Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Kumare

Kumare_1280x720_centered (1)

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

Το Κουμάρε είναι ένα ντοκιμαντέρ του 2011 του οποίου το trailer το είχα εντοπίσει από τότε και μου είχε τραβήξει το ενδιαφέρον, δυστυχώς όμως δεν είχα μέχρι τώρα καταφέρει να βρω πουθενά ολόκληρο το φιλμ. Με αφορμή τη σειρά άρθρων για την επαναμάγευση του κόσμου που γράφω αυτόν τον καιρό, ανέσυρα από τη μνήμη μου το Κουμάρε το οποίο πραγματεύεται ένα πολύ σχετικό ζήτημα. Αυτή τη φορά κατάφερα να βρω και να κατεβάσω το Κουμάρε (αν και χωρίς υπότιτλους) και αποφάσισα να γράψω δυο λογάκια για να σας παρακινήσω και εσάς να το δείτε διότι πιστεύω ότι αξίζει.

Ο δημιουργός και πρωταγωνιστής του ντοκιμαντέρ Vikram Gandhi, νεαρός ινδικής καταγωγής γεννημένος στις ΗΠΑ, παρατηρεί ότι υπάρχει μια αυξανόμενη τάση των Αμερικάνων να στρέφονται στις ανατολίτικες θρησκείες. Διάφοροι γκουρού, πνευματιστές, προφήτες, πετάγονται από παντού για να καλύψουν την ολοένα και αυξανόμενη ζήτηση. Πλησιάζοντας από ερευνητικό ενδιαφέρον κάποιους από αυτούς σε ΗΠΑ και Ινδία, ο Vikram, διαπιστώνει ότι μάλλον δεν είναι και τόσο «ιδιαίτεροι» όσο οι ίδιοι και το ποίμνιο τους πιστεύουν. Προκειμένου όμως να κατανοήσει το φαινόμενο – του γιατί όλοι αυτοί έχουν τόση πέραση- προχωράει ένα μεγάλο βήμα παραπέρα. Διδάσκεται γιόγκα, μαθαίνει να μιμείται την συμπεριφορά όλων αυτών των «πνευματικών», αφήνει μαλλί και μούσι, και αφού παίρνει το κολάι φοράει μια κελεμπία και αρχίζει να υποδύεται τον Κουμάρε, έναν «γνήσιο» γκουρού, που έρχεται –υποτίθεται- από την Ινδία στις ΗΠΑ για να φωτίσει τους Αμερικάνους με τη σοφία του.

Στην αρχή της περιπέτειας του αναρωτιέται αν θα καταφέρει να τραβήξει το ενδιαφέρον. Δεν αργεί να διαπιστώσει ότι με ελάχιστο προμόσιον οι εθελοντές πιστοί ορμάνε σαν τις μέλισσες στο μέλι. Από εκεί και πέρα με τα όσα διαδραματίζονται δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις… Οι άνθρωποι που τον πλησιάζουν στο σύνολό τους δεν είναι καρικατούρες, αντιθέτως, είναι αρκετά ευκατάστατοι (οι περισσότεροι έχουν πισίνες στα σπίτια τους), επαγγελματικά πετυχημένοι, από όλες τις ηλικίες, άνδρες και γυναίκες. Αυτό που είναι ξεκάθαρο καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, είναι ότι κάθε μέλος του ποίμνιου του Κουμάρε, βρίσκει στην αγκαλιά του απάγκιο από διάφορα προβλήματα της καθημερινότητας του που σχετίζονται με το stress, τις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους, τα επαγγελματικά του, τις εξαρτήσεις κ.α.

Μέχρι το πρώτο μισό της ταινίας ομολογώ πως είχα σκάσει στο γέλιο, σταδιακά όμως άρχισα να μελαγχολώ διαπιστώνοντας το τεράστιο ανθρωπιστικό κενό που δημιουργεί ο σύγχρονος –καπιταλιστικός- τρόπος ζωή στους ανθρώπους και το οποίο έρχεται να γεμίσει όλο αυτό το ασκέρι από ψευδοπροφήτες και ιεροφάντες, κοροϊδεύοντας και σε πολλές περιπτώσεις κατακλέβοντας όσους πέσουν στην παγίδα τους. Δεν θέλω όμως να επεκταθώ για να μην σας το απομαγεύσω με την καταγραφή της δικής μου οπτικής. Σε κάθε περίπτωση, ασχέτως αν κάποιος συμφωνήσει τελικά με την κατακλείδα του ντοκιμαντέρ ή όχι, μπορεί να βγάλει πολλά συμπεράσματα για τις τάσεις των σύγχρονων κοινωνιών και τα αδιέξοδα τους.

Καλή θέαση

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

images

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

(και καταϊδρωμένο, λόγω ζέστης)

Χωρίς πολλά-πολλά συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε σταματήσει

Η εκπαίδευση: Μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση του τρόπου σκέψης μιας κοινωνίας έχει η οργάνωση του συστήματος εκπαίδευσης. Στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μεταξύ άλλων παρατηρείται το εξής πρόβλημα. Η φιλοσοφία της σχολικής εκπαίδευσης είναι η αποστήθιση, το σχολείο δεν σου αναπτύσσει κάποιο σύστημα ανάλυσης και αξιολόγησης και έτσι η γνώση που αποκτάται είναι κάπως στείρα. Επίσης δεν καλλιεργείται το απαραίτητο κριτήριο που θα μπορούσε να είναι εργαλείο αξιολόγησης των πληροφοριών που λαμβάνουμε σε ευρύτερο επίπεδο, άρα είμαστε κατά μια έννοια ανυπεράσπιστοι απέναντι στον ανορθολογισμό. Στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η οποία εισάγει τους φοιτητές στην επιστημονική γνώση και μέθοδο, υπάρχει πάλι το πρόβλημα της εξειδίκευσης, αν και στα ελληνικά πανεπιστήμια το φαινόμενο αυτό δεν φτάνει σε ακραία επίπεδα (όχι προπτυχιακά τουλάχιστον). Πάντως σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (Αγγλία, ΗΠΑ), το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο, και η γνώση που αποκτάται λιγότερο διευρυμένη και περισσότερο εστιασμένη. Φυσικά υπάρχουν δεκάδες ακόμη πλευρές της εκπαίδευσης για να εξεταστούν, όμως δεν το επιτρέπει η έκταση του άρθρου να επεκταθούμε παραπάνω.

Αποσύνθεση του κοσμο-μοντέλου και κατακερματισμός, μίσος για τις «μεγάλες αφηγήσεις»: Ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε το πέρασμα στις μονοθεϊστικές θρησκείες ως σημαντικό σκαλοπάτι για την ανάπτυξη της νεωτερικής επιστημονικής σκέψης στη Δύση. Φυσικά από την εξάπλωση των θρησκειών αυτών μέχρι και την κυριάρχηση του θετικισμού μεσολάβησαν πολλοί αιώνες, και αυτό επειδή έπρεπε να ωριμάσουν και οι υπόλοιπες [απαραίτητες] συνθήκες έτσι ώστε να επιτραπεί η μετάβαση. Ο Ιουδαϊσμός ή ο Χριστιανισμός, σε αντίθεση με τις πολυθεϊστικές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, έβλεπαν το σύμπαν σαν ένα ενιαίο δημιούργημα/σύστημα. Αυτό είναι κάτι που –όπως ο Βέμπερ υποστηρίζει- βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην νεωτερική επιστημονική σκέψη, σε σχέση με τον πολυδιασπασμένο κόσμο των αρχαίων θεών, όπου κάθε κομμάτι της φύσης εκπροσωπούνταν και από διαφορετική/ες θεότητα/ες. Ο ένας θεός που νομοθέτησε το σύμπαν, μια ενιαία βούληση, περισσότερο συμβατή με την θετικιστική επιστήμη, της οποίας δεδηλωμένος στόχος είναι η κατανόηση των φαινομένων και η ένταξή τους σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα αιτιοκρατικού τύπου.

Σαν ιστορική εποχή η νεωτερική εποχή, πέρα από την επιστήμη, χαρακτηρίζεται και εκείνη από αντίστοιχα ιδεολογικά/κοινωνικά μοντέλα τα οποία έχουν ένα συνολικό/ενιαίο όραμα για το ποια θα πρέπει να είναι η εξέλιξη της κοινωνίας. Η γαλλική επανάσταση, για παράδειγμα, δημιούργησε μια χάρτα ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων με οικουμενικό αίτημα.1 Η νεωτερική σκέψη όμως δεν περιορίστηκε εκεί, οικοδόμησε και άλλες «κοσμοθεωρίες» όπως ήταν για παράδειγμα αυτή του ουτοπικού και εν συνεχεία του επιστημονικού σοσιαλισμού.2 Το χαρακτηριστικό πολλών εξ αυτών των κοσμοθεωριών, είναι ότι συσπείρωσαν γύρω τους τεράστιες μάζες ανθρώπων, οι οποίες πίστεψαν σε αυτές, εμπνεύστηκαν και αγωνίστηκαν για να τις υλοποιήσουν. Η γαλλική επανάσταση με το σύνολο των ιδεών της οριοθέτησε την πορεία του κόσμου από τον 18ο αιώνα, ενώ οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις έφεραν στον 20ο αιώνα την αυγή μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα το αίτημα της οποίας –και με τις όποιες οπισθοδρομήσεις- μένει προς το παρόν ανεκπλήρωτο.

Με την ανατροπή του σοσιαλισμού και σε κάποιες περιπτώσεις τον εκφυλισμό του, ο πλανήτης μπήκε –κατά την άποψη μου- σε μια μεταβατική περίοδο. Από τη μια, όλες εκείνες οι ανθρωπιστικές ιδέες που έφερε μαζί της η ανάδυση του καπιταλισμού ως εποικοδόμημα, στις οποίες πίστεψαν και για τις οποίες αγωνίστηκαν οι λαοί, χρεωκόπησαν. Το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, έδειξε αν μη τη άλλο ότι η ρομαντική εποχή της νεωτερικότητας έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Γίνεται ξεκάθαρο πως οδηγός των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο είναι ένα όραμα που δεν έχει στόχο να υπηρετήσει την ανθρωπότητα ως σύνολο, αλλά την κερδοφορία των γιγάντιων πολυεθνικών οργανισμών. Κάτι που αντί να απελευθερώνει τις δυνάμεις τις κοινωνίας, φέρνει ακραία φτώχεια, ανισομέρεια, πολέμους και γενικότερη ανισορροπία. Από την άλλη, η υποχώρηση του «αντίπαλου δέους» που ακούει στο όνομα «υπαρκτός σοσιαλισμός», και η ταυτόχρονη στοχοποίηση και δυσφήμηση του απ’ το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, δημιούργησε την εντύπωση στους λαούς ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική στο καπιταλιστικό μοντέλο. Το διττό αυτό φαινόμενο, είχε την επίδραση του και στην παραγωγή και αναπαραγωγή, τόσο της επιστημονικής σκέψης, όσο και του ευρύτερου κόσμου των ιδεών3. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την ανατροπή του υπαρκτού βρήκαν έδαφος οι θεωρίες για το «τέλος της ιστορίας».

athina-min-upotimate-tin-eksupnada-tou-tramp-leei-o-economist.w_l

Φράνσις Φουκουγιάμα, προφήτης ή ψευδοπροφήτης;

Η ανάδειξη τέτοιων θεωριών, όπως είναι αυτή περί τέλους της ιστορίας, σηματοδοτούν σύμφωνα με πολλούς εκπρόσωπους της αστικής επιστημονικής σκέψης, τη μετάβαση από την νεωτερική εποχή στην μετανεωτερική. Κατά τη δική μου άποψη, όλο αυτό δεν συνιστά την ανάδυση κάτι καινούριου, αλλά μια εποχή «βάλτου» και υποχώρησης του πολιτισμού, κατά την οποία η ουσιαστική μετάβαση, είναι το ζητούμενο και όχι το δεδομένο. Δηλαδή η μετανεωτερική εποχή, για να μιλήσουμε με αστικούς όρους, σηματοδοτεί ένα ιδεολογικό κενό ανάμεσα στον εκφυλισμό της αστικής ιδεολογίας και στην ανάδυση του επόμενου paradigm με βάση το όποιο θα προχωρήσει η κοινωνία.4 Για να το πούμε σε μια πρόταση, είναι η περίοδος ανάμεσα στο παλιό που έχει ξοφλήσει και στο νέο που δεν έχει ακόμη έρθει. Πέρα από το τέλος της ιστορίας, αν κάτι –πάλι σύμφωνα με αστούς διανοητές- ακόμα χαρακτηρίζει την μετανεωτερική/μεταμοντέρνα εποχή, είναι η αποφυγή των «μεγάλων αφηγήσεων». Με τον όρο αυτό εννοούν εκείνες τις κοσμοθεωρίες –‘όπως ο κομμουνισμός- που προβάλλουν ένα συνολικό όραμα για το ποια [θα έπρεπε να] είναι η εξέλιξη του κόσμου. Για τους οπαδούς της μετανεωτερικότητας, οι μεγάλες αφηγήσεις, στην εφαρμογή τους, οδηγούν σε «ολοκληρωτισμούς». Αυτή η άποψη είναι κυρίαρχη στις μέρες μας και απόλυτα συστημική και συντηρητική. Πάντως υπάρχει μια «μεγάλη αφήγηση» με την οποία οι μεταμοντέρνοι δεν δείχνουν να έχουν κανένα πρόβλημα, είναι η κυρίαρχη και ακούει στο όνομα καπιταλισμός. Θα κάνω πάλι μια προσωπική εκτίμηση και θα πω ότι αυτό που ενοχλεί στην πραγματικότητα τους οπαδούς των παραπάνω αντιλήψεων, είναι ότι η υπέρβαση της «μεγάλης αφήγησης» του καπιταλισμού, μπορεί να έρθει μόνο με την ανάδειξη μιας άλλης «μεγάλης αφήγησης» (πχ του κομμουνισμού). Υπό αυτήν τη σκοπιά λοιπόν, το μίσος για τις μεγάλες αφηγήσεις θεωρώ ότι έχει συντηρητικό/συστημικό υπόβαθρο, αφού για όσο καιρό δεν αναδύεται μια τέτοια, το καπιταλιστικό σύστημα δεν απειλείται. Στο επίπεδο της δικαιολόγησης της ύπαρξής του, ο καπιταλισμός δεν έχει ανάγκη όπως στο παρελθόν να χρυσώνει το χάπι, αντιθέτως, εντελώς κυνικά προσπαθεί να μας πείσει όχι ότι είναι ωφέλιμος, αλλά ότι είναι αναπόδραστος.

Ίσως μέχρι αυτό το σημείο να αναρωτιέστε πού το πάω ή αν έχω βγει εκτός θέματος. Όχι, δεν έχω βγει εκτός θέματος, απλά για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα μου έπρεπε να κάνω όλη αυτή τη μακροσκελή εισαγωγή. Το κλειδί για αυτό που θέλω να πω τελικά, βρίσκεται σε δυο σημεία 1) Στο βάλτο που έχει πέσει η κοινωνική πρόοδος εξαιτίας του σαπίσματος του καπιταλισμού και 2) Στην απουσία ενός νέου προοδευτικού αφηγήματος γύρω από το οποίο να συσπειρωθεί η ανθρωπότητα για να βγει από τις λάσπες. Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα στη γέννηση του πλασαρίστηκε μ’ ένα τέτοιο «αφήγημα», ένα όραμα για το μέλλον με βάση το οποίο θα προόδευε η κοινωνία. Τα ιδανικά της γαλλικής επανάστασης έγιναν ιδανικά όλων των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων και όχι μόνο στη Γαλλία. Αυτό ήταν κάτι αναγκαίο για την αστική τάξη, που στην επανάσταση της ήθελε να έχει συμμάχους όλους όσους καταπιέζονταν από το φεουδαρχικό σύστημα. (Βέβαια με το που εξασφάλισε την κυριαρχία της η αστική τάξη έγινε συντηρητική και ξέχασε τις όποιες υποσχέσεις είχε δώσει στους καταπιεσμένους. Με μιας το γενικό συμφέρον έγινε ειδικό, και οι παρίες παρέμειναν παρίες). Ο Βάλτος και το κενό λοιπόν δημιουργούν πανικό, ο πανικός ευνοεί τον ανορθολογισμό, και ο ανορθολογισμός είναι το πιο έφορο έδαφος για να φυτρώσουν όλων των ειδών τα μεταφυσικά ζιζάνια, παραδοσιακού, νεωτερικού, μετανεωτερικού τύπου και όλων των μεταξύ τους διασταυρώσεων. Πόσο μάλλον όταν –προκειμένου να αποφευχθεί η παραγωγή «μεγάλων αφηγήσεων»- η παραγωγή της ανθρώπινης σκέψης λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πολυδιασπασμένη, ακραία εξειδικευμένη, κατευθυνόμενη και μονομερής. Και για να μην παρεξηγηθώ, όλο αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή εξυπηρετεί τη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και επειδή στην εποχή μας η καταγραφή και η διάδοση της πληροφορίας γίνεται με ραγδαίους ρυθμούς σε σχέση με παλιότερα. Όμως η δυνατότητα επεξεργασίας, συνδυασμού, επαλήθευσης και διασταύρωσης της πληροφορίας αυτής, [αν και με τη βοήθεια τις τεχνολογίας έχει επίσης επαναστατικά αυξηθεί], δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την ταχύτητα με την οποία παράγονται τα πληροφοριακά «παράσιτα» και «σκουπίδια». Ίσως μάλιστα αυτή η «πολυδιάσπαση των ιδεών» να έχει μια κάποια «εκλεκτική συγγένεια» με τα ίδια τα καπιταλιστικά συμφέροντα, τα οποία είναι από τη φύση τους διασπασμένα, αν και αλληλοδιαπλεκόμενα.

Κάποιου εδώ ολοκληρώνεται και το δεύτερο μέρος, ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο, όπου θα προσπαθήσω με κάποιο τρόπο να κλείσω τον κύκλο των συλλογισμών μου.

Λαγωνικάκης Φρακγίσκος(Poexania)

Δείτε εδώ το Α’ Μέρος

1 Βεβαίως πάνω σε αυτά τα δικαιώματα, του ατόμου και του πολίτη, αντανακλώνται οι ατομικές σχέσεις ιδιοκτησίας.

2 Οι όροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τον Μαρξ και τον Ένγκελς για να διαχωρίσουν τη δική τους επεξεργασμένη οπτική για τον σοσιαλισμό σε σχέση με τις πρώιμες σοσιαλιστικές θεωρίες. Υπάρχει και σχετική μπροσούρα με τίτλο “η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη“.

3 Δεν το λέω με την πλατωνική έννοια.

4 Το οποίο για εμένα πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός.

Read Full Post »

Αναδημοσίευση από Κατιούσα

(Πραγματεία επί της γλώσσης)

Γιώργος Πιτσιτάκης

δάσκαλος – Ιστορικός ερευνητής

pitsitakisg@gmail.com

Ο Παναγιώτης (Πάνος) Κορνάρος (1908 – 1944) γεννήθηκε στο Σφακοπηγάδι Κισάμου Χανίων και ήταν ο πρωτότοκος από 5 αδέρφια. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού του και ήταν άριστος μαθητής.

Το σχολικό έτος 1919-20 εγγράφεται στο Γυμνάσιο Χανίων δίπλα στη Δημοτική Αγορά. Μετά τις δύο πρώτες τάξεις, το σχολικό έτος 1921-22 ο γυμνασιάρχης του 2ου Γυμνασίου Χανίων Εμμ. Γενεράλις τον παίρνει μαζί του στο γυμνάσιο, που μόλις πριν ένα χρόνο είχε ιδρυθεί παίρνοντας μαθητές από το Α’ Γυμνάσιο της Αγοράς, και όπως γράφει ο Εμμ. Κριαράς μαθητής και αυτός του ίδιου σχολείου: «[…] Εγκαταλείπαμε ευπρεπές γυμνασιακό κτίριο και “μετακομίζαμε” σε άθλιο παλαιό τουρκικό σχολικό κτίριο στη συνοικία Καστέλι των Χανιών […]». Ο Γενεράλις φαίνεται να είχε συγκεντρώσει τον «αφρό» της μαθητικής νεολαίας της εποχής. Το καλοκαίρι του 1925 αποφοιτά αριστούχος και εγγράφεται στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σύμφωνα με μαρτυρία του αδερφού του, στη διάρκεια των σπουδών του ήταν αριστούχος φοιτητής και παρότι ήταν πρώτος στη σχολή του δεν του δόθηκε υποτροφία διότι ανέπτυσσε έντονη φοιτητική συνδικαλιστική δράση.

Τον Ιούλη του 1929 από την κυβέρνηση Βενιζέλου ψηφίζεται ο νόμος «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», το περίφημο «Ιδιώνυμο» (ΦΕΚ 245, τεύχος πρώτον 25/7/1929), που έστειλε στις φυλακές και τις εξορίες χιλιάδες αγωνιστές, είτε ήταν κομμουνιστές είτε όχι. H ψήφιση του «Ιδιώνυμου» και τα χρονίζοντα φοιτητικά αιτήματα, οδηγούν στο τέλος Νοεμβρίου του 1929 στη μεγάλη φοιτητική απεργία με διαδηλώσεις και σκηνές βίαιης καταστολής, όπου 32 φοιτητές καταδικάζονται όλοι ως πρωταίτιοι και κλείνονται στις φυλακές. Ο Κορνάρος που συμμετείχε στις κινητοποιήσεις αποβλήθηκε από όλα τα Πανεπιστήμια της Ελλάδας, μαζί με τους συμπατριώτες και συμφοιτητές του, Γιώργη Τσιτήλο και Γιώργη Πετράκη. Στρατεύτηκε αμέσως και υπηρέτησε στο 14ο Σύνταγμα στα Χανιά. Το 1931, ο πρωτομάρτυρας της Αντίστασης Βαγγέλης Κτιστάκης επιστρέφει στα Χανιά, από τις σπουδές του στη Γερμανία με διδακτορικό κι έχοντας γνωρίσει το μαρξισμό, στρατεύεται και υπηρετεί στην 5η Μεραρχία. Στο στρατό συνδέθηκε με τους διανοούμενους κομμουνιστές Πάνο Κορνάρο και Γιώργο Τσιτήλο. Μετά το τέλος της στρατιωτικής τους θητείας οι παραπάνω, δημιούργησαν μια ομάδα κάτω από την καθοδήγηση του Βαγγέλη Κτιστάκη στην οποία προστέθηκαν οι διαλεχτοί σύντροφοί τους ο γεωπόνος Νίκος Μαριακάκης, ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης, ο Γιώργης Πετράκης, ο Μανώλης Πισαδάκης και άλλοι που έβαλαν τα θεμέλια των οργανώσεων και ανέλαβαν την ανάπτυξη της οργάνωσης και της πολιτικής δράσης του ΚΚΕ στο νομό Χανίων. Την περίοδο αυτή έγινε μέλος του συλλόγου φιλολόγων Ν. Χανίων. Το επόμενο διάστημα ξαναγύρισε στην Αθήνα και ανέλαβε αρχισυντάκτης στο Ριζοσπάστη. Στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 ήταν υποψήφιος βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ) στο νομό Χανίων.

Στις 4 Αυγούστου 1936 επιβάλλεται από την ελληνική και ξένη ολιγαρχία η μοναρχο-φασιστική δικτατορία του Γεωργίου Γλύξμπουργκ και του Ιωάννη Μεταξά, εξαπολύοντας άγριο διωγμό όχι μόνο στους κομμουνιστές αλλά ενάντια και σε άλλους δημοκράτες. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας αστυνομικοί πραγματοποίησαν έφοδο στα γραφεία και τα τυπογραφεία των εφημερίδων. Στόχος τους να σταματήσουν τη διαδικασία έκδοσης των φύλλων της επόμενης μέρας. Σε λίγο ένας πολύπλοκος μηχανισμός θα αναλάμβανε τη προβολή του καθεστώτος. Ο “Ριζοσπάστης” ήταν η μόνη εφημερίδα που διέκοψε την κυκλοφορία της με την κήρυξη της δικτατορίας.

scan005

Ο έλεγχος του Πάνου Κορνάρου από το γυνμάσιο Χανίων

Ο Κορνάρος τότε βρισκόταν στα Χανιά. Η μαρτυρία – αφήγηση του Φραγκιού Λαγωνικάκη1 κομμουνιστή – αντιστασιακού και συγκρατούμενου του Κορνάρου, από τη Νέα Χώρα Χανίων, είναι αποκαλυπτική: «[…] Όταν έγινε η δικτατορία του Μεταξά, έγιναν και στα Χανιά μαζικές συλλήψεις. Μια μέρα ήρθαν πρωί-πρωί στο σπίτι μου και με έπιασαν. Στην ασφάλεια βρήκα το Χρήστο Δαρατσάκη, τον Κώστα Τζάκο, τον Γιάννη Πεντάρη, τον Παναγιώτη Κορνάρο, τον Παναγιώτη Τσεπέτη και άλλους. Μας μετέφεραν στο τμήμα μεταγωγών στα δικαστήρια. Διαμαρτυρηθήκαμε, ζητούσαμε να μας απολύσουν. Ήρθε ο γενικός διοικητής Πότης Σφακιανάκης: “Περιμένω διαταγές από το Μανιαδάκη”, μας είπε. Την επόμενη, συνοδεία και με χειροπέδες μας έβαλαν στο βαπόρι, μας έκλεισαν μερικές μέρες στο μεταγωγών του Πειραιά και από εκεί στην Ακροναυπλιά. Ήταν μια φυλακή παλιό φρούριο με ιστορία, εκεί είχαν κλείσει και το Γέρο του Μωριά, τον Κολοκοτρώνη, εκεί και τον Μακρυγιάννη, όταν σήκωσαν κεφάλι να πολεμήσουν την ξενοκρατία που πήρε τη θέση των Τούρκων και των κοτζαμπάσηδων. Εμείς οι Χανιώτες πήγαμε πρώτοι, εκατομμύρια ψύλλοι και κοριοί πέσανε πάνω μας να μας πνίξουν. Σε λίγες μέρες οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι από συντρόφους, οργανώσαμε τη ζωή μας, το μαγειρείο, το φούρνο, το λουτρό, καθαρίσαμε τη βρωμιά, ασπρίσαμε. Χωριστήκαμε σε παρέες, εμείς οι Χανιώτες στον ίδιο θάλαμο, στην ίδια παρέα, πείνα και των γονέων, το ψωμί λιγοστό, το φαΐ χωρίς λάδι. Καταλαβαίναμε ότι μας πήγαιναν για εξόντωση όπως και το κατάφεραν στο τέλος, παραδίνοντας τους κρατούμενους την πρώτη μέρα της κατοχής στους Γερμανούς δήμιους. Μια μέρα απόλυσαν όλους τους Χανιώτες, εκτός από μένα. Μαριακάκη, Καλαφατάκη, Βεστάκη κ.λπ. Ύστερα από μερικές μέρες τους έφεραν όλους πίσω, δεν είχε πετύχει το κόλπο.

Σε έναν θάλαμο είχαν απομονώσει όλους τους διανοούμενους και επιστήμονες, ήταν πολλοί, όπως ο Δημήτρης Γληνός, ο παιδαγωγός, τρεις γιατροί, ο Μανώλης Σιγανός από το Ηράκλειο, ο Γιάννης Αντωνιάδης και ένας άλλος, που δε θυμάμαι το επίθετό του. Ήταν ακόμα ο Σινακός, ο Βασίλης Μπαρτζώκας και πολλοί άλλοι. Ένα βράδυ πυροβόλησε η φρουρά μέσα στους θαλάμους, χωρίς λόγο. Σκότωσαν το δάσκαλο Σταυρίδη από τη Φλώρινα. Λένε πως στόχος ήταν ο Γληνός, αλλά αστόχησαν. Διαμαρτυρηθήκαμε στη διεύθυνση και στο Υπουργείο, κάναμε αποχή, ζητήσαμε να γίνουν ανακρίσεις, να περάσει από δίκη ο διοικητής της φρουράς. Στο θάλαμο δεν μέναμε ούτε μια ώρα αργοί. Την ημέρα με το νοικοκυριό μας, να καθαρίσουμε, να πλύνουμε τα ρούχα μας, να βοηθήσουμε στο μαγειρειό, κάναμε μαθήματα. Το βράδυ είχαμε πρόγραμμα ψυχαγωγίας με απαγγελίες, θεατρικά σκετς, χορούς. Στις 25 του Μάρτη, μας άφησαν και γιορτάσαμε όλοι μαζί, αλλά η διεύθυνση έκανε λογοκρισία στο πρόγραμμα. Ακόμα και από το ποίημα του Ρήγα Φεραίου κόψανε τους στίχους που λέγανε να ενωθούνε οι λαοί των Βαλκανίων, να διώξουνε τον Τούρκο δυνάστη. Πολλές φορές η διεύθυνση της φυλακής μας έφερνε χαφιέδες στους θαλάμους, εμείς τους αναγνωρίζαμε αμέσως και τους είχαμε σε απομόνωση. Ερχόταν δίπλα σου να πιάσουν κουβέντα, εσύ έφευγες, δεν τους μιλούσε κανείς. Σε λίγες μέρες τους έπαιρναν για να φέρουν άλλους που είχαν την ίδια τύχη […]».

Στο κάτεργο της Ακροναυπλίας ο Κορνάρος έμεινε έως την κήρυξη του πολέμου. Τότε οι δεσμώτες ζήτησαν να πάνε στο Μέτωπο να πολεμήσουν τους φασίστες επιδρομείς και να υπερασπιστούν την πατρίδα. Το καθεστώς τους αρνείται και όταν η χώρα υποδουλώνεται η προδοτική «κυβέρνηση» τους παραδίδει στους κατακτητές. Το Σεπτέμβρη του 1942 ο Κορνάρος μαζί με άλλους συντρόφους του μεταφέρθηκε στις φυλακές της Λάρισας. Όλα αυτά τα χρόνια ζώντας τη σκληρή και απερίγραπτη ζωή στα μπουντρούμια της φυλακής, επικοινωνεί με την οικογένειά του, με τ’ αδέλφια του και την αγαπημένη του, με γράμματα και επιστολικά δελτάρια από τα οποία ελάχιστα έχουν διασωθεί. Ένα μικρό δείγμα: «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑΙ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑΣ, 15-4-37, Αγαπητέ μου αδελφέ Νικόλα […] Εμείς εδώ είμαστε 150 περίπου άνθρωποι, εκτοπισμένοι όλοι με αποφάσεις των επιτροπών δημοσίας ασφαλείας. Για συσσίτιο μας παραχωρεί το κράτος ένα δεκάδραχμο στον καθένα και ζούμε μ’ αυτό μαγειρεύοντας από κοινού. Στην αρχή είμαστε 12 Κρητικοί αλλά αμνηστεύθηκαν οι 6 και μείναμε οι υπόλοιποι. […] Το μόνο που επιθυμώ είναι να με θυμάστε καμιά φορά και να μου γράφετε τι γίνεστε. Με αγάπη ο αδελφός σου Π. Κορνάρος». Ένα χρόνο αργότερα από τη Λάρισα μεταφέρονται στο Χαϊδάρι.

Στις 27 Απριλίου του 1944 ο ΕΛΑΣ στην Λακωνία σκοτώνει τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Πελοποννήσου, στρατηγό Φράντς Κρεχ και τρεις άνδρες της συνοδείας του. Σε αντίποινα ο στρατός κατοχής αποφάσισε την εκτέλεση 200 κομμουνιστών. Έτσι από το Χαϊδάρι επιλέχθηκαν οι δεσμώτες της Ακροναυπλίας και οι εξόριστοι της Ανάφης. Ανάμεσά τους και Κρητικοί αγωνιστές όπως ο Ναπολέων Σουκατζίδης από το Αρκαλοχώρι Ηρακλείου και οι Χανιώτες Πάνος Κορνάρος από το Σφακοπηγάδι, ο Νίκος Μαριακάκης από τα Χανιά και ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης από τον Πλατανιά. Την Πρωτομαγιά του ’44 και καθώς το δρεπάνι του χάρου τους ακουμπά, αυτοί τραγουδούν, αποχαιρετούν τους συντρόφους τους και ο Κορνάρος, ίδιος σταυραϊτός, έσυρε πρώτος το χορό στον πεντοζάλη που χόρεψαν οι μελλοθάνατοι πριν την εκτέλεσή τους. Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης σαστίζει, δεν πιστεύει στα μάτια του και ρωτά τι κάνουν. Ανεβάζουν τους ήρωες στα φορτηγά και τους μεταφέρουν στην Καισαριανή. Εκεί στο σκοπευτήριο ο μαντρότοιχος βάφτηκε κόκκινος κι οι μάρτυρες πέρασαν στην αθανασία.

Γληνος

Τα χρόνια εκείνα του Μεσοπολέμου (αρχές της δεκαετίας του 1920) με τον ταραγμένο κοινωνικό και πολιτικό βίο (εθνικός διχασμός, Μικρασιατική καταστροφή, προσφυγικό πρόβλημα), αρκετοί νέοι των Χανίων, που αργότερα εξελίχθηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής , όπως ο Μανώλης Κριαράς, ο Στέλιος Καψωμένος, ο Βαγγέλης Κτιστάκης, ο Νίκος Τωμαδάκης, ο Μανώλης Σκουλούδης, ο Μιχάλης Ράπτης (Pablo), ο Γιώργος Σπυριδάκης κ.ά. αντιδρώντας στο τέλμα της εποχής με πνευματικές αναζητήσεις, φιλολογικές και κοινωνικές συζητήσεις, ομιλίες και δράσεις, συγκροτούν ομάδες και ιδρύουν ομίλους και συλλόγους όπως τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο» και τον «Σύνδεσμο των Καλών Τεχνών εν Κρήτη» και εκδίδουν φιλολογικά – λογοτεχνικά περιοδικά όπως τις «Λογοτεχνικές Σελίδες», τον «Αυγερινό» και τον «Ερωτόκριτο». Σε αυτή την πνευματική κυψέλη φαίνεται ότι συμμετέχει ενεργά και ο Πάνος Κορνάρος. Είναι χαρακτηριστικά τα φλογερά λόγια όπως τα περιγράφουν οι νέοι του Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου απευθυνόμενοι στους συνομήλικούς τους στην «Έκκληση προς τους νέους των Χανίων» όταν διαπιστώνουν πνευματική νάρκωση και ακινησία: «Σπουδάζουσα νεότης! […]Εις την Κρήτην όπου οι ποιηταί δεν έλειψαν, ούτε και οι θεραπεύοντες τας μούσας, ούτε οι άνθρωποι, οι λάτραι του καλού, εις την πατρίδα του Βιτσέντζου Κορνάρου, του Κονδυλάκη και Δαμβέργη, και τόσων άλλων αστέρων της ποιήσεως και της λογοτεχνίας, σήμερον παρατηρείται μία νεκροφάνεια μία σιγή, μία αφάνεια ανθρώπων αγαπώντων το καλόν και άλλων παραγωγών του ή και υποστηρικτών του! Ναι! Ο πόλεμος υπήρξεν αιτία δια να μείνωμεν οπίσω. […] Δεν υπάρχει θέλησις υποστηρίξεως των καλών τεχνών και η υπάρχουσα εκμηδενίζεται υπό της αδιαφορίας των πολλών. Εις την Κρήτην μόρφωσις υπάρχει. Μήπως δεν υπάρχουν εις την μεγαλόνησον μας άνθρωποι θερμώς αφωσιωμένοι, μήπως δεν είναι λάτραι της φιλολογίας; Μήπως δεν είναι υποστηρικταί του καλού εν τη τέχνη; Είναι! Εις σπινθήρ χρειάζεται! […]».

1 Ο Φραγκιός Λαγωνικάκης, κομμουνιστής – αντιστασιακός, είχε το ιστορικό καφενείο «Του Φραγκιού» στην παραλία της Νέας Χώρας δυτικά της πόλης των Χανίων, το οποίο υπάρχει και σήμερα. Ήταν μέλος του προπολεμικού κομμουνιστικού πυρήνα της Νέας Χώρας που καθοδηγούνταν από τον Βαγγέλη Κτιστάκη και έλαβε μέρος σε όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στα Χανιά κατά το Μεσοπόλεμο. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου τον έστειλε στην Ακροναυπλία. Έλαβε μέρος στο Κίνημα κατά του Μεταξά και φυλακίστηκε ξανά στις φυλακές της Πύλου. Κατά την Κατοχή, συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση και παρ’ ολίγο να οδηγηθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί.

(Συνεχίζεται…)

Read Full Post »

Δημοσιεύθηκε και στο KatiousaΡΟΜΑ2

Ξεκινώντας το άρθρο να ξεκαθαρίσω ότι τους Τσιγγάνους εγώ δεν μπορώ να τους πω Ρομά, μου μοιάζει τόσο μεταμοντέρνο και πολιτικά ορθό που νιώθω λες και πρέπει να προσποιηθώ για να το εκφέρω. Στο άρθρο που ακολουθεί λοιπόν, όπως μαρτυρά ο τίτλος, τους Τσιγγάνους θα τους λέω Τσιγγάνους, αφού και εγώ αν ήμουν Τσιγγάνος Τσιγγάνο θα ήθελα να με έλεγαν. Και τώρα που ξεκαθαρίσαμε τα γλωσσικά μου κολλήματα ας προχωρήσουμε στην ουσία.

Επέλεξα να γράψω το άρθρο αυτό, διότι με αφορμή το θάνατο του 10χρονου στο Μενίδι έχουν ακουστεί πολλές βλακείες σχετικά με τους Τσιγγάνους. Κάτι ότι έχουν στο DNAτους την εγκληματικότητα, κάτι ότι παρά τις προσπάθειες του κράτους δεν θέλουν να προσαρμοστούν στην ευρύτερη κοινωνία κ.α. Όλα αυτά βέβαια δεν είναι καινούρια, τα ακούω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, απλώς τώρα η κουβέντα αναζωπυρώθηκε και βγήκαν στην επιφάνεια ξανά τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις. Ανάλογες προκαταλήψεις υποθέτω θα έχουν και οι Τσιγγάνοι προς εμάς, όμως επειδή εμείς κυριαρχούμε οικονομικά/πληθυσμιακά και πολιτικά έχομε την πολυτέλεια οι δικές μας προκαταλήψεις να υπερνικούνε τις δικές τους, χα! 1-0.

Προσωπικά, όλους αυτούς που προσπαθούν να ερμηνεύσουν διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές με βάση το DNA, τείνω να τους θεωρώ φασίζοντες. Δεν είναι το DNA που καθορίζει το κοινωνικό γίγνεσθαι, όχι άμεσα τουλάχιστον, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις ατόμων, ομάδων και δομών. Δεν υπάρχει κάποιος ξεχωριστός κανόνας συμπεριφοράς γραμμένος στο DNA του μαύρου, ή του Τσιγγάνου ή του λευκού, παρόλα αυτά έμμεσα το χρώμα του δέρματος τους επηρεάζει τελικά τη ζωή και τη συμπεριφορά, και αυτό γίνεται επειδή οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν διακρίσεις και ταυτοποιήσεις με βάση το δέρμα. Οι λόγοι που το κάνουμε αυτό, μπορεί είτε να είναι ιστορικά προσδιορισμένοι, για παράδειγμα η υποδούλωση ενός λαού από έναν άλλο, που μετατρέπει τον έναν λαό σε αφέντη και τον άλλο σε δούλο. Έτσι λοιπόν –μπαίνοντας στο παιχνίδι η εκμετάλλευση και το συμφέρον– δημιουργείται κοινωνικό στάτους με βάση τη φυλή ή το χρώμα. Ίσως όμως να υπάρχει και κάτι πιο ενστικτώδες, που έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι ταυτίζονται πιο εύκολα με ό,τι τους μοιάζει περισσότερο οικείο. Αν πχ βάλεις ένα μαυράκι σε ένα σχολείο με λευκά παιδιά που δεν έχουν συνηθίσει να σχετίζονται με μαύρους, ίσως να χρειαστεί και από τις δυο πλευρές ένας χρόνος προσαρμογής. Φυσικά τα παιδιά δεν είναι tabula rasa, οπότε πέρα από την ενστικτώδη αντίδραση που μπορεί να τους προκαλέσει το διαφορετικό, θα παίξει ρόλο και το τι εικόνες και παραδόσεις κουβαλάει το κάθε ένα από το σπίτι του. Αντίστοιχα, ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, πιθανόν και αυτό να ξενίσει τα άλλα παιδιά που μπορεί αρχικά να είναι επιφυλακτικά μαζί του.

Φυσικά αντιλήψεις του στυλ «οι μαύροι έχουν στο αίμα τους το έγκλημα» ή «οι τσιγγάνοι έχουν στο αίμα τους την κλεψιά», ακόμα και αν δεν εκφέρονται από φασίστες, αποτελούν στερεότυπα τα οποία μόνο φασίστες δικαιολογούνται στις μέρες μας να τα αναπαράγουν, οι υπόλοιποι οφείλουμε να γνωρίζουμε καλύτερα. Αιτία της όποιας παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι φυσικά το αίμα ή το DNA, αλλά η γκετοποίηση και η περιθωριοποίηση που αναγκάζουν τα άτομα να ζουν με ένα διαφορετικό πλαίσιο κανόνων από το δικό μας προκειμένου να επιβιώσουν. Οι γκετοποιημένες κοινότητες λοιπόν, μπορεί να εμφανίσουν εσωστρέφεια, παραβατικές συμπεριφορές, αντιδραστικές συμπεριφορές, πουριτανισμό, συντηρητισμό κ.α. Αυτό γίνεται σε μεγάλο βαθμό επειδή πολλοί δρόμοι που μπορεί να είναι ανοιχτοί για τους περισσότερους είναι συχνά κλειστοί ή πολύ δύσβατοι, για τους μειονοτικούς και γκετοποιημένους πληθυσμούς. Οι μαύροι στην Αμερική για παράδειγμα βρίσκουν δουλειά πολύ πιο δύσκολα από τους λευκούς, ενώ και οι δουλειές που βρίσκουν βρίσκονται συνήθως σε χαμηλότερη εκτίμηση και θέση στην κοινωνική και μισθολογική κλίμακα.

Ακόμη και καλοπροαίρετοι άνθρωποι μπορεί να «πάσχουν» από προκαταλήψεις απέναντι σε τέτοιου είδους μειονοτικές ομάδες. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτές οι προκαταλήψεις τους δημιουργήθηκαν σε μικρή ηλικία και άρα λειτουργούν σε κάποιο βαθμό υποσυνείδητα με τέτοιο τρόπο που ακόμα και αν τις έχουν με τη λογική τους απορρίψει, ο σπόρος τους δεν έχει παντελώς εκλείψει. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να προσπαθεί να μην κάνει διακρίσεις με βάση το χρώμα, αλλά να μην του καλοφανεί αν η κόρη του παντρευτεί έναν τσιγγάνο, ή να μην προσλάβει έναν τσιγγάνο στη δουλειά του. Σε αυτό βέβαια συμβάλει και η στάση της υπόλοιπης κοινωνίας απέναντι στις μειονοτικές ομάδες. Δηλαδή, μπορεί κάποιος που είναι θεωρητικά κατά των διακρίσεων να μην προσλάβει έναν τσιγγάνο ή να μη συνάψει ερωτική σχέση με μια τσιγγάνα επειδή είναι κάτι για το οποίο νιώθει ότι θα τον κατακρίνει ο κοινωνικός του περίγυρος. Αντίστοιχα, ο προσωπάρχης σε μια ελληνική εταιρία, δεν θα προσλάβει εύκολα για κάποια θέση έναν τσιγγάνο διότι γνωρίζει ότι για την πράξη του αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα πρέπει να λογοδοτήσει στον ιδιοκτήτη της εταιρίας ή στον ανώτερ.ο του. Φυσικά υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις ανθρώπων οι οποίοι κάνουν την υπέρβαση γράφοντας τις κοινωνικές νόρμες στα παλαιότερα των υποδημάτων τους.

Πλανάται όμως και μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι δεν θέλουν να προσαρμοστούν στην ευρύτερη κοινωνία, και είναι αλήθεια ότι εμφανίζουν αντιστάσεις από την πλευρά τους, όμως καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε λίγο και το γιατί. «Τους δίνει το κράτος σπίτια και αυτοί γυρνάνε πάλι στους καταυλισμούς», λένε κάποιοι. Προσωπικά δεν ξέρω αν αυτό αληθεύει, όμως ακόμη και αν αληθεύει δεν μου κάνει καμία εντύπωση το να μην εγκαταστάθηκαν εκεί οι Τσιγγάνοι των καταυλισμών. Για τον Τσιγγάνο η ζωή στον καταυλισμό δεν είναι μόνο κατοικία, αλλά μια σειρά από κοινωνικές σχέσεις απαραίτητες για την διαβίωσή του. Ο καταυλισμός είναι μια μικροκοινωνία στην οποία επικρατεί ο κοινοτικός τρόπος ζωής, με το να πάρεις το άτομο από εκεί και να το βάλεις σε ένα διαμέρισμα, δεν τον απομακρύνεις μόνο από τις συνήθειές του, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να επιβιώνει. Η προσαρμογή του δε στον «έξω κόσμο» είναι πιο δύσκολη σε σχέση με κάποιον λευκό, εφόσον ο Τσιγγάνος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορέσει να βρει δουλειά και επειδή στερείται των απαραίτητων προσόντων (χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης) και επειδή όπως είπαμε πιο πάνω, δύσκολα θα προσληφθεί ως υπάλληλος. Πέρα όμως από όλα τα παραπάνω, είναι και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινοτικού τρόπου ζωής που κάνουν για αυτόν τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα. Διότι τα άτομα που ζουν σε τέτοιες κοινότητες (σκεφτείτε και τη ζωή των παππούδων μας στα χωριά) είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό αλληλεξαρτημένα το ένα από το άλλο σε σχέση με εμάς τους κατοίκους των σύγχρονων αστικών κέντρων. Πχ σε πολλές περιπτώσεις το μεγάλωμα των παιδιών δεν το αναλαμβάνει μόνο ο γονέας αλλά συνδράμει και η υπόλοιπη κοινότητα, ενώ οι οικογένειές τους είναι πολύ πιο διευρυμένες από ότι οι δικές μας, αφού το ζευγάρι ζει πολύ κοντά ή μαζί με τους γονείς, τον παππού και τη γιαγιά, ή καμιά φορά και με τα αδέρφια του. Στη δική μας ζωή η παρέμβαση των φίλων και των γνωστών στην καθημερινότητά μας περιορίζεται στις φιλικές σχέσεις, αν θέλουμε κάποιον να φυλάει τα παιδιά μας θα προσλάβουμε κάποια γυναίκα(εκτός και αν το αναλάβουν οι γονείς), αν θέλουμε να γίνει μια επισκευή στο σπίτι θα φωνάξουμε κάποιο μάστορα, και ου το καθ εξής. Στην περίπτωση των τσιγγάνων που ζουν σε μικρές κοινότητες, πολλά από αυτά για τα οποία εμείς χρησιμοποιούμε υπηρεσίες επί πληρωμή, τα αναλαμβάνει η ίδια η κοινότητα. Η κοινότητα αναλαμβάνει σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και να «ταιριάξει» τα παιδιά και μάλιστα σε μικρή ηλικία, αφού το προξενιό μεταξύ δυο οικογενειών είναι κάτι όχι ασυνήθιστο για τις μικροκοινωνίες των Τσιγγάνων. Όταν παίρνεις λοιπόν τον άνθρωπο που έχει μάθει να ζει με αυτόν τον τρόπο και τον πετάς σε ένα διαμέρισμα, του στερείς ένα ολόκληρο δίκτυο σχέσεων που καθόριζαν την ύπαρξή του χωρίς να του προτείνεις μια ολοκληρωμένη εναλλακτική, λογικό λοιπόν είναι να τσινίσει. Πόσο μάλλον όταν συχνά με επιδρομές της αστυνομίας – που έχουν ως πρόσχημα την πάταξη του εγκλήματος- οι καταυλισμοί τους διαλύονται και οι Τσιγγάνοι εξαναγκάζονται σε μετακίνηση.

tsigkanoi-kai-prosarmostikotiata-ntou-tis-astinomias-stin-komotini

Από ντου της αστυνομίας σε καταυλισμό Τσιγγάνων στην Κομοτηνή

Υπάρχουν βέβαια και Τσιγγάνοι οι οποίοι έχουν ως ένα βαθμό προσαρμοστεί, όμως αν το παρατηρήσετε, οι Τσιγγάνοι αυτοί ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, πράγμα που τους επιτρέπει ή απαιτεί από αυτούς:

Α) Να έχουν μια πιο εξωστρεφή συμπεριφορά αφού πρέπει να πουλήσουν την πραμάτεια τους.

Β) Να έχουν κάποια σχετική οικονομική ανεξαρτησία, εφόσον βγάζουν τα προς το ζην από το επάγγελμα τους, άρα δεν είναι αναγκασμένοι να ψάξουν –και να μη βρουν– απασχόληση σε κάποιον τρίτο.

Γ) Και επιτρέπει και στα παιδιά τους να έρθουν σε επαφή και να συνάψουν σχέσεις με τα παιδιά των λευκών, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια προοδευτική προσαρμογή γενιά με τη γενιά.

Η συνολική προσαρμογή πάντως των Τσιγγάνων στην ευρύτερη κοινωνία για να γίνει χρειάζεται μεγάλη μακροχρόνια και συντονισμένη προσπάθεια από την πλευρά της πολιτείας, και όχι απλά σπασμωδικές κινήσεις που περισσότερα προβλήματα δημιουργούν παρά λύνουν. Για να εντάξεις αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να τους λύσεις πρώτα πρώτα το επαγγελματικό, και για να γίνει αυτό χρειάζεται είτε να δώσεις μόρια για να μπουν στο δημόσιο, είτε να δώσεις κίνητρα στις επιχειρήσεις για να τους προσλάβουν. Επίσης πρέπει, κατά τη διαδικασία ένταξής τους να επέμβεις με προσοχή και σεβόμενος κάποιες παραδόσεις τους, διαφορετικά πιθανόν να κρατήσουν αμυντική στάση και να επιβραδυνθεί έτσι η όποια διαδικασία. Οφείλεις επίσης να εξασφαλίσεις ότι η εκπαίδευση θα έχει αντίκρισμα και για αυτούς, διότι διαφορετικά, γιατί να σπουδάσει το τσιγγανόπουλο, αφού μετά δεν θα μπορεί να βρει εύκολα δουλειά πάνω στον τομέα του και άρα να αξιοποιήσει το πτυχίο του. Από την άλλη πλευρά, πρέπει με παρεμβάσεις (πχ μέσα από τα σχολικά βιβλία) να σπάσεις σιγά σιγά και τα ταμπού των λευκών απέναντι στους Τσιγγάνους. Στο ξεκίνημα μιας τέτοιας προσπάθειας κατά πάσα πιθανότητα θα προκύψουν και ζητήματα εργασιακής πειθαρχίας και ένα σωρό άλλα, αφού στην καθημερινή τους ζωή οι Τσιγγάνοι δεν έχουν μάθει να δουλεύουν με τον πειθαρχημένο τρόπο που απαιτείται σε μια καπιταλιστική επιχείρηση.

Όλα τα παραπάνω βήματα, είναι βέβαια πολύ δύσκολο να γίνουν, ακόμη και αν υπήρχε η βούληση, από την πολιτεία. Ενώ, για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος, πιθανόν θα χρειαστεί να περάσουν δυο, τρείς ή και περισσότερες γενιές ώστε να σπάσει η δική μας προκατάληψη και οι δικές τους άμυνες. Το έχουμε δει πάντως να συμβαίνει στην ΕΣΣΔ. Αν, και για να πούμε την αλήθεια, στον καπιταλιστικό κόσμο και μάλιστα σε περίοδο κρίσης, η διαδικασία ένταξης των Τσιγγάνων μοιάζει χλωμή υπόθεση. Και αυτό διότι είναι μάλλον το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τους οικονομικούς και κυβερνητικούς  κύκλους. Ακόμη και κάποια σπασμωδικά μέτρα που παίρνονται, είναι μάλλον για να πέσει στάχτη στα μάτια και να αρπαχτούν κάποια κονδύλια, ενώ τα αποτελέσματά τους είναι αμφίβολα. Αυτό που εγώ προβλέπω μετά το περιστατικό στο Μενίδι, είναι μάλλον ότι για μια περίοδο θα αυξηθεί η καταστολή χωρίς να αλλάξει τίποτα προς την κατεύθυνση της προσαρμογής. Με φοβίζουν δε και οι δηλώσεις των ναζιστών της Χρυσής Αυγής, που ίσως βρήκαν έναν ακόμη αποδιοπομπαίο τράγο, τι και αν οι Τσιγγάνοι είναι 100/100 Έλληνες;

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

 

Τις προάλες είχα γράψει ένα άρθρο για το Battlefield One , σήμερα θα δημοσιεύσω μερικά βιντεάκια που τράβηξα με τις επιδόσεις μου στο παιχνίδι, απολαύστε με:)

Read Full Post »

Εκτοξευθήκαμε και σας περιμένουμε!

http://www.katiousa.gr/

Read Full Post »

1rei6b.jpg

Α ρε Καραμανλής που σας χρειάζεται!

Πάσχα ή Χριστούγεννα, κουραμπιές ή μελομακάρονο, θάλασσα ή βουνό, καλοκαίρι ή χειμώνας, μακαρόνια με κιμά ή με ντομάτα, Καραμανλής ή τανκ, Μακρόν ή Λεπέν, διλήμματα ή ψευτοδιλήμματα; Αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας αρκετά διλήμματα και μερικές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τα πραγματικά από τα ψεύτικα. Ο Κοττάκης, για παράδειγμα, στη χθεσινή εκπομπή στο real έθεσε στον Μπογιόπουλο το εξής [ψευτο]δίλημμα, «αν στην Ελλάδα είχαμε προεδρικές εκλογές όπως στη Γαλλία και οι δύο τελικοί υποψήφιοι ήταν η Χρυσή Αυγή και ένα οποιοδήποτε άλλο αστικό κόμμα, τι θα έπρεπε να κάνει το ΚΚΕ;». Η αλήθεια είναι ότι δεν συγκράτησα την απάντηση του Μπόγιο γιατί εκείνη την ώρα έπαιζα Battlefield και ζοριζόμουν, παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να δώσω και εγώ μια απάντηση όχι μόνο στο ειδικότερο, αλλά και στο γενικότερο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού.

Τέτοιου είδους «ασκήσεις λογικής» συχνά προβληματίζουν τους υποψήφιους ψηφοφόρους, και το καπιταλιστικό σύστημα δείχνει να τις γεννά με το τσουβάλι, ενώ τα αστικά κόμματα κοιτάνε να τις εκμεταλλευτούν στο έπακρο. Θυμόμαστε ή έστω έχουμε ακούσει όλοι το «Καραμανλής ή Τανκ», το «ψηφίστε ΠΑΣΟΚ για να μη βγει η δεξιά», «ψηφίστε ΣΥΡΙΖΑ για να μη μας κυβερνούν οι ΣΑΜΑΡΟΒΕΝΙΖΕΛΛΟΙ» κ.α. Ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των [ψευτο]διλημμάτων, είναι ότι δεν προσπαθούν να σε οδηγήσουν προς ένα δρόμο μέσω της διαβεβαίωσης ότι η μια επιλογή από τις δύο είναι η σωστή, αλλά ότι είναι η λιγότερο λάθος. Είναι η λογική του μικρότερου κακού, που, τολμώ να πω, στα χρόνια της κρίσης προΐσταται και βασιλεύει στο decision making κομμάτι του εγκεφάλου μεγάλου μέρους του πληθυσμού, για να μην πούμε λίγο πολύ όλων(και εμού του ιδίου).

Αν προεκτείνουμε αυτήν την λογική πέρα από τον εκλογικοπολιτικό στίβο, θα δούμε ότι αφορά μεγάλο και καθοριστικό μέρος της ζωής μας. Είναι η δουλειά που θα δεχθείς με τους χειρότερους όρους για να μη μείνεις στην ανεργία, είναι η ενδοοικογενειακή βία που θα ανεχθείς για να μη βρεθείς εκτός οικογενειακής εστίας και μιας κάποιας «ασφάλειας» που σου προσφέρει, είναι η πειθαρχία και η συγκαταβατικότητα που θα δείξεις για να μην θεωρηθείς αχάριστος, δεδομένων των συνθηκών, απέναντι σε αφεντικά, προϊστάμενους, φορείς, κλπ. Είναι γενικά η μοιρολατρία, ο θάνατος της ελπίδας, η παραίτηση, η αποδοχή των πραγμάτων ως έχουν. Όλα τα παραπάνω αποτελούν έναν ακόμη τρόπο με τη βοήθεια του οποίου το «σύστημα»(τι, ποιο σύστημα; Ένα είν’ το σύστημα, το καπιταλιστικό) μας επιβάλλει την παρουσία του και τη λογική του, και μέρος αυτής της λογικής είναι η αποδοχή του υποτιθέμενου «μικρότερου κακού» που οδηγεί μοιραία στην αποδοχή του «αν είναι να σε βιάσουν χαλάρωσε τουλάχιστον για να το απολαύσεις».

Τα δίπολα αυτού του τύπου, «καλός μπάτσος» «κακός μπάτσος», χρησιμοποιούνται, όχι τυχαία και ως μέθοδοι ανάκρισης στις αστυνομικές υπηρεσίες. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη ότι τόσο ο καλός μπάτσος όσο και ο κακός, εργάζονται προς τον ίδιο σκοπό και οι ρόλοι τους είναι απόλυτα συμπληρωματικοί, είναι ο συνδυασμός τους αυτός που κάνει την ανακριτική μέθοδο αποτελεσματική… κάτι τέτοιο ισχύει και στην πολιτική. Θα μου πει κάποιος, και δικαίως, «μα καλά ρε φίλε, εσύ δηλαδή άμα είχες να επιλέξεις μεταξύ χρυσής αυγής και Τσίπρα θα το έπαιζες ανήξερος;». Έχουμε και λέμε:

Α) Γιατί μου θέτεις αυτό το ερώτημα εξ αρχής, βρεθήκαμε ποτέ σε τέτοιο πραγματικό δίλημμα;

Β) Αν μου το θέτεις παράλληλα προς το Μακρόν ή Λεπέν, να πούμε ότι το κόμμα της Λεπέν δεν είναι το ίδιο με τη χρυσή αυγή. Αν και ακροδεξιό, κινείται στα όρια της «αστικής νομιμότητας» και δεν λειτουργεί ως εγκληματική συμμορία. Χωρίς να θέλω να πω ότι δεν είναι ικανό για τα χειρότερα, αυτό που λέω είναι ότι αν σε κάποιον αρέσουν οι παραλληλισμοί και τα διλήμματα, καλό θα ήταν να παραλληλίζει πράγματα που επιδέχονται παραλληλισμού και όχι ανόμοια.

Γ) Άμα το αστικό σύστημα χρειαστεί να φτάσει σε ακρότητες, θα βρει τον τρόπο να το κάνει ασχέτως με το εκλογικό αποτέλεσμα. Τα ίδια τα όρια των αστικών κομμάτων είναι πολύ χαλαρά –θυμάστε τις κόκκινες γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ;- και όταν τα παραδοσιακά αστικά κόμματα δεν είναι κατάλληλα για να κάνουν τη δουλειά δεν είναι και τόσο δύσκολο να παρακαμφθούν(βλέπε Μουσολίνι, βλέπε ελληνική Χούντα, βλέπε λατινοαμερικάνικες χούντες κλπ). Με λίγα λόγια όταν θα είναι να έρθει ο φασισμός δεν θα έχειι ανάγκη να μας ρωτήσει, και αν μας ρωτήσει θα είναι επειδή τον συμφέρει η απάντηση, το έχουμε δει επανειλημμένως το έργο.

Δ) Ιστορικά αποδεδειγμένο είναι ότι δεν χρειάζεται απαραιτήτως κάποιο ακροδεξιό κόμμα για να κάνει ακρότητες, το ίδιο αποτελεσματικά τα καταφέρνουν στους πολέμους, στην περιθωριοποίηση των μειονοτήτων, στην καταπίεση των μαζών και τα «παραδοσιακά» αστικά κόμματα, κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά. Δανία Ελβετία και Γερμανία δεν είχαν ακροδεξιά κυβέρνηση όταν αποφάσισαν να κάνουν κατασχέσεις στα τιμαλφή των προσφύγων από τη Συρία. Οι επεμβάσεις του ΝΑΤΟ δεν γίνονται από ακροδεξιές κυβερνήσεις, και τα εξαντλητικά μέτρα λιτότητας δεν παίρνονται αυτή τη στιγμή από τον Μεταξά ή τον Παπαδόπουλο αλλά από αστούς πολιτικούς.

Και δεν τα αναφέρω όλα αυτά για να δώσω τροφή στους «γεια σου ρε Παπαδόπουλε!» και τους «μια χούντα θα μας σώσει!». Τα καθεστώτα αυτά έρχονται στις πιο μαύρες ή για να φέρουν τις πιο μαύρες εποχές. Το γεγονός ότι οι λαοί «καλοβλέπουν» κάποια(ές) στιγμή(ές) στην ιστορία ενός έθνους κάποιον Χίτλερ ή κάποιον Μουσολίνι, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ιδιαιτέρως ανησυχητικό και σίγουρα αποτελεί γενικότερη οπισθοδρόμηση του λαϊκού παράγοντα και της κοινωνίας. Η οπισθοδρόμηση αυτή βέβαια δεν έρχεται από τον ουρανό -οι γερμανοί δεν ξύπνησαν στραβά ένα πρωι και είπαν να γίνουν ναζί- αλλά έχει σαν οδηγό της τα αδιέξοδα του κεφαλαίου και τις αναπόδραστες αντικειμενικές αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς του που το υποχρεώνουν να στραφεί στην απολυταρχία και να παρασύρει μαζί και το λαό. Αυτό όμως που στην πραγματικότητα θέλω να καταστήσω σαφές, είναι ότι τέτοιου τύπου δεινά δεν αποτρέπονται με το αν θα ψηφίσει ο λαός τον ένα εκπρόσωπο της αστικής τάξης ή τον άλλο. Ήταν αυτοί οι ίδιοι εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού συστήματος οι οποίοι έδωσαν το χρίσμα στον Χίτλερ, και όχι απλά αυτό, αλλά και τον βοήθησαν να φτάσει μέχρι εκεί.

Το μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου πρόβλημα με αυτά τα ψευτοδιλήμματα, είναι ότι παγιδεύουν τις συνειδήσεις του λαού σε λογικές αδιέξοδες, ότι και καλά ο κόσμος αλλάζει με εκλογές, ότι το μόνο μας όπλο περιορίζεται στην ψήφο μας, ότι αυτή είναι η δημοκρατία και πρέπει να λέμε και ευχαριστώ που μπορούμε να το κάνουμε και αυτό, γιατί η εναλλακτική θα ήταν Χίτλερ, Μουσολίνι και Μεταξάς. Και τσουπ, μπαίνει πάλι η λογική του μικρότερου κακού από το παράθυρο, «δέξου αυτήν κακή στραβή, ανάποδη (αστική) δημοκρατία, αλλιώς θα έχουμε χειρότερα»(«μείνε στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ αλλιώς θα έχουμε χειρότερα» και ου το καθ’ εξής). Δηλαδή τα ερωτήματα αυτά έχουν και τη διάσταση της απειλής να τα συνοδεύει. Και μένει ο λαός με δυόμισι επιλογές στα χέρια του, ή να ψηφίσει τον «καλό μπάτσο» ή να ψηφίσει τον «κακό μπάτσο» ή να ανέβει από μόνος του ο μπάτσος στην εξουσία. Στην πραγματικότητα βέβαια ο λαός μένει χωρίς επιλογή, γιατί άσχετα με το τι θα ψηφίσει, αν μείνει μοναχά εκεί, τα πραγματικά κέντρα αποφάσεων θα σχεδιάσουν την πορεία τους είτε με Μακρόν, είτε με Λεπέν, είτε με Ομπάμα είτε με Τραμπ.

Δημοκρατία δι αντιπροσώπων δηλαδή(του κεφαλαίου)μ διαφορετικά άμεση δικτατορία(του κεφαλαίου). «Και εκτός κεφαλαίου κύριε, ποιός είναι;». Όλο και κάποιος είναι, όμως για να αντιληφθούμε τι προτείνει αυτός ο κάποιος πρέπει να ξεφύγουμε από το λάκκο της κοινοβουλευτικής αυταπάτης. Αφού ακόμη και αν το ΚΚΕ βγει πρώτο κόμμα -λέμε τώρα- αν αυτό δεν οδηγήσει τον λαό ή αν ο λαός δεν το ακολουθήσει στη σύγκρουση με τα μονοπώλια για την ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου, όλο αυτό θα είναι δώρο άδωρο. Και εδώ που τα λέμε, για να πραγματοποιηθεί, το δεύτερο δεν είναι προυπόθεση να συμβεί το πρώτο.

Κλείνοντας, να πω ότι άλλο ένα χαρακτηριστικό που έχουν αυτού του τύπου τα ερωτήματα, είναι ότι τίθενται με τρόπο που απαιτεί να απαντήσει κάποιος μονολεκτικά, και μάλιστα έτσι εκβιάζουν και το είδος της απάντησης. Δλδ, αν πρέπει να δώσεις μονολεκτική απάντηση στο ερώτημα «Καραμανλής ή Τανκ»(ή και στο ερώτημα του Κοττάκη), θα πρέπει, μοιραία, να πεις Καραμανλής, αφού η εναλλακτική είναι να είσαι με τη Χούντα.

Πρέπει αν μπεις στην φιλοσοφία του ερωτήματος, να παγιδευτείς και να απαντήσεις κάτι που να είναι ενάντια στα συμφέροντα σου, ως κομμάτι του λαού, λες και δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Ή λες και ο φασισμός, αντιμετωπίζεται εξ ολοκλήρου με αστικού τύπου ψηφοφορίες και όχι με συνειδητή αντιφασιστική δράση ουσίας και σύγκρουση με την «φιλοσοφία» και την πρακτική του σε όλα τα επίπεδα, στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία και όπου αλλού εμφανιστεί. Δεν πρέπει να λησμονούμε δε, ότι σε πολλά ζητήματα και πολιτικές, η αστικοκοινοβουλευτικού τύπου διακυβέρνηση δεν διαφέρει και τόσο από τη φασιστική, και ότι τα πραγματικά όρια μεταξύ των αστικών κομμάτων και των φασιστικών, δεν είναι και τόσο στεγανά, αφού όπως έχει αποδείξει η ιστορία, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις τα πρώτα  όχι μόνο δεν εμποδίζουν, αλλά σιγοντάρουν ή και στηρίζουν ανοιχτά τα δεύτερα. Και τούτο επειδή στην μεγάλη εικόνα, υπάρχουν από πίσω τους κοινά καπιταλιστικά συμφέροντα, έστω και σε διαφορετικά μείγματα που έχουν μια ποικιλία τρόπων διαχείρισης στη διάθεση τους ανάλογα με τις περιστάσεις.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: