Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πολιτική-κοινωνικά θέματα’ Category

pentagram

Δημοσιεύθηκε και στο Katiousa

Πολλοί ήταν οι διανοητές του 19ου ως και τις αρχές του 20ου αιώνα οι οποίοι μίλησαν για την «απομάγευση του κόσμου». Με τον όρο αυτό –«απομάγευση»- ο Μαξ Βέμπερ ονομάτισε την εξάλειψη ή τον ασφυκτικό περιορισμό της «μαγείας» από τις κοινωνικές πρακτικές. O όρος μαγεία αντιστοιχούσε χοντρικά σε οποιαδήποτε δοξασία ή πρακτική ή νόημα που γίνονταν αποδεκτά χωρίς τη μεσολάβηση μιας επιστημονικής [θετικιστικού τύπου] εξήγησης. Η αντίληψη αυτή δεν είχε δημιουργηθεί στους διανοητές της εποχής χωρίς λόγο. Αντιθέτως, είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν στην απομάγευση αφού μια σειρά από «επαναστάσεις», όπως ήταν η βιομηχανική (με τις δυο φάσεις της) και η επιστημονική, αλλά και επαναστάσεις χωρίς τα εισαγωγικά, είχαν φέρει στην Ευρώπη έναν τύπο ορθολογισμού που βασίζονταν πάνω στον θετικισμό, που με τη σειρά του υπηρετούσε την πρόοδο της καπιταλιστικής οικονομίας. Υπήρχαν βέβαια και διανοητές –όπως ήταν για παράδειγμα ο Καρλ Μαρξ- οι οποίοι κατάλαβαν αρκετά νωρίς τόσο τις δυνατότητες όσο και τις παγίδες του θετικισμού, τη σχέση του με τον καπιταλισμό, και κατ’ επέκταση τα όρια του.

Πάντως ο 19ος αιώνας ήταν ένας αιώνας που έδωσε την εντύπωση στους επιστήμονες, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία, πως τα πάντα μπορούσαν να μετρηθούν, να ταξινομηθούν να υπολογιστούν. Και σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, μέσω της συνεχούς προόδου της [θετικιστικού τύπου] επιστήμης, υπήρχε η δυνατότητα του σχεδιασμού και της «κατασκευής» του μελλοντικού κόσμου κατά το όραμα της ανθρωπότητας. Η αισιοδοξία αυτή ιστορικά χτύπησε σε βράχο, και οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι ήρθαν να αποδείξουν ότι το όραμα της ανθρωπότητας κάθε άλλο παρά ενιαίο ήταν, και ότι η βουλησιαρχία των ισχυρών του πλανήτη για το μοίρασμα του κόσμου, μοιραία οδηγούσε την ανθρωπότητα από ξέρα σε ξέρα. Η επιστημονική σκέψη, συνειδητοποιώντας ότι το όραμα (όποιο και αν ήταν αυτό) του 19ου αιώνα, κάθε άλλο παρά πραγματώθηκε, σταμάτησε να βλέπει τον θετικισμό ως πανάκεια, και άρχισε να αναστοχάζεται πάνω στην ίδια της τη φιλοσοφία και την επιστημονική μέθοδο. Στις κοινωνικές επιστήμες αυτό εκφράστηκε με την παραδοχή ότι δεν ήταν δυνατόν τα πάντα να ποσοτικοποιηθούν και να «μαθηματικοποιηθούν». Ο θετικισμός φυσικά κάθε άλλο παρά ξεπεράστηκε, αυτό που μάλλον συνέβη είναι ότι άρχισαν να ανακαλύπτονται τα όρια και οι περιορισμοί του, και καταρρίφθηκε η όποια αισιοδοξία ότι με μια σειρά από πολύπλοκους μεν αλλά ακριβείς υπολογισμούς, όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν.

img4

Ομοιοπαθητικά σκευάσματα, σαν να λέμε mana potion, healing potion κλπ

Παράλληλα, όσο και αν η επιστημονική μέθοδος και το θετικιστικό paradigm πήρε χώρο από την «μαγεία»/μεταφυσική, εκείνη κάθε άλλο παρά εξαφανίστηκε. Ακόμα λοιπόν και αν η μεταφυσική δε βρήκε με άμεσο τρόπο χώρο ανάμεσα στους ταινιοδιαδρόμους του εργοστασίου, στις πρέσες και στα κοπίδια, στις πρακτικές του τεϊλορισμού και του φορντισμού, συνέχισε να υπάρχει στις κοινωνικές αναπαραστάσεις και κατ’ επέκταση στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Πέρα όμως από τις όποιες ποσοτικές μεταβολές υπέστη η «μαγεία», η ανάδυση του καπιταλισμού την άλλαξε και ποιοτικά. Επ’ αυτού δεν θα επεκταθώ διότι έχω αναφερθεί σε παλαιότερα μου άρθρα που όποιος θέλει μπορεί να τα διαβάσει εδώ και εδώ. Μια άλλη αδιαμφισβήτητη μεταβολή που έφερε η ανάδυση του θετικιστικού paradigm, είναι το σε συντριπτικό βαθμό διαζύγιο της μοντελοποιημένης επιστημονικής σκέψης από τη «μαγεία» και τις δοξασίες της. Στις μεσαιωνικές κοινωνίες, επιστήμη και μαγεία ήταν πολλαπλώς εναγκαλισμένες μεταξύ τους. Οι γιατροί διδάσκονταν αστρολογία και διάβαζαν προσευχές ως θεραπευτική πρακτική, οι φυσικοί διδάσκονταν αλχημεία, οι χειρούργοι ήταν «καταραμένοι» διότι με τις πρακτικές τους έχυναν αίμα, κάτι που απαγόρευε ο χριστιανισμός κ.α. Με το παραπάνω δεν υπονοώ ότι ο θετικισμός και ο καπιταλιστικός οργανωμένος τρόπος παραγωγής δεν δημιουργούν –αναγκαία- τις δικές τους ιδεαλιστικές/μεταφυσικές αναπαραστάσεις (αν θέλετε διαβάστε παλιότερο μου άρθρο για την μαρξιστική έννοια της ιδεολογίας και του φετιχισμού), αλλά ότι εισάγεται στην επιστημονική σκέψη η έννοια της απόδειξης και απορρίπτονται οι όποιες εξ αποκαλύψεως αλήθειες του παρελθόντος.

Βέβαια μέσα στην καπιταλιστική αγορά, «μαγεία», μηχανική και επιστήμη έρχονται να «συνευρεθούν» με καινοτόμους τρόπους. Για παράδειγμα ένα μεγάλο κομμάτι της φαρμακοβιομηχανίας ασχολείται με την παραγωγή ομοιοπαθητικών «σκευασμάτων», ενώ μέσω της προόδου που έφερε στις επικοινωνίες η επιστήμη της πληροφορικής διασπείρεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη κάθε είδους θεωρία συνωμοσίας, ψευδοεπιστήμης, προφητείας κ.α.

Είναι φανερό λοιπόν μέχρι τώρα, ότι αυτό που οι διανοητές της νεωτερικότητας διέγνωσαν ως παιδική ασθένεια του πολιτισμού, δηλαδή τη μαγεία, έχει μάλλον περισσότερο τη μορφή αλλεργίας αφού όχι μόνο δεν εξαφανίζεται μια και καλή, αλλά ανάλογα με την εκάστοτε εποχή αναζωπυρώνεται και μεταλλάσσεται. Μια τέτοια περίοδο θεωρώ ότι βιώνουμε και στην αυγή του 21ου αιώνα, και μάλιστα πιο έντονα από την αρχή της δεύτερης δεκαετίας του. Ομολογώ πως δεν μπορώ να κατανοήσω το φαινόμενο σε όλες του τις διαστάσεις και σχέσεις, παρόλα αυτά έχω κάποιες ιδέες σχετικά με το τι μπορεί να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή.

Οικονομική κρίση: Η οικονομική κρίση δημιουργεί αβεβαιότητα σε ανθρώπινα υποκείμενα και διαλύει κατεστημένους θεσμούς και μοτίβα. Η αβεβαιότητα αυτή κλονίζει τη μέχρι τότε σταθερή πίστη σε αξίες και τρόπους ζωής και οδηγεί τα υποκείμενα σε εναλλακτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας. Τη θέση λοιπόν αυτού του κενού που δημιουργείται, έρχεται να την καλύψει πολλές φορές η μεταφυσική, η ψευδοεπιστήμη, ο «πνευματισμός» κ.α.

Μη επαλήθευση της τελεολογίας του θετικισμού: Το ότι ο θετικισμός, η βιομηχανική και η επιστημονική ανάπτυξη, η εξέλιξη γενικότερα της υλικής και πνευματικής παραγωγής δεν οδήγησε σε κάποιου είδους ουτοπία, είναι κάτι που κάνει την επιστήμη να χάσει την παντοδυναμία της στα μάτια των ανθρώπων. Πόσο μάλλον όταν διαφορετικά υποκείμενα απολαμβάνουν σε διαφορετικό βαθμό τα αγαθά του σύγχρονου πολιτισμού. Οι άθλιες υπηρεσίες ιατρικής φροντίδας για παράδειγμα που λαμβάνει κάποιος ανασφάλιστος, ή ακόμα και κάποιος που έχει μια δημόσια ασφάλιση της κακιάς ώρας, αφήνουν μεγάλο κενό για εισχώρηση της παραϊατρικής. Φυσικά, και μάλλον σε μεγαλύτερο βαθμό, στην παραϊατρική και στην ματζουνολογία καταλήγουν και οι ευκατάστατοι. Στην δική τους περίπτωση αυτό δεν έχει να κάνει με την μη πρόσβαση σε δομές υγείας, αλλά με τη συνήθεια, να νοηματοδοτούν τη ζωή τους μέσω του εξεζητημένου, του εκκεντρικού και του «εναλλακτικού».

Η αδυναμία της επιστήμης να δώσει απάντηση σε υπαρξιακά ερωτήματα: Υπάρχει ψυχή; Υπάρχει ζωή μετά θάνατον; Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης; Τα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα μοιραία απασχολούν τους ανθρώπους κατά πάσα πιθανότητα από την αρχή της ανθρωπότητας. Η επιστήμη πέρα από το να διαψεύσει κάποιες μεταφυσικές δοξασίες σε σχέση με αυτού του τύπου τα ερωτήματα δεν μπορεί να δώσει τη δική της απάντηση. Από τη μια λοιπόν απορρίπτει τις μεταφυσικές ερμηνείες, από την άλλη έρχεται και παραδέχεται ότι δεν έχει απτές αποδείξεις έτσι ώστε να μπορέσει να δώσει μορφή στο άγνωστο. Συνεπώς δεν είναι καθόλου παράξενο – και εφόσον τα υπαρξιακά ερωτήματα συνδέονται και με το αίσθημα του υπαρξιακού φόβου- ότι πολλοί άνθρωποι προτιμούν τις μεταφυσικές απαντήσεις από την άγνοια που τους προτείνει ως εναλλακτική η σύγχρονη επιστήμη.

Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του άρθρου έτσι ώστε να μην γίνει πολύ μεγάλο και κουραστικό. Θα χαρώ να σας δω και στο επόμενο 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Δημοσιεύτηκε στην Katiousa

lucky-luck-2

«Εμάς που δεν προσκυνήσαμε ποτέ σταυρούς, σβάστικες, σφυριά, δρεπάνια, που δε θέλαμε να κάνουμε κανένα σαν τα μούτρα μας.»

Το παραπάνω, όπως οι περισσότεροι θα γνωρίζετε πια, αποτελεί απόσπασμα από τραγούδι των ActiveMember, με τίτλο «Όλα εδώ χρεώνονται» το οποίο κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες και έκανε μια κάποια αίσθηση λόγω των επίμαχων στίχων του. Αν κάτι διακρίνουμε με την πρώτη ματιά, είναι η αναπαραγωγή της θεωρίας των δυο άκρων, κάτι που οι δημιουργοί βέβαια αρνούνται, αν και είναι κάπως δύσκολο πλέον να το «σώσουν». Πέρα όμως από το εμφανές, οι συγκεκριμένοι στίχοι κρύβουν ακόμη βαθύτερη σαπίλα, η οποία έχει να κάνει με ένα πιο ευρύ φαινόμενο των σύγχρονων κοινωνιών, αυτό του ατομικισμού.

«Εμάς που δεν προσκυνήσαμε[…]» τίποτα, σαν να λέει εμείς που δεν υποτάξαμε το Εγώ μας για τίποτα. Οι περισσότεροι –και καλά- αντισυμβατικοί καλλιτέχνες και περσόνες (Πανούσηδες, Μυτακίδηδες, Πιτσιρίκοι), από τη μια καταδικάζουν υποτίθεται το κατεστημένο, από την άλλη είναι πολύ «ιδιαίτεροι» για να μπουν κάτω από «σημαίες και ιδεολογίες». Διαφημίζουν λοιπόν το μοντέλο του μοναχικού καβαλάρη, που βρίσκεται έξω και πάνω από το σύστημα και ταυτόχρονα έξω και πάνω από τον υποτιθέμενο κομφορμισμό των σωματείων, των κομμάτων και λοιπών παρατάξεων. Κριτικάρουν και έχουν άποψη για τα πάντα, αλλά ποτέ δεν δείχνουν προς άλλη διέξοδο πέρα από την ατομική/εγωιστική (ψέματα, ο Πανούσης πρότεινε άμεση δημοκρατία από τα προποτζίδικα). Ακόμα και όταν αναγκάζονται να μιλήσουν για συλλογικές λύσεις, το κάνουν με αφηρημένους όρους και πάντα με λατρεία για το «αυθόρμητο» και το «αγανακτισμένο».

Αυτό το στυλάκι του «ασυμβίβαστου» και συνάμα to large, βρίσκει δυστυχώς απήχηση σε ένα ευρύτερο κοινό, που συνήθως δεν έχει κινηματική εμπειρία, έτσι, «ψαρώνει» με την παραμυθάτου καλλιτέχνη που «δεν χωρά πουθενά». Το αποτέλεσμα είναι όλες αυτές οι διασημότητες να λειτουργούν σαν ιεροκήρυκες συστημικών αντιλήψεων του τύπου «όλοι το ίδιο είναι», «εγώ δεν μου βάζω ταμπέλες», «εγώ δεν μπαίνω σε στεγανά» κ.α. Πολλές από τις περσόνες αυτές, επειδή έχουν πιάσει την καλή, ίσως έχουν την δυνατότητα να επαναπαύονται στην εγωκεντρική τους κοσμοαντίληψη, τι γίνεται όμως με τους υπόλοιπους από εμάς; Η πλειοψηφία του κόσμου δεν έχει την πολυτέλεια να συμπεριφέρεται «αυτιστικά», διότι, άσχετα με την όποια «ιδιαίτερη» κοσμοθεωρία κουβαλάει ο καθ’ ένας, βρίσκεται αντικειμενικά με την πλάτη στον τοίχο όσο λειτουργεί ως μονάδα. Η συστράτευση των υπό εκμετάλλευση ανθρώπων σε έναν κοινό στόχο, δεν συνιστά υποταγή στην μετριότητα της μάζας, αντιθέτως, είναι αναγκαία για την απελευθέρωση των ατόμων και κατ’ επέκταση για την περαιτέρω ανάπτυξη των δυνατοτήτων τους.

hqdefault

Άμα σε πάρει η κατηφόρα δύσκολα κόβεις ταχύτητα

Κάποιοι, υποστηρίζουν ότι η καπιταλιστική κοινωνία δίνει στα άτομα τη δυνατότητα να αναπτύξουν το καθένα την δική του άποψη, και έτσι, υπάρχει η εγγύηση ενός πλούτου των ιδεών. Φρονώ ότι αυτός «ο πλούτος των ιδεών», δεν είναι τίποτα παραπάνω από διαφορετικά προϊόντα στα ράφια ενός supermarket, τα οποία πρακτικά διαφέρουν εξωτερικά αλλά κάνουν την ίδια δουλειά και έχουν συγκεκριμένη αφετηρία. Βέβαια, παραγωγή και αξιοποίηση ιδεών υπάρχει στην καπιταλιστική κοινωνία, όμως το αν θα έχει τύχη ή όχι μια ιδέα εξαρτάται άμεσα από το πόσο αξιοποιήσιμη θα είναι εμπορικά και όχι από το αν λ.χ. είναι χρήσιμη για την ανθρωπότητα.

Η εμμονή των ανθρώπων στο εγώ τους δεν είναι σε καμία περίπτωση προϋπόθεση της ελευθερίας τους, αντίθετα, τους καλλιεργεί την εσωστρέφεια και συχνά τους απομονώνει και τους περιθωριοποιεί. Η αντίληψη ότι «εγώ έχω την αποψάρα μου και είμαι γαμάτος», γυρνάει μπούμερανγκ όταν τα άτομα τσακίζονται από τις αντικειμενικές συνθήκες και μεταβάλλεται στο «δεν τα κατάφερα άρα είμαι άχρηστος».

Από την άλλη, η συμμετοχή σε συλλογικές δομές όπως είναι τα σωματεία, δεν σημαίνει εκμηδένιση της προσωπικότητας, αντιθέτως, οδηγεί σε ωρίμανση της συνείδησης, μέσω της κατανόησης ότι το όποιο εγώ θα ήταν ανύπαρκτο χωρίς το εμείς. Όσο πιο καλά συντονισμένο είναι το εγώ στο εμείς τόσο περισσότερος χώρος θα παράγεται τελικά για το εγώ, και τόσο μεγαλύτερη ασφάλεια θα υπάρχει για τα άτομα.

Ολόκληρη η κοινωνία είναι το αποτέλεσμα μιας διαδοχής γενεών και τύπων κοινωνιών, μιας διαδικασίας συσσώρευσης, μιας διαδικασίας απόρριψης, σύγκρουσης και συνεργασίας. Η ίδια η καπιταλιστική επιχείρηση είναι στην ουσία η οργάνωση σε υψηλό επίπεδο ανθρώπων που συνεργάζονται προς ένα στόχο, ασχέτως αν αυτός ο στόχος είναι η παραγωγή κέρδους για τους ιδιοκτήτες. Όταν κάποιος μπαίνει στον χώρο δουλειάς του, αυτομάτως περιορίζει το εγώ του και σέβεται κάποιο πλαίσιο συνεργασίας, διαφορετικά θα ήταν αδύνατος ο συντονισμός. Υπό αυτήν την έννοια η νεοφιλελεύθερη θεωρία φάσκει και αντιφάσκει όταν διδάσκει την λατρεία του ατόμου, αλλά στα πλαίσια του καπιταλισμού υποτάσσει τα άτομα σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο οργάνωσης και συνεργασίας χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσαμε καν να μιλάμε για καπιταλισμό. Οι καπιταλιστές, λοιπόν, μας ζητούν να είμαστε ξεχωριστά «εγώ» μόνο όταν αυτό μας κρατά σε απόσταση μεταξύ μας και εμποδίζει την όποια θέσπιση κοινών στόχων για την προώθηση των συμφερόντων της τάξης μας, αντίθετα, στην παραγωγή, μας θέλουν ενωμένους και συντονισμένους έτσι ώστε να εξυπηρετούνται βέλτιστα τα κέρδη τους. Η όποια λοιπόν ρομαντικοποίηση του ατομικισμού, είτε με την «αριστερή» εσάνς του ανένταχτου επαναστάτη, είτε με την δεξιά εσάνς του «καταφερτζή», συνδράμει στο να αναπαράγεται η εκμετάλλευση και άρα να διαιωνίζεται η σκλαβιά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω είναι αυτονόητο ότι το κέρδος των καπιταλιστών προέρχεται από το βαθμό οργάνωσης και συνεργασίας του έμψυχου και του άψυχου υλικού το οποίο αυτοί «κατέχουν» και διαχειρίζονται. Υψηλότερος βαθμός οργάνωσης = καλύτερο αποτέλεσμα = περισσότερο κέρδος. Φυσικά στον καπιταλισμό η οργάνωση των συντελεστών της παραγωγής, φτάνει μέχρι ένα όριο και μετά «πνίγεται» από τις εσωτερικές αντιφάσεις του οικονομικού συστήματος αυτού. Η υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής θα μπορούσε να παρακάμψει τις όποιες αντιφάσεις και να απελευθερώσει τις δυνάμεις της παραγωγής. Παράλληλα, θα μπορούσε να αλλάξει το βασικό στόχο της παραγωγής που σε συνθήκες καπιταλισμού είναι το ιδιωτικό κέρδος, και να τον μετατρέψει στην αναζήτηση της κοινής ωφέλειας. Αυτό όμως είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο συλλογικά και μόνο οργανωμένα, μέσα από τα εργατικά σωματεία -γιατί ο χώρος δουλειάς είναι το βασικό κύτταρο αναπαραγωγής του υλικού κόσμου- και με σημείο αναφοράς ένα προλεταριακό κόμμα, κομμουνιστικό δηλαδή. Ακριβώς ό,τι οι Πανούσηδες και οι Μυτακίδηδες σνομπάρουν και συκοφαντούν στα υπερεπαναστατικά τους άσματα.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

Read Full Post »

i-daniel-blake-3

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αναζητώντας το νανουριστικό1 μου μερικές μέρες πριν, έπεσα πάνω σε μια «άγνωστη» ταινία της οποίας το σενάριο μου κίνησε το ενδιαφέρον, και, έχοντας δει σχεδόν οτιδήποτε άλλο έχει κυκλοφορήσει αυτόν τον καιρό, αποφάσισα να της δώσω μια ευκαιρία. Η ταινία όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν διόλου άγνωστη, απλά εγώ δεν είχα προσέξει το όνομα του σκηνοθέτη (Ken Loach), αν και κατά τη μέση της ταινίας μάντεψα –από τα συμφραζόμενα- ότι ήταν δική του.

Πρόκειται για την ταινία I, Daniel Blake που αφηγείται την ιστορία ενός 59χρονου μαραγκού οικοδομών, ο οποίος αναγκάστηκε να σταματήσει την δουλειά του εξαιτίας ενός εμφράγματος που υπέστη. Ο καθόλα αξιοπρεπής κύριος Blake, είναι ένας καθημερινός λαϊκός ήρωας, που, από τη στιγμή του εμφράγματος και πέρα μπαίνει σε ένα σωρό μπελάδες. Χωρίς να θέλω να αποκαλύψω πολλά για την ταινία, θα πω ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με την βρετανική γραφειοκρατία, τις επιτροπές τεχνοκρατών, τον αντίστοιχο βρετανικό ΟΑΕΔ, κ.α. Όλα αυτά στην προσπάθεια του να πάρει είτε επίδομα ανεργίας είτε επίδομα αναπηρίας, αφού οι γιατροί του απαγορεύουν αυστηρά να επιστρέψει στην εργασία του. Ο ίδιος, αγαπάει την δουλειά του και ελπίζει ότι κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσει, μάλιστα επισκέπτεται συχνά την οικοδομή και τους συναδέλφους του, αφού έχοντας χάσει τη γυναίκα του τους νιώθει κάτι σαν δεύτερη οικογένεια του.

Μεταξύ άλλων ο ξεροκέφαλος –και με το δίκιο του- Daniel, καλείται να αποδείξει στον ΟΑΕΔ ότι ψάχνει δουλειά (διαφορετικά επίδομα δεν έχει), να μάθει τη χρήση υπολογιστών για να στείλει μια ατελείωτη σειρά από αιτήσεις, και, όπως και ο ίδιος παραδέχεται «μπορώ να σου φτιάξω ένα σπίτι από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά δεν έχω ιδέα από αυτά τα μαραφέτια». Προσωπικά, γέλασα πολύ στη σκηνή που προσπαθεί να μάθει να χρησιμοποιεί το ποντίκι, αλλά δε θα σας πω περισσότερα.

Αν κάτι έχει αξία στην ταινία πέρα από την καλή σκηνοθεσία και την άριστη ηθοποιία, είναι το πόσο πιστά αποτυπώνονται οι επιπτώσεις της κρίσης στις λαϊκές γειτονιές των αγγλικών πόλεων. Κοινωνικά παντοπωλεία, ουρές για συσσίτια, ξενώνες αστέγων, ανεργία, τσαλάκωμα της αξιοπρέπειας, αδιέξοδα, και πάνω σε όλα αυτά ένα κράτος το οποίο μοιάζει να έχει σαν αποστολή του να κάνει τα δύσκολα δυσκολότερα. Το φιλμ σε κάνει να απορείς τι «αμαρτίες» πληρώνει ο βρετανικός λαός, και πόσο οι τιμωρίες για τις «αμαρτίες» αυτές μοιάζουν με τις δικές μας εδώ στην Ελλάδα. Μάλλον θα ήταν και αυτοί σπάταλοι, τεμπέληδες, κομπιναδόροι, όπως λένε και για εμάς τους Έλληνες διάφορα παπαγαλάκια. «Κρίση, ποια κρίση, γεμάτες οι καφετέριες…»

maxresdefault-4

Το βασικό καστ της ταινίας

Η ταινία, εκτός του ότι μου άρεσε πάρα πολύ με συγκίνησε κιόλας. Σε αυτό συνέβαλαν οι άριστες ερμηνείες όλων των ηθοποιών σε μικρότερους και μεγαλύτερους ρόλους, η αλληλεπίδραση μεταξύ τους, η ταύτιση με τις περιγραφόμενες καταστάσεις που μπορεί να νιώσει ο καθένας που βιώνει την καπιταλιστική κρίση, και ο συμπαθητικός χαρακτήρας του πρωταγωνιστή (David Johns) που θα μπορούσε να ήταν ο παππούς, ο πατέρας ή ο αδερφός μας (ή και εμείς οι ίδιοι actually).

Όπως καταλάβατε, την ταινία σας την συνιστώ ανεπιφύλακτα, απλά θα ήθελα να σημειώσω δυο πράγματα ακόμα, προσπαθώντας να μην γίνω πολύ μαρτυριάρης (ή spoilerιάρης αν προτιμάτε). Ο Μαρξ λέει πως «οι φιλόσοφοι προσπαθούσαν να περιγράψουν τον κόσμο, εμείς θέλουμε να τον αλλάξουμε». Θα λέγαμε ότι το πρώτο σκέλος αυτής της δήλωσης ταιριάζει γάντι στο «I, Daniel Blake», αφού ο σκηνοθέτης, πέρα από το να δώσει με αριστοτεχνικό και ανθρώπινο τρόπο μια εικόνα για το πώς βιώνει ο απλός κόσμος την κρίση στην Αγγλία, δεν προχωράει καθόλου παραπέρα. Οι ήρωες μένουν κλεισμένοι στον εαυτό τους, ή, στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τον πόνο τους με ένα μικρό κύκλο φίλων και συμπασχόντων. Απόγνωση, πείσμα, οργή, απάθεια, μάταια ξεσπάσματα, ντροπή, είναι μερικά από τα συναισθήματα που αποδίδουν αριστοτεχνικά οι ηθοποιοί στην οθόνη και σε αυτά μένουν παγιδευμένοι μέχρι το τέλος.

Προσωπικά, θα με ενδιέφερε περισσότερο αν η ταινία έδειχνε και προς κάποια διέξοδο από όλο αυτό το λαβύρινθο, όχι ατομική, διότι τι και αν σωθεί ένας οι υπόλοιποι θα μείνουν μετέωροι, αλλά συλλογική. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι ο σκηνοθέτης θα έπρεπε να εισάγει κάποιο όραμα στην ταινία, και να πάει ένα βήμα παραπέρα από το να περιγράψει τον κόσμο. Δεν του το χρεώνω αυτό του Loach, απλά εγώ θα ευχαριστιόμουν πολύ περισσότερο την ταινία αν εξερευνούσε και αυτήν την εκδοχή. Πάντως, ακόμη και έτσι, το I Daniel Blake, είναι ένα πολύ καλό φιλμ, ικανό να ευαισθητοποιήσει και να προβληματίσει, χωρίς υπερβολές ή ακραίες δραματοποιήσεις των φαινομένων, και χωρίς να τραβάει το συναίσθημα του θεατή από τα μαλλιά. Σε όλα αυτά, ας προστεθεί και μια νότα διακριτικού μαύρου χιούμορ που δένει απόλυτα με το υπόλοιπο μείγμα.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

1 Μου αρέσει –ή πιο σωστά μου έχει γίνει συνήθεια- όταν πέφτω για ύπνο να βάζω να βλέπω κάποια ταινία ή κάποια σειρά για να νανουριστώ.

Read Full Post »

23

Έκατσα και είδα πριν από μερικές μέρες την ταινία “Ares” και αποφάσισα να γράψω δυο πράγματα για αυτήν έτσι ώστε να μην σας διαφύγει. Την επέλεξα στην τύχη, ομολογώ ότι περίμενα να δω μια b-movie του στυλ “Bloodsport” με βανταμιές και τα ρέστα, αφού για κάτι τέτοιο σε προδιέθετε το εξώφυλλο το trailer και η περιγραφή, όμως όπως αποδείχθηκε η ταινία το πήγαινε παραπέρα. Όχι ότι δεν υπήρχαν βανταμιές, αποτελούσαν όμως απλά διαλείμματα αδρεναλίνης που εξυπηρετούσαν ένα γενικότερο σενάριο με πολύ περισσότερο βάθος.

Η παραγωγή είναι γαλλική και διαδραματίζεται στο Παρίσι του μέλλοντος και συγκεκριμένα στο 2035. Η ευρωπαϊκή ήπειρος έχει μετατραπεί σε ένα δυστοπικό μέρος και οι άνθρωποι που ζουν εκεί υποφέρουν, καθώς μαστίζονται από την ανεργία και την ανέχεια, την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Όσοι δε κάνουν την προσπάθεια να αντιδράσουν ατομικά ή συλλογικά, χτυπιούνται ανελέητα από τις δυνάμεις καταστολής, φυλακίζονται ή εκτελούνται επί τόπου.  Αν και οι εκλογές δεν έχουν καταργηθεί, η ταινία μας ξεκαθαρίζει ότι μικρό ρόλο παίζουν, καθώς οι όποιες κυβερνήσεις αποτελούν απλά και ξεδιάντροπα πιόνια των πολυεθνικών που κυριαρχούν δικτατορικά.

Ειδικοί νόμοι έχουν θεσπιστεί, οι οποίοι –στο όνομα της αυτοδιαχείρισης του ανθρώπινου σώματος- επιτρέπουν χρήση όλων των ναρκωτικών και των αναβολικών. Επιπλέον, οι φτωχοποιημένοι και λουμπενοποιημένοι πολίτες επιτρέπεται να συμμετέχουν σε πειράματα της φαρμακοβιομηχανίας ως πειραματόζωα έναντι αμοιβής, ρισκάροντας έτσι την ζωή και τη υγεία τους, χωρίς να θεωρούνται οι εταιρίες υπεύθυνες για τους ατελείωτους θανάτους που σημειώνονται στα πειράματα αυτά. Τα αναβολικά, οι γενετικές μεταλλάξεις και οι σωματικές τροποποιήσεις έχουν επιτραπεί σε όλα τα σπορ, ενώ χορηγοί των αθλητών είναι συνήθως εταιρίες που παράγουν αναβολικά ή που φτιάχνουν υπερανθρώπους στο εργαστήριο μέσω της ευγονικής και της κλωνοποίησης.

Ήρωας της ταινίας είναι ένας πρώην πρωταθλητής ενός βίαιου και δημοφιλούς αγωνίσματος σε στυλ MMA(Mixed Martial Arts), που συμμετείχε σε αυτό με το ψευδώνυμο Ares. Πλέον έχει χάσει την παλιά του δόξα, έχει ξεχαστεί και αποσυρθεί από την ενεργό δράση, ενώ το σύστημα που τον ανέδειξε τώρα τον έχει πετάξει σαν γερασμένο άλογο κούρσας. Το τωρινό του επάγγελμα είναι [κάτι σαν] μισθοφόρος ματατζής, που κατά περιόδους προσλαμβάνεται για να συμμετέχει σε διμοιρίες που σαν αποστολή τους έχουν να διαλύουν διαδηλώσεις και να συνθλίβουν ή συλλαμβάνουν τους διαδηλωτές. Ο Ares είναι κυνικός, δεν έχει όραμα, δεν έχει ούτε καν φιλοδοξίες, δεν έχει φίλους, και σχεδόν το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να έχει (βρωμο)δουλειά και να πληρώνεται. Και λέω σχεδόν, γιατί στην πραγματικότητα νοιάζεται για την αδερφή του και για τα ανίψια του, που ιδεολογικά βρίσκονται στο άλλο άκρο, αφού συμμετέχουν σε αναρχοκομμουνιστικές ομάδες που προσπαθούν να ανατρέψουν την κατάσταση. Όμως δεν θέλω να επεκταθώ ως προς αυτό, επειδή είναι καλύτερα να δείτε την ταινία χωρίς να γνωρίζετε πολλά πολλά.

Τεχνικά η ταινία δεν είναι τέλεια, παρόλα αυτά σε αυτό αποζημιώνει από την πρωτοτυπία και τη φρεσκάδα του σεναρίου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι τολμά να παίξει με ιδέες που συνήθως ο εμπορικός κινηματογράφος αποφεύγει. Η ηθοποιία απέχει και αυτή από το τέλειο, χωρίς όμως να πέφτει πολύ χαμηλά, ενώ κάποιοι ηθοποιοί(που για εμένα ήταν παντελώς άγνωστοι, αλλά ίσως στη Γαλλία να είναι αναγνωρίσιμοι) μπορώ να πω ότι αποδίδουν πολύ καλά τους ρόλους τους, όπως για παράδειγμα ο τρανσέξουαλ γείτονας του ήρωα. Βέβαια, σε κάποια σημεία η όλη ατμόσφαιρα θυμίζει λίγο b-movie, αλλά αυτό προσωπικά δεν με χάλασε, και ίσως να έγινε και ηθελημένα από τον σκηνοθέτη για λόγους γενικότερης cyberpunk αισθητικής[2] … ίσως βέβαια και να οφείλεται απλά στην έλλειψη budget.

Αυτό πάντως που μου έκανε περισσότερη εντύπωση, είναι ότι το δυστοπικό μέλλον που ξετυλίγεται μπροστά στην οθόνη μας, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί προέκταση των όσων βιώνουμε σήμερα, και υπό αυτήν την έννοια μοιάζει σαν ένα είδος προειδοποίησης για το που βαδίζει ο «Δυτικός Πολιτισμός». Μάλιστα, υπάρχουν και μερικές γεωπολιτικές «νύξεις» στην ταινία, οι οποίες παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον. Έχουν να κάνουν με μια νέα παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων, ένα γενικότερο shift στην σκακιέρα. Τα πρώτα στάδια του οποίου διαφαίνονται στο δικό μας παρόν με την γερασμένη Ευρώπη να δείχνει έντονα σημάδια παρακμής, τις ΗΠΑ να έχουν και αυτές τα δικά τους προβλήματα, και μια σειρά από επίδοξους αντικαταστάτες να κονταροχτυπιούνται για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων.

Εδώ κάπου σταματάω για να μη σας χαλάσω την έκπληξη, θα σας συμβούλευα πάντως να προμηθευτείτε το “Ares”, που λογικά θα έχει κυκλοφορήσει σε DVD ή να το δείτε Online με νόμιμο ή λιγότερο νόμιμο τρόπο.

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Στα ελληνικά η ταινία ονομάζεται «Κίνδυνος στο Παρίσι»

[2] Έχει κάτι από Blade Runner.

Read Full Post »

Δημοσιεύθηκε και στο KatiousaΡΟΜΑ2

Ξεκινώντας το άρθρο να ξεκαθαρίσω ότι τους Τσιγγάνους εγώ δεν μπορώ να τους πω Ρομά, μου μοιάζει τόσο μεταμοντέρνο και πολιτικά ορθό που νιώθω λες και πρέπει να προσποιηθώ για να το εκφέρω. Στο άρθρο που ακολουθεί λοιπόν, όπως μαρτυρά ο τίτλος, τους Τσιγγάνους θα τους λέω Τσιγγάνους, αφού και εγώ αν ήμουν Τσιγγάνος Τσιγγάνο θα ήθελα να με έλεγαν. Και τώρα που ξεκαθαρίσαμε τα γλωσσικά μου κολλήματα ας προχωρήσουμε στην ουσία.

Επέλεξα να γράψω το άρθρο αυτό, διότι με αφορμή το θάνατο του 10χρονου στο Μενίδι έχουν ακουστεί πολλές βλακείες σχετικά με τους Τσιγγάνους. Κάτι ότι έχουν στο DNAτους την εγκληματικότητα, κάτι ότι παρά τις προσπάθειες του κράτους δεν θέλουν να προσαρμοστούν στην ευρύτερη κοινωνία κ.α. Όλα αυτά βέβαια δεν είναι καινούρια, τα ακούω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, απλώς τώρα η κουβέντα αναζωπυρώθηκε και βγήκαν στην επιφάνεια ξανά τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις. Ανάλογες προκαταλήψεις υποθέτω θα έχουν και οι Τσιγγάνοι προς εμάς, όμως επειδή εμείς κυριαρχούμε οικονομικά/πληθυσμιακά και πολιτικά έχομε την πολυτέλεια οι δικές μας προκαταλήψεις να υπερνικούνε τις δικές τους, χα! 1-0.

Προσωπικά, όλους αυτούς που προσπαθούν να ερμηνεύσουν διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές με βάση το DNA, τείνω να τους θεωρώ φασίζοντες. Δεν είναι το DNA που καθορίζει το κοινωνικό γίγνεσθαι, όχι άμεσα τουλάχιστον, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις ατόμων, ομάδων και δομών. Δεν υπάρχει κάποιος ξεχωριστός κανόνας συμπεριφοράς γραμμένος στο DNA του μαύρου, ή του Τσιγγάνου ή του λευκού, παρόλα αυτά έμμεσα το χρώμα του δέρματος τους επηρεάζει τελικά τη ζωή και τη συμπεριφορά, και αυτό γίνεται επειδή οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν διακρίσεις και ταυτοποιήσεις με βάση το δέρμα. Οι λόγοι που το κάνουμε αυτό, μπορεί είτε να είναι ιστορικά προσδιορισμένοι, για παράδειγμα η υποδούλωση ενός λαού από έναν άλλο, που μετατρέπει τον έναν λαό σε αφέντη και τον άλλο σε δούλο. Έτσι λοιπόν –μπαίνοντας στο παιχνίδι η εκμετάλλευση και το συμφέρον– δημιουργείται κοινωνικό στάτους με βάση τη φυλή ή το χρώμα. Ίσως όμως να υπάρχει και κάτι πιο ενστικτώδες, που έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι ταυτίζονται πιο εύκολα με ό,τι τους μοιάζει περισσότερο οικείο. Αν πχ βάλεις ένα μαυράκι σε ένα σχολείο με λευκά παιδιά που δεν έχουν συνηθίσει να σχετίζονται με μαύρους, ίσως να χρειαστεί και από τις δυο πλευρές ένας χρόνος προσαρμογής. Φυσικά τα παιδιά δεν είναι tabula rasa, οπότε πέρα από την ενστικτώδη αντίδραση που μπορεί να τους προκαλέσει το διαφορετικό, θα παίξει ρόλο και το τι εικόνες και παραδόσεις κουβαλάει το κάθε ένα από το σπίτι του. Αντίστοιχα, ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, πιθανόν και αυτό να ξενίσει τα άλλα παιδιά που μπορεί αρχικά να είναι επιφυλακτικά μαζί του.

Φυσικά αντιλήψεις του στυλ «οι μαύροι έχουν στο αίμα τους το έγκλημα» ή «οι τσιγγάνοι έχουν στο αίμα τους την κλεψιά», ακόμα και αν δεν εκφέρονται από φασίστες, αποτελούν στερεότυπα τα οποία μόνο φασίστες δικαιολογούνται στις μέρες μας να τα αναπαράγουν, οι υπόλοιποι οφείλουμε να γνωρίζουμε καλύτερα. Αιτία της όποιας παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι φυσικά το αίμα ή το DNA, αλλά η γκετοποίηση και η περιθωριοποίηση που αναγκάζουν τα άτομα να ζουν με ένα διαφορετικό πλαίσιο κανόνων από το δικό μας προκειμένου να επιβιώσουν. Οι γκετοποιημένες κοινότητες λοιπόν, μπορεί να εμφανίσουν εσωστρέφεια, παραβατικές συμπεριφορές, αντιδραστικές συμπεριφορές, πουριτανισμό, συντηρητισμό κ.α. Αυτό γίνεται σε μεγάλο βαθμό επειδή πολλοί δρόμοι που μπορεί να είναι ανοιχτοί για τους περισσότερους είναι συχνά κλειστοί ή πολύ δύσβατοι, για τους μειονοτικούς και γκετοποιημένους πληθυσμούς. Οι μαύροι στην Αμερική για παράδειγμα βρίσκουν δουλειά πολύ πιο δύσκολα από τους λευκούς, ενώ και οι δουλειές που βρίσκουν βρίσκονται συνήθως σε χαμηλότερη εκτίμηση και θέση στην κοινωνική και μισθολογική κλίμακα.

Ακόμη και καλοπροαίρετοι άνθρωποι μπορεί να «πάσχουν» από προκαταλήψεις απέναντι σε τέτοιου είδους μειονοτικές ομάδες. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτές οι προκαταλήψεις τους δημιουργήθηκαν σε μικρή ηλικία και άρα λειτουργούν σε κάποιο βαθμό υποσυνείδητα με τέτοιο τρόπο που ακόμα και αν τις έχουν με τη λογική τους απορρίψει, ο σπόρος τους δεν έχει παντελώς εκλείψει. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να προσπαθεί να μην κάνει διακρίσεις με βάση το χρώμα, αλλά να μην του καλοφανεί αν η κόρη του παντρευτεί έναν τσιγγάνο, ή να μην προσλάβει έναν τσιγγάνο στη δουλειά του. Σε αυτό βέβαια συμβάλει και η στάση της υπόλοιπης κοινωνίας απέναντι στις μειονοτικές ομάδες. Δηλαδή, μπορεί κάποιος που είναι θεωρητικά κατά των διακρίσεων να μην προσλάβει έναν τσιγγάνο ή να μη συνάψει ερωτική σχέση με μια τσιγγάνα επειδή είναι κάτι για το οποίο νιώθει ότι θα τον κατακρίνει ο κοινωνικός του περίγυρος. Αντίστοιχα, ο προσωπάρχης σε μια ελληνική εταιρία, δεν θα προσλάβει εύκολα για κάποια θέση έναν τσιγγάνο διότι γνωρίζει ότι για την πράξη του αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα πρέπει να λογοδοτήσει στον ιδιοκτήτη της εταιρίας ή στον ανώτερ.ο του. Φυσικά υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις ανθρώπων οι οποίοι κάνουν την υπέρβαση γράφοντας τις κοινωνικές νόρμες στα παλαιότερα των υποδημάτων τους.

Πλανάται όμως και μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι δεν θέλουν να προσαρμοστούν στην ευρύτερη κοινωνία, και είναι αλήθεια ότι εμφανίζουν αντιστάσεις από την πλευρά τους, όμως καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε λίγο και το γιατί. «Τους δίνει το κράτος σπίτια και αυτοί γυρνάνε πάλι στους καταυλισμούς», λένε κάποιοι. Προσωπικά δεν ξέρω αν αυτό αληθεύει, όμως ακόμη και αν αληθεύει δεν μου κάνει καμία εντύπωση το να μην εγκαταστάθηκαν εκεί οι Τσιγγάνοι των καταυλισμών. Για τον Τσιγγάνο η ζωή στον καταυλισμό δεν είναι μόνο κατοικία, αλλά μια σειρά από κοινωνικές σχέσεις απαραίτητες για την διαβίωσή του. Ο καταυλισμός είναι μια μικροκοινωνία στην οποία επικρατεί ο κοινοτικός τρόπος ζωής, με το να πάρεις το άτομο από εκεί και να το βάλεις σε ένα διαμέρισμα, δεν τον απομακρύνεις μόνο από τις συνήθειές του, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να επιβιώνει. Η προσαρμογή του δε στον «έξω κόσμο» είναι πιο δύσκολη σε σχέση με κάποιον λευκό, εφόσον ο Τσιγγάνος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορέσει να βρει δουλειά και επειδή στερείται των απαραίτητων προσόντων (χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης) και επειδή όπως είπαμε πιο πάνω, δύσκολα θα προσληφθεί ως υπάλληλος. Πέρα όμως από όλα τα παραπάνω, είναι και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινοτικού τρόπου ζωής που κάνουν για αυτόν τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα. Διότι τα άτομα που ζουν σε τέτοιες κοινότητες (σκεφτείτε και τη ζωή των παππούδων μας στα χωριά) είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό αλληλεξαρτημένα το ένα από το άλλο σε σχέση με εμάς τους κατοίκους των σύγχρονων αστικών κέντρων. Πχ σε πολλές περιπτώσεις το μεγάλωμα των παιδιών δεν το αναλαμβάνει μόνο ο γονέας αλλά συνδράμει και η υπόλοιπη κοινότητα, ενώ οι οικογένειές τους είναι πολύ πιο διευρυμένες από ότι οι δικές μας, αφού το ζευγάρι ζει πολύ κοντά ή μαζί με τους γονείς, τον παππού και τη γιαγιά, ή καμιά φορά και με τα αδέρφια του. Στη δική μας ζωή η παρέμβαση των φίλων και των γνωστών στην καθημερινότητά μας περιορίζεται στις φιλικές σχέσεις, αν θέλουμε κάποιον να φυλάει τα παιδιά μας θα προσλάβουμε κάποια γυναίκα(εκτός και αν το αναλάβουν οι γονείς), αν θέλουμε να γίνει μια επισκευή στο σπίτι θα φωνάξουμε κάποιο μάστορα, και ου το καθ εξής. Στην περίπτωση των τσιγγάνων που ζουν σε μικρές κοινότητες, πολλά από αυτά για τα οποία εμείς χρησιμοποιούμε υπηρεσίες επί πληρωμή, τα αναλαμβάνει η ίδια η κοινότητα. Η κοινότητα αναλαμβάνει σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και να «ταιριάξει» τα παιδιά και μάλιστα σε μικρή ηλικία, αφού το προξενιό μεταξύ δυο οικογενειών είναι κάτι όχι ασυνήθιστο για τις μικροκοινωνίες των Τσιγγάνων. Όταν παίρνεις λοιπόν τον άνθρωπο που έχει μάθει να ζει με αυτόν τον τρόπο και τον πετάς σε ένα διαμέρισμα, του στερείς ένα ολόκληρο δίκτυο σχέσεων που καθόριζαν την ύπαρξή του χωρίς να του προτείνεις μια ολοκληρωμένη εναλλακτική, λογικό λοιπόν είναι να τσινίσει. Πόσο μάλλον όταν συχνά με επιδρομές της αστυνομίας – που έχουν ως πρόσχημα την πάταξη του εγκλήματος- οι καταυλισμοί τους διαλύονται και οι Τσιγγάνοι εξαναγκάζονται σε μετακίνηση.

tsigkanoi-kai-prosarmostikotiata-ntou-tis-astinomias-stin-komotini

Από ντου της αστυνομίας σε καταυλισμό Τσιγγάνων στην Κομοτηνή

Υπάρχουν βέβαια και Τσιγγάνοι οι οποίοι έχουν ως ένα βαθμό προσαρμοστεί, όμως αν το παρατηρήσετε, οι Τσιγγάνοι αυτοί ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, πράγμα που τους επιτρέπει ή απαιτεί από αυτούς:

Α) Να έχουν μια πιο εξωστρεφή συμπεριφορά αφού πρέπει να πουλήσουν την πραμάτεια τους.

Β) Να έχουν κάποια σχετική οικονομική ανεξαρτησία, εφόσον βγάζουν τα προς το ζην από το επάγγελμα τους, άρα δεν είναι αναγκασμένοι να ψάξουν –και να μη βρουν– απασχόληση σε κάποιον τρίτο.

Γ) Και επιτρέπει και στα παιδιά τους να έρθουν σε επαφή και να συνάψουν σχέσεις με τα παιδιά των λευκών, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια προοδευτική προσαρμογή γενιά με τη γενιά.

Η συνολική προσαρμογή πάντως των Τσιγγάνων στην ευρύτερη κοινωνία για να γίνει χρειάζεται μεγάλη μακροχρόνια και συντονισμένη προσπάθεια από την πλευρά της πολιτείας, και όχι απλά σπασμωδικές κινήσεις που περισσότερα προβλήματα δημιουργούν παρά λύνουν. Για να εντάξεις αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να τους λύσεις πρώτα πρώτα το επαγγελματικό, και για να γίνει αυτό χρειάζεται είτε να δώσεις μόρια για να μπουν στο δημόσιο, είτε να δώσεις κίνητρα στις επιχειρήσεις για να τους προσλάβουν. Επίσης πρέπει, κατά τη διαδικασία ένταξής τους να επέμβεις με προσοχή και σεβόμενος κάποιες παραδόσεις τους, διαφορετικά πιθανόν να κρατήσουν αμυντική στάση και να επιβραδυνθεί έτσι η όποια διαδικασία. Οφείλεις επίσης να εξασφαλίσεις ότι η εκπαίδευση θα έχει αντίκρισμα και για αυτούς, διότι διαφορετικά, γιατί να σπουδάσει το τσιγγανόπουλο, αφού μετά δεν θα μπορεί να βρει εύκολα δουλειά πάνω στον τομέα του και άρα να αξιοποιήσει το πτυχίο του. Από την άλλη πλευρά, πρέπει με παρεμβάσεις (πχ μέσα από τα σχολικά βιβλία) να σπάσεις σιγά σιγά και τα ταμπού των λευκών απέναντι στους Τσιγγάνους. Στο ξεκίνημα μιας τέτοιας προσπάθειας κατά πάσα πιθανότητα θα προκύψουν και ζητήματα εργασιακής πειθαρχίας και ένα σωρό άλλα, αφού στην καθημερινή τους ζωή οι Τσιγγάνοι δεν έχουν μάθει να δουλεύουν με τον πειθαρχημένο τρόπο που απαιτείται σε μια καπιταλιστική επιχείρηση.

Όλα τα παραπάνω βήματα, είναι βέβαια πολύ δύσκολο να γίνουν, ακόμη και αν υπήρχε η βούληση, από την πολιτεία. Ενώ, για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος, πιθανόν θα χρειαστεί να περάσουν δυο, τρείς ή και περισσότερες γενιές ώστε να σπάσει η δική μας προκατάληψη και οι δικές τους άμυνες. Το έχουμε δει πάντως να συμβαίνει στην ΕΣΣΔ. Αν, και για να πούμε την αλήθεια, στον καπιταλιστικό κόσμο και μάλιστα σε περίοδο κρίσης, η διαδικασία ένταξης των Τσιγγάνων μοιάζει χλωμή υπόθεση. Και αυτό διότι είναι μάλλον το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τους οικονομικούς και κυβερνητικούς  κύκλους. Ακόμη και κάποια σπασμωδικά μέτρα που παίρνονται, είναι μάλλον για να πέσει στάχτη στα μάτια και να αρπαχτούν κάποια κονδύλια, ενώ τα αποτελέσματά τους είναι αμφίβολα. Αυτό που εγώ προβλέπω μετά το περιστατικό στο Μενίδι, είναι μάλλον ότι για μια περίοδο θα αυξηθεί η καταστολή χωρίς να αλλάξει τίποτα προς την κατεύθυνση της προσαρμογής. Με φοβίζουν δε και οι δηλώσεις των ναζιστών της Χρυσής Αυγής, που ίσως βρήκαν έναν ακόμη αποδιοπομπαίο τράγο, τι και αν οι Τσιγγάνοι είναι 100/100 Έλληνες;

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Διαβάστε το άρθρο και στο Katiousa

430057-douleia_exoteriko600_142474_64302O.jpg

Ας πούμε ότι εμφανιζόταν μπροστά σας ένα τζίνι και σας έλεγε. «Σου δίνω την ευκαιρία να μεταφερθείς σε ένα σοσιαλιστικό παράδεισο με ώριμο κομμουνισμό, τι λες, θα τα παρατήσεις όλα να πας εκεί;». Αλήθεια, ποια θα ήταν η δική σας απάντηση σε αυτό το δίλημμα; Η απάντηση βέβαια σε κάτι τέτοιο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την ιδιοσυγκρασία του καθενός, το τι αφήνει πίσω, την οικονομική του κατάσταση και άλλα. Πέρα όμως από όλα αυτά, υπάρχει και το ζήτημα του τι σοσιαλισμός θα ήταν αυτός για τον οποίο δεν έχεις παλέψει για τη δημιουργία του. Και εδώ έρχεται το ενοχικό, ότι τάχα, τα αφήνεις όλα πίσω και ρίχνεις μαύρη πέτρα για να βγάλεις την ουρά σου απέξω και να γλιτώσεις; Αν, πχ, το έκανε κάποιος στρατιώτης του ΔΣΕ αυτό στον εμφύλιο, δεν θα αποτελούσε προδοσία για τους συντρόφους του;

2-8

Μεγάλο δρόμο θα διαβείς

Φυσικά αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, ούτε εμφύλιο έχουμε ούτε όξυνση της ταξικής πάλης, ούτε και υπάρχει κανένας ακμάζων σοσιαλιστικός παράδεισος για διαφυγή. Αντίθετα, βρισκόμαστε σε μια λούμπα, που ο κάθε νέος και η κάθε νέα δεν το βρίσκουν εύκολο να περιμένουν τα πράγματα να στρώσουν, ούτε και συνηθίζουν να συμμετέχουν σε συλλογικούς αγώνες για την ανατροπή αυτής της κατάστασης. Ο δρόμος της ξενιτιάς, όντας ατομική επιλογή, μοιάζει να αποδίδει πιο εύκολα καρπούς, από ό,τι η συστράτευση σε κοινωνικούς αγώνες που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλουν και αν θα σε βγάλουν, και ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η φυγή στο εξωτερικό για εργασία, φαντάζει σαν ο πιο εύκολος δύσκολος δρόμος (σε σχέση με το δρόμο των κοινωνικών αγώνων). Είναι άλλωστε η πεπατημένη, αφού έχει ακολουθηθεί στο παρελθόν από γενιές και γενιές Ελλήνων που διασκορπίστηκαν στα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

Από την άλλη, διδασκόμενοι από την ιστορική εμπειρία, βλέπουμε ότι αυτή η όξυνση του φαινομένου της μετανάστευσης, που επαναλαμβάνεται κάθε κάποιες δεκαετίες –με διακριτά χαρακτηριστικά κάθε μια από τις φορές- μπορεί να παραλληλιστεί με το μαρτύριο του Σίσυφου που έσπρωχνε την πέτρα στην κορυφή του βουνού, μόνο και μόνο για να ξανακατρακυλήσει αυτή κάθε φορά στους πρόποδες. Δεν ξέρω καλά τη μυθολογία και δεν γνωρίζω αν βρήκε ο Σίσυφος κάποια λύση για να σπάσει την κατάρα των θεών, αλλά στον πραγματικό κόσμο ίσως και να υπάρχει διέξοδος από το σισύφειο μαρτύριο της μετανάστευσης. Το θέμα είναι ότι για να φτάσουμε μέχρι εκεί απαιτείται ίσως από εμάς να διαλέξουμε τον πιο δύσκολο – δύσκολο δρόμο. Και, για να θυμηθούμε και το μύθο του Ηρακλή να κάνουμε ό,τι έκανε αυτός όταν βρέθηκε μπροστά στο μυθολογικό δίχαλο της «Αρετής» και της «Κακίας», να διαλέξουμε την κακοτράχαλη οδό, αυτή δηλαδή της αρετής. Να παλέψουμε για μια πιο μόνιμη λύση, έτσι ώστε να μην επιστρέφουμε κάθε τόσο στο σημείο το οποίο ξεκινήσαμε. Διότι ο δρόμος της μετανάστευσης συμβάλλει στη διαιώνιση του προβλήματος και στην αναπαραγωγή των αέναων κύκλων. Αντίθετα, η επιλογή του άλλου δρόμου, αυτού της συλλογικής ταξικής πάλης, μπορεί στις μέρες μας να μοιάζει με μισοχορταριασμένο ανηφορικό μονοπάτι, αλλά αποτελεί πραγματική διέξοδο και πέφτει στις πλάτες μας η ευθύνη να το μετατρέψουμε σε λεωφόρο, γιατί αν όχι εμείς τότε ποιοι;

Στο σημείο αυτό να εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ: Προσωπικά δεν θα κατηγορήσω κανέναν που διαλέγει το δρόμο της ξενιτιάς στις δύσκολες τούτες εποχές –έχω άλλωστε και πολλούς γνωστούς που έφυγαν για εκεί και για παρέκει- αλλά, δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ως πιο σωστή επιλογή αυτή της συλλογικής πάλης σε ταξική βάση. Επίσης, δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι ως φαινόμενο, αυτό της μαζικής μετανάστευσης έχει αρνητικές συνέπειες για τον τόπο και τους ανθρώπους αφού η οποιαδήποτε κοινωνία «αδυνατίζει» όταν χάνει το πιο ικανό της κομμάτι, τους νέους, και μάλιστα εκείνους με υψηλή μόρφωση και εξειδίκευση. Βέβαια, άμα ο άλλος ζει στην ακραία ανέχεια δεν έχει ούτε την πολυτέλεια του χρόνου ούτε και τη δύναμη να αγωνιστεί. Σάμπως και όλοι όσοι είμαστε ακόμη εν Ελλάδι έχουμε αναλάβει τις ανάλογες αγωνιστικές ευθύνες απέναντι στην τάξη μας για να ζητάμε από τους άλλους να μείνουν; Όμως και η ζωή στο εξωτερικό δεν είναι πανάκεια, αφού καπιταλιστικοί παράδεισοι για τους εργαζόμενους υπάρχουν μόνο στα παραμύθια.

Ο μόνος που ωφελείται από αυτήν την κατάσταση είναι το διεθνές κεφάλαιο, το οποίο έχει στη διάθεση του μια παγκόσμια αγορά εργασίας, με φτηνούς εργαζόμενους, διατεθειμένους να μεταφερθούν και να εργαστούν οπουδήποτε στον κόσμο, με δικά τους έξοδα και με ατομικό τους ρίσκο. Εργαζόμενους, που αν τα πράγματα ήταν καλύτερα στη χώρα τους, στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν θα διάλεγαν το δρόμο της ξενιτιάς. Ο κόσμος του κεφαλαίου πάντως, μέσα από τα κανάλια προπαγάνδας του, παρουσιάζει όλο αυτό το αρνητικό φαινόμενο ως κάτι θετικό, ως ευκαιρία του εργαζόμενου να απευθυνθεί σε μια παγκόσμια αγορά εργασίας, και έτσι να αυξηθούν οι επιλογές του και να αξιοποιηθούν οι ικανότητες του, να διακριθεί, ενώ παράλληλα θα ικανοποιήσει και την επιθυμία του για περιπέτεια. Όλα αυτά θα ήταν καλά, αν επρόκειτο πραγματικά για επιλογή και όχι για εξαναγκασμό. Φυσικά η προπαγάνδα αυτή βρίσκει αποδέκτες, και έτσι οι μετανάστες και οι οικογένειες τους υιοθετούν καμιά φορά αυτήν την οπτική, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ή τα παιδιά τους ως την «ελίτ» που κάνει καριέρα στο εξωτερικό, αντί να μένει με τους «μέτριους» στην «Ψωροκώσταινα».

Πάντως, όπως και αν ντύσει κάποιος ιδεολογικά την αντικειμενική πραγματικότητα, οι αριθμοί δείχνουν ότι η κρίση και η ανέχεια έφερε ραγδαία αύξηση της μετανάστευσης. Πράγμα που σημαίνει ότι σε καλύτερες εποχές δεν θα υπήρχε και τόσο μεγάλη διάθεση να εγκαταλειφθεί η «μαμά πατρίδα», και ότι αυτοί που το κάνουν το κάνουν πρωτίστως από ανάγκη και δευτερευόντως από επιλογή.

1-8

Ο εργαζόμενος βαλίτσα

Τέλος, θέλω να αναφερθώ μια ολιά και στο «φαινόμενο» των δηλώσεων του Καζάκου, που ξεσήκωσαν μια πρωτοφανή «εκστρατεία» εναντίωσης προς το άτομο του, με προσβολές, ύβρεις και ξεκατίνιασμα στα ΜΚΔ (μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Μια εκστρατεία που όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, πυροδοτήθηκε και συντηρήθηκε από συγκεκριμένους κύκλους, και που με αφορμή τον Καζάκο, σαν ενδιάμεσο της στόχο είχε τον Πελετίδη και σαν τελικό της στόχο το ΚΚΕ. Επίσης, με το να κάνουν την τρίχα παλαμάρι, κατάφεραν για ακόμη μια φορά να αποπροσανατολίσουν και να στρέψουν την προσοχή του κόσμου στο να μελετάει το φύλο των αγγέλων αντί να ασχολείται με την ουσία του ζητήματος και τα όσα παράλληλα τρέχουν.1 Εκτός όμως από τους πολιτικούς και ιδεολογικούς κύκλους που συντήρησαν και έφεραν στην επιφάνεια την επίμαχη αυτή δήλωση, ήταν πολλοί εκείνοι οι απλοί άνθρωποι, που βάζοντας μπροστά την ιδιότητα του γονέα, βγήκαν στα κάγκελα κατά του Καζάκου. Παρατήρησα επίσης, ότι τα άτομα αυτά ήταν στην πλειοψηφία τους πρώην και νυν συριζαίοι. Και ερωτώ: Μήπως θα ήταν καλύτερα κυρίες και κύριοι γονείς, αντί να είστε τόσο εύθικτοι απέναντι στον Καζάκο που χρησιμοποίησε μια ατυχή έκφραση, εξομολογούμενος τη στεναχώρια του για την κατάσταση που καλούνται να αντιμετωπίσουν σήμερα οι νέοι, να μετατρέπατε τη συσσωρευμένη οργή σας σε αγωνιστική δύναμη και να εναντιωνόσασταν σε όλους εκείνους που γίνονται αιτία να στέλνονται τα παιδιά σας στα 5 σημεία του ορίζοντα; Διαφορετικά, με το να αποδέχεστε παθητικά αυτήν την κατάσταση, και με το να έχετε συνδράμει για να εκλεγούν και να ισχυροποιηθούν αυτές οι αντιλαϊκές δυνάμεις, γίνεστε ως ένα βαθμό και εσείς συνυπεύθυνοι. Στρέψτε λοιπόν την οργή σας εκεί που πρέπει και μην πιάνεστε από μια λέξη, για να «την πείτε» στον Καζάκο και κατ’ επέκταση στο ΚΚΕ. Εκτός και αν νομίζετε ότι έτσι κρύβετε τις όποιες δικές σας ευθύνες και δικαιολογείτε –με το να τους βάζετε όλους στο ίδιο τσουβάλι- τις όποιες λανθασμένες σας επιλογές.

Επιφυλάσσομαι στο μέλλον να γράψω ειδικότερο άρθρο για το φαινόμενο της μετανάστευσης, προβάλλοντας και τις απόψεις των κλασικών θεωρητικών του μαρξισμού πάνω στο ζήτημα, στο παρόν άρθρο όμως δεν θα επεκταθώ γιατί δεν έχω εξετάσει ακόμα την απαραίτητη βιβλιογραφία.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

1 Και εδώ τίθεται το ζήτημα του κατά πόσο είναι ή δεν είναι κατευθυνόμενα τα ΜΚΔ, τα οποία ως εναλλακτικά της τηλεόρασης μέσα, ντύνονται τον μανδύα της αντικειμενικότητας μέσω της πολυφωνίας και του αυθόρμητου.

Read Full Post »

tzimeros1

«Τζημεροειδές δεν είναι μόνο ο Τζήμερος, αλλά η μ…..α που δέρνει τον Τζήμερο τυφλώνει»

Το Τζιμεροειδές έχει  διάφορα «θέματα», από τα οποία, πολλά είναι ψυχολογικής φύσεως. Στο παρόν άρθρο δεν θα αναφερθώ στα βαθύτερα αίτια της συμπεριφοράς ενός Τζημεροειδούς, αλλά στην εξωτερίκευση τους, δηλαδή στην συμπεριφορά αυτή καθ’ αυτή έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί εύκολα να τα εντοπίζει. Ας προχωρήσουμε όμως στην παράθεση:

«Πίστευε, και μη ερεύνα»

Το Τζημεροειδές, καταρχήν, χαρακτηρίζεται από όλα αυτά στα οποία εναντιώνεται. Στα πανεπιστήμια, για παράδειγμα, είναι ενάντιο στο να υπάρχουν παρατάξεις. Οι παρατάξεις εμποδίζουν την μετάδοση της γνώσης και δεν επιτρέπουν στους επιμελέστερους και ευφυέστερους των φοιτητών να αποκτήσουν τα πτυχία τους. Βρωμίζουν τους τοίχους με αφίσες, παρενοχλούν τους φοιτητές που θέλουν να πιούν τον καφέ τους με την ησυχία τους, κάνουν φασαρία, τσακώνονται, και, γενικά, αμφισβητούν. Το πανεπιστήμιο είναι ένα στρατόπεδο της γνώσης, και οι σπουδαστές του είναι φαντάροι, δεν μπορεί λοιπόν ο φαντάρος να αμφισβητεί τις αρχές. Το καλό πανεπιστήμιο είναι το αποστειρωμένο, αυτό που μοιάζει με μοναστήρι, που υπάρχει απομονωμένο από την υπόλοιπη κοινωνία, που τα όσα συμβαίνουν σε αυτή δεν το αφορούν(κάτι σαν το Χριστόδουλο που όταν έγινε η χούντα αυτός δεν πήρε χαμπάρι διότι διάβαζε). Και μιας και είπαμε για χούντα, η αντίληψη των Τζημεροειδών για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ομοιάζει με τις πρακτικές που εφάρμοσε εκείνη στα πανεπιστήμια.

«Κάλιο σε συνδικάτο εγκλήματος παρά σε εργατικό συνδικάτο»

Τα τζημεροειδή είναι ενάντια σε πάσης φύσεως εργατική μορφή οργάνωσης. Σωματεία, συνδικάτα, εργατικά μέτωπα, όλα του σατανά! Τα αντιμετωπίζουν σαν δεύτερη Λουκά, σηκώνοντας τα χέρια τους και σχηματίζοντας με τα δάχτυλα το σήμα της Θάτσερ, κραυγάζοντας «ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ, ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ, ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ!!!». Ο εργάτης, για το Τζημερόιντ, οφείλει να είναι πειθήνιος, να μην εμποδίζει την ομαλή ροή της παραγωγής, να μην αμφισβητεί με κανένα τρόπο το αφεντικό του. Το αφεντικό, άλλωστε, γνωρίζει καλύτερα, αλλιώς δεν θα ήταν αφεντικό. Κάθε προσπάθεια κάποιου εργαζόμενου να ενταχθεί σε σωματείο αποτελεί σαμποτάζ της παραγωγής και διασάλευση της κοινωνικής ομαλότητας. Χμ.. για κάποιο λόγο πάλι η χούντα μου έρχεται στο νου.

«Λευτεριά σε δρόμους και λιμάνια»

Διαδηλωτή, η χούντα ή ο Μπόμπολας δεν έφτιαξε τους δρόμους για τις διαδηλώσεις, τους έφτιαξε για τις συγκοινωνίες, εσύ γιατί τους καταπατάς;(Φιλελεύθεροι νέοι Χανίων) Το κλείσιμο των δρόμων και των λιμανιών από διαδηλωτές και απεργούς, ενοχλεί πολύ τα Τζημεροειδή, εφόσον είναι υπέρ της ησυχίας, της τάξεως και της ασφαλείας. Όλα ετούτα, δεν είναι εικόνα για ένα σύγχρονο κράτος καθώς αποτελούν δυσφήμιση για τους τουρίστες, τους επενδυτές και τους κερδοσκόπους και εμπόδιο για τους εκδρομείς και τους οδηγούς. Κανονικά, θα έπρεπε να απαγορεύονταν οι συναθροίσεις άνω των 3 ατόμων όπως τον παλιό καλό καιρό.

15111090_1762334120697100_3866580712342170727_o

Του φίλου και συνμοτοσυκλετιστή Versys

«Εδώ ο καλός τοιχοδιώκτης»

Η πιο σωστά αυτός που διώχνει τις αφίσες πολιτικών και εργατικών οργανώσεων από τους τοίχους καθότι ρυπαίνουν το ορατό πεδίο. Το όνειρο του είναι να βρεθεί κάποιο δομικό υλικό στο οποίο να μην πιάνει η κόλλα, το συρραπτικό ή η κολλητική ταινία. Αν και με τις διαφημιστικές (γιγαντό)αφίσες, όντας διαφημιστής ο ίδιος, δεν δείχνει να έχει κάποιο πρόβλημα, αυτές προφανώς κοσμούν με την καλαισθησία τους. Πραγματικά, δεν είναι το ίδιο να απεικονίζεις βρώμικους εργάτες με το να απεικονίζεις ημίγυμνα μοντέλα που δοκιμάζουν προϊόντα ολικής αποτρίχωσης.

15079034_10154685591514194_7249220570820399365_n

«Λοιπές παρενέργειες»

Τα Τζημεροειδή, αποτελούν υποκατηγορία της οικογένειας των φασιστοειδών, και για αυτό μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά με άλλα είδη της οικογένειας αυτής(βλέπε Κασιδιαροειδή). Οποιαδήποτε επαφή στο πρόσωπο με εργατικές εφημερίδες, αφίσες ή φυλλάδια, ενδέχεται να τους προκαλέσει (αλλεργική) κρίση που μπορεί να επιφέρει μέχρι και το θάνατο. Σε κάθε περίπτωση, αποφύγετε να τους ακουμπήσετε με κάθε τέτοιου είδους έντυπο, διότι αφηνιάζουν και συμπεριφέρονται σαν λυσσασμένες μαϊμούδες, ελπίζουμε να είστε αρκετά ζωόφιλοι ώστε να μην το δοκιμάσετε.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό που έχουν κοινό με τα υπόλοιπα φασιστοειδή, είναι ο «Μαρθαβουρτσισμός». Έχουν δηλαδή το συνήθειο, για λόγους προβολής, να ξεκινούν καβγάδες και επεισόδια, και ύστερα να κλαίγονται και να παραπονιούνται ότι ήταν τα θύματα και όχι οι θύτες. Βέβαια, «τα θέλουν όλα στο φακό» και έχουν έρωτα με τις κάμερες, αφού πέρα από όλα τα άλλα είναι και ψωνισμένοι.

Τα παραπάνω συμπτώματα, αν και ενδεικτικά, στην πραγματικότητα ίσα που ξεκινούν να περιγράφουν τα ορατά σημάδια της παράνοιας ενός Τζημεροειδούς. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, επαρκούν δια τον εντοπισμό ενός Τζημερόιντ και την αποφυγή της οποιασδήποτε επαφής και συναναστροφής με αυτό.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Αποτελεί συνδυασμό της λέξεως Τζήμερος και της λέξεως Hemorrhoids(αιμορροΐδες), καθότι ο Τζήμερος είναι το ίδιο άχρηστος, το ίδιο ενοχλητικός και το ίδιο αποκρουστικός με αυτήν την ασθένεια.

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: