Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Τόμας Μορ, υψηλός αξιωματούχος, διάσημος λόγιος, ήρθε σε σύγκρουση τελικά με το στέμμα και το έφαγε το κεφάλι του. Αργότερα αγιοποιήθηκε από την καθολική εκκλησία.

Από καιρό ήθελα να διαβάσω την Ουτοπία, το κλασικό έργο του Τόμας Μορ, αλλά δυο φορές που το είχα παραγγείλει με αντικαταβολή από μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το παρέλαβα ποτέ. Τελικά το βρήκα και το αγόρασα σε ένα αναρχοαριστερίστικο βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο είχα μπει με σκοπό να αγοράσω κάνα βιβλίο του Λένιν για διάβασμα στο ταξίδι της επιστροφής. Όσο και αν έψαξα Λένιν δεν βρήκα(δεν κόβω και το χέρι μου ότι δεν είχε πάντως έψαξα κάμποση ώρα), και έτσι το έριξα στην κλασική λογοτεχνία, αφού αγόρασα εκτός από την ουτοπία και τον Βέρθερο του Γκαίτε. Η συγκεκριμένη έκδοση(της Ουτοπίας) είναι του 1984 εκδ. Κάλβου με εικονογράφηση του εξωφύλλου από έργο του αγαπημένου μου Ιερώνυμου Μπος, που και αυτόν τον θεωρώ πολύ μπροστά από την εποχή του και σε στυλ ζωγραφικής και σε περιεχόμενο.


Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και με μορφή διαλόγου, ο πολυταξιδεμένος σε εξωτικά μέρη Ραφαήλ περιγράφει στον Μορ και στην παρέα του τις εμπειρίες του από την πολύχρονη παραμονή του στην εξωτική Ουτοπία. Οι συνομιλητές άλλοτε εντυπωσιάζονται, άλλοτε παραξενεύονται, άλλοτε είναι δύσπιστοι μην μπορώνταν να χωνέψουν την ιδέα ενός τέτοιου τόπου, και άλλοτε διαφωνούν εκφράζοντας ανοιχτά τις αντιθέσεις τους. Το έργο αυτό, μέσα από την αφήγηση προσπαθεί να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα της εποχής του, μιας εποχής που εγκυμονούσε την μετάβαση προς την νέα καπιταλιστική εποχή. Η συγκεκριμένη περίοδος, της ύστερης θα λέγαμε Αναγέννησης, έχει να μας δώσει και άλλα παρόμοια σε περιεχόμενο έργα, όπως το Μωρίας Εγκώμιο του Έρασμου, που ήταν φίλος του Μορ και μάλιστα επιμελήθηκε την έκδοση της Ουτοπίας. Το πρωτότυπο στοιχείο της Ουτοπίας, είναι ότι ο Μορ μέσα από την αφήγηση του Ραφαήλ, αντιπροτείνει έναν άλλο κόσμο στη θέση του τωρινού, την Ουτοπία, που βρίσκεται πολιτισμικά και πολιτικά πολύ πιο μπροστά από τον υστερομεσαιωνικό, στον οποίο δεν υπάρχει ούτε ατομική ιδιοκτησία, ούτε βασιλιάδες ούτε αυλικοί και αυλοκόλακες, ούτε επεκτατικοί πολέμοι(αν και περιγράφεται κάτι αντίστοιχο στο βιβλίο), ούτε εμπορευματική αξία των αγαθών στο εσωτερικό, μόνο αξία χρήσης.

Χάρτης της Ουτοπίας, ο απρόσκλητος επισκέπτης θα καραβοτσακιστεί στους υφάλους

Η Ουτοπία αν και εκδόθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα, περιέχει μέσα πολλά στοιχεία που μπορούν ακόμη και σήμερα να ενθουσιάσουν τον αναγνώστη, σίγουρα πολύ περισσότερο(και με θετικό τρόπο) από κάτι διακηρύξεις των think tank της σοσιαλδημοκρατίας που θα έμοιαζαν αστείες ακόμα και στην εποχή του Μορ. Ενσωματώνει βέβαια και πολλά που μπορεί να μας ξενίζουν, ας πάρουμε για παράδειγμα το γεγονός ότι στην Ουτοπία που αποτελεί κατά τα άλλα μια κοινωνία ισότητας και κοινοκτημοσύνης, υπάρχουν δούλοι που καταπιάνονται με τις σκληρές και τις ανεπιθύμητες εργασίες, ενω οι προγαμιαίες σχέσεις απαγορεύονται και η μοιχεία τιμωρείται ακόμα και με θάνατο. Θα παραθέσω εδώ κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο, αν και αξίζει να διαβαστεί στο σύνολο του διότι αποτελεί ένα πολυδιάστατο έργο ικανό να προβληματίσει, και χρήζει πιστεύω διάφορων ερμηνειών.

(μιλάει ο Ραφαήλ) «Ήτανε προφανώς πολύ ευνόητο για μια υψηλή διάνοια σαν την δικιά του(εννοεί τον Πλάτωνα) ότι η μόνη βασική προϋπόθεση για μια κοινωνία δίκαιη ήταν η ίση κατανομή των αγαθών – πράγμα που υποπτεύομαι ότι είναι αδύνατον για το καθεστώς της πλουτοκρατίας. Γιατί, όταν κάποιος δικαιούται να πάρει όσο πιο πολλά μπορεί για τον εαυτό του, όλη η διαθέσιμη περιουσία, οσοδήποτε μεγάλη κι αν είναι, προορίζεται να πέσει στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας, πράγμα που σημαίνει πως όλοι οι άλλοι είναι φτωχοί.[…] Οι πλούσιοι θα είναι άπληστοι, ασυνείδητοι και εντελώς άχρηστοι άνθρωποι, ενώ οι φτωχοί θα είναι απλοί, μετριόφρονες, άνθρωποι που η καθημερινή εργασία τους είναι περισσότερο χρήσιμη στην κοινότητα παρά στους εαυτούς τους.

Με άλλα λόγια είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως ποτέ δεν θα πετύχετε δίκαιη κατανομή των αγαθών και ικανοποιητική οργάνωση της ανθρώπινης ζωής, αν δεν καταργήσετε πρώτα την ατομική ιδιοκτησία. Για όσο χρονικό διάστημα θα υπάρχει το ανθρώπινο γένος, η συντριπτική πλειοψηφία του και το συντριπτικά ανώτερο τμήμα του, θα συνεχίσουν αναπόφευκτα να εργάζονται κάτω από το βάρος της φτώχειας και της στεναχώριας. Δεν λέω πως το βάρος δεν μπορεί να περιοριστεί, αλλά ποτέ δεν θα το βγάλετε τελείως από τους ώμους τους. Θα μπορούσατε, βέβαια, να επιβάλετε με νόμο όριο στην ποσότητα χρημάτων ή της γης που οποιοσδήποτε θα επιτρεπόταν να κατέχει. Θα μπορούσατε με ανάλογη νομοθεσία, να διατηρήσετε ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στον βασιλιά και στους υπηκόους του. […] τέτοιου είδους νόμοι βέβαια θα εξάλειφαν τα συμπτώματα, ακριβώς όπως η διαρκής ιατρική παρακολούθηση ανακουφίζει την χρόνια αρρώστεια. Μα δεν υπάρχει ελπίδα θεραπείας για όσο χρονικό διάστημα θα εξακολουθεί η ατομική ιδιοκτησία. Αν προσπαθήσεις να θεραπεύσεις ένα ξέσπασμα σε κάποιο μέρος στο σώμα του κράτους, το μόνο που κατορθώνεις είναι να επιδεινώσεις τα συμπτώματα αλλού. Ότι είναι φάρμακο για μερικούς ανθρώπους, για άλλους είναι δηλητήριο – δεν μπορείς να έχεις και την πίτα αφάγωτη και το σκυλί χορτάτο.»[1]

Και παρακάτω κάτι που μοιάζει να απαντά σε επιχειρήματα που ακούμε συχνά πυκνά για την ΕΣΣΔ.

(μιλάει πάλι ο Ραφαήλ)»Μα εδώ υπάρχει ένα σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, γιατί αλλιώς θα το παρεξηγήσετε. Αφού εργάζονται μόνο έξι ώρες τη μέρα(οι κάτοικοι της Ουτοπίας), ίσως νομίζετε ότι υπάρχει έλλειψη των απαραίτητων αγαθών. Απεναντίας, αυτές οι έξι ώρες είναι αρκετές, και περισσότερο από αρκετές, για να παράγουν σε αφθονία κάθε τι που χρειάζεται για μια ζωή άνετη. Και θα το καταλάβετε γιατί συμβαίνει, αν υπολογίσετε πόση αναλογία πληθυσμού είναι εντελώς άνεργη στις άλλες χώρες. Και πρώτα από όλα είναι οι γυναίκες – που αποτελούν το 50% του πληθυσμού. […] Μετά έχουμε τους παπάδες και τα μέλη των θρησκευτικών ταγμάτων, καθώς τους ονομάζουμε – δουλεύουνε καθόλου; Προσθέτουμε όλους τους πλούσιους, ιδιαίτερα τους κτηματίες, που στο κοινό είναι γνωστοί σαν ευγενείς και καθώς πρέπει κύριοι. Ας συμπεριλάβουμε και τους ακόλουθους τους – εννοώ εκείνες τις σπείρες των οπλισμένων παλιανθρώπων. π΄ανέφερα πριν. Τέλος, αφαιρούμε τους ζητιάνους, που είναι εντελώς υγιείς και εύρωστοι, μα υποκρίνονται τους αρρώστους για δικαιολογία επειδή τεμπελιάζουν. Αφού μετρήσουμε αυτούς θα εκπλαγούμε πόσο λίγοι άνθρωποι παράγουν αυτά που καταναλώνει το ανθρώπινο γένος.

Και τώρα σκεφτείτε πόσοι λίγοι από αυτούς τους ανθρώπους(που εργάζονται εννοεί) κάνουν δουλειά ουσιαστική – γιατί όπου το χρήμα είναι το μόνο μέτρο αξίας εκεί ορίζεται να γίνονται δεκάδες άχρηστα επαγγέλματα, που προσφέρουν μόνο μέσα πολυτέλειας ή διασκέδασης.» [2]

Και μιλώντας πάλι ο Ραφαήλ για την Ουτοπία:

«Ποτέ δεν βάζουν τους ανθρώπους να δουλέψουν με το στανιό, γιατί ο κύριος σκοπός όλης της οικονομίας τους είναι να δίνουν σε κάθε άτομο τόσο πολύ χρόνο απελευθερωμένο από το σωματικό μόχθο, όσο θα επιτρέψουν οι ανάγκες της κοινότητας, ούτως ώστε να είναι σε θέση να καλλιεργήσει το μυαλό του – που το θεωρούν σαν το μυστικό της ευτυχισμένης ζωής. » [3]

Ενώ παρακάτω για τους κατοίκους της Ουτοπίας:

«Απόκτησαν αυτές τις ιδέες και γιατί ανατράφηκαν σε ένα κοινωνικό σύστημα που άμεσα αντιτίθεται σε αυτού του είδους τη βλακεία κι ακόμα επειδή διαβάζουν και μορφώνονται. Σίγουρα, δεν επιτρέπεται σε όλους να είναι διανοούμενοι, εκτός από τους πολύ λίγους σε κάθε πόλη που από παιδιά δείχνουν πως διαθέτουνε ασυνήθιστα χαρίσματα, μεγάλη εξυπνάδα και ειδική ικανότητα για ακαδημαϊκή έρευνα. Μα κάθε παιδί αποκτά μια στοιχειώδη μόρφωση και οι περισσότεροι άντρες και γυναίκες συνεχίζουν να σπουδάζουν από μόνοι τους σε όλη τους τη ζωή σε κείνες τις πρωινές διαλέξεις που σας ανέφερα.[…]

Εξάλλου είναι μεγάλοι εμπειρογνώμονες στην αστρονομία και έχουν επινοήσει κάμποσα δαιμόνια όργανα για να προσδιορίζουν τις ακριβείς θέσεις και κινήσεις του ήλιου και της σελήνης και όλων των άλλων ουράνιων σωμάτων που είναι ορατά στο ημισφαίριο τους[4]. Μα όσον αφορά την αστρολογία – δηλαδή τις φιλίες και τους καυγάδες ανάμεσα στους αστερισμούς, το να προλέγεις την τύχη και τα άστρα και ότι άλλο περικλείει αυτή η απάτη – ούτε που την ονειρευτήκανε ποτέ.»[5]

Και ένα καλό επιχείρημα υπέρ της ηδονής:

«Η αλήθεια είναι πως ακόμα και ο πιο αυστηρός ασκητισμός τείνει να είναι ελαφρά αντιφατικός στην καταδίκη της ηδονής. Μπορεί να σε καταδικάζει να ζεις δουλεύοντας σκληρά, να μην κοιμάσαι αρκετά και γενικά να ταλαιπωρείσαι από την έλλειψη των ανέσεων, αλλά σου λέει επίσης να κάνεις ότι μπορείς για να αλαφρύνεις τους πόνους και τις στερήσεις των άλλων. Θα θεωρήσει κάθε τέτοια προσπάθεια για βελτίωση της ανθρώπινης θέσης σαν αξιέπαινη πράξη προς την ανθρωπότητα – γιατί προφανώς τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ανθρώπινο, και πιο ηθικό, παρά να ανακουφίζουν την στεναχώρια των άλλων, να βάλουν τέρμα στη μιζέρια του και να ξαναφέρουν την joie de vivre τους, δηλαδή τη δυνατότητά τους για ηδονή. Έτσι, γιατί δεν θα ‘τανε το ίδιο φυσικό να κάνεις το ίδιο και για τον εαυτό σου;

Είτε είναι κακό να απολαμβάνεις τη ζωή, με άλλα λόγια να δοκιμάζεις την ηδονή – οπότε όχι μόνο δεν πρέπει να βοηθάς κανέναν σ αυτό, μα πρέπει να προσπαθείς να σώσεις όλο το ανθρώπινο μένος από αυτή την τρομερή μοίρα – είδε αλλιώς, αν είν΄ καλό για τους υπόλοιπους, και εσύ όχι μονάχα έχεις την άδεια αλλά και την υποχρέωση να το κάνεις δυνατό στους άλλους, γιατί να μην αρχίσεις από το σπίτι σου την αγαθοεργία;[…] Για αυτό οι Ουτοπιανοί θεωρούνε τη χαρά της ζωής – δηλαδή την ηδονή – σαν φυσικό αντικειμενικό σκοπό της ανθρώπινης προσπάθειας, και το φυσικό καθώς το ορίζουν, είναι συνώνυμο με το ενάρετο.»[6]

Και για τη «χαρά του κυνηγιού»:

«Πως είναι δυνατό να σε ευχαριστεί κάτι τόσο δυσάρεστο όσο το γαύγισμα και το ουρλιαχτό των σκυλιών; Και γιατί είναι πιο συναρπαστικό να βλέπεις ένα σκύλο να κυνηγάει ένα λαγό παρά δυο σκυλιά να κυνηγιούνται; Εάν είναι το τρέξιμο που σε συναρπάζει, και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει τρέξιμο. Μα αν πραγματικά θέλεις τη θέα του θανάτου, αν θέλεις να δεις το ζώο να σκίζεται κομμάτια μπρός στα μάτια σου, δεν θα ήτανε ο οίκτος η πιο κατάλληλη αντίδραση στη θέα ενός αδύνατου, δειλού, άκακου μικρού πλάσματος όπως ο λαγός που κατατρώγεται από ένα ζώο τόσο πιο δυνατό και πιο βίαιο;[…] Ένας κανονικός χασάπης σφάζει το ζώο πολύ πιο προσεχτικά και μόνο γιατί είναι υποχρεωμένος, ο κυνηγός σκοτώνει και ακρωτηριάζει μικρά πράγματα απλά και μόνο από διασκέδαση.»[7]

Για την τιμωρία της κλεψιάς:

«Μέχρι να φτιάξετε τα πράγματα ετούτα καθώς πρέπει, δεν έχετε το δικαίωμα να καυχιόσαστε για τη δικαιοσύνη που απονέμετε στους κλέφτες, γιατί ναι μια δικαιοσύνη περισσότερο επιφανειακή παρά πραγματική και κοινωνικά επιθυμητή. Αφήνετε ετούτους τους ανθρώπους να μεγαλώσουν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο και να διαφθείρονται από τα τρυφερά ακόμα χρόνια. Τελικά αφού μεγαλώσουν και διαπράξουν τα εγκλήματα που οφθαλμοφανώς προοριζόντουσαν να διαπράξουν, από τον καιρό ακόμη που θήλαζαν το μητρικό τους γάλα, αρχίζετε να τους τιμωρείτε. Με άλλα λόγια πρώτα δημιουργείτε τους κλέφτες και μετά τους τιμωρείτε γιατί κλέβουν.»[8]

Μιλάει ο Μορ και αμφισβητεί το κοινοκτημονικό σύστημα:

«Διαφωνώ: Δεν πιστεύω πως μπορείς να έχεις λογικό επίπεδο ζωής κάτω από το κοινοκτημονικό σύστημα. Πάντα θα τείνουν να υπάρχουν ελλέιψεις, γιατί κανείς δεν θα εργάζεται όσο πρέπει. Και με την έλλειψη του κερδοσκοπικού κινήτρου όλοι θα τεμπελιάζουν και θα περιμένουν από τους άλλους να βγάλουν την δουλειά τους[…]»(σας θυμίζει κάτι;) Και απαντά ο   Ραφαήλ στις αμφιβολίες του Μορ και του Πέτρου ενός άλλου της συντροφιάς: «Υποχρεωτικά δέχεσαι αυτήν την άποψη γιατί σου είναι αδύνατον να φανταστείς πως θάναι – όχι ακριβώς, εν πάση περιπτώση.[…] Μπορεί να είμαστε περισσότερο ή λιγότερο έξυπνοι απ΄αυτούς, μα είμαι απόλυτα βέβαιος πως μας αφήνουν πολύ πίσω στην ικανότητα για συγκέντρωση και δύσκολη εργασία.[..]»[9] Παρακάτω αναφέρει ο Μορ πως όσοι δεν εργάζονται στο βαθμό που θα έπρεπε τιμωρούνται και μπορεί να εκπέσουν στην κατηγορία του δούλου.

 

Είχα σκοπό να το κάνω ένα άρθρο αλλά μου βγαίνει κάπως μεγάλο οπότε το χωρίζω στα δυο.

[1] Tomas More, Η ουτοπία, εκδόσεις Κάλβος, μτφ. Γιώργου Καραγιάννη, Αθήνα 1984, σελ. 58, 59.

[2] Στο ίδιο, σελ. 72, 73.

[3] Στο ίδιο, σελ. 75.

[4] Τώρα άραγε εδώ παρουσιάζει το ηλιοκεντρικό σύστημα; Πολύ πιθανόν, μιας και ο Μορ ήταν σύγχρονος του Κοπέρνικου, απλά με παραξενεύει λίγο το όλο ζήτημα επειδή ήταν και πιστός καθολικός. Βέβαια όπως θα δούμε και παρακάτω στην περίπτωση της ηδονής, δεν ακολουθεί τα αυστηρά διδάγματα μίσους κάθε είδους απόλαυσης της καθολικής εκκλησίας. Ίσως βέβαια κάποια από αυτά που εμφανίζονται στην Ουτοπία οφείλονται στην εναντίωση του στον προτεσταντισμό, είναι κάτι που αγνοώ, αλλά σίγουρα αξίζει να το ψάξει κανείς.

[5] Ο. Π, Μορ ουτοπία, σελ. 89, 90.

[6] Στο ίδιο σελ. 92.

[7] Στο ίδιο σελ. 96.

[8] Στο ίδιο σελ. 35.

[9] Στο ίδιο σελ. 59. 60.

Advertisements

Read Full Post »

Οι ερυθρές φυλακές(Αναδημοσίευση από Σφυροδρέπανο)

 
Οι αναμνήσεις του καζαντζάκη από τα ταξίδια του στη σοβιετική ένωση, όπως μας τις δίνει συγκεντρωμένες στο βιβλίο του «ταξιδεύοντας στη ρουσία», είναι τόσο πλούσιες σε υλικό κι εύστοχες αξιολογικές κρίσεις, που δεν είναι εύκολο να συνοψιστούν και να παρουσιαστούν σ’ ένα μόνο κείμενο. Σε κάποια σημεία, νιώθει κανείς την ανάγκη να πάρει αυτούσια κάποια κεφάλαια και να τα τρίψει στη μούρη διάφορων «έγκυρων σοβιετολόγων» που δεν έχουν (όχι το ταλέντο και τη διεισδυτικότητα του συγγραφέα καζαντζάκη αλλά έστω) την έντιμη κριτική ματιά ενός ανθρώπου που μόνο κομμουνιστής δεν μπορεί να θεωρηθεί –παρά μόνο με μια πολύ ευρεία και χαλαρή έννοια.
 
Ένα τέτοιο απόσπασμα είναι και το παρακάτω κεφάλαιο, όπου ο καζαντζάκης μιλάει για τις ερυθρές φυλακές, δηλ για την εμπειρία του από το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα. Και έχει κατά τη γνώμη μου μια ιδιαίτερη αξία, όχι μόνο επειδή μας δίνει τις βασικές αρχές του συστήματος και σημαντικές πληροφορίες για ένα θέμα στο οποίο οι «γνώσεις» των περισσότερων εξαντλούνται στη λέξη γκούλαγκ, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να μάθουν κάτι πέραν αυτού· αλλά ακόμα και για το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στην τελευταία πρότασή του –που είναι από τους βασικούς ‘νόμους’ που ακολουθεί κάθε επαναστατικό εγχείρημα. Καλή ανάγνωση.
 
 
 
 Ο Παναγής Σκουριώτης της Σοβιετικής Ρουσίας είναι, όπως κι ο δικός μας, ένας ισχυρός οργανισμός, όλος φλόγα, αφιερωμένος με φανατισμό στο σκοπό που έθεσε στη ζωή του: ν’ αναμορφώσει τις φυλακές. Ξανθός, γαλάζια μάτια, ξεχειλισμένος από χαρά, σαν τους ανθρώπους που, κυριεμένοι από ένα μεγάλο πάθος, το ικανοποιούν και χαίρουνται. Χαρούμενος, γοργοκίνητος, με άρπαξε στο αυτοκίνητό του και μ’ έφερε στις μεγάλες φυλακές έξω από τη Μόσχα.
 
Μέσα στην πυκνήν ομίχλη, το πρωί εκείνο, τα σπίτια κι οι εκκλησιές γυάλιζαν αχνά, εξαϋλωμένα, σα χτίρια ξωτικά καμωμένα από καπνούς κι υγρασία. Τα ηλεχτρικά ήταν αναμμένα κι έφεγγαν θαμπά τους δρόμους και τις παγωμένες βιτρίνες. Κοράκια περνούσαν σιωπηλά και κάθιζαν στα κρυσταλλωμένα δέντρα, τα σπίτια όλο και λιγόστευαν, είχαμε πια βγει στο μοσχοβίτικο κάμπο, φτάναμε στις φυλακές.
 
Σε όλο το δρόμο ο νέος σύντροφός μου μου ξηγούσε ότι η Σοβιετική Ρουσία αντικρίζει και το δύσκολο πρόβλημα φυλακών και φυλακισμένων:
-Δύο είναι οι βασικές αρχές μας: α) η μόρφωση του κατάδικου β) η εργασία
 
α) Κάθε φυλακή έχει: το σκολειό της για τους αναλφάβητους· όλοι, όταν θα βγουν από τη φυλακή, πρέπει να ξέρουν ανάγνωση και γραφή· έχει τη λέσχη της, το θέατρό της, τον κινηματογράφο της, τη βιβλιοθήκη της· στη λέσχη συζητούν, γίνουνται ομιλίες, θεατρικές παραστάσεις, διαβάζουν και μορφώνουνται. Κάθε φυλακή έχει τη δική της «εφημερίδα του τοίχου», όπου οι ίδιοι οι φυλακισμένοι γράφουν με απόλυτη ελευτερία για όλα τα θέματα που αφορούν την υλική ή πνευματική ζωή τους. Οι φυλακισμένοι διαιρούνται σε διάφορες ομάδες και καθεμιά αναλαβαίνει ορισμένο κλάδο: υπάρχουν ομάδες για τη μόρφωση, για την πολιτική, τα οικονομικά, την υγιεινή, άλλες αναλαβαίνουν τη φιλολογία, τη μουσική, τις γιορτές. Όλες οι ομάδες αποτελούνται από φυλακισμένους και μονάχα ο πρόεδρός τους είναι κρατικός υπάλληλος. Μεγάλη προσοχή συνάμα δίνουμε στο κορμί: καθαριότητα, ηλιοθεραπεία, αεροθεραπεία, γυμναστική, εκδρομές.
 
β) Σύμφωνα με τη δεύτερή μας αρχή, όσοι κατάδικοι μπορούν, πρέπει να εργάζουνται. Η εργασία δεν έχει σκοπό την τιμωρία του φυλακισμένου, παρά την ανθρωπιστική κι επαγγελματική του μόρφωση· γι’ αυτό η εργασία πρέπει να ‘ναι ανάλογη με την κλίση και τις ικανότητες του κάθε ατόμου. Σωματική ή ψυχική ποινή απαγορεύεται, όχι μονάχα γιατί αντιστρατεύεται στις σοβιετικές μας αρχές παρά και γιατί εξαγριώνει τον άνθρωπο και του γεννάει μίσος για την κοινωνία. Η πείρα μας απόδειξε πως τίποτα δεν επιδράει τόσο ευεργετικά στο φυλακισμένο, όσο ο σεβασμός στην ατομικότητά του.
 
Ευτύς ως ο κατάδικος μπει στη φυλακή, πάνε και τον βλέπουν ο διευθυντής κι οι προϊστάμενοι στο μορφωτικό ή εργατικό τμήμα. Κουβεντιάζουν μαζί του, μελετούν το χαραχτήρα και τη μόρφωσή του, τις επαγγελματικές του ικανότητες. Την άλλη μέρα του δίνουνε το βιβλιάριο, όπου αναγράφουνται τα δικαιώματα και τα χρέη του.
 
Οι φυλακισμένοι διαιρούνται σε τρεις τάξες: Κατώτατη, μέση κι ανώτατη. Κάθε φυλακισμένος παραμένει υποχρεωτικά ορισμένο χρονικό διάστημα στην τάξη όπου κατατάχτηκε, ωσότου η διεύθυνση του επιτρέψει να μετατοπιστεί στην αμέσως ανώτερη. Η παραμονή του στην ίδια τάξη ή η μετάθεση σε άλλη εξαρτάται από την πρόοδο του φυλακισμένου στην εργασία του και στη συμπεριφορά του, και γενικά από την επίδραση που είχε απάνω του το σωφρονιστικό σύστημα.
 
Η προαγωγή σε ανώτερη τάξη συνεπάγεται ορισμένα προνόμια: Αλαφρώνουν οι όροι του κανονισμού, μπορεί ν’ απολυθεί ο κατάδικος προτού λήξει ο χρόνος της ποινής κτλ. Όσοι ανήκουν στην κατώτατη τάξη δικαιούνται να δέχουνται επίσκεψες και να ‘χουν αλληλογραφία κάθε 15 μέρες· όσοι στην ανώτατη, κάθε μέρα. Όσο ανεβαίνουν σε ανώτερη τάξη αποχτούν και μεγαλύτερη ελευτερία να διαχειρίζουνται τα χρηματικά ποσά που κερδίζουν και ν’ αγοράζουν τρόφιμα, φορέματα, βιβλία. Όσοι ανήκουν στη μεσαία τάξη δικαιούνται εφτά μέρες άδεια το χρόνο· όσοι στην ανώτατη δεκατέσσερεις. Επίσης μπορεί να χορηγηθεί στους αγρότες που έδειξαν καλή διαγωγή άδεια απουσίας τρεις τέσσερεις μήνες, να πάνε στα χωριά τους και να βοηθήσουν στο θερισμό. Οι μήνες αυτοί υπολογίζουνται ως φυλακή.
 
Έχουμε διάφορους τύπους φυλακές, ανάλογα με τα διάφορα μέτρα της κοινωνικής προστασίας:
α) Σωφρονιστικές· αυτές υποδιαιρούνται: σε οίκους φυλακής· σωφρονιστικούς οίκους προστασίας· παροικίες αγροτικές, επαγγελματικές, βιομηχανικές· ειδικά απομονωτήρια· μεταβατικούς, σωφρονιστικούς οίκους.
β) Γιατροπαιδαγωγικές· υποδιαιρούνται σε οίκους εργασίας για ανηλίκους· σε οίκους εργασίας για εγκληματίες προερχόμενους από αγροτοεργατική νεολαία.
γ) θεραπευτικές· υποδιαιρούνται: σε ιδρύματα για ψυχικά ανισόρροπους και σωματικά άρρωστους· σε ινστιτούτα ψυχιατρικής θεραπείας, νοσοκομεία κτλ.
 
Το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα θέσπισε ακόμα μια σημαντική καινοτομία: Ως σήμερα, επικρατούσε η Ιδέα πως το δικαστήριο είναι ο μόνος ρυθμιστής της ποινής· σ’ εμάς όμως η δικαστική κι η σωφρονιστική εξουσία είναι δυο ισότιμοι παράγοντες της ενιαίας ποινικής πολιτικής του Κράτους. Το έργο της σωφρονιστικής εξουσίας δεν έχει σε μας μηχανικό χαραχτήρα· έγινε καθαρά δημιουργικό.
 
Από τη στιγμή που, ευτύς μετά τη δίκη, το κέντρο του βάρους μεταφέρεται στη σωφρονιστική εξουσία, τα εχτελεστικά σωφρονιστικά όργανα επιδίδουνται στη μελέτη –ψυχική, σωματική, πνευματική- των καταδίκων. Τους ταξινομούν, ορίζουν ειδικούς κανονισμούς, χρησιμοποιούν διάφορα, ανάλογα με την κάθε κατηγορία, μέσα σωφρονισμού και μόρφωσης.
 
Και το σπουδαιότερο: μπορούν όχι μονάχα ν’ αλλάξουν τους όρους της εχτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, παρά και να συντομέψουν το χρόνο της ποινής που όρισε το δικαστήριο και να μεταβάλουν ριζικά τα μέτρα της κοινωνικής προστασίας. Η Σοβιετική Ρουσία κλόνισε την αρχή πως οι δικαστικές ετυμηγορίες είναι απαραβίαστες· τα εχτελεστικά όργανα μπορούν, ανάλογα με τη διαγωγή του κατάδικου, να τροποποιήσουν ριζικά την ποινή.
 
Με τα μέσα αυτά προσπαθούμε όχι να τιμωρήσουμε τον κατάδικο παρά να τον κάμουμε ικανό να συνεργαστεί κι αυτός μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία: του μαθαίνουμε γράμματα, του θεραπεύουμε την ψυχή και το σώμα, του διδάσκουμε μιαν τέχνη για να μπορεί να ζήσει και να φανεί χρήσιμος στο σύνολο.
Κάνουμε ό,τι μπορούμε να νικήσουμε το σκοτάδι του μυαλού και της ψυχής του ανθρώπου.
 
Μέσα από την πυκνήν ομίχλη έβλεπα τα υπερβόρεια μάτια του συντρόφου μου να λάμπουν σα δυο φλόγες. Μπαίναμε στη μεγάλη αυλή της φυλακής.
Το χτίριο είναι παλιό, απέραντο και ξεμοναχεμένο στην πεδιάδα. Κάμποσοι φυλακισμένοι έκοβαν ξύλα, άλλοι κουβαλούσαν κάρβουνα· ο διευθυντής χαιρέτησε τους «συντρόφους φυλακισμένους» μ’ εγκαρδιότητα. Μπήκαμε σ’ ένα μακρύ, φωτισμένο διάδρομο· ευτύς εξαρχής σου γεννιέται η εντύπωση πως δε βρίσκεσαι σε φυλακή παρά σε σιωπηλό, πειθαρχημένο εργοστάσιο.
 
Ανοίγαμε τις πόρτες κατά σειρά και βρισκόμασταν πάντα μπροστά σ’ ένα καινούρια αργαστήρι: Εδώ το τυπογραφείο που αναλαβαίνει, με τη φίρμα της φυλακής, να εκδίδει βιβλία, παραπέρα το βιβλιοδετείο, έπειτα το ξυλουργείο, το παπουτσίδικο, το σιδεράδικο, το ψωμάδικο. Οι ίδιοι οι φυλακισμένοι ζυμώνουν, φουρνίζουν, μαγερεύουν, πλένουν. Παντού μας υποδέχουνται χαρούμενα κι εγκάρδια· πουθενά δεν είδα φύλακες με στολή ή με όπλα· ελάχιστοι οι φύλακες και ντυμένοι πολιτικά. Οι κατάδικοι πάλι φορούν ό,τι ρούχα τους αρέσουν, τίποτα δε σου θυμίζει πως βρίσκεσαι σε φυλακή.
 
Πολλοί μαθαίνοντας πως είμαι ξένος, με ζυγώνουν με περιέργεια και σφοδρό ανθρώπινο ενδιαφέρον και με ρωτούν για την πατρίδα μου: «Τι γίνεται εκεί κάτω, υπάρχουν άνθρωποι να εκμεταλλεύουνται ανθρώπους, υπάρχουν σύντροφοι που να υποφέρουν; Τι ενέργεια κάνετε να φωτιστεί, να λευτερωθεί ο λαός;» Ρωτούσαν, μ’ έπιαναν από τα χέρια, με κοίταζαν, περίμεναν κι εγώ απαντούσα με αοριστία.
 
Στο σιδεράδικο ένα φυλακισμένος στέκουνταν σε μια γωνιά με σταυρωμένα χέρια:
-Αυτός δε θέλει να δουλέψει, μου ξήγησε ο διευθυντής χαμογελώντας· μα σε λίγες μέρες θα βαρεθεί, θα ντραπεί, θα ζουλέψει και θα πιάσει κι αυτός δουλειά. Όταν ένας κατάδικος έρθει, τον ρωτούμε αν θέλει να δουλέψει και πού· μερικοί αποκρίνουνται πως καμιά διάθεση δεν έχουν για δουλειά κι εμείς τότε τους αφήνουμε· καθένας είναι λεύτερος. Όμως φροντίζουμε να παραστέκουν άνεργοι μαζί μ’ εκείνους που δουλεύουν και πάντα, ύστερα από λίγες μέρες, έρχουνται μόνοι τους και μας παρακαλούν να τους δώσουμε εργασία.
 
Πήγαμε στη λέσχη. Ήταν άλλοτε εκκλησία και σώζουνται ακόμα μερικές αγιογραφικές τοιχογραφίες απάνω από το ιερό· τώρα είναι καταστόλιστη με κόκκινες σημαίες και κόκκινα ρητά· και στο βάθος, όπου μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Αγία Τράπεζα, είναι τώρα η μαρμαρένια προτομή του Λένιν δεξιά του, το ξύλινο αντίγραφο του Μνημείου του στην Κόκκινη Πλατεία· κι αριστερά, το αποτύπωμα της φτωχικιάς ίσμπας που είχε καταφύγει ο Λένιν όταν τον κυνηγούσαν τα όρνια του Τσάρου.
 
Ως μπήκαμε, μια ορχήστρα από φυλακισμένους έπαιξε τη Διεθνή, η αυλαία άνοιξε και φάνηκαν στη σκηνή μια τριανταριά μεσόγυμνοι αθλητές κι άρχισαν να εχτελούν διάφορα δύσκολα γυμνάσματα.
Μια από τις μεγαλύτερες φροντίδες μας είναι και τούτη, μου κάνει ο διευθυντής: μαθαίνουμε τους συντρόφους φυλακισμένους ν’ αναπνέουν, να γυμνάζουν το σώμα τους, να το διατηρούν γερό και καθαρό· να ζουν όσο το δυνατό περισσότερο στο ύπαιθρο. Γι’ αυτό τους βλέπετε τόσο ζωηρούς και ροδοκόκκινους.
 
Ήταν πια μεσημέρι. Καθίσαμε και φάγαμε όλοι μαζί στους μεγάλους ξύλινους πάγκους: σούπα, κρέας με πατάτες, τσάι. Οι φυλακισμένοι έρχουνταν από τ’ αργαστήρια τους, πλένουνταν και κάθιζαν κεφάτοι κι έτρωγαν.
 
Έλεγα στο διευθνυτή:
Κι εμείς στην Ελλάδα προσπαθούμε κάποτε με την εργασία να καλυτερέψουμε την ψυχή και το σώμα των φυλακισμένων κι εμείς ξέρουμε τις θεωρητικές αρχές που εφαρμόζετε και προσπαθούμε να τις πραγματοποιήσουμε. Έχω ένα φίλο που ‘χει αφιερώσει τη ζωή του για τη μεγάλη τούτη αποστολή. Τον λένε Παναγή Σκουριώτη.
 
Ο διευθυντής κούνησε το κεφάλι του:
Σε όλο τον κόσμο, αποκρίθηκε, υπάρχει η προσπάθεια που λέτε· όλες οι θεωρίες είναι γνωστές και κυκλοφορούνε στον αγέρα της εποχής μας· παντού κάποιος αγνός και φλογερός ιδεολόγος θα βρεθεί, που θα θυσιάσει τη ζωή του για να τις εφαρμόσει· όμως, θαρρώ, του κάκου. Καμιά γενναία ριζική μεταβολή δεν μπορούν να πετύχουν και στο ζήτημα αυτό οι αστικές χώρες· είναι κι οι φυλακές μέρος ενός συνόλου και καμιά ριζική αναμόρφωση δεν μπορεί ποτέ να γίνει ξεκάρφωτη.
 
Στις αστικές χώρες, οι χαραχτηριζόμενες αξιόποινες πράξες αιτία έχουν συχνότατα όχι την ατομική διάθεση του φταίχτη παρά το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών. Συχνότατα, στις αστικές κοινωνίες, ο εγκληματίας σπρώχνεται απ’ όλη την κοινωνία στο έγκλημα. Κι όταν τον κλείνουν στη φυλακή, έχει βαθιά του την πεποίθηση πως δεν είναι αυτός ο κακούργος παρά ολάκερη η κοινωνία· αυτός είναι το θύμα. Κι η πεποίθησή του αυτή τον γιομώνει πίκρα και μίσος. Με τέτοια ψυχολογία είναι φυσικό ν’ αντιδράει σε κάθε προσπάθεια που κάνει μια τέτοια κοινωνία για να τον καλυτερέψει.
 
Η αστική προσπάθεια για αναμόρφωση δεν μπορεί να ‘ναι ούτε ολοκληρωτική ούτε συνεχής. Είναι στη φύση του αστικού Κράτους να μη θέλει ποτέ –γιατί δεν το συφέρει- να ξυπνήσει εντελώς την ψυχή του λαού. Δε συφέρει να δει ο λαός πόσο κι από ποιους αδικιέται, ούτε να νιώσει πως έχει στα χέρια του όλη τη δύναμη. Γι’ αυτό, αν σε οποιοδήποτε κλάδο κρατικής ή κοινωνικής ενέργειας ξεπεταχτεί μια στιγμή μια αγνή προσπάθεια, η προσπάθεια αυτή είναι, αναγκαστικά, ξεμοναχιασμένη και μισερή, οφείλεται σε κανένα απροσάρμοστο στη γύρα του σαπίλα ιδεολόγο, βρίσκει οργανωμένη λυσσαλέα αντίδραση, φανερή ή κρυφή και γρήγορα ξεθυμαίνει.
 
Την άλλη μέρα, κάποιος γνώριμός μου Πολωνοεβραίος, παμπόνηρος κι αντιδραστικός, που του διηγήθηκα την επίσκεψή μου στις σοβιετικές φυλακές, καθώς κι όλα τα θαμαστά που ‘βλεπα κάθε μέρα, μου αποκρίθηκε σατανικά χαμογελώντας:
 
Ο Ποτιέμκιν, όταν έβγαζε σε περιοδεία την αυτοκρατορικιά μετρέσα του, τη Μεγάλη Αικατερίνη, έστελνε μπροστά έτοιμα χωριά από καρτόνι και τα στερέωνε κοντά στα μέρη απ’ όπου θα περνούσαν. Χωριάτες και χωριάτισσες, ντυμένοι λαμπερά κοστούμια, γλεντούσαν ευτυχισμένοι κάτω από τα δέντρα, έπαιζαν μπαλαλάικα, πηδοκοπούσαν και ζητωκραύγαζαν την αυτοκρατόρισσα. Δεν ήταν χωριάτες και χωριάτισσες· ήταν ηθοποιοί που τους είχε νοικιάσει ο Ποτιέμκιν· κι η ερωτευμένη χοντρο-Κατερίνα δάκρυζε από κατάνυξη κι ευτυχία.
 
Όμοια κι οι μπολσεβίκοι σας περιοδεύουν στη Μόσχα –στη μεγάλη από καρτόνι, από ηθοποιούς και μπαλαλάικες βιτρίνα της Ρουσίας –και σας δείχνουν (οι Ρούσοι είναι, κατά παράδοση, περίφημοι σκηνοθέτες) μερικά καλοβαλμένα, πιτήδεια τρουκαρισμένα θεάματα: σκολειά, σανατόρια, φυλακές, δικαστήρια, οι σειρήνες των εργοστασίων όταν περνάτε σφυρίζουν, τάχατε πως δουλεύουν ακατάπαυτα, οι ίδιες πάντα γεωργικές μηχανές περνούν από τους δρόμους που είναι για να περάσετε, τάχατε έτσι, κατά τύχη… Και σεις χάσκετε, οι κουτόφραγκοι, και πέφτετε στην παγίδα Ποτιέμκιν νεότατου συστήματος –στην παγίδα «Καρλ Μαρξ».
 
Γελούσε ο φίλος μου σαρκαστικά και με κοίταζε με τα παμπόνηρα ματάκια. Με διαπέρασε αλαφριά ανατριχίλα. Ανάμεσα στους φλογερούς στενοκέφαλους πιστούς που δουλεύουν με αγάπη και πείσμα, υπάρχουν οι πολύ μορφωμένοι, χαριτωμένοι και χαιρέκακοι άπιστοι. Τούτοι όλα τα ξέρουν, τίποτα δεν μπορεί να τους ξεγελάσει, πολύ έξυπνα αποσυνθέτουν και καταγγέλνουν τον «ιερό δόλο», που χωρίς αυτόν ποτέ δεν μπόρεσε να θεμελιωθεί μια νέα θρησκεία.
 

Όλα τα ξέρουν οι φίνοι τούτοι άπιστοι· μονάχα τούτο ξεχνούν: πως μονάχα επιθυμώντας, απατώμενος κι απατώντας –δηλαδή πιστεύοντας- ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει το πρόσωπο της γης.

Και μια προσθήκη για να κάνουμε σύγκριση με την πολιτισμένη Δύση(αλήθεια μιλάμε σήμερα για τον πολιτισμό της Δύσης ή η δύση του πολιτισμού;) του σήμερα προσφορά του Αμπελοφιλοσοφίες:

Γκουαντάναμο, παιδαγωγικές ασκήσεις που κρατούν σώμα και πνεύμα σε ακμαία κατάσταση.

Και επειδή και εμείς ανήκωμεν εις την Δύσην…

Κόρινθος: Ξένιος Διας το συνώνυμο του Greek Hospitality

Χίλιοι καλοί χωρούνε

Read Full Post »

Προσπαθούσα κάποτε σε ένα σύντομο κειμενάκι μου να γράψω 5 πράγματα για την ποίηση. Κατάφερα εκεί πέντε αράδες, αλλά αν υπήρχε κάτι που συνειδητοποίησα είναι πως δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλήσει κάποιος για την τέχνη, από όποια πλευρά και αν το πιάσει το πράγμα, ειδικά όταν θέλει να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα. Σήμερα θα κάνω μια ακόμη απόπειρα, αυτή τη φορά με αφορμή την δήλωση της Κ. Δημουλά που είπε ότι δεν αντέχει άλλο τους μετανάστες διότι την τρομάζουν, είναι πολλοί, κλέβουν και πιάνουν όλα τα παγκάκια της Αθήνας.

Θα περίμενε κανείς από ανθρώπους του πνεύματος, όταν καταπιάνονται με ένα τέτοιο ζήτημα να είναι περισσότερο ευαίσθητοι, αν όχι επειδή το αισθάνονται, ας είναι τουλάχιστον περισσότερο αναλυτικοί ώστε να αναφέρονται σε όλες τις πλευρές του συγκεκριμένου ζητήματος και να μην πετάνε χοντράδες. Η φτώχεια η μετανάστευση ως αιτίες που γεννούν της εγκληματικότητα στα φτωχά και στα εξαθλιωμένα στρώματα, είναι ζητήματα που συνδέονται άμεσα με τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες του κόσμου που ζούμε, δεν μπορεί ούτε να ειδωθούν ούτε να αντιμετωπιστούν ανεξάρτητα από αυτές.

Πέρα από αυτό υπάρχει όμως και το καθαρά ανθρωπιστικό, αυτό που δεν χρειάζεται ο άλλος να έχει μελετήσει τον καπιταλισμό για να γνωρίζει πως «καταντούν» οι άνθρωποι να ζουν τέτοιου είδους ζωές. Ο ανθρωπισμός, που υπαγορεύει ότι αν μέσα σε ένα 40 τετραγωνικών ανήλιαγο και παραμελημένο σπίτι ζουν 15 άνθρωποι, λογικό είναι να θέλουν να περνούν όσο χρόνο παραπάνω μπορούν έξω από αυτό. Το ίδιο και οι άνθρωποι που δεν έχουν δουλειά, που δεν έχουν καν σπίτι και που το μοναδικό τους σπίτι είναι αυτό το παγκάκι που θα ήθελε για δική της διάθεση η Κικίτσα.

Σε συνθήκες λοιπόν τόσο ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης και εγκληματικότητα θα υπάρχει, και κλεψιές, όμως οι πρώτοι που υποφέρουν από την εγκληματικότητα αυτή είναι οι ίδιοι οι μετανάστες, που γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης από διαφόρων ειδών νταβατζήδες, έλληνες και ξένους. Οι ίδιοι έχουν στην πλειοψηφία τους γνωρίσει με τον πιο βάναυσο τρόπο την πιο οργανωμένη και παγκοσμίων διαστάσεων μορφή εγκληματικότητας, αυτή της καπιταλιστικής παραγωγής και της ιμπεριαλιστικής επέκτασης με όλα τα μέσα.

Θα περίμενε κανείς όλα τα παραπάνω, να αναφερθούν από έναν άνθρωπο του πνεύματος της τέχνης και του πολιτισμού, αλλά μιας και δεν αναφέρθηκαν για να εξετάσουμε λίγο για ποια τέχνη, ποιό πνεύμα και ποιο πολιτισμό μιλάμε όταν αναφερόμαστε σε άτομα όπως η Κική(και δεν είναι μόνο ή Κική απλά αφορμής δοθείσας επιλέχθηκε ως παράδειγμα προς αποφυγή).

Να δηλώσω εξαρχής ότι δεν είμαι ειδικός στο έργο της Κικής. Είχα διαβάσει μερικά ποιήματα της τότε που υπέγραφε το κατάπτυστο κείμενο για τη σωτηρία της Ελλάδας και πράσινα άλογα μαζί με άλλους ανθρώπους του πνεύματος, και την κατέταξα, μπακάλικα δεν λέω όχι, στην κατηγορία εκείνη των εγωκεντρικών ποιητών που τα πάντα ξεκινούν και τελειώνουν στα προσωπικά τους πάθη, σε σχέση με τον περίγυρο τους(καλλιτεχνικό και άλλο) που τα υψώνουν και τα ενώνουν με το «απέραντο» και το άπειρο κλπ. Παραδέχομαι πάντως ότι καλλιτεχνικά μπορεί και να την αδικώ μην έχοντας διαβάσει ένα ικανό μέρος του έργου της για να μπορέσω να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα, και μάλλον εκεί θα μείνω διότι όπως φαίνεται ο άνθρωπος Δημουλά δεν εξάπτει τίποτα θετικό ή ενδιαφέρον μέσα μου.

Πριν προχωρήσω παρακάτω θα παραθέσω μιαν αράδα ενός άλλου ποιητή, έτσι όπως τη έχω στο μυαλό μου, του Ρίτσου, η αράδα είναι περίπου αυτή.

«Άμα δεν μπορέσω να σε κάνω να το δεις και εσύ είναι σαν να μη το έχω»

Παρά το γεγονός ότι και από του Ρίτσου το έργο δεν έχω διαβάσει ούτε το εν δέκατο,  όμως η εντύπωση που μου έδωσε από το πρώτο κιόλας ποίημα που διάβασα ήταν εντελώς διαφορετική, αργότερα, όταν διάβασα και τον επιτάφιο ομολογώ ότι δεν σταμάτησα να δακρύζω παρά μόνο όταν ολοκληρώθηκε η ανάγνωση του. Ο Ρίτσος λοιπόν εκφράζει έναν διαφορετικό κόσμο από αυτόν της Δημουλά…ποιός είναι αυτός; Είναι ο κόσμος που το αγαθό της τέχνης, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αγαθά, είτε αυτά εκφράζονται με υλικό είτε με ιδεατό τρόπο, πρέπει να γίνουν κτήμα όλων και όχι μόνο μιας κλειστής ελίτ. Ο πνευματικός όπως και ο υλικός πολιτισμός στο νου του Ρίτσου, δεν αποτελεί ένα κλειστό μυστήριο που απευθύνεται μόνο στους μυημένους, αλλά την κληρονομιά των λαών που πρέπει να ανήκει στους λαούς. Ο Ρίτσος όχι μόνο απευθύνεται στο σύνολο του λαού με την ποίηση του, αλλά τον εκφράζει κιόλας, χωρίς το έργο του να στερείται υψηλών νοημάτων και τεχνικής αρτιότητας, χωρίς να γίνεται απλοϊκό. Η ποίηση  του Ρίτσου πατά στο χώμα και στη λάσπη, και γίνεται σκάλα για να υψωθούν εκείνοι που γεννήθηκαν στο(και από) χώμα και στη λάσπη, και που με αυτό το χώμα και αυτή τη λάσπη, και με τις προσπάθειες των ανθρώπων αυτών, έχει οικοδομηθεί ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Η Δημουλά είναι ανίκανη να το κάνει αυτό, δεν καταλαβαίνει, δεν αισθάνεται, δεν ζει στον ίδιο κόσμο με αυτούς τους ανθρώπους, για εκείνη ο φτωχός και ο μετανάστης είναι σκουπίδι που πρέπει να καταλήξει στην χωματερή για να μην της χαλά την αισθητική. Για να το πούμε και διαφορετικά, αν η τέχνη ήταν ένα παγκάκι, ο Ρίτσος θα καθόταν δίπλα στους μετανάστες και στους φτωχούς θα συζητούσε μαζί τους, στο Ελις Αιλαντ της Κικής όλοι αυτοί κρίνονται ανεπιθύμητοι.

Η Δημουλά απευθύνεται σε ανθρώπους που ήδη είναι ψηλά, ψηλά με μορφωτικούς, με κοινωνικούς, με οικονομικούς όρους. Η ποίηση της, η τέχνη της, χρησιμεύει σαν στεγανό, σαν νοητό πνευματικό σύνορο που χωρίζει έναν κόσμο από έναν άλλο, σύνορο που καλλίτερα να παραμείνει αδιαπέραστο, που δεν χωρά πνευματικούς μετανάστες, τουλάχιστον όχι αν εκείνοι δεν αποδεχθούν τους όρους της δικής της, πάνω από τα σύννεφα, κοινωνίας. Δεν αποτελεί σκάλα λοιπόν, αποτελεί θόλο, μετατρέπει το «αν δεν μπορώ να σε κάνω να το δεις και εσύ είναι σαν να μην το έχω» σε «αυτό που εγώ έχω με ξεχωρίζει από σένα που δεν έχεις τίποτα». Αποτελεί δε την χειρότερη μορφή ιδιοποίησης, την ιδιοποίηση της πνευματικής δημιουργίας, που μετατρέπει κάτι που μπορούν να το απολαμβάνουν και να εκφράζονται όλοι μέσα από αυτό, σε προϊόν που ικανοποιεί και εκφράζει συγκεκριμένο και αυστηρά περιορισμένο target group.

Είναι ένα είδος τέχνης λοιπόν που εκπροσωπεί ένα συγκεκριμένο πνεύμα και ένα δεδομένο πολιτισμό, που για τον απλό άνθρωπο που θα έρθει σε επαφή μαζί του μοιάζει με κονσέρβα χωρίς το ανάλογο ανοιχτήρι, και που ακόμα και αν μπορούσε να την ανοίξει θα έβρισκε μέσα αέρα κοπανιστό. Αυτός είναι ο πολιτισμός των ανισοτήτων, της ακραίας φτώχειας και της εξαθλίωσης, σε κοινωνίες με αριστοκράτες και δούλους, ή πιο σωστά με καπιταλιστές και το σκυλολόι τους και με εργάτες προλετάριους, άνεργους, άστεγους και λοιπά λούμπεν στοιχεία. Όλοι αυτοί όχι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον, αλλά με τον έναν να είναι αιτία της εξύψωσης του άλλου και τον άλλο να είναι αιτία της εξαθλίωσης του πρώτου. Αυτή την τέχνη και αυτό το πνεύμα εκφράζουν διανοητές όπως η Δημουλά, την συντήρηση και την εκμετάλλευση, ή πιο σωστά την συντήρηση της εκμετάλλευσης που τους επιτρέπει να διακρίνονται ως πρώτοι και καλύτεροι σε μια κοινωνία μη ίσων.  Συχνά όλοι αυτοί αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως δάσκαλο, αν όντως ήταν τέτοιοι, θα ήταν εντελώς αποτυχημένοι, γιατί η αξία κάθε δασκάλου φαίνεται από το επίπεδο των μαθητών του, και μαθητές ενός ανθρώπου του πνεύματος θα έπρεπε να ήταν ολάκερη η κοινωνία, και πρωτίστως εκείνοι που έχουν την περισσότερη έλλειψη άρα και την περισσότερη ανάγκη να μάθουν. Αν και για να πούμε την αλήθεια, όσο λιγότερα διδαχθεί ο λαός απο αυτού του είδους τους πνευματικούς ανθρώπους, τόσο το καλλίτερο.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Οδηγίες προς ναυτιλλόμενους: Η αφήγηση που ακολουθεί, αν και αλληγορική όπως θα διαπιστώσουν όσοι τη διαβάσουν, περιγράφει σκηνές που είναι ικανές να σοκάρουν. Συνεχίστε με δική σας ευθύνη και μην πείτε μετά ότι δεν σας προειδοποίησα.

Κάτω από την ετικέτα

Χάζευες αρκετή ώρα στους διαδρόμους του super market μέχρι να φάσεις στην φρουταρία. Σου τράβηξε την προσοχή το ραφάκι με τις φράουλες, αυτά τα κατακόκκινα φρούτα σε σχήμα καρδιάς είναι τα αγαπημένα σου. Πλησίασες, πήρες την μπλέ συσκευασία στο χέρι και χωρίς να το πολυσκεφτείς έσκισες το σελοφάν και τράβηξες μια μεγάλη ζουμερή φράουλα από μέσα. Έφερες τη φράουλα κοντά στο στόμα σου και τη δάγκωσες, κόλλησες τη γλώσσα σου πάνω στο κομμάτι για να απολαύσεις τον υπέροχο χυμό της.

Όμως, αντί να απελευθερωθεί μέσα στο στόμα σου η γλυκιά γεύση του φρούτου,  ξεχύθηκε ένα πηχτό υγρό που είχε τη γεύση του αίματος και την μπόχα το ιδρώτα. Έφτυσες τη δαγκωνιά χάμω στο πάτωμα και εκείνη έσκασε με ένα πλαφ αφήνοντας μια κόκκινη κηλίδα. Γύρισες το κεφάλι σου από την άλλη και έτριψες τη γλώσσα σου με την αναστροφή του χεριού σου, όσες φορές και αν επανέλαβες τη διαδικασία η αηδιαστική γεύση δεν έλεγε να υποχωρήσει.

Περπάτησες προς τα χαρτικά, έπιασες ένα πακέτο χαρτομάντιλα για να σκουπίσεις το στόμα σου. Έψαξες με το νύχι σου να βρεις την άκρη του αυτοκόλλητου και όταν τη βρήκες το τράβηξες για να ανοίξει. Όμως αντί για τον ήχο του αυτοκόλλητου που ξεκολλάει, ακούστηκε ο αναπάντεχα ανατριχιαστικός ήχος της σάρκας που σχίζεται, πέταξες από τα χέρια σου το πακέτο αντανακλαστικά.

Αριστερά, στα ψυγεία με τα κρέατα στέκονταν 3-4 κυρίες και περίμεναν τη σειρά τους, πλησίασες ελπίζοντας ότι αν βρεθείς δίπλα σε άλλους ανθρώπους θα μπορούσες να συνέλθεις λιγάκι και να αποδράσεις από τις μακάβριες παραισθήσεις, διότι τι άλλο θα μπορούσε να σου συμβαίνει;  Πρώτη στη σειρά στεκόταν μια νεαρή κοπέλα που είχε αγκαλιάσει το μωρό της με το αριστερό της χέρι, αυτό είχε γείρει πάνω στο στήθος και στον ώμο της. Με το άλλο χέρι έδειχνε στον κρεοπώλη κάτι που βρισκόταν πίσω από τη βιτρίνα. Το βλέμμα σου στράφηκε προς τα εκεί που έδειχνε, πάγωσες, όχι, αυτό δεν μπορούσε να συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πάνω στους μεγάλους δίσκους του κρεοπωλείου βρίσκονταν ακουμπισμένα ακρωτηριασμένα ανθρώπινα μέλη, αλίμονο δεν ήταν νεκρά, ανοιγόκλειναν ακόμη τα δάχτυλα τους ακριβώς όπως οι δαγκάνες από τα ζωντανά καβούρια στον πάγκο του ψαρομανάβη… Σήκωσες το κεφάλι και κοίταξες ξανά προς τη νεαρή μητέρα, το πρόσωπο σου είχε χάσει εντελώς το χρώμα του, εκείνη μη δείχνοντας να το προσέχει σου χαμογέλασε. Ο χασάπης φόρεσε ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια μίας χρήσης και έπιασε με το χέρι του το κομμάτι που του είχε υποδείξει η κοπέλα, ύστερα γύρισε από την άλλη και άνοιξε το διακόπτη της μηχανής του κιμά.

Έκανες να φύγεις, προσπάθησες να τρέξεις όμως ήταν λες και βρισκόσουν μέσα σε ένα τεράστιο βάζο από μέλι, οι κινήσεις σου αργές, το οπτικό σου πεδίο περιορισμένο, ότι υπήρχε στο βάθος είχε μεταλλαχθεί σε μια απροσδιόριστη πολύχρωμη θολούρα και εκείνα που ήταν μπροστά σου έδειχναν αφύσικα διογκωμένα και ασταθή. Στην αρχή δεν μπορούσες να καταλάβεις από που προερχόταν εκείνος ο βαθύς αργόσυρτος και επαναλαμβανόμενος ήχος. Ήταν λες και χτυπούσε κάποιο μεταλικό κύμβαλο πάνω σε ένα τεράστιο τελετουργικό γκονγκ, ύστερα συνειδητοποίησες ότι  επρόκειτο για τον χτύπο της καρδιάς σου.

Οι διάδρομοι τώρα  έμοιαζαν να έχουν γίνει λαβύρινθος, κάθε φορά που νόμιζες ότι πλησίαζες στην έξοδο έπεφτες πάνω σε κάποιο ράφι που σου έκλεινε το δρόμο. Τελικά μετά από ώρα, που εσένα σου είχε φανεί αιώνας, μπόρεσες να φτάσεις στα ταμεία. Τα πάντα γύρω σου συνέχισαν να κινούνται απελπιστικά αργά, τα ταμεία ήταν γεμάτα κόσμο που βαστούσε κόκκινα καλαθάκια ή έσπρωχνε καρότσια, οι υπάλληλοι πατούσαν τα κουμπάκια των ταμειακών μηχανών και πέρναγαν τα προϊόντα ένα-ένα από το scaner. Έκανες να περάσεις ανάμεσα από τους πελάτες, το χέρι κάποιου σε εμπόδισε ενώ ο ίδιος γύρισε και σε κοίταξε φανερά ενοχλημένος με την αγένεια σου. Άρχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα του όμως εσύ δεν μπορούσες να ξεκαθαρίσεις ούτε τι έλεγε ούτε και μπορούσες να του εξηγήσεις, η φωνή του έφτανε στα αυτιά σου παραμορφωμένη ενώ η δική σου είχε κοπεί. Αναγκάστηκες να περιμένεις μέχρι να έρθει η σειρά σου και ας μην κρατούσες στα χέρια σου τίποτε. Όταν μετά από βασανιστική αναμονή έφτασες στην ταμία της έδειξες με μια θεατρινίστικη κίνηση τα άδεια σου χέρια, εκείνη σε κοίταξε για λίγο απορημένη και ύστερα ασχολήθηκε με τον επόμενο στην γραμμή.

Επιτέλους, τα είχες καταφέρει, η έξοδος βρισκόταν μόλις μερικά μέτρα μακριά σου. Άξαφνα τα πάντα γύρισαν στο κανονικό τους, οι ήχοι, το πεδίο της όρασης σου, οι κινήσεις των ανθρώπων, ο κόσμος ολόκληρος επανήλθε στον νορμάλ βιαστικό του ρυθμό. Άρχισες να τρέχεις προς την διπλή αυτόματη πόρτα,  το φωτοκύτταρο, που έπιασε την κίνηση σου, της έδωσε εντολή να ανοίξει. Πέρασες την πόρτα αλλά λίγο πριν διαβείς το κατώφλι σου έκοψαν το δρόμο κάτι περίεργες κατάμαυρες στήλες. Στην αρχή νόμισες ότι ήταν κάγκελα και ασυναίσθητα έσφιξες τα χέρια σου πάνω τους. Εκείνη τη στιγμή η συνείδηση σου αυτονομήθηκε, ήταν λες και πέρασες σε αστρική προβολή, σαν άυλο μάτι άρχισε να απομακρύνεται από το σώμα σου. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά μπορούσες να δεις τον εαυτό σου από απόσταση, βρισκόσουν παγιδευμένος πίσω από ένα barcode ανήμπορος να απεμπλακείς ενώ τα χέρια σου παρέμεναν γαντζωμένα σε δύο από τις κατάμαυρες παράλληλες στήλες του.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Cliché Noir (2)

Συνέχεια απο εδώ

Κάθισε στην καρέκλα, την έσυρε λίγο αριστερά για να τη φέρει στο κέντρο του γραφείου. Άφησε δυο τρία δευτερόλεπτα να περάσουν, πάσχιζε να χαλαρώσει. Ήταν φανερό ότι κατέβαλε τεράστια προσπάθεια να πνίξει τα αναφιλητά. Όρθωσες το σώμα σου στην καρέκλα και σφίχτηκες δίνοντας της να καταλάβει ότι είχε την προσοχή σου, η κίνηση σου αυτή της έδωσε κουράγιο να πεί τις πρώτες κουβέντες.

«Χρειάζομαι τη βοήθεια σου…δεν ξέρω αν είσαι ο κατάλληλος, σε παρακαλώ άκουσε με!» η φωνή της έτρεμε.

Άναψε τσιγάρο, έσπρωξες το τασάκι προς το μέρος της, ήταν γεμάτο με μασημένα καλαμάκια που προεξείχαν και σπασμένες οδοντογλυφίδες, πήρε μια βαθιά ρουφηξιά, η καύτρα πύρωσε για ένα δυο δευτερόλεπτα και ύστερα άφησε το Marlboro στην υποδοχή του σταχτοδοχείου.

«Πρόκειται για τον άντρα μου, δεν ήξερα, αλήθεια λέω, δεν ήξερα, δεν ήθελα να ξέρω….»

«Σε παρακαλώ ηρέμησε και εξήγησε μου», προσπάθησες η φωνή σου να είναι τελείως ψύχραιμη και χαλαρή, όπως ένας χειρούργος μπροστά σε ένα ανοιγμένο στομάχι.

«Κατέβηκα στο υπόγειο, είχε έναν άνδρα εκεί, του είχαν κόψει τα δάχτυλα, εκείνος κουνούσε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά, δεν μπορούσε να φωνάξει, τον είχαν φιμωμένο, θεέ μου, έβγαζε μόνο πνιχτούς ήχους. Ο Τζάκ κρατούσε στο χέρι ένα κατσαβίδι και κάθε τόσο του το έχωνε στην παλάμη!»

«Ο Τζάκ είναι ο άντρας σου;»

«Όχι, είναι ο συνεταίρος του, ο άντρας μου βρισκόταν δίπλα και έκανε τις ερωτήσεις, τον είχαν δέσει χειροπόδαρα στην καρέκλα και τον ανέκριναν, τον βασάνιζαν, εκείνος μπορούσε να κάνει μόνο νεύματα με το κεφάλι. Θεέ μου δεν ήξερα, αλήθεια, δεν ανακατευόμουν ποτέ με τις δουλειές του, το φανταζόμουν ότι δεν ήταν νόμιμες όμως δεν περίμενα ότι θα έφτανε ως εκεί.»

«Και τι μπορώ να κάνω εγώ για σένα;»

«Θέλω να εξαφανιστώ, θέλω να πάω κάπου που να μην μπορεί να με βρει, σε παρακαλώ βοήθησε με, έχω χρήματα!»

Καθώς το είπε άνοιξε την τσάντα που κρατούσε στον ώμο και έβγαλε μια χοντρή δεσμίδα με χαρτονομίσματα, την ακούμπησε στο γραφείο.

«Ορίστε, αυτά είναι αρκετά πιστεύω!»

Πρέπει να ήταν τουλάχιστον 20 χιλιάρικα, 7-8 φορές περισσότερα από αυτά που κέρδιζες από μια συνηθισμένη υπόθεση. Εξωτερικά είχες καταφέρει να φαίνεσαι ατάραχος,  μέσα σου μια δυνατή φωνή σε προειδοποιούσε να μην μπλεχτείς. Η φωνή της λογικής όμως00 σύντομα έχασε τη μάχη από το σύνδρομο του Δον Κιχώτη, σου ήταν αδύνατον να της αντισταθείς. Ακούμπησε το τσιγάρο απαλά στα κόκκινα χείλη της και τράβηξε ακόμη μια ρουφηξιά, όχι με τόσο πάθος, τώρα φαινόταν περισσότερο ήρεμη.  Είχες ξεχάσει εντελώς τα χρήματα, η καρδιά σου χτυπούσε δυνατά, μια δεσποσύνη ζητούσε τη βοήθεια σου, πως μπορούσες να αρνηθείς, είχες υποχρέωση να τη σώσεις από τα νύχια του τέρατος.

Αν δεν ήταν τόσο όμορφη, τόσο γυναίκα, ίσως είχες καταφέρει να κάνεις πίσω, θα μπορούσες να είχες προστατέψει τον εαυτό σου, όμως έτσι που ήρθαν τα πράγματα δεν είχες άλλη επιλογή από το να γίνεις η ασπίδα της.

«Οκ, τα χρήματα είναι εντάξει», είπες και άπλωσες το χέρι σου, τα έπιασες και τα έβαλες στο συρτάρι, ήθελες να νομίσει ότι το ενδιαφέρον σου ήταν καθαρά επαγγελματικό, στην πραγματικότητα θα τη βοηθούσες ακόμη και αν δεν είχε να σου δώσει ούτε σέντ.

Σήκωσες το ακουστικό και σχημάτισες τον γνωστό αριθμό στο καντράν, το τηλέφωνο χτύπησε σε ένα πανδοχείο στα προάστια και ξύπνησε τον ρεσεψιονίστ. Ήταν έμπιστο άτομο, για αυτό και χρησιμοποιούσες το συγκεκριμένο πανδοχείο κάθε φορά που έπρεπε να εξαφανίσεις κάποιον, ή να εξαφανιστείς ο ίδιος.

«Γεια σου Αυγουστίνε, εγώ είμαι, θα σου φέρω σε λιγάκι μια φίλη μου, ετοίμασε της δωμάτιο, δεν ξέρω ακόμη για πόσο θα χρειαστεί να μείνει…Οκ, ευχαριστώ, ξεκινάω σε 5»

Κατέβασες το ακουστικό και στράφηκες προς εκείνη. «Θα πάμε σε ένα φίλο, θα μείνεις απόψε εκεί και αύριο που θα έχεις ηρεμήσει θα ξαναμιλήσουμε, μη φοβάσαι θα είσαι ασφαλής, είναι και έξω από την πόλη.»

Σηκώθηκες από την καρέκλα, το ίδιο έκανε και εκείνη, προχωρήσατε προς την πόρτα, στάθηκες στον καλόγερο και φόρεσες το δερμάτινο σακάκι σου και τα γάντια, της άνοιξες την πόρτα και προχώρησε προς τα έξω, την ακολούθησες. Κατεβήκατε τις σκάλες περάσατε την είσοδο, περάσατε το χαλασμένο φανάρι, και περπατήσατε μέχρι το παραδίπλα στενό, φτάσατε στο αμάξι και της άνοιξες την πόρτα του συνοδηγού, εσύ έκατσες πίσω από το τιμόνι και ξεκίνησες την μηχανή. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα η Buick Riviera  έστριψε στη γωνία του δρόμου και εξαφανίστηκε.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Cliché Noir

Το λιγοστό φως που μπαίνει απ’ τα στόρια έρχεται από το δημόσιο φανάρι του δρόμου, η λάμπα του αναβοσβήνει και τσιτσιρίζει σαν να είναι έτοιμη να καεί. Χωρίς αυτό το τρεμόπαιγμα  το δωμάτιο θα έμοιαζε με ακίνητη εικόνα, ή, πιο σωστά, σαν τρισδιάστατη φωτογραφία. Στις δέσμες φωτός που διασχίζουν τον αέρα στροβιλίζονται μερικά δισεκατομμύρια κόκκων σκόνης που χάνονται και ξαναεμφανίζονται με κάθε τρεμόπαιγμα του φαναριού.

Αναρωτιέσαι πόσος καιρός πάει από την τελευταία φορά που χρειάστηκε να βγεις έξω για να κυνηγήσεις κάποια υπόθεση; Σηκώνεις λίγο το καπέλο σου και κοιτάς προς την πόρτα, παραμένει κλειστή, μόνο κάτι λογαριασμοί έχουν περάσει από τη χαραμάδα αλλά έχεις αποφασίσει να μην τους δώσεις καμιά σημασία.

Με το πόδι σου χτύπησες ένα γυάλινο μπουκάλι που ακούστηκε να κυλάει στο ξύλινο πάτωμα μέχρι που το σταμάτησε το παραγεμισμένο καλάθι απορριμμάτων. Τα χέρια σου παίζουν με τις αντοχές ενός συνδετήρα, απο όταν έκοψες το κάπνισμα θέλεις συνεχώς με κάτι να τα απασχολείς .

το φανάρι τρεμόπαιξε γρήγορα και μετά έσβησε…σιωπή και σκοτάδι

Είχες μισοκοιμηθεί την ώρα που η πόρτα χτύπησε…

«Είναι ανοιχτά…»

Η πόρτα άνοιξε και το πρώτο πράγμα που πρόσεξες στην εισβολέα ήταν το κόκκινο της φόρεμα, ύστερα τα κατάξανθα της μακριά μαλλιά.

Έμεινες για λίγο σιωπηλός…εκείνη έκανε τρία, τέσσερα, πέντε βήματα, στάθηκε μπροστά στο γραφείο…

…τη στιγμή ακριβώς που έφτασε στα ρουθούνια σου το άρωμα της άνοιξες το στόμα σου για να της κάνεις την τυπική ερώτηση.

«παρακαλώ, πως μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;»

Το φανάρι άναψε για κάτι λιγότερο απο ένα δευτερόλεπτο και φώτισε το πρόσωπο της, ίσα για να προσέξεις ότι το μακιγιάζ της είχε χαλάσει, παρότι τα δάκρυα της είχαν στεγνώσει ήταν φανερό ότι μέχρι πριν από λίγη ώρα έκλαιγε…

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Το παρακάτω αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Το γαλάζιο τετράδιο» του Εμμανουήλ Καζακέβιτς απο τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Εδώ θαβρείτε μια αναφορά του Ριζοσπάστη στο συγκεκριμένο βιβλίο, διαβάστε την πριν συνεχίσετε γιατί θα σας βάλει στο κλίμα.

Επέλεξα το συγκεκριμένο κομμάτι, παρότι έχω τσακίσει πολλές σελίδες που μου φάνηκαν ενδιαφέρουσες καθώς διάβαζα, επειδή από τη μία μου αρέσει λογοτεχνικά η σκηνή που περιγράφεται, και από την άλλη, και αυτό το θεωρώ πιο σημαντικό, εμφανίζονται μια σειρά από προβληματισμοί τους οποίους συναντάμε και εμείς σήμερα μπροστά μας με σάρκα και οστά. Προβληματισμούς και ζητήματα τους οποίους αντιμετώπισε και ο ίδιος ο Λένιν, καταφέρνοντας μάλιστα να τους επιλύσει και μέσα από την μαυρίλα που επικρατούσε να μεταλαμπαδεύσει τελικά το άγιο φώς της μεγάλης επανάστασης. Το μήνυμα που παίρνει κανείς από αυτές τις λίγες παραγράφους, δεδομένου ότι γνωρίζουμε πλέον την έκβαση των γεγονότων, είναι πέρα για πέρα αισιόδοξο και αμβλύνει λίγο εκείνο το συναίσθημα «μοναξιάς» και απελπισίας που καμιά φορά μας καταπλακώνει εμάς τους κομμουνιστές.


Σταματώ εδώ, δεν πρόκειται να σας υποδείξω επακριβώς τι να νιώσετε και τι να σκεφτείτε διαβάζοντας το απόσπασμα, αν και φαντάζομαι θα είναι πάνω κάτω τα ίδια με όσα ένιωσα και σκέφτηκα κι εγώ. Σε κάθε περίπτωση το εν λόγω βιβλίο σας προτείνω ανεπιφύλακτα να το προμηθευτείτε από κάπου και να το διαβάσετε ολόκληρο.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

~~~

Σσσσ, έκανε ο Εμελιάνοφ.

Δυο βάρκες πλησίαζαν τη στεριά. Οι κιθάρες και τα τραγούδια ακούστηκαν πολύ σιμά.

– Λέτε να κάνουν προς τα δω; Ψιθύρισε ο Ζινόβιεφ.

Στη μια βάρκα τραγούδαγε ο ένας άνδρας.

Μικρό μου, την άνοιξη μην ψάχνεις για ρόδα, ρόδα θα βρεις και μετά.

Την άνοιξη έλα βιολέτες να μάσεις, βιολέτες δε θα ‘βρεις μετά.

 

Βιολέτες μετά θα ζητάει η ψυχή σου μα δε θα τις βρεις πουθενά.

Πικρά θε να κλάψεις, μα η άνοιξη πάει κι όσο να κλάψεις δε θα ‘ρτει ξανά.

 

Μια μεθυσμένη φωνή αντήχησε ξαφνικά από την άλλη βάρκα:

Στάζουν τα χειλάκια σου σιρόπι από κεράσι το μάγουλο σου ρόδο «γκλουάρ ντε Ντιζόν»…

 

– Σιωπή, αναιδέστατε! ακούστηκε με νάζι γυναικεία φωνή.

– Σιωπή, βλακέντιε! σιγοντάρησε τη γυναίκα αντρική φωνή.

Μια ψιλή παθιάρικη φωνή αντήχησε από την πρώτη βάρκα:

Ζακετάκι αν βογκ από του Πακέν

κατόπιν η φούστα της κυματιστή

κατόπιν η δαντέλα η φουφουλιαστή

κατόπιν, κατόπιν…Αυτή![1]

 

Η δεύτερη βάρκα πήρε τους άλλους στο ψιλό:

Μαντάμ Κλοτς! Πάρτε το μωρό,

το καημένο κλαίει και δε μωρώνει…

Άνοιξε στο πάτωμα λίμνη…

– και δεν πατώνει!

 

Ακούστηκαν χάχανα. Πήραν αμέσως άλλο σκοπό:

Γερμανοί κατάσκοποι,

σπιούνοι Γερμανοί,

του Κάιζερ τσιράκια![2]

 

– Αυτό για την αφεντιά μας, ψιθύρισε ο Λένιν και γέλασε σιγανά.

Οι βάρκες απομακρύνθηκαν.

«Λευκά χλομά και μοσχομυρωδάτα-τ’ άνθη της νυκτός ονειροπολούν»- ερχόταν από πέρα το τραγούδι με παραφωνίες. Σιγά-σιγά χαμήλωνε κι έσβηνε. Ξανάγινε σιωπή.

– Ε και που να ‘ξεραν ποιος είναι ‘δω! γέλασε με χαρά και πείσμα ο Εμελιάνοφ. Που να ΄ξεραν!

– Τι σάχλες, τι αηδίες! έτρεμε από το κακό του ο Ζινόβιεφ.

Ο Λένιν χαμογελούσε σκεφτικός.

– Αυτά λοιπόν, έκανε κατόπιν…Το μάγουλο σου ρόδο «γκουάρ ντε Ντιζόν»

Σηκώθηκαν και τράβηξαν σιωπηλοί για το καλύβι. Μια δυσάρεστη, πικρή διάθεση άφησε σ’ όλους, ακόμη και στον Κόλια[3], τούτο το πέρασμα της προστυχιάς και της φτηνοζωής που ‘φερε μια μπόχα κρασιού και ξετσιπωσιάς στο απάνεμο καταφύγιο τους. Έκανε ο καθένας μια δική του σκέψη. Ο Ζινόβιεφ ότι η παλιά Ρωσία είναι ζωντανή ακόμη, σώα και αβλαβής και πανταχού παρούσα-σαχλοτράγουδα, βλακείες, μπεκριλίκι με λαθραίο τσίπουρο και συχνά, αντί για τσίπουρο, σκέτο οινόπνευμα, εκφυλισμός και παρακμή, ξεπούλημα των πάντων, μια ζωή άθλια και τιποτένια…

Και κάνεις δεν δίνει δεκάρα για τους επαναστάτες που καταδιώκονται κι αναγκάζονται να κρύβονται. Ελάχιστοι, σταγόνα στον ωκεανό του μικροαστισμού, οι εργάτες που ξέρουν και καταλαβαίνουν

Ο Εμελιάνοφ σκεφτόταν ότι τούτη τη φορά γλίτωσαν φτηνά, αφού οι βάρκες δεν άραξαν, μα μεθαύριο που θ’ αρχίσει το κυνήγι τα πράματα θα ‘ναι ζόρικα, δίκιο είχε ο Σβερντλόφ που είπε να βρουν κανένα άλλο μέρος…

Ο Κόλια είχε ακόμη στο νου του το κολύμπι που έκανε ο Λένιν και θύμωνε μ’ εκείνους εκεί στις βάρκες που τραγούδησαν για τους Γερμανούς κατασκόπους. Το τραγούδι πείραξε, φαίνεται, τον Λένιν κι ο Κόλια τόσο πολύ τον λυπόταν τώρα που του ερχόταν να κλάψει κρυφά μες στο σκοτάδι…
Μα ο Λένιν δε θυμόταν το τραγούδι…οι σκέψεις του είχαν πάρει άλλο δρόμο: θέλεις δε θέλεις, σκεφτόταν, θα τα πάρεις μαζί σου κι αυτά τ’ ανθρωπάκια για να κάνεις την επανάσταση, αλλιώς δεν γίνεται. Τους ανθρώπους που θα φτιάξουν το σοσιαλισμό δεν μπορείς να τους αποκτήσεις με ειδική παραγγελία, θα βολευτείς λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο με τούτους εδώ, θ’ αγωνιστείς να τους κάνεις ανθρώπους. Δεν υπάρχει πουθενά καμία μακάρια χώρα Ουτοπία, υπάρχει μόνο η Ρωσία και απ αυτή θα ξεκινήσεις.

Δύσκολο το εγχείρημα, τα εμπόδια τρομαχτικά και διαβολεμένα κι ίσως η δουλειά με τους ανθρώπους αυτούς θα είναι δυσκολότερη και από την ίδια την επανάσταση. Μα τι να γίνει, άλλη λύση δεν υπάρχει Θα έρθουν κατόπιν άλλοι άνθρωποι, θα μεγαλώσει και η γενιά του Κόλια…θα έχουν βέβαια και ετούτοι τα δικά τους βίτσια, μα θα ναι αλλιώτικα τα πράματα τότε, πολύ αλλιώτικα.

~~~


[1] Σημ. δική μου: Εγώ αυτό το βρήκα πάντως πολύ γουστόζικο

[2] Σημ. δική μου: Τον Λένιν και τους μπολσεβίκους εκείνη την εποχή τους συκοφαντούσαν με κάθε τρόπο οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, πολλοί από τους οποίους αυτοπροσδιορίζονταν ως αριστεροί, σοσιαλιστές, αναρχικοί και δεν συμμαζεύεται. Ένα από αυτά που διέδιδαν για τον Λένιν, όταν δεν ισχυρίζονταν μέσα από τις φυλλάδες τους ότι έκανε εξεζητημένη ζωή παρέα με πριμαντόνες μακριά από το «πεδίο της μάχης», είναι πως ήταν κατάσκοπος των γερμανών.

[3] Σημ. δική μου: Ο Κόλια ειναι γιος του Εμελιάνοφ

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: