας είναι ένας πρώην πρωταθλητής ενός βίαιου και δημοφιλούς αγωνίσματος σε στυλ MMA(Mixed Martial Arts), που συμμετείχε σε αυτό με το ψευδώνυμο Ares. Πλέον έχει χάσει την παλιά του δόξα, έχει ξεχαστεί και αποσυρθεί από την ενεργό δράση, ενώ το σύστημα που τον ανέδειξε τώρα τον έχει πετάξει σαν γερασμένο άλογο κούρσας. Το τωρινό του επάγγελμα είναι [κάτι σαν] μισθοφόρος ματατζής, που κατά περιόδους προσλαμβάνεται για να συμμετέχει σε διμοιρίες που σαν αποστολή τους έχουν να διαλύουν διαδηλώσεις και να συνθλίβουν ή συλλαμβάνουν τους διαδηλωτές. Ο Ares είναι κυνικός, δεν έχει όραμα, δεν έχει ούτε καν φιλοδοξίες, δεν έχει φίλους, και σχεδόν το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να έχει (βρωμο)δουλειά και να πληρώνεται. Και λέω σχεδόν, γιατί στην πραγματικότητα νοιάζεται για την αδερφή του και για τα ανίψια του, που ιδεολογικά βρίσκονται στο άλλο άκρο, αφού συμμετέχουν σε αναρχοκομμουνιστικές ομάδες που προσπαθούν να ανατρέψουν την κατάσταση. Όμως δεν θέλω να επεκταθώ ως προς αυτό, επειδή είναι καλύτερα να δείτε την ταινία χωρίς να γνωρίζετε πολλά πολλά.

Τεχνικά η ταινία δεν είναι τέλεια, παρόλα αυτά σε αυτό αποζημιώνει από την πρωτοτυπία και τη φρεσκάδα του σεναρίου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι τολμά να παίξει με ιδέες που συνήθως ο εμπορικός κινηματογράφος αποφεύγει. Η ηθοποιία απέχει και αυτή από το τέλειο, χωρίς όμως να πέφτει πολύ χαμηλά, ενώ κάποιοι ηθοποιοί(που για εμένα ήταν παντελώς άγνωστοι, αλλά ίσως στη Γαλλία να είναι αναγνωρίσιμοι) μπορώ να πω ότι αποδίδουν πολύ καλά τους ρόλους τους, όπως για παράδειγμα ο τρανσέξουαλ γείτονας του ήρωα. Βέβαια, σε κάποια σημεία η όλη ατμόσφαιρα θυμίζει λίγο b-movie, αλλά αυτό προσωπικά δεν με χάλασε, και ίσως να έγινε και ηθελημένα από τον σκηνοθέτη για λόγους γενικότερης cyberpunk αισθητικής[2] … ίσως βέβαια και να οφείλεται απλά στην έλλειψη budget.

Αυτό πάντως που μου έκανε περισσότερη εντύπωση, είναι ότι το δυστοπικό μέλλον που ξετυλίγεται μπροστά στην οθόνη μας, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί προέκταση των όσων βιώνουμε σήμερα, και υπό αυτήν την έννοια μοιάζει σαν ένα είδος προειδοποίησης για το που βαδίζει ο «Δυτικός Πολιτισμός». Μάλιστα, υπάρχουν και μερικές γεωπολιτικές «νύξεις» στην ταινία, οι οποίες παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον. Έχουν να κάνουν με μια νέα παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων, ένα γενικότερο shift στην σκακιέρα. Τα πρώτα στάδια του οποίου διαφαίνονται στο δικό μας παρόν με την γερασμένη Ευρώπη να δείχνει έντονα σημάδια παρακμής, τις ΗΠΑ να έχουν και αυτές τα δικά τους προβλήματα, και μια σειρά από επίδοξους αντικαταστάτες να κονταροχτυπιούνται για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων.

Εδώ κάπου σταματάω για να μη σας χαλάσω την έκπληξη, θα σας συμβούλευα πάντως να προμηθευτείτε το “Ares”, που λογικά θα έχει κυκλοφορήσει σε DVD ή να το δείτε Online με νόμιμο ή λιγότερο νόμιμο τρόπο.

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Στα ελληνικά η ταινία ονομάζεται «Κίνδυνος στο Παρίσι»

[2] Έχει κάτι από Blade Runner.

Read Full Post »

Δημοσιεύθηκε στο Ατέχνως

Αυτό πρόκειται να είναι ένα λίγο διαφορετικό άρθρο από αυτά που συνηθίζω να γράφω. Τουλάχιστον τη στιγμή που το ξεκινάω και έτσι όπως το έχω στο μυαλό μου δεν αναμένεται να μιλήσω καθόλου για πολιτική, για ιστορία κλπ κλπ. Στην πορεία βέβαια αυτό μπορεί και να αλλάξει –οπότε δεν υπόσχομαι- όμως δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν το έχω σκοπό εξ αρχής. Αυτό που εξαρχής έχω σκοπό, είναι να παραθέσω κάποιες από τις σκέψεις μου σχετικά με το τέλμα στο οποίο μοιάζει να έχει πέσει ο αμερικάνικος κινηματογράφος, και κυρίως δύο από τα αγαπημένα μου κινηματογραφικά είδη, οι ταινίες τρόμου και οι ταινίες φαντασίας (επιστημονικής και επικής).

Κάποτε, αυτό που μας/με εντυπωσίαζε σε αυτού του είδους τις ταινίες ήταν τα καλοφτιαγμένα «ειδικά εφέ», και αυτό, γιατί τότε, τις παλιές καλές εποχές, ήταν ακόμη κάτι ζητούμενο και όχι δεδομένο. Με τον καιρό και την εξέλιξη των υπολογιστών, τα εφέ και πιο εντυπωσιακά έγιναν, και πιο ρεαλιστικά όπου χρειαζόταν, και λιγότερο κοστοβόρα. Κάτι αντίστοιχο έχει συμβεί και στη βιομηχανία των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τα πολύ καλά γραφικά είναι σχεδόν δεδομένα. Αυτό δυστυχώς ή ευτυχώς έχει ως επακόλουθο να συνηθίσουμε την υψηλή ποιότητα ειδικών εφέ και να μη μας κάνουν [σχεδόν] καθόλου εντύπωση. Ναι μεν μια ταινία με πρόχειρα εφέ δεν θα είχε καμία τύχη, αλλά όσο περνάει ο καιρός, όλο και λιγότερο πάμε σε μια ταινία στον κινηματογράφο απλά και μόνο για τα εφέ της. Υπήρχαν βέβαια ταινίες επιστημονικής φαντασίας με απλά εφέ, όπως για παράδειγμα το the cube, που ήταν μικρά διαμαντάκια, όμως είχαν απλά εφέ όχι κακοφτιαγμένα.

Πέρα από τα εφέ, αν σε κάτι έχουν γίνει καλοί οι παραγωγοί του Χόλυγουντ είναι στο μάρκετινγκ. Είναι πλέον επιστήμονες στο να δημιουργούν το λεγόμενο Hype1,με αποτέλεσμα να γεμίζουν τις αίθουσες –και τα ταμεία- τις πρώτες μέρες προβολής. Αν η ταινία είναι «πατάτα» μπορεί τελικά να πάρει χαμηλή βαθμολογία από κοινό και κριτικούς στους σχετικούς ιστότοπους, όμως η μπάζα έχει ήδη γίνει. Και δυστυχώς οι ταινίες είναι συχνά «πατάτες», και με το πατάτες εννοώ σεναριακά αδιάφορες, ξαναζεσταμένες, και ανέμπνευστες, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα. Σε αυτό σίγουρα συμβάλει το γεγονός ότι κοντεύω τα 40 και ότι από τα παιδικά μου χρόνια έχω δει χιλιάδες ταινίες, οπότε είναι πιο δύσκολο πλέον κάτι να με εντυπωσιάσει. Όμως δεν είναι μόνο αυτό, δεν είναι μόνο υποκειμενικό το ζήτημα αλλά και αντικειμενικό. Αντικειμενικά τα περισσότερα χολυγουντιανά σενάρια, ειδικά στις κατηγορίες που ανέφερα, είναι αδιάφορα, ξαναζεσταμένα και ανέμπνευστα.

Έχουμε περάσει από μια παλιότερη εποχή που ακόμα και οι τσόντες είχαν σενάρια, σε μια νεότερη εποχή που τα σενάρια των υπερπαραγωγών είναι συχνά κατώτερα από αυτά των πορνό ταινιών της δεκαετίας του 80.

Γκουσγκούνης: «Έφερα τις πίτσες»
Παραλήπτριες: «Μα δεν παραγγείλαμε πίτσες»
Γκουσγκούνης: «Παραγγείλατε, δεν παραγγείλατε, εγώ θα σας πηδήξω!»

Ε, άμα στη θέση του «πηδήξω» μπει η λέξη «σκοτώσω», μπορεί κάλλιστα ο παραπάνω διάλογος να χρησιμοποιηθεί σε ταινία δράσης του στυλ The Expendables. Όχι ότι τέτοια απλοϊκά σενάρια και διάλογοι δεν υπήρχαν παλιότερα, όμως δεν θα έπρεπε μετά από τόσα χρόνια να είχαμε πάει λίγο παρακάτω; Βαρετοί διάλογοι, επανάληψη σκηνοθετικών τρικ κ.α. Ας εξετάσουμε ένα ακόμα παράδειγμα. Υπάρχει μια κλασική σκηνή που επαναλαμβάνεται συχνά στις παλιές ταινίες τρόμου σε διάφορες εκδοχές. Ο ήρωας ανοίγει την ντουλάπα, ή ντουλαπάκι του μπάνιου, ή την πόρτα του ψυγείου, και όταν μετά από λίγο την κλείνει υπάρχει από πίσω ο ψυχοπαθής δολοφόνος με το κασόνι. Κάποια στιγμή σε μια ταινία γύρισαν αυτή τη σκηνή χωρίς τελικά να εμφανιστεί κάποιος από πίσω, και με αυτόν τον τρόπο πρωτοτύπησαν (δεν θυμάμαι τώρα ποια ήταν αυτή η ταινία), ε τώρα πια έχει γίνει κλισέ και αυτό, μιας και έχει αντιγραφεί από τουλάχιστον 5-6 ακόμα ταινίες που έχει τύχει να παρακολουθήσω. Ειδικά τα σενάρια των ταινιών τρόμου έχουν καταντήσει σαν το «σεξ των αποκλειστικά παντρεμένων»2, ξεκινάνε πάντα έτσι, κλιμακώνουν έτσι, και κορυφώνουν πάλι έτσι, στο τέλος κάνεις και ένα τσιγάρο.

Ο μεγαλύτερος τρόμος πάντως για εμάς τους καλοφαγάδες είναι να βρούμε το ψυγείο άδειο

Μια άλλη κατηγορία ταινιών που έχει καταντήσει αηδία (αν δεν ήταν από την αρχή) είναι αυτή με τους σούπερ ήρωες της Marvel και της Dc. Οκ, υπάρχουν και καλές, όπως πχ κάποια Batman, αλλά οι περισσότερες αποτελούν απλά χορογραφίες δράσης που δεν καταφέρνουν κινηματογραφικά να ξεπεράσουν την αξία ενός μακρηγορούντος βίντεο κλιπ. Οκ, καταλαβαίνω, είναι διασκεδαστικές, πετάνε οι ήρωες πού και πού και καμιά καλή ατάκα (βλέπε Deadpool), γίνεται ο χαμός επί της οθόνης, αλλά γενικότερη κινηματογραφική αξία έχουν μικρή. Αν και για να πω την αμαρτία μου τα κόμικ αυτού του τύπου εγώ ποτέ δεν τα διάβαζα, προτιμούσα τα ευρωπαϊκά, οπότε δεν λογίζομαι και για φαν.

Και γεννιέται με όλα τα παραπάνω η απορία… «μα καλά, τόσα λεφτά δίνουν, δεν μπορούν να πληρώσουν για ένα καλό σενάριο;». Δεν θέλω να είμαι άδικος, έχουν βγει και καλές και πρωτότυπες ταινίες τα τελευταία δέκα χρόνια, για παράδειγμα το Cabin in the woods στην κατηγορία τρόμου εμένα μου άρεσε πάρα πολύ. Το κακό είναι όμως ότι οι αξιόλογες ταινίες αυτού του είδους είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Ορισμένες φορές χρειάζεται το μυαλό μου να πάει τόσο πίσω για να βρει μια πολύ καλή, που φτάνει στο Sixth Sense που κυκλοφόρησε το 1999.

I see dead movies, they look like real movies but they dont have a pulse

Προσωπικά αναζητώ κάτι διαφορετικό …  κάτι πρωτότυπο,  κάτι ενδιαφέρον, αλλά φαίνεται ότι άμα έχει βρεθεί ο τρόπος να βγαίνει το παραδάκι με πιο στάνταρ τρόπο, το πρωτότυπο το ενδιαφέρον και το διαφορετικό αποτελούν πολυτέλεια. Πηγαίνω σχετικά συχνά στον κινηματογράφο (2 φορές το μήνα περίπου), βλέπω επιπλέον καμπόσες ταινίες κατεβασμένες από το internet, αλλά είναι ζήτημα να κρατάω κάθε χρόνο 2-3 από αυτές. Γενικότερα μου είναι πιο εύκολο να κάτσω να ξαναδώ μια παλιά ταινία από ό,τι μια πιο σύγχρονη. Ελάχιστες είναι οι ταινίες των τελευταίων 15 ετών που έχω κάτσει να ξαναδώ, ενώ υπάρχουν αρκετές παλιότερες που τις έχω δει και δυο και τρεις και τέσσερις φορές. Και δεν είναι ότι μου έχει περάσει η δίψα για καλές ταινίες, το κάθε άλλο, νιώθω το λαρύγγι μου όλο και πιο στεγνό, όμως ο δρόμος που ακολουθεί ο αμερικανικός κινηματογράφος μου είναι όλο και πιο αδιάφορος. Μερικές φορές πιάνω τον εαυτό μου να πηγαίνει στον κινηματογράφο από συνήθεια, άλλες επειδή έχω πέσει και εγώ θύμα του Hype.

Τα καλά εφέ πλέον δεν μου λένε τίποτα, θα μπορούσαν να μου προκαλέσουν από την αρχή το ενδιαφέρον αν υιοθετούνταν νέες τεχνολογίες, για παράδειγμα ο virtual reality κινηματογράφος, ή η προβολή με ολογράμματα. Όμως ακόμα και έτσι κάποια στιγμή θα επέλθει ο κορεσμός και θα αποζητήσω ξανά την συνολικότερη ποιότητα, ή έστω την μη ξαναζεσταμένη σούπα. Αν μπορώ να διακρίνω κάτι θετικό στην αμερικάνικη βιομηχανία του θεάματος είναι το γεγονός ότι οι τηλεοπτικές σειρές έχουν γίνει πολύ πιο ποιοτικές, και, σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουν τα production values των κινηματογραφικών blogbusters (βλέπε Game of thrones), ενώ ακόμα συχνότερα έχουν πολύ πιο ενδιαφέρουσα πλοκή και σενάριο, ακόμη και ηθοποιία. Υπάρχουν όμως δυο ζητήματα, από τη μια οι σειρές δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον κινηματογράφο, όπως και ο κινηματογράφος δεν μπορεί να υποκαταστήσει το θέατρο (αν και έχει αναπτυχθεί εις βάρος του). Από την άλλη, όταν μια σειρά πετυχαίνει και φέρνει λεφτά στο κανάλι και στους παραγωγούς, παρατηρείται το φαινόμενο να την τραβάνε σε μήκος και να την ξεχειλώνουν και τελικά να την χαλάνε. Άλλες φορές πάλι ανοίγουν τόσα σεναριακά μέτωπα προκειμένου να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, που δεν ξέρουν στο τέλος πως να τα κλείσουν όποτε και μετατρέπονται σε σεναριακά κενά. Χαρακτηριστικό θύμα αυτού του φαινομένου είναι το Lost.

Αυτά ήταν μερικά από τα παράπονα μου από τον χολυγουντιανό κινηματογράφο του οποίου είμαι, ομολογώ, τακτικός (και εθισμένος) θεατής. Κάνω σε αυτό το σημείο και την αυτοκριτική μου που δεν είμαι και πολύ του «ποιοτικού σινεμά», αλλά σε κάθε περίπτωση το αίτημα μου να γίνει και ο εμπορικός λίγο πιο ποιοτικός, είναι και δίκαιο και ουτοπικό:P

Πάντως κράτησα τελικά χαρακτήρα και δεν μίλησα καθόλου ούτε για πολιτική, αλλά ούτε και για ιστορία είπα τίποτα! Ας μου το συγχωρήσετε…

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

1 Δηλαδή να δημιουργείται μεγάλη ανυπομονησία από την πλευρά του κοινού για να βγει η ταινία.
2 Τίτλος από κόμικ άλμπουμ των εκδόσεων παρά πέντε ή Βαβέλ

Read Full Post »

Αρέσει σε %d bloggers: