Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Εκτοξευθήκαμε και σας περιμένουμε!

http://www.katiousa.gr/

Read Full Post »

1rei6b.jpg

Α ρε Καραμανλής που σας χρειάζεται!

Πάσχα ή Χριστούγεννα, κουραμπιές ή μελομακάρονο, θάλασσα ή βουνό, καλοκαίρι ή χειμώνας, μακαρόνια με κιμά ή με ντομάτα, Καραμανλής ή τανκ, Μακρόν ή Λεπέν, διλήμματα ή ψευτοδιλήμματα; Αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας αρκετά διλήμματα και μερικές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τα πραγματικά από τα ψεύτικα. Ο Κοττάκης, για παράδειγμα, στη χθεσινή εκπομπή στο real έθεσε στον Μπογιόπουλο το εξής [ψευτο]δίλημμα, «αν στην Ελλάδα είχαμε προεδρικές εκλογές όπως στη Γαλλία και οι δύο τελικοί υποψήφιοι ήταν η Χρυσή Αυγή και ένα οποιοδήποτε άλλο αστικό κόμμα, τι θα έπρεπε να κάνει το ΚΚΕ;». Η αλήθεια είναι ότι δεν συγκράτησα την απάντηση του Μπόγιο γιατί εκείνη την ώρα έπαιζα Battlefield και ζοριζόμουν, παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να δώσω και εγώ μια απάντηση όχι μόνο στο ειδικότερο, αλλά και στο γενικότερο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού.

Τέτοιου είδους «ασκήσεις λογικής» συχνά προβληματίζουν τους υποψήφιους ψηφοφόρους, και το καπιταλιστικό σύστημα δείχνει να τις γεννά με το τσουβάλι, ενώ τα αστικά κόμματα κοιτάνε να τις εκμεταλλευτούν στο έπακρο. Θυμόμαστε ή έστω έχουμε ακούσει όλοι το «Καραμανλής ή Τανκ», το «ψηφίστε ΠΑΣΟΚ για να μη βγει η δεξιά», «ψηφίστε ΣΥΡΙΖΑ για να μη μας κυβερνούν οι ΣΑΜΑΡΟΒΕΝΙΖΕΛΛΟΙ» κ.α. Ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των [ψευτο]διλημμάτων, είναι ότι δεν προσπαθούν να σε οδηγήσουν προς ένα δρόμο μέσω της διαβεβαίωσης ότι η μια επιλογή από τις δύο είναι η σωστή, αλλά ότι είναι η λιγότερο λάθος. Είναι η λογική του μικρότερου κακού, που, τολμώ να πω, στα χρόνια της κρίσης προΐσταται και βασιλεύει στο decision making κομμάτι του εγκεφάλου μεγάλου μέρους του πληθυσμού, για να μην πούμε λίγο πολύ όλων(και εμού του ιδίου).

Αν προεκτείνουμε αυτήν την λογική πέρα από τον εκλογικοπολιτικό στίβο, θα δούμε ότι αφορά μεγάλο και καθοριστικό μέρος της ζωής μας. Είναι η δουλειά που θα δεχθείς με τους χειρότερους όρους για να μη μείνεις στην ανεργία, είναι η ενδοοικογενειακή βία που θα ανεχθείς για να μη βρεθείς εκτός οικογενειακής εστίας και μιας κάποιας «ασφάλειας» που σου προσφέρει, είναι η πειθαρχία και η συγκαταβατικότητα που θα δείξεις για να μην θεωρηθείς αχάριστος, δεδομένων των συνθηκών, απέναντι σε αφεντικά, προϊστάμενους, φορείς, κλπ. Είναι γενικά η μοιρολατρία, ο θάνατος της ελπίδας, η παραίτηση, η αποδοχή των πραγμάτων ως έχουν. Όλα τα παραπάνω αποτελούν έναν ακόμη τρόπο με τη βοήθεια του οποίου το «σύστημα»(τι, ποιο σύστημα; Ένα είν’ το σύστημα, το καπιταλιστικό) μας επιβάλλει την παρουσία του και τη λογική του, και μέρος αυτής της λογικής είναι η αποδοχή του υποτιθέμενου «μικρότερου κακού» που οδηγεί μοιραία στην αποδοχή του «αν είναι να σε βιάσουν χαλάρωσε τουλάχιστον για να το απολαύσεις».

Τα δίπολα αυτού του τύπου, «καλός μπάτσος» «κακός μπάτσος», χρησιμοποιούνται, όχι τυχαία και ως μέθοδοι ανάκρισης στις αστυνομικές υπηρεσίες. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη ότι τόσο ο καλός μπάτσος όσο και ο κακός, εργάζονται προς τον ίδιο σκοπό και οι ρόλοι τους είναι απόλυτα συμπληρωματικοί, είναι ο συνδυασμός τους αυτός που κάνει την ανακριτική μέθοδο αποτελεσματική… κάτι τέτοιο ισχύει και στην πολιτική. Θα μου πει κάποιος, και δικαίως, «μα καλά ρε φίλε, εσύ δηλαδή άμα είχες να επιλέξεις μεταξύ χρυσής αυγής και Τσίπρα θα το έπαιζες ανήξερος;». Έχουμε και λέμε:

Α) Γιατί μου θέτεις αυτό το ερώτημα εξ αρχής, βρεθήκαμε ποτέ σε τέτοιο πραγματικό δίλημμα;

Β) Αν μου το θέτεις παράλληλα προς το Μακρόν ή Λεπέν, να πούμε ότι το κόμμα της Λεπέν δεν είναι το ίδιο με τη χρυσή αυγή. Αν και ακροδεξιό, κινείται στα όρια της «αστικής νομιμότητας» και δεν λειτουργεί ως εγκληματική συμμορία. Χωρίς να θέλω να πω ότι δεν είναι ικανό για τα χειρότερα, αυτό που λέω είναι ότι αν σε κάποιον αρέσουν οι παραλληλισμοί και τα διλήμματα, καλό θα ήταν να παραλληλίζει πράγματα που επιδέχονται παραλληλισμού και όχι ανόμοια.

Γ) Άμα το αστικό σύστημα χρειαστεί να φτάσει σε ακρότητες, θα βρει τον τρόπο να το κάνει ασχέτως με το εκλογικό αποτέλεσμα. Τα ίδια τα όρια των αστικών κομμάτων είναι πολύ χαλαρά –θυμάστε τις κόκκινες γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ;- και όταν τα παραδοσιακά αστικά κόμματα δεν είναι κατάλληλα για να κάνουν τη δουλειά δεν είναι και τόσο δύσκολο να παρακαμφθούν(βλέπε Μουσολίνι, βλέπε ελληνική Χούντα, βλέπε λατινοαμερικάνικες χούντες κλπ). Με λίγα λόγια όταν θα είναι να έρθει ο φασισμός δεν θα έχειι ανάγκη να μας ρωτήσει, και αν μας ρωτήσει θα είναι επειδή τον συμφέρει η απάντηση, το έχουμε δει επανειλημμένως το έργο.

Δ) Ιστορικά αποδεδειγμένο είναι ότι δεν χρειάζεται απαραιτήτως κάποιο ακροδεξιό κόμμα για να κάνει ακρότητες, το ίδιο αποτελεσματικά τα καταφέρνουν στους πολέμους, στην περιθωριοποίηση των μειονοτήτων, στην καταπίεση των μαζών και τα «παραδοσιακά» αστικά κόμματα, κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά. Δανία Ελβετία και Γερμανία δεν είχαν ακροδεξιά κυβέρνηση όταν αποφάσισαν να κάνουν κατασχέσεις στα τιμαλφή των προσφύγων από τη Συρία. Οι επεμβάσεις του ΝΑΤΟ δεν γίνονται από ακροδεξιές κυβερνήσεις, και τα εξαντλητικά μέτρα λιτότητας δεν παίρνονται αυτή τη στιγμή από τον Μεταξά ή τον Παπαδόπουλο αλλά από αστούς πολιτικούς.

Και δεν τα αναφέρω όλα αυτά για να δώσω τροφή στους «γεια σου ρε Παπαδόπουλε!» και τους «μια χούντα θα μας σώσει!». Τα καθεστώτα αυτά έρχονται στις πιο μαύρες ή για να φέρουν τις πιο μαύρες εποχές. Το γεγονός ότι οι λαοί «καλοβλέπουν» κάποια(ές) στιγμή(ές) στην ιστορία ενός έθνους κάποιον Χίτλερ ή κάποιον Μουσολίνι, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ιδιαιτέρως ανησυχητικό και σίγουρα αποτελεί γενικότερη οπισθοδρόμηση του λαϊκού παράγοντα και της κοινωνίας. Η οπισθοδρόμηση αυτή βέβαια δεν έρχεται από τον ουρανό -οι γερμανοί δεν ξύπνησαν στραβά ένα πρωι και είπαν να γίνουν ναζί- αλλά έχει σαν οδηγό της τα αδιέξοδα του κεφαλαίου και τις αναπόδραστες αντικειμενικές αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς του που το υποχρεώνουν να στραφεί στην απολυταρχία και να παρασύρει μαζί και το λαό. Αυτό όμως που στην πραγματικότητα θέλω να καταστήσω σαφές, είναι ότι τέτοιου τύπου δεινά δεν αποτρέπονται με το αν θα ψηφίσει ο λαός τον ένα εκπρόσωπο της αστικής τάξης ή τον άλλο. Ήταν αυτοί οι ίδιοι εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού συστήματος οι οποίοι έδωσαν το χρίσμα στον Χίτλερ, και όχι απλά αυτό, αλλά και τον βοήθησαν να φτάσει μέχρι εκεί.

Το μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου πρόβλημα με αυτά τα ψευτοδιλήμματα, είναι ότι παγιδεύουν τις συνειδήσεις του λαού σε λογικές αδιέξοδες, ότι και καλά ο κόσμος αλλάζει με εκλογές, ότι το μόνο μας όπλο περιορίζεται στην ψήφο μας, ότι αυτή είναι η δημοκρατία και πρέπει να λέμε και ευχαριστώ που μπορούμε να το κάνουμε και αυτό, γιατί η εναλλακτική θα ήταν Χίτλερ, Μουσολίνι και Μεταξάς. Και τσουπ, μπαίνει πάλι η λογική του μικρότερου κακού από το παράθυρο, «δέξου αυτήν κακή στραβή, ανάποδη (αστική) δημοκρατία, αλλιώς θα έχουμε χειρότερα»(«μείνε στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ αλλιώς θα έχουμε χειρότερα» και ου το καθ’ εξής). Δηλαδή τα ερωτήματα αυτά έχουν και τη διάσταση της απειλής να τα συνοδεύει. Και μένει ο λαός με δυόμισι επιλογές στα χέρια του, ή να ψηφίσει τον «καλό μπάτσο» ή να ψηφίσει τον «κακό μπάτσο» ή να ανέβει από μόνος του ο μπάτσος στην εξουσία. Στην πραγματικότητα βέβαια ο λαός μένει χωρίς επιλογή, γιατί άσχετα με το τι θα ψηφίσει, αν μείνει μοναχά εκεί, τα πραγματικά κέντρα αποφάσεων θα σχεδιάσουν την πορεία τους είτε με Μακρόν, είτε με Λεπέν, είτε με Ομπάμα είτε με Τραμπ.

Δημοκρατία δι αντιπροσώπων δηλαδή(του κεφαλαίου)μ διαφορετικά άμεση δικτατορία(του κεφαλαίου). «Και εκτός κεφαλαίου κύριε, ποιός είναι;». Όλο και κάποιος είναι, όμως για να αντιληφθούμε τι προτείνει αυτός ο κάποιος πρέπει να ξεφύγουμε από το λάκκο της κοινοβουλευτικής αυταπάτης. Αφού ακόμη και αν το ΚΚΕ βγει πρώτο κόμμα -λέμε τώρα- αν αυτό δεν οδηγήσει τον λαό ή αν ο λαός δεν το ακολουθήσει στη σύγκρουση με τα μονοπώλια για την ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου, όλο αυτό θα είναι δώρο άδωρο. Και εδώ που τα λέμε, για να πραγματοποιηθεί, το δεύτερο δεν είναι προυπόθεση να συμβεί το πρώτο.

Κλείνοντας, να πω ότι άλλο ένα χαρακτηριστικό που έχουν αυτού του τύπου τα ερωτήματα, είναι ότι τίθενται με τρόπο που απαιτεί να απαντήσει κάποιος μονολεκτικά, και μάλιστα έτσι εκβιάζουν και το είδος της απάντησης. Δλδ, αν πρέπει να δώσεις μονολεκτική απάντηση στο ερώτημα «Καραμανλής ή Τανκ»(ή και στο ερώτημα του Κοττάκη), θα πρέπει, μοιραία, να πεις Καραμανλής, αφού η εναλλακτική είναι να είσαι με τη Χούντα.

Πρέπει αν μπεις στην φιλοσοφία του ερωτήματος, να παγιδευτείς και να απαντήσεις κάτι που να είναι ενάντια στα συμφέροντα σου, ως κομμάτι του λαού, λες και δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Ή λες και ο φασισμός, αντιμετωπίζεται εξ ολοκλήρου με αστικού τύπου ψηφοφορίες και όχι με συνειδητή αντιφασιστική δράση ουσίας και σύγκρουση με την «φιλοσοφία» και την πρακτική του σε όλα τα επίπεδα, στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία και όπου αλλού εμφανιστεί. Δεν πρέπει να λησμονούμε δε, ότι σε πολλά ζητήματα και πολιτικές, η αστικοκοινοβουλευτικού τύπου διακυβέρνηση δεν διαφέρει και τόσο από τη φασιστική, και ότι τα πραγματικά όρια μεταξύ των αστικών κομμάτων και των φασιστικών, δεν είναι και τόσο στεγανά, αφού όπως έχει αποδείξει η ιστορία, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις τα πρώτα  όχι μόνο δεν εμποδίζουν, αλλά σιγοντάρουν ή και στηρίζουν ανοιχτά τα δεύτερα. Και τούτο επειδή στην μεγάλη εικόνα, υπάρχουν από πίσω τους κοινά καπιταλιστικά συμφέροντα, έστω και σε διαφορετικά μείγματα που έχουν μια ποικιλία τρόπων διαχείρισης στη διάθεση τους ανάλογα με τις περιστάσεις.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

lenin-155794_640-1

Το πρώτο μέρος εκεί

Συνεχίζω με το δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου μου για τα πλαστά Τσιτάτα τα οποία αποδίδονται ψευδώς στον Λένιν. Όπως έγραψα και στο προηγούμενο μέρος, ως πηγή χρησιμοποιώ το βιβλίο They Never Said it: A Book of Fake Quotes, Misquotes, and Misleading Attribution, των Paul F. Boller, Jr και John George. Και συγκεκριμένα το κεφάλαιο τους για τον Λένιν στις σελίδες 63-76. Συνεχίζω την παράθεση από το σημείο που είχα σταματήσει.

Παράθεμα 13: Ο αμετάβλητος σκοπός μας είναι, άλλωστε, η κατάκτηση του κόσμου. Η σοβιετική κυριαρχία δεν αναγνωρίζει ούτε την ελευθερία ούτε τη δικαιοσύνη. Ανυψώνεται μέσα από την εξόντωση της ατομικής βούλησης, πάνω σε μια χωρίς όρους υποταγή στις σχέσεις εργασίας όπως και σε άλλες ανθρώπινες σχέσεις. Είμαστε, άλλωστε, οι κυρίαρχοι. Η καταστολή είναι δικαίωμα μας. Είναι καθήκον μας να χρησιμοποιήσουμε απόλυτη αυστηρότητα και για την επιτυχία ενός τέτοιου σκοπού η ακραία σκληρότητα μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη. Με τη χρήση της τρομοκρατίας και των παρελκόμενων της, προδοσία, ψευδορκία, και την άρνηση της αλήθειας, θα φέρουμε την ανθρωπότητα στο επίπεδο να μας υπακούει με απόλυτη αποδοχή.

Το παραπάνω «απόφθεγμα» αναφέρθηκε από τον κυβερνήτη Νέλσον Ροκφέλερ στο New York Republican Club στις 12/7/1960 ως ρήση του Λένιν. Στην πραγματικότητα ο βοηθός του Ροκφέλερ το πληροφορήθηκε από τον οικονομολόγο Αδόλφο Α. Μπέρλε, Jr που με τη σειρά του το είχε βρει στα γραπτά ενός Ελβετού ακαδημαϊκού ονόματι Κλόντ Μέγιερ που και αυτός έτυχε να το διαβάσει σε μια Ελβετική εφημερίδα(η οποία τώρα έχει κλείσει). Προκειμένου να αποδείξει την πλαστότητα του αποφθέγματος αυτού, ο Αβραάμ Μπρούμπεργκ, που ειδικευόταν στα του κομμουνισμού, είπε ότι ως στόχος των κομμουνιστών δεν διακηρύσσονταν η κατάκτηση του κόσμου αλλά η ελευθερία και η δικαιοσύνη. Ο ίδιος αναφέρει, ότι εκφράσεις όπως «We shall reduce humanity to a state of docile submission»[1]δεν είχε τολμήσει να ξεστομίσει δημόσια ούτε ο Αδόλφος Χίτλερ.

Παράθεμα 14: Είναι αδύνατον στον κόσμο να συνυπάρχουν η δημοκρατία και ο κομμουνισμός. Ένα από τα δυο είναι αναπόφευκτο να εξαφανιστεί. 

Αυτό το ρητό χρησιμοποιήθηκε σε μια διαφήμιση της Gray Manufacturing Company of Hartford, στην National Review το 1955, συνοδευόμενη από τη φράση «ειρηνική συνύπαρξη…BUNK![2]».

Παράθεμα 15: Πρώτα θα πάρουμε την ανατολική Ευρώπη, μετά τις μάζες της Ασίας, μετά θα περικυκλώσουμε τις ΗΠΑ που θα είναι το τελευταίο οχυρό του καπιταλισμού. Δεν θα χρειαστεί να επιτεθούμε. Θα πέσουν στα χέρια μας από μόνες τους σαν ώριμο φρούτο.

Την άνοιξη του 1985 αυτή η φράση ειπώθηκε σαν ρήση του Λένιν από τον Αμερικάνο πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν, είχε όμως αναδυθεί στην επιφάνεια και παλαιότερα.  Αρκετά χρόνια πριν από την «παράθεση» του Ρέιγκαν οι Χάρι και Μπονάρο Όβερστριτ, στην προσπάθεια τους να ανακαλύψουν την πηγή αυτής της ρήσης έψαξαν στα γραπτά του Λένιν αλλά δεν βρήκαν τίποτα σχετικό. Συμβουλεύτηκαν άλλους πιο έμπειρους στο έργο του Λένιν, ενώ  ενημερώθηκαν ότι και καθηγητές του Στάνφορντ είχαν προσπαθήσει να ανακαλύψουν την πηγή αυτής της ρήσης αλλά χωρίς να έχουν επιτυχία. Ο έφορος του Slavic Room της βιβλιοθήκης του κογκρέσου προσπάθησε και αυτός να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα της αλλά δεν τα κατάφερε. Συχνά, ως χρονιά «γέννησης» αυτής της φράσης δίνεται το 1924, όμως αυτό δεν φαίνεται και πολύ πιθανό γιατί ο Λένιν πέθανε τον Ιανουάριο εκείνου το χρόνου όντας κατάκοιτος.

Πριν από τον Ρέιγκαν αυτή η φράση για πρώτη φορά είχε αποδοθεί στον Λένιν σε μια κατάθεση ενός Ρώσου φυγά στην υποεπιτροπή εσωτερικών υποθέσεων των ΗΠΑ στις 14/7/1954, το όνομα του ήταν Νικόλας Κοντσάροφ(NicholasKoncharoff), και από εκεί άρχισε να διαδίδεται. Αργότερα, το 1958, εμφανίστηκε και στο Blue Book of John Birch Society. Ο Λούις Φ. Μπαντεζ, ένας Αμερικάνος πρώην κομμουνιστής, είπε ότι αυτή η φράση(που μερικές φορές αποδίδονταν και στον Στάλιν) είναι αμφίβολης προελεύσεως, και ότι συνηθίζεται να την χρησιμοποιούν διάφοροι αντικομμουνιστές.

Όταν το 1988, πριν την συνάντηση του με τον Γκορμπατσόφ, ο Ρέιγκαν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους σχετικά με την αυθεντικότητα αυτής της φράσης, απάντησε ότι δεν θυμόνταν ακριβώς την πηγή της και προσπάθησε να δικαιολογηθεί με το να επικαλεστεί και να διαστρεβλώσει τα λεγόμενα και άλλων κομμουνιστών, όπως του Καρλ Μαρξ[3].

Παράθεμα 16: Οι υποσχέσεις είναι σαν τις πίτες, η κρούστα τους έχει φτιαχτεί για να σπάει.

Ο Λένιν χρησιμοποίησε αυτά τα λόγια, αλλά ως αγγλική παροιμία(η οποία στην πραγματικότητα έχει γραφτεί τον 18 αιώνα από τον σατυρικό ποιητή Τζόναθαν Σουίφτ). Ο Λένιν επικαλέστηκε αυτήν την παροιμία για να κατηγορήσει κάποιους πολιτικούς του αντιπάλους. Παρόλα αυτά αποδόθηκε ως ρήση του Λένιν, σχετική με το πνεύμα της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, με την οποία δεν έχει καμία σχέση.

Παράθεμα 17: Ο δρόμος για το Παρίσι περνά από το Πεκίνο.

Η υποτιθέμενη αυτή ρήση του Λένιν έγινε γνωστή γύρω στη δεκαετία του 1950 από τον Γουίλιαμ Νόουλαντ, συντηρητικό γερουσιαστή της Καλιφόρνια. Δεν υπάρχει πουθενά καταγεγραμμένη μια τέτοια ρήση, παρόλα αυτά ό Λένιν έχει πει:

«Σε τελική ανάλυση, το αποτέλεσμα της πάλης θα εξαρτηθεί από το γεγονός ότι η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα, κλπ αποτελούνται από τη συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Και είναι ακριβώς αυτή η πλειοψηφία που τα τελευταία χρόνια την έχει ελκύσει η μάχη για χειραφέτηση με πρωτοφανή ένταση, οπότε με αυτήν την έννοια δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα αυτής της πάλης.»

Παράθεμα 18: [Το εθνικό σύστημα υγείας και ασφάλισης][4] αποτελεί τον θεμέλιο λίθο στην αψίδα του σοσιαλιστικού κράτους.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν πρότεινε νομοθεσία σχετική με την υγεία και την ασφάλεια, η National Physicians Committee σθεναρά αντιστάθηκε και «πρόσβαλε» την νομοθεσία αντιπαραβάλλοντας το υποτιθέμενο ρητό του Λένιν(για να παρομοιάσει τις πράξεις του Τρούμαν με αυτές των εχθρών κομμουνιστών). Παρόλα αυτά τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ο Δημοκρατικός καγκελάριος Άντριου Τζ. Μπιμίλερ του Ουισκόνσιν δήλωσε ότι αυτή η παράθεση ήταν πλαστή αφού δεν υπήρχε πουθενά στα γραφτά του Λένιν. Επίσης, είπε -στην προσπάθεια του να δείξει τον παραλογισμό- ότι αν δηλαδή ο Λένιν ήταν υπέρ του συστήματος υγείας, θα έπρεπε κατ’ ανάγκη εμείς(οι αμερικάνοι) να ήμασταν με το «σύστημα ασθενείας»;

Η ρήση είχε πρωτοεμφανιστεί στο βιβλίο του Λόρενς Σάλιβαν, «The Case Against Social Medicine»(1948). Χρησιμοποιήθηκε και σε ένα φυλλάδιο της American Medical Association, με τίτλο The voluntary way is the American way, το οποίο κυκλοφόρησε σε πάρα πολλά αντίτυπα, και αναφέρθηκε πάρα πολλές φορές από τον κυβερνήτη Τόμας Ε. Ντούι της Ν. Υόρκης. Και το 1950 ο δημοκρατικός καγκελάριος Τζόρτζ Α. Σμάθερς, στην καμπάνια του για την εκτόπιση του δημοκρατικού γερουσιαστή  της Φλόριντα Κλόντ Πέπερ, χρησιμοποίησε πάλι αυτήν την υποτιθέμενη ρήση του Λένιν για να κατηγορήσει τον Πέπερ ότι δήθεν είχε σοσιαλιστικές επιρροές.

Ο ειδικός στα σοσιαλιστικά ζητήματα Αβραάμ Μπρούμπεργκ, ο οποίος ασχολείται χρόνια να ανακαλύπτει ψευδείς ατάκες που αποδίδονται στον Λένιν, συμπεριέλαβε αυτήν την ρήση στην λίστα του με τις «απάτες».

Παράθεμα 19: Θα αναγκάσουμε τις ΗΠΑ να ξοδεύουν μέχρι να οδηγηθούν στην καταστροφή.

Στις 22 Φλεβάρη του 1960 η Timken Roller Bearing Company του Οχάιο έβαλε μια διαφήμιση στην Colombus Dispatch, επικαλούμενη αυτήν την ανύπαρκτη δήλωση του Λένιν, χρησιμοποιώντας τεράστια γραμματοσειρά και βάζοντας μάλιστα και φωτογραφία του Λένιν στην διαφημιστική στήλη της εφημερίδας. Ο καθηγητής του Ohio State University, στις πολιτικές επιστήμες ονόματι Ντέιβιντ Σπιτζ, διερωτούμενος για την αυθεντικότητα της ρήσης έστειλε ερώτηση στην εταιρία Timken σχετικά με την προέλευση της. Αυτή του απάντησε ότι βρίσκεται στον τόμο 21 των απάντων του Λένιν. Ο ίδιος δεν κατάφερε να εντοπίσει στα άπαντα την δήλωση αυτή, ούτε στην Ρώσικη ούτε στην Αγγλική τους έκδοση, και ξαναέστειλε γράμμα στην εταιρία ζητώντας περισσότερες διευκρινήσεις(σελίδα, χρονολογία κλπ.). Αυτήν την φορά ο διευθυντής του τμήματος ανθρωπίνων σχέσεων του απάντησε λέγοντας του ότι ο Λένιν μπορεί να μην έχει πει την ακριβή αυτή φράση, αλλά ότι αποτελεί την ερμηνεία του 21ου και 22ου τόμου των απάντων[5](προφανώς σύμφωνα με τη δική τους ερμηνεία).

 

Παράθεμα 20: Πρέπει να εξασφαλίσουμε την ευαρέσκεια των δασκάλων και των καθηγητών, των φιλελεύθερων λειτουργών της θρησκείας και των ειρηνιστών και μεταρρυθμιστών του κόσμου προκειμένου να υψώσουμε ένα πνευματικό εμπόδιο στα μυαλά των νεολαιών των καπιταλιστικών κρατών, που θα τους εμποδίσει για πάντα να έρθουν σε μάχη σώμα με σώμα με την κομμουνιστική τάξη πραγμάτων.

Αυτό ήταν κάτι που αποδόθηκε στον Λένιν από την Senate of Investigating Committee of Education της Καλιφόρνια το 1956. Ο Λένιν όμως ούτε έγραφε σε τέτοιος στυλ ούτε σκέφτονταν με αυτόν τον τρόπο.  Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένας ερευνητής δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα αυτής της φράσης. Η ίδια η επιτροπή, με δήλωση της το 1970, παραδέχθηκε ότι αυτή η ρήση πιθανόν να αποτελούσε μια κατασκευή της περιόδου του Μακαρθισμού.

Παράθεμα 21: Τι πειράζει και αν τα ¾ του κόσμου χαθούν, το ¼ που θα μείνει θα είναι κομμουνιστές.

Ο Ρώσος φυγάς στις ΗΠΑ Νικόλας Τ. Κοντσάροφ, και όχι ο Λένιν, το έχει πει αυτό σε ειδική επιτροπή των ΗΠΑ στις 15/Ιουλίου/1954. Υποτίθεται ότι παρέθετε τον Λένιν. Πάντως δεν υπάρχει πουθενά καμία καταγραφή σχετική που να επιβεβαιώνει αυτόν του τον ισχυρισμό. Η ρήση αυτή συνεχίζει να είναι δημοφιλής και να αναπαράγεται σε διάφορους αντικομμουνιστικούς κύκλους.

Παράθεμα 22: Δώστε μου μια οργάνωση με επαγγελματίες επαναστάτες και εγώ θα φέρω τον κόσμο τα πάνω κάτω.

Το μόνο που έχει να κάνει κανείς για να διαπιστώσει ότι αυτή η ρήση αποτελεί παράφραση είναι να τσεκάρει το έργο του Λένιν με τίτλο «Τι να κάνουμε»(1902). Ο Λένιν ασκώντας κριτική στους συνεργάτες του είπε ότι «συμπεριφέρονται σαν ερασιτέχνες σε μια στιγμή της ιστορίας που θα έπρεπε να μπορούσαμε να πούμε: Δώσε μας μια οργάνωση από επαναστάτες, και θα φέρουμε τα πάνω κάτω στη Ρωσία.»

Παράθεμα 23: Θα κερδίσουμε τον Δυτικό κόσμο για τον κομμουνισμό χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα από Ρώσο στρατιώτη. Πως; Θα δημιουργήσουμε φόβο και υποψίες. Θα λειτουργήσουμε στο εσωτερικό του δημιουργώντας εθνικά μίση και θρησκευτικούς ανταγωνισμούς. Θα στρέψουμε τον πατέρα ενάντια στο γιο, τη σύζυγο ενάντια στον σύζυγο. Θα ξεκινήσουμε καμπάνιες μίσους ενάντια στους εβραίους και ενάντια στους καθολικούς και ενάντια στους νέγρους. Θα τους τρομάξουμε. Θα δημιουργήσουμε πολιτικές στρεψοδικίες. Θα μπερδέψουμε τη διεθνή διπλωματία. Θα τα κάνουμε όλα αυτά…

 Τα παραπάνω μάλλον περιγράφουν τον τρόπο που λειτουργεί ο καπιταλισμός παρά ο σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός μόνο ένα μόνο μίσος ενδιαφέρεται να πυροδοτήσει και αυτό είναι το ταξικό, και συγκεκριμένα το μίσος της εργατικής τάξης ενάντια στην εκμεταλλεύτρια τάξη την αστική. Ο Λένιν φυσικά ποτέ δεν εκφράζονταν κατά αυτόν τον τρόπο, με ρατσισμό ή με ύπουλες μεθόδους που θα έστρεφαν λαϊκούς ανθρώπους τον έναν ενάντια στον άλλο, δεν ήταν στο μυαλό του αυτός ο δρόμος για την επανάσταση. Τα λόγια αυτά τα έβαλε στο στόμα του Λένιν ο ακροδεξιός σταυροφόρος Νταν Σμότ από το Ντάλας,  όταν δούλευε ως μεσολαβητής[6] για το φόρουμ του δισεκατομμυριούχου Χ. Λ Χαντ τη δεκαετία του 50.  Χωρίς βέβαια να δίνει καμία πηγή.

Και εδώ ολοκληρώνεται το άρθρο. Φυσικά τα «τσιτάτα» που παραθέτονται εδώ δεν είναι τα μόνα που ψευδώς αποδίδονται στον Λένιν, είναι μονάχα εκείνα τα οποία κατάφερα να αλιεύσω στο βιβλίο των boller και George. Να αναφέρω για τα πρακτικά, ότι οι δυο αυτοί αμερικάνοι συγγραφείς δεν είναι κατά κανέναν τρόπο κομμουνιστές και στο βιβλίο τους ο Λένιν αναφέρεται ως δικτάτορας. Αυτό σημαίνει ότι με κανένα τρόπο δεν θα του χαρίζονταν αν τα αμφιβόλου προελεύσεως τσιτάτα, που σκοπό έχουν να υπονομεύσουν τον ίδιο τον Λένιν και την ιδεολογία του, ήταν πραγματικά δικά του.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Εγώ το μετέφρασα ως «θα φέρουμε την ανθρωπότητα στο επίπεδο να μας υπακούει με απόλυτη αποδοχή».

[2]Το BUNKυπάρχει στο πρωτότυπο, δεν κατανοώ τι ακριβώς έννοια έχει, για αυτό και το μετέφερα όπως ήταν.

[3]Στη σελίδα 71-72 του βιβλίου υπάρχει η πλήρης απάντηση του Ρέιγκαν.

[4]Στο πρωτότυπο το έχει σε αγκύλη οπότε το μεταφέρω και εγώ έτσι.

[5]Την φράση «collectiveworks»χρησιμοποιεί το πρωτότυπο κείμενο την οποία εγώ μεταφράζω σε «άπαντα».

[6] Moderator είναι η λέξη που χρησιμοποιεί το πρωτότυπο .

Read Full Post »

us-war-crimes

Τελικά ίσως ο Τραμπ και να μην πάρει το βραβείο νόμπελ ειρήνης -αν και ποτέ μη λες ποτέ- το έχει βάλει όμως σκοπό να σπάσει ρεκόρ…

Το άρθρο που ακολουθεί είναι από in.gr

C470DBAC8E43E99D0E001F09B8830B6E

Η μητέρα που δημιουργεί ορφανά…

Το μεγαλύτερο συμβατικό όπλο

Οι ΗΠΑ έριξαν τη «μητέρα όλων των βομβών» στο Αφγανιστάν

Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τη μεγαλύτερη συμβατική βόμβα που διαθέτει στο οπλοστάσιό του, εναντίον στόχου του Ισλαμικού Κράτους στο Αφγανιστάν.

Η βόμβα με την κωδική ονομασία GBU-43 ζυγίζει 11 τόνους, έχει μήκος σχεδόν 10 μέτρα, και είναι το ισχυρότερο μη πυρηνικό όπλο στην ιστορία.

Η «μητέρα όλων των βομβών», όπως είναι γνωστή, ρίφθηκε από αεροσκάφος MC-130 εναντίον συμπλέγματος σπηλαίων και σηράγγων του ISIS στην επαρχία Νανγκαρχάρ του Αφγανιστάν.

Τα αποτελέσματα της επιχείρησης εξετάζονται.

Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιείται αυτού του είδους η συμβατική βόμβα σε μάχη. Τη χρήση της ενέκρινε ο στρατηγός Τζον Νίκολσον, διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν.

Το περασμένο Σαββατοκύριακο σε επιχειρήσεις στην επαρχία Νανγκαρχάρ σκοτώθηκε ένας Αμερικανός στρατιώτης.

Το προσωνύμιο «μητέρα όλων των βομβών» προέρχεται από παράφραση της επίσημης ονομασίας του όπλου: Massive Ordnance Air Blast → ΜΟΑΒ → Mother of All Bombs.


Αναφέρεται στο άρθρο ότι σκοτώθηκε ενας αμερικάνος στρατιώτης τις προάλες. Για να καταλάβω, οι συμμάχοι μας τη βόμβα την έριξαν ως αντίποινα για το θάνατο του στρατιώτη; Που να πέθαιναν και δυο δηλαδή, Χιροσίμα – Ναγκασάκι θα είχαμε! Πρέπει, βλέπετε, οι αμερικάνοι να εντυπωσιάσουν και να τρομοκρατήσουν τους επίδοξους ανταγωνιστές τους στον ιμπεριαλιστικό στίβο(Κίνα, Ρωσία) και να τους θυμήσουν ποιός είναι το αφεντικό, εξού και η εντατικοποίηση των τραμπουκισμών.

Μπορεί πριν από μερικά χρόνια να αντιμετωπίζονταν σαν συνομωσιολόγος όποιος έλεγε πως η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι, πλέον είναι αφελής αυτός που θα πει ότι ζούμε σε περίοδο ειρήνης.

Αυτό όμως που με φοβίζει περισσότερο από όλα, είναι ότι στο ενδεχόμενο ενός τρίτου  παγκοσμίου πολέμου, οι ακρότητες που θα γίνουν θα κάνουν εκείνες των ναζί να μοιάζουν με ανοιξιάτικη εκδρομή στην εξοχή… θα είναι ακρότητες σε αναβολικά.

Για το σχολιασμό

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

images

Στο σημερινό κείμενο –με αφορμή και τα διάφορα που ειπώθηκαν την «μέρα της γυναίκας»- πρόκειται να παραθέσω μερικές μου σκέψεις σχετικά με τις έμφυλες σχέσεις, την «πατριαρχία», τον φεμινισμό κ.α. Ο λόγος που έβαλα την έννοια πατριαρχία σε εισαγωγικά, είναι επειδή θεωρώ ότι έχει αποκτήσει περιεχόμενο τέτοιο, που θέτει την όλη συζήτηση για τις σχέσεις των δύο φύλων σε λάθος βάση, με τα εισαγωγικά λοιπόν θέλω να δηλώσω ότι «σνομπάρω» κάπως τον συγκεκριμένο όρο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτό.

«Πατριαρχία» και ταξική ανάλυση

Πολλές «ριζοσπαστικές» φεμινίστριες συγγραφείς και ακτιβίστριες(Kate Millett, Shulamith Firestone, Susan Brownmiller, κ.α.), οι οποίες υιοθετούν τον όρο «πατριαρχία», καταλήγουν να βλέπουν την συγκροτημένη κοινωνία σε όλη της την ιστορία σαν έναν αγώνα άνδρες εναντίον γυναίκες και κατ’ επέκταση πατριαρχία εναντίον μητριαρχίας. Καταλήγουν λοιπόν σε συμπεράσματα του τύπου «αν είχαμε μητριαρχία θα ήταν καλύτερα». Δηλαδή, και το λέω χοντρικά, η ιδέα τους για το αντίδοτο στην «ανδρική κυριαρχία» είναι η «γυναικεία κυριαρχία». Το πρόβλημα τους δεν είναι η κυριαρχία αυτή καθ’ αυτή αλλά το πρόσημο της. Αυτού του είδους οι φεμινίστριες φτάνουν στο σημείο να απαρνηθούν ακόμη και την μητρότητα, διότι θεωρούν οτι η μητρότητα, αποτελεί ριζική αιτία του προβλήματος της έμφυλης ανισόητας.

Τέτοιου είδους οπτικές όμως, έχουν και άλλου είδους «λακούβες». Είναι για παράδειγμα α-ιστορικές, δηλαδή δεν υπολογίζουν στο βαθμό που θα έπρεπε την ιστορικότητα που διατρέχει τις σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων. Βάζουν στην κορυφή τη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών, και παραγνωρίζουν, τις δομημένες κοινωνικό-οικονομικές σχέσεις στις διαφόρων τύπων κοινωνίες. Δηλαδή ναι, οι σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων είχαν ανισορροπίες σε όλους τους τύπους των κοινωνιών, από την μητριαρχική πρωτόγονη εποχή, όσο και στους μετέπειτα τύπους που η κοινωνική θέση της γυναίκας ήταν κατώτερη από αυτή του άνδρα. Αν όμως κατηγοριοποιήσουμε τις κοινωνίες με βάση του ποιο από τα δυο φύλα ήταν σε κυρίαρχη κοινωνική θέση, δεν λέμε και πάρα πολλά για αυτές τις κοινωνίες. Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, ο όρος «πατριαρχία»/ «μητριαρχία» από μόνος του δεν έχει τόση ερμηνευτική αξία στην περιγραφή των τύπων των κοινωνιών. Αυτό που μας δίνει το περιεχόμενο της εκάστοτε κοινωνίας, είναι η ολοκληρωμένη κοινωνική και οικονομική ανάλυση. Και έχοντας με βάση αυτήν την ανάλυση διακρίνει διάφορους τύπους κοινωνιών, μπορούμε μετά να μιλήσουμε για τις σχέσεις των δυο φύλων μέσα σε αυτές. Και αυτό, διότι, η «πατριαρχία» του μεσαίωνα και της φεουδαρχίας είναι τελείως διαφορετική από την «πατριαρχία» της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αναμφισβήτητα στις σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων υπάρχει και μια α-ιστορική διάσταση, δηλαδή μια κατά κάποιο τρόπο ανθρωπολογική. Αυτή που θέλει τους ανθρώπους, για διάφορους λόγους(θεμελιώδεις ψυχολογικούς, ανατομικούς, ταύτισης με σχήματα και μοτίβα, αναπαραγωγικούς κ.α) να βλέπουν τους εαυτούς τους σαν μέλη ιδιαίτερων κατηγοριών και να καθορίζουν την δράση τους(ατομική και ομαδική) με βάση αυτό. Μια κοινωνία που η διάκριση μεταξύ άνδρα και γυναίκας δεν θα υπάρχει, είναι μια κοινωνία που εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να φανταστώ. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και πρέπει να το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη όταν διερευνούμε τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων.

Όμως όταν μιλάμε για την κοινωνία εν γένει, δεν μπορούμε να έχουμε ως κύριο αναλυτικό μας εργαλείο τις σχέσεις των ανδρών και των γυναικών. Οι κοινωνίες, αν και περιέχουν τις σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων, αν και σε αρκετά μεγάλο βαθμό καθορίζονται από αυτές, δεν παύουν να περιέχουν και άλλες, οργανωμένες κοινωνικές σχέσεις, όπως είναι για παράδειγμα οι σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικό-οικονομικών τάξεων. Οι σχέσεις και η φύση των κοινωνικών τάξεων είναι απόλυτα ιστορική, και επειδή είναι απόλυτα ιστορική, ακριβώς για αυτόν τον λόγο αποτελούν την βάση για να καταλάβουμε τις εκάστοτε κοινωνίες αλλά και την κοινωνική εξέλιξη. Οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, αποκτούν ιστορικότητα μέσα από τους διαφορετικούς τύπους κοινωνιών, άρα μέσα από την κοινωνικό οικονομική μεταβολή. Με βάση αυτήν την οπτική, όταν μιλάμε για κοινωνίες, οι κοινωνικές σχέσεις τύπου «τάξης» μας λένε περισσότερα πράγματα για αυτές από ότι οι έμφυλες σχέσεις. Και μάλιστα, δεν μπορούμε να εξετάσουμε τις ίδιες τις έμφυλες σχέσεις στην κάθε κοινωνία, αν δεν εξετάσουμε παράλληλα και τις ταξικές. Στην καπιταλιστική κοινωνιά ας πούμε, ακόμα και αν η θέση του άνδρα είναι σχετικά προνομιακή σε σχέση με τη θέση της γυναίκας, δεν άρχουν οι άνδρες, αλλά άνδρες(κυρίως) και γυναίκες(δευτερευόντος) μιας συγκεκριμένης τάξης, της αστικής.

Για τους παραπάνω λόγους, θεωρώ ότι οι φεμινιστικές αναλύσεις και ερμηνείες, που βλέπουν την κοινωνία, πρωτίστως μέσα από τις έμφυλες σχέσεις, έχουν πολύ πιο στενά αναλυτικά όρια από τις ταξικές αναλύσεις όταν μας ενδιαφέρει να μιλήσουμε για την κοινωνική εξέλιξη. Πόσο μάλλον όταν φεμινιστικές θεωρίες τέτοιου τύπου, φιλοδοξούν ή πιστεύουν ότι έχουν κατανοήσει την εξέλιξη της οργανωμένης ανθρώπινης κοινωνίας μέσα από τη σχέση των δυο φύλων.

Η έμφυλη ανισότητα στις μέρες μας

Όταν μιλάμε για τα έμφυλα δικαιώματα, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να διακρίνουμε δυο κύριες και συμπληρωματικές κατηγορίες δικαιωμάτων. Την μια κατηγορία θα την αποκαλέσω «δικαίωμα στη διάκριση» και την άλλη «δικαίωμα για μη διάκριση». Όταν λεω για δικαίωμα στη διάκριση εννοώ το να έχουν οι γυναίκες κάποια ξεχωριστά δικαιώματα σε σχέση με τους άνδρες, για παράδειγμα δικαιώματα που έχουν να κάνουν με την εγκυμοσύνη(άδεια εγκυμοσύνης, επίδομα εγκυμοσύνης κ.α). Το δικαίωμα στη μη διάκριση, αφορά στο να εξαλλειφθούν τυπικά και ουσιαστικά όλα εκείνα τα προνόμια με βάση το φύλο, τα οποία απολλαμβάνουν αποκλειστικά ή σε μεγαλύτερο βαθμό οι άνδρες και στα οποία θα ήταν καλό να είχαν πρόσβαση και τα δυο φύλα. Και αντίστροφα, επιβαρύνσεις που αφορούν περισσότερο την γυναίκα, να μετακυλιστούν και προς τους άνδρες(π.χ οικιακές δουλειές).

Θα λέγαμε ότι στις δυτικού τύπου καπιταλιστικές κοινωνίες η ανισότητα με βάση το φύλο έχει αμβλυνθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ακόμη σημαντική με αρνητικό τρόπο. Δηλαδή οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο στις δουλείες, φτάνουν δυσκολότερα σε διευθυντικές θέσεις, πέφτουν πιο συχνά θύματα ενδοοικογενειακής βίας από ότι οι άνδρες κ.α. Μάλιστα ακόμα και σήμερα που -σε αντίθεση με τις «παραδοσιακές» κοινωνίες- η γυναίκα εργάζεται εκτός σπιτιού, οι οικιακές δουλειές εξακολουθούν να την επιβαρύνουν περισσότερο από ότι τους άνδρες.  Παράλληλα, στην οικονομική κρίση που η κυριαρχία της αγοράς δείχνει τα δόντια της, οι γυναίκες βλέπουν μια σειρά από θεσμοθετημένα δικαιώματα τους να ξηλώνονται. Δικαιώματα που είχαν να κάνουν με τη μητρότητα, με την εγκυμοσύνη κλπ. Ενω άλλα, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα στην άμβλωση, αμφισβητούνται μέσα από συντηρητικές πολιτικές σε αρκετά μέρη του «δυτικότροπου» κόσμου(ΗΠΑ, Πολωνία, Ρωσία κ.α).

Παρότι, λοιπόν, στη Δύση η τυπική έμφυλη ισότητα δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ουσιαστική, υπάρχουν και μια σειρά από χώρες με θρησκευτικό φονταμενταλισμό, ή με κοινωνική εξαθλίωση, στις οποίες τα πράγματα θυμίζουν ακόμη μεσαίωνα(κλειτοριδεκτομές, μπούργκες, αναγκαστικά προξενιά κ.α). Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε, ότι για πολλές από αυτές τις χώρες έχει επέλθει ένα πισωγύρισμα υποκινούμενο(με οικονομικά κονδύλια, με στρατιωτική εκπαίδευση, με οπλικά συστήματα που παρέχονται σε συντηρητικούς πυρήνες) από τη δύση, πάρτε για παράδειγμα το Αφγανιστάν, τη Συρία ή τη Λιβύη.

y-f775c80344bc10ff99e84acb44812f4b

Πάντως, η συζήτηση για τα δικαιώματα των γυναικών δεν μπορεί παρά να έχει τελείως διαφορετικό περιεχόμενο στην Ελλάδα σε σχέση με το Ιράκ ή το Κονγκό. Και αυτό επειδή αν και σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος έχει υποταχθεί στο καπιταλιστικό μοντέλο, οι κοινωνίες μεταξύ τους εξακολουθούν να έχουν διαφορές, οι οποίες είναι και αυτές ιστορικά προσδιορίσιμες. Σε αυτό το σημείο θα αναφερθώ στον Max Weber, ο οποίος, προσπαθώντας να αναλύσει τον δυτικού τύπου καπιταλισμό και τη σχέση του με το χριστιανικό δόγμα, παρατηρεί ότι μονάχα ενδεχομενικά ο καπιταλισμός εμφανίστηκε έτσι όπως εμφανίστηκε στα προτεσταντικά κράτη. Και συνδυάζοντας το παραπάνω με τον Μαρξ, θα πω ότι αν και οι καπιταλιστικές σχέσεις όπου επικρατήσουν αλλάζουν αποφασιστικά το υπάρχον εποικοδόμημα, ωστόσο, το νέο εποικοδόμημα που προκύπτει δεν είναι ολοκληρωτικά ανεξάρτητο από το προηγούμενο. Για αυτό δυο καπιταλιστικές κοινωνίες –πέρα από τα κοινά σημεία που έχουν στην ρίζα της παραγωγής- μπορούν να είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Άραγε συγκλίνουν κάποτε –έστω και στο άπειρο- οι καπιταλιστικές κοινωνίες προς μια ομογενοποίηση; Αυτό είναι κάτι που πραγματικά δεν μπορώ να απαντήσω(και ελπίζω να μη χρειαστεί κιόλας να απαντηθεί με την έννοια ότι ο καπιταλισμός δεν αποτελεί το «τέλος της ιστορίας»).

Μερικές φορές όταν μιλάμε για ισότητα(μεταξύ φύλων, μεταξύ ανθρώπων κλπ), μπερδευόμαστε και θεωρούμε ως ισότητα την εξωμοίωση. Δυστυχώς αυτό το μπέρδεμα το έχει πάθει και το φεμινιστικό κίνημα, τουλάχιστον σε μια από τις αμερικάνικες εκδοχές του. Γύρω στις δεκαετίες του 60 έως τουλάχιστον το 80(ίσως και το 90), η ισότητα γίνονταν αντιληπτή σε κάποιο βαθμό ως εξωμοίωση, και μάλιστα σαν προσπάθεια να μοιάσει το «ασθενές» φύλο στο «κυρίαρχο» αρσενικό. Προέκυψε λοιπόν –μεταξύ άλλων- η γυναίκα καριέρας. Η γυναίκα δηλαδή που έβαλε κοστούμι(ανδρικό ενδυματολογικό πρότυπο) και μπήκε στον κόσμο των επιχειρήσεων για να ανταγωνιστεί(και να κερδίσει) τον άνδρα στο δικό του γήπεδο. Προσοχή, δεν κάνω κριτική στο ότι η γυναίκα έγινε στέλεχος επιχείρησης, αλλά επισημαίνω το γεγονός ότι κατά κάποιο τρόπο αυτό έγινε με όρους υιοθέτησης του στυλ του «κυρίαρχου» προτύπου. «Καν το όπως ο άντρας» δηλαδή, κάτι σαν τον φτωχό που έχει για πρότυπο του τον πλούσιο.

Μια ακόμη διάσταση που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας, είναι ότι και οι άνδρες γίνονται θύματα καταπίεσης με βάση το φύλο. Υπάρχουν στην κοινωνία ένα σωρό καταπιεστικά πρότυπα συμπεριφοράς, όροι και προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να απαντά κάποιος άνδρας για να θεωρηθεί σωστός απέναντι στον κοινωνικό του ρόλο ως αρσενικό. Επίσης, στον εργασιακό χώρο, και αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε να γίνεται πιο έντονα στις ΗΠΑ, έχει εντέχνως καλλιεργηθεί μια κουλτούρα ανταγωνισμού μεταξύ των «αρσενικών» για το ποιος θα είναι ο «αρχηγός της αγέλης». Υποθέτω ότι από πίσω κρύβονται αντιλήψεις και κουλτούρες μάνατζμεντ που θεωρούν ότι με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας αυξάνεται και η αποδοτικότητα. Επιπλέον, όπως υπάρχουν δουλειές που αποκλείουν ή περιορίζουν τη συμμετοχή των γυναικών, έτσι υπάρχουν και δουλειές που αποκλείουν ή περιορίζουν τη συμμετοχή των ανδρών. Τέλος, ότι περίπου ισχύει για την αντικειμενοποίηση της γυναίκας ισχύει και για τον άνδρα. Αντικειμενοποίηση στην εργασία και μάλιστα με διττή έννοια, δηλαδή τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας σαν ενα γρανάζι της παραγωγής. Αλλά και το γυναικείο και ανδρικό σώμα ειδωμένο περισσότερο σαν «μορφή» και λιγότερο σαν «περιεχόμενο»(μοντέλα πασαρέλας, εργαζόμενοι σε μπάρ/καφετέριες που η δουλειά τους απαιτεί να φαίνονται και να ντύνονται «σέξι», βιομηχανία του σεξ  κ.α).

Ανέφερα παραπάνω, ότι η συζήτηση για τα δικαιώματα των γυναικών δεν μπορεί παρά να έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με τον τύπο της κοινωνίας που αναφέρεται. Όμως και μέσα στην ίδια κοινωνία(ή πιο σωστά μέσα στο ίδιο κράτος), ακριβώς επειδή οι κοινωνίες δεν είναι απλά σύνολα από ανθρώπους σε σχέσεις μεταξύ τους, αλλά περιέχουν και οργανωμένα ταξικά, και όχι μόνο, συμφέροντα, η συζήτηση για τα δικαιώματα των γυναικών μπορεί να έχει διαφορετικά πρόσημα. Δηλαδή, η απλή εργάτρια είναι θύμα διαφορετικής και πιο έντονης έμφυλης καταπίεσης σε σχέση με μια πανεπιστημιακό η μια γυναίκα στέλεχος επιχειρήσεων. Αλλά, επειδή στον πραγματικό κόσμο, δεν μπορούμε να απομονώσουμε την έμφυλη καταπίεση από την ταξική, η καθαρίστρια ή η καμαριέρα δεν μπορεί να αρκεστεί στην διεκδίκηση αιτημάτων που σχετίζονται μόνο με το φύλο. Πρέπει να εντάξει αυτά τα αιτήματα –χωρίς να χάσουν βέβαια και τη σχετική αυτοτέλεια τους- σε ένα ευρύτερο διεκδικητικό πλαίσιο, κάτι το οποίο η γυναίκα της «ανώτερης» τάξης εξ αντικειμένου δεν έχει την ανάγκη να ασπαστεί(όχι ότι αποκλείεται να το ασπαστεί). Οι διαφορές στις αντιλήψεις για το φύλο εντός μιας δεδομένης κοινωνίας, πέρα από το ταξικό, μπορεί να έχουν και φυλετικό πρόσημο. Παρατηρείται για παράδειγμα μια συντηρητικοποίηση των μειονοτικών πληθυσμών όταν αυτοί περιθωριοποιούνται ή γκετοποιούνται.

Δράση/αντίδραση – καπιταλισμός και έμφυλες σχέσεις

Πίσω από κάθε δομημένη κοινωνική σχέση είπαμε ότι αναπτύσσονται διάφορων τύπων συμφέροντα, και από τα συμφέροντα αναπτύσσονται δεδομένες αντιλήψεις, οι έμφυλες σχέσεις δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν αυτού του «νόμου». Αυτό σημαίνει, ότι οποιαδήποτε προσπάθεια για διόρθωση ή άμβλυνση των ανισοτήτων θα συναντήσει ή έχει συναντήσει και την ανάλογη αντίδραση, ακόμα και για πράγματα που μοιάζουν αστεία, όπως για παράδειγμα το «δικαίωμα» των γυναικών να φορέσουν παντελόνι. Η κοινωνία αντιδρά σε αυτού του τύπου τις αλλαγές ακόμα και όταν δεν έχει συνείδηση του γιατί αντιδρα, ακριβώς επειδή τα ιδιαίτερα συμφέροντα έχουν «κατασκευάσει» αντιλήψεις, οι οποίες καμιά φορά είναι πιο ανθεκτικές από τα ίδια τα συμφέροντα αυτά καθ αυτά(σαν την βεντέτα που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και όταν έχουν ξεχαστεί οι λόγοι για τους οποίους ξεκίνηση).

Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε και ανδρώθηκε σε κοινωνίες οι οποίες είχαν έντονες διαφορές  στις σχέσεις και τα δικαιώματα μεταξύ ανδρών και γυναικών(εις βάρος των γυναικών). Στο πλαίσιο του Γαλλικού Διαφωτισμού αναδύθηκε ένα στοιχειώδες αίτημα άμβλυνσης αυτών των διακρίσεων. Παρόλα αυτά, σαν οικονομικό σύστημα ο καπιταλισμός, δεν βιάστηκε ιδιαίτερα να ξεριζώσει αυτές τις ανισότητες, παρά μόνο όταν έμπαιναν εμπόδιο στην οικονομική και πολιτική του ολοκλήρωση. Για παράδειγμα, το μεγάλο βήμα των γυναικών να μπούν στη βιομηχανία, έγινε κατά τον πρώτο και κυρίως κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επειδή δεν υπήρχαν αρκετά ανδρικά χέρια(ήταν στο μέτωπο) για να απαντήσουν στις αυξημένες παραγωγικές ανάγκες της διεξαγωγής του πολέμου. Και πάλι, αυτό έγινε με άνισους όρους, αφού η γυναίκα που μπήκε στην παραγωγή, δεν είχε ούτε τα ίδια μισθολόγικά ωφέλη, αλλά ούτε και τα ίδια εργασιακά δικαιώματα σε σχέση με τον άνδρα. Ο εργοστασιάρχης λοιπόν καρπώνονταν τις υπαρκτές ανισότητες προκειμένου να έχει μικρότερο κόστος και μεγαλύτερο κέρδος.

Παρόλα αυτά, και όσο και αν ακούγεται παράξενο αυτό, ο καπιταλισμός από τη φύση του δίνει σταδιακά την δυνατότητα στη γυναίκα να «διορθώσει» την κατάσταση της. Αυτό επειδή, μπαίνοντας η γυναίκα δυναμικά στην παραγωγή, της δίνεται η ευχέρεια να συνειδητοποιήσει τον ταξικό της ρόλο, την ενεργή συμβολή της στην δημιουργία του πλούτου(από κοινού φυσικά με τον άνδρα εργαζόμενο), και έτσι να αντιδράσει τόσο ενάντια στην έμφυλη όσο και στην ταξική καταπίεση. Παρατηρούμε και στη χώρα μας, ότι ο αγώνας για την γυναικεία χειραφέτιση εντείνονταν όσο η γυναίκα έμπαινε στην παραγωγή, και η δυναμική αυτή βρήκε έκφραση μέσα από το εργατικό κίνημα της εποχής(από τις αρχές του 20ου αιώνα ως και τα μέσα του). Κάτι που εν τέλει τροφοδότησε με φεμινιστικά αιτήματα, και το πνεύμα της αντίστασης, αλλά και του εμφυλίου από την πλευρά της αριστεράς. Μέσα από το εργατικό κίνημα οι γυναίκες κατέκτησαν δικαιώματα, αγωνίστηκαν, μορφώθηκαν, διακρίθηκαν. Οι γυναίκες του ΔΣΕ για παράδειγμα, ανάμεσα στις κλαγγές της μάχης, φρόντιζαν παράλληλα να μορφωθούν και να καλλιεργηθούν πνευματικά(θέατρο, διάβασμα, συζήτηση, ιδεολογική θωράκιση). Οι αντάρτισσες, οι εργάτριες, οι γυναίκες του εργατικού κινήματος, εξυψώθηκαν πνευματικά, σε ύψη στα οποία μέχρι τότε κατοικούσαν μόνο οι κυρίες της «καλής κοινωνίας».

dse09

Αντάρτισσες του ΕΛΑΣ στο βουνό

Ανέφερα σε προηγούμενο σημείο του άρθρου, ότι η αξίωση για χειραφέτιση μπορεί να έχει πολλά πρόσημα. Για παράδειγμα, στα τέλη του 19ου ως και τις αρχές του 20 αιώνα, δραστηριοποιήθηκαν οι «Σουφραζέτες» που ήταν γυναίκες, στην πλειοψηφία τους μορφωμένες και από τα μέσα και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, οι οποίες αγωνίζονταν [κυρίως] για πολιτική ισότητα(δικαίωμα στο εκλέγειν και στο εκλέγεσθαι κ.α). Το κίνημα αυτό, με βάση τη σύνθεσή του, δεν θα μπορούσε να προχωρήσει πολύ παραπέρα. Οι γυναίκες που συμμετείχαν σε αυτό δεν είχαν τα ακραία βιοποριστικά προβλήματα που είχαν οι γυναίκες της εργατικής τάξης, ούτε και ήταν στο ίδιο βαθμό θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η ταξική καταπίεση -αντίθετα με τις φτωχές γυναίκες των εργατών- δεν αφορούσε τις σουφραζέτες.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θεωρώ, ότι η πραγματική χειραφέτιση της γυναίκας περνάει από την χειραφέτιση του ανθρώπου εν γένει, και η χειραφέτιση του ανθρώπου από την ταξική χειραφέτιση. Δεν μπορεί -παρά τα όποια θετικά βήματα- να υπάρχει πραγματική, ουσιαστική και ολοκληρωμένη χειραφέτιση χωρίς την ταξική χειραφέτιση. Οι άνδρες και οι γυναίκες, μόνο μέσα από τους κοινούς τους αγώνες μπορούν τα πετύχουν τον «τελικό σκοπό». Η λογική του γενικευμένου πολέμου μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι αποπροσανατολιστή και οδηγεί σε λογικά, κοινωνικά και επιστημονικά αδιέξοδα. Η έμφαση στον αγώνα για ταξική χειραφέτιση δεν πρέπει με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ως παραίτηση των γυναικών από τον αγώνα για τα δικαιώματα τους, δεν παραπέμπω δηλαδή την λύση του «γυναικείου ζητήματος» στον ώριμο σοσιαλισμό. Αυτο που θέλω να πω είναι ότι ο αγώνας των γυναικών για την χειραφέτιση τους πρέπει όσο το δυνατόν περισσότερο να εναρμονιστεί -χωρίς να χάσει και την αυτοτέλεια του στην πορεία- με τους ευρύτερους αγώνες του εργατικού κινήματος.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

36cc4eb7af13d70c90de218c71ab8843_-a-food-ordering-platforms-delivery-food_359-376

…και όχι μόνο

Μαθαίνω σήμερα από φίλο ντελιβερά, ότι στο μαγαζί που εργάζεται χάλασαν και τα δυο μηχανάκια της διανομής, στα οποία, σημειωτέον, δεν είχε γίνει ποτέ σέρβις και ήταν σκοτώστρες. Αποτέλεσμα, το αφεντικό να ζητήσει από τους διανομείς να βάλουν τα δικά τους μηχανάκια ή αλλιώς να βρει άλλους. Ο φίλος μου που είχε μηχανάκι αναγκάστηκε να το χρησιμοποιήσει για τη δουλειά, ο άλλος διανομέας όμως, που δεν είχε, δέχθηκε την εξής πρόταση από το αφεντικό.

Του είπε λοιπόν να αγοράσει το ένα από τα δύο μηχανάκια του μαγαζιού, να το φτιάξει με δικά του(του διανομέα) έξοδα, και να δουλεύει με αυτό, διαφορετικά θα βρει κάποιον άλλο υπάλληλο με δίκυκλο. Και ρωτώντας από εδώ και από εκεί, έμαθα ότι αυτό στα Χανιά αποτελεί κανόνα και όχι εξαίρεση. Συγκεκριμένα και ενδεικτικά, ένα από τα μεγαλύτερα(αν όχι το μεγαλύτερο) σουβλατζίδικα στην πόλη έχει κάνει την ίδια πρόταση από καιρό στους υπαλλήλους του, αναγκάζοντας τους να αγοράσουν τα μηχανάκια ή να φύγουν. Αντίστοιχα και μια πιτσαρία η οποία έχει κλείσει εδώ και κάποια χρόνια.[1] 

Τα αφεντικά έχουν πλέον ανατρέψει τον έρμο τον MARX, φτάσαμε στην εποχή που οι εργάτες, πέρα από την εργασιακή τους δύναμη, παρέχουν στο αφεντικό και τα μέσα παραγωγής. Αυτό φυσικά το λέω αστειευόμενος, έτσι και αλλιώς πάντα με τον ιδρώτα τον εργατών αγοράζονταν τα Μ.Π.

«ντελιβεράδες ολων των χωρών ενωθείτε, δεν έχετε τίποτα να χάσετε παρά μόνο τις αλυσίδες από τα μηχανάκια σας»

Παρόμοιες υποθέσεις θα έχει βιώσει ή ακούσει ο καθένας μας δεκάδες. Τέτοια είναι η ελευθερία στον καπιταλισμό, η ελευθερία του από πάνω –έστω και του προτελευταίου μικροαστού- να πατάει τον από κάτω. Και ο από κάτω, έχοντας απομονωθεί στον εαυτό του, και έχοντας ένα σωρό βιοποριστικά προβλήματα, να μην έχει τη δύναμη να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις καταστάσεις(και αμα δεν τοy αρέσει ας πάει στους «κοινωνικούς εταίρους»). Πραγματικά, ίσως και να αδικούμε τον ιστορικό μεσαίωνα όταν λέμε ότι ζούμε σε «εργασιακό μεσαίωνα». Μοναδικό φάρμακο σε αυτό το φαρμάκι ήταν είναι και θα είναι η συλλογική οργανωμένη πάλη σε ταξική βάση.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

[1] Ο λόγος που δεν αναφέρω τα ονόματα των μαγαζιών είναι όχι για να μην εκθέσω τα μαγαζιά, αλλά για να μην εκθέσω τα άτομα που μου έδωσαν τις πληροφορίες.

Read Full Post »

img1-5_orig

Είχα παραθέσει τις προάλλες μερικές μου σκέψεις για τους αστικούς θεσμούς και την αστική πολιτική ιδεολογία, σε σχέση με το πώς αυτοί/η διαμορφώθηκαν ιστορικά, και τους σκοπούς που εξυπηρετούσαν. Παρά την κυριαρχία της στις μοντέρνες κοινωνίες, και παρά την στόχευση της στην οικουμενικότητα, η ιδεολογία αυτή και οι θεσμοί που πηγάζουν από αυτή -με όλη τους την μονομέρεια- δεν εφαρμόστηκαν εξαρχής σε όλο το εύρος της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, το δικαίωμα στο εκλέγειν και στο εκλέγεσθαι, αρχικά δεν αφορούσε τις γυναίκες, δεν αφορούσε τους σκλάβους, δεν αφορούσε τους καταδικασμένους λαούς στις αποικίες. Βέβαια στις διακηρύξεις του διαφωτισμού, υπήρχε ως σπέρμα η καθολικότητα του «κανόνα», αλλά για να γίνει αυτό το αίτημα καθολικότητας πραγματικότητα, έπρεπε να μεταβληθούν με τον καιρό και οι αντικειμενικές συνθήκες, κάτι που επιτεύχθηκε μετά από πολύχρονους αγώνες. Προσοχή, δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι η καθολικότητα ενός αστικού θεσμού εγγυάται πως οι αντικειμενικές ανισότητες παύουν να υπάρχουν (για την ακρίβεια έδειξα ότι ισχύει το αντίθετο στο προηγούμενο άρθρο, απλά το ξεκαθαρίζω και εδώ για όσους δεν το έχουν διαβάσει ή δεν θα το διαβάσουν), δηλαδή άλλο πράγμα η «τυπική ισότητα» και άλλο η πραγματική.

Ακόμη και στις μέρες μας, ορισμένοι από τους αστικούς θεσμούς, δεν έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, δηλαδή δεν έχουν εκπληρώσει το «καθολικό» αίτημα τους. Και δεν μιλάμε για την ισχύ τους σε κατάσταση «αστικής ανωμαλίας» (δηλ. χούντες, πολέμους κλπ) αλλά σε κατάσταση «αστικής ειρήνης». Το αστικό κράτος και ο «αστικός κόσμος» (δηλαδή τα λεγόμενα «Think Tanks», οι πανεπιστημιακοί, οι αποκαλούμενες «ομάδες πίεσης», η αστική διανόηση γενικότερα κ.α) αναγκάζονται κάποια στιγμή, και όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν ή το απαιτήσουν, να στρέψουν την προσοχή τους προς το ανεκπλήρωτο αυτών των αιτημάτων. Προσωπικά μπορώ να διακρίνω τρείς μορφές με τις οποίες τα αιτήματα αυτά έρχονται στην επιφάνεια:

  • Όταν ομάδες ανθρώπων μένουν εκτός των τυπικών αστικών δικαιωμάτων. Είδαμε ήδη το παράδειγμα των γυναικών, οι οποίες απέκτησαν αργότερα δικαίωμα ψήφου σε σχέση με τους άνδρες. Τέτοια ζητήματα μπορεί να προκύψουν και για μετανάστες, πρώτης ή δεύτερης γενιάς, που, στο πλαίσιο των διεκδικήσεων τους για καλύτερη μεταχείριση, εντάσσεται και η πίεση προς την πολιτεία και το κράτος για θεσμοθέτηση δικαιωμάτων.
  • Όταν προκύπτουν εξελίξεις οι οποίες δημιουργούν νέα δεδομένα, για τα οποία οι αστικές κυβερνήσεις καλούνται να δημιουργήσουν ένα θεσμικό πλαίσιο. Του θεσμικού πλαισίου συνήθως προηγείται το ιδεολογικό, γύρω από το οποίο συσπειρώνονται οι διάφορες «ομάδες πίεσης». Αυτό μπορεί να αφορά ιδιαίτερα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, όπως πχ το σύμφωνο συμβίωσης ή το δικαίωμα υιοθεσίας.
  • Τέλος, υπάρχει και η περίπτωση εκείνη, που ενώ οι θεσμοί θεωρητικά υπάρχουν, παρόλα αυτά οι αντικειμενικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στην κοινωνία αποκλείουν εξ αντικειμένου κάποιους ανθρώπους από αυτούς τους θεσμούς. Για παράδειγμα το αμερικάνικο κράτος έχει εφαρμόσει μια πολιτική ποσοστώσεων στον εργασιακό τομέα για να αμβλύνει το φαινόμενο της περιχαράκωσης. Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να απασχολούν από ένα συγκεκριμένο ποσοστό μαύρων και πάνω(λεπτομέρειες δεν γνωρίζω, ίσως να μην είναι ακριβώς απαγόρευση και να υπάρχουν κάποια bonus στις επιχειρήσεις που το τηρούν ή κάποια πρόστιμα και φορολογικές επιβαρύνεις στις επιχειρήσεις που δεν το τηρούν).

Θα κάνω σε αυτό το σημείο μια μικρή καταγραφή κάποιων περιπτώσεων που μπορώ να διακρίνω και οι οποίες εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες.

  • Δικαιώματα εθνοτικών, θρησκευτικών και άλλων μειονοτήτων
  • Δικαιώματα ομοφυλοφίλων
  • Νομιμοποίηση χρήσης ναρκωτικών
  • Δικαιώματα ΑΜΕΑ
  • Δικαιώματα που σχετίζονται με το φύλο
  • Ζήτημα διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους

Και εδώ κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί τι κάνει αυτού του είδους τα αιτήματα να διαφέρουν από άλλα αιτήματα και διεκδικήσεις που απασχολούν και απασχόλησαν την αστική κοινωνία στην σύντομη αλλά περιεκτική ιστορία της; Θα προσπαθήσω να απαντήσω διακρίνοντας μερικές ουσιαστικές διαφορές.

  • Τα αιτήματα αυτά συνδέονται άμεσα με τους θεσμούς και τις ιδέές, οι οποίοι γέννησαν την και γεννήθηκαν από την, αστική κοινωνία και το οικονομικό σύστημα που πηγαίνει χέρι-χέρι με αυτήν, δηλαδή το καπιταλιστικό.
  • Οι θεσμοί αυτοί και η ιδεολογία που σχετίζεται με αυτούς, έχοντας ξεπηδήσει από την συνείδηση της αστικής τάξης, δεν προσβάλουν καθόλου τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής συσσώρευσης, τουλάχιστον όχι άμεσα, είναι αιτήματα που γεννιούνται και έχουν ως σκοπό τους να εκπληρωθούν μέσα στο αστικό κράτος και στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας.
  • Αντίστοιχα, οι διάφορες «ομάδες πίεσης» -τουλάχιστον στην «μεταμοντέρνα εποχή»- μένουν στο συγκεκριμένο και αποφεύγουν τις γενικότερες διεκδικήσεις. Συχνά είναι ΜΚΟ ή ακόμη και αν δεν είναι, αντιγράφουν την μορφή, την οργάνωση και τη δράση τους. Επιπλέον, είναι πολλές οι φορές που οι ομάδες αυτές σχετίζονται επίσημα με κρατικούς φορείς ή χρηματοδοτούνται από αυτούς.
  • Κάθε ένα από αυτά τα αιτήματα, το αστικό κράτος τα βλέπει μέσα από το δικό του πρίσμα συμφερόντων. Ακόμα και οι αγώνες για την απελευθέρωση της γυναίκας, αλλιώς γίνονταν αντιληπτές από την αστική τάξη και αλλιώς από την εργατική. Για άλλο πράγμα αγωνίζονταν η «Σουφραζέτα» και για διαφορετικό η εργάτρια σε κλωστοϋφαντουργείο. Η πρώτη ζητούσε πολιτικά δικαιώματα, η δεύτερη αγωνίζονταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων που έφταναν μέχρι το να αμφισβητούν το ίδιο το αστικό κράτος και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Φυσικά η πορεία προς την εκπλήρωση των αιτημάτων των αστικών θεσμών δεν είναι ευθεία. Υπάρχουν ζιγκ ζαγκ, υπάρχουν διακλαδώσεις, υπάρχουν και μπρος πίσω. Η θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, μπορεί να φέρει πισωγύρισμα στα δικαιώματα των μειονοτήτων. Αντίστοιχα, η κουβέντα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων αναδεικνύει και σχετίζεται και με μια σειρά από άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα το ζήτημα του κοινωνικού φύλου, την αμφισβήτηση –μέσα από το αίτημα για προέκταση της- του θεσμού της οικογένειας όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στις σύγχρονες κοινωνίες, την «νομική κατοχύρωση» των σχέσεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου κ.α. Παράλληλα εμφανίζονται συνεχώς νέες κατηγορίες για ιδιαίτερες σεξουαλικές προτιμήσεις ατόμων, οι οποίες επιδρούν στην συγκρότηση του χαρακτήρα τους και στην αλληλεπίδραση τους με την υπόλοιπη κοινωνία(bisexual, trans, asexual κ.α.), κάτι που ανατροφοδοτεί συνεχώς ομάδες και κινήματα που σχετίζονται με τα δικαιώματα αυτών των κατηγοριών.

Στα αιτήματα αυτά διαπλέκονται συνήθως όλες οι εκφάνσεις της αστικής ιδεολογίας, από την φιλελεύθερη(και την νεοφιλελεύθερη) ως την αριστερή. Παραδείγματος χάριν, το αίτημα για την νομιμοποίηση της κάνναβης σχετίζεται τόσο με την ελευθεριακή ρητορεία της αναρχικής ιδεολογίας, όσο και με την φιλελεύθερη αντίληψη για την ελευθερία του ατόμου που αντιτίθεται στο «πατερναλιστικό κράτος» το οποίο θα ελέγχει τη ζωή και τις προτιμήσεις των πολιτών. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι, πολλά σοσιαλδημοκρατικά και αναθεωρητικά κόμματα κάνουν κορωνίδα τους τέτοιου είδους διεκδικήσεις προσπαθώντας μάλιστα να τους δώσουν αριστερή απόχρωση. Το Σύριζα φερ ειπείν, προσέγγισε για ψηφοθηρικούς λόγους το κίνημα για την νομιμοποίηση της χρήσης κάνναβης.

Δεν σημαίνει, φυσικά, ότι όλη η αστική κοινωνία, τα πολιτικά κόμματα, και η αστική διανόηση συμπλέουν προς την ίδια κατεύθυνση όσον αφορά στην εκπλήρωση αυτών των αιτημάτων. Το θέμα των αμβλώσεων για παράδειγμα έχει διχάσει τις ΗΠΑ ενώ το ζήτημα της υποχρεωτικής διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία δίχασε τον πολιτικό κόσμο στη χώρα μας. Στην πραγματικότητα, η υιοθέτηση ή η εναντίωση κόμματων και φορέων στο ένα ή στο άλλο τέτοιου τύπου κοινωνικό φαινόμενο, τους προσφέρει τον μανδύα της ιδεολογικής διαφοροποίησης μεταξύ τους και ορίζει το πεδίο αντιπαράθεσης. Μια επιφανειακή διαφοροποίηση, που δεν προσβάλει με κανένα τρόπο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά που τους επιτρέπει να κοκορομαχούν και να δίνουν την εντύπωση ή την αυταπάτη –στο κοινό το οποίο απευθύνονται- ότι αποτελούν πολιτικές οντότητες με πραγματικά ξεχωριστό πρόσημο. Αν εξετάσουμε τα περισσότερα σύγχρονα κράτη, θα παρατηρήσουμε ότι η στάση των κομμάτων σε τέτοιου τύπου ζητήματα, τα τοποθετούν ως «προοδευτικά» ή «συντηρητικά».

Στην καπιταλιστική κοινωνία βεβαίως, πολλά(αν όχι όλα) από αυτά τα ζητήματα, σχετίζονται και με τρόπους κερδοφορίας και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ας πάρουμε για παράδειγμα το θέμα της νομιμοποίησης των ναρκωτικών, το οποίο επιτρέπει την εμφάνιση μιας σειράς από νέα προϊόντα, τρόπους διανομής, καταστήματα, μάρκετινγκ/διαφήμιση κλπ. Εύλογα λοιπόν μπορεί κάποιος να υποθέσει, ότι η καμπάνια υπέρ της νομιμοποίησης της χρήσης της κάνναβης σχετίζεται [και] με οργανωμένα καπιταλιστικά συμφέροντα λιγότερο ή περισσότερο σκιώδη.

Μπορεί μέχρι κάποιο επίπεδο ωρίμανσης του καπιταλισμού, όλα αυτά τα αιτήματα να οδηγούσαν σε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις. Στις μέρες μας όμως, που ο καπιταλισμός έχει σαπίσει μην έχοντας πια τίποτα να προσφέρει, τα αιτήματα αυτά, γίνονται κατά κάποιο τρόπο «φερετζές» για να καλύψουν τα πραγματικά προβλήματα τα οποία πηγάζουν από τη ρίζα της καπιταλιστικής παραγωγής. Είναι η επιφάνεια, που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια κουβέντα για το φύλο των αγγέλων πάνω σε μια κοινωνία που σαπίζει. Ο διάλογος που ανοίγεται και σχετίζεται με όλα τα παραπάνω ζητήματα, είναι τόσο ρηχός και ταυτόχρονα τόσο φλύαρος, που στην καλύτερη περίπτωση πιάνει τα συμπτώματα δίχως να θέλει να προχωρήσει παραμέσα(πάνω σε αυτό ίσως αξίζει να διαβαστεί ενα παλαιότερο μου άρθρο για το Politically Correct). Είναι η καπιταλιστική σκέψη που δεν μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό της, που συχνά επινοεί τις ερωτήσεις με βάση τις απαντήσεις που μπορεί να δώσει, που επιμερίζει και που υποτάσσει τα πάντα στην κερδοφορία, που ενσωματώνει τον φαινομενικά ανατρεπτικό λόγο, που κυνηγάει την ουρά της.

Κάπου εδώ και κάπως απότομα θα κλείσω το παρόν άρθρο, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από κάποιες σκέψεις, που προσπάθησα να οργανώσω μέσα στο κεφάλι μου και να τις αποτυπώσω πάνω σε ηλεκτρονικό χαρτί. Και αυτό σημαίνει ότι δεν έχω με κανένα τρόπο εξαντλήσει την περιγραφή, τις κατηγορίες ούτε και τις ιδιότητες των φαινομένων στα οποία αναφέρθηκα.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: