Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Δεκέμβριος 2025

Σώστε τις φώκιες έξω οι ξένοι
Σώστε τις φώκιες, έξω οι ξένοι

Με αφορμή το θάνατο της Μπριζίτ Μπαρντό, άνοιξε μια διαμάχη για το χαρακτήρα της, τις πολιτικές της απόψεις και τοποθετήσεις, τη φιλοζωία της, το ταλέντο της κ.α. Για την συγκεκριμένη ηθοποιό και περσόνα δεν ήξερα τίποτα, πλέον έχω μάθει πέντε πράγματα για τις σχεδόν ναζιστικές της ιδέες, που επικαλούνται όσοι την κατηγορούν και την φιλοζωία της, που επικαλούνται όσοι την εκθειάζουν. Όλο αυτό γεννά ένα σημαντικό ερώτημα γενικότερα και ανεξάρτητα από την Μπριζίτ και κάθε Μπριζίτ, μπορεί η φιλοζωία να συνυπάρχει με ακροδεξιές και αντικοινωνικές αντιλήψεις και αν ναι, σε ποια πλαίσια.

Γενικότερα, και ορθώς, η φιλοζωία θεωρείται ένα χαρακτηριστικό του “εξημερωμένου” ή πιο σωστά του “πολιτισμένου” ανθρώπου. Το να θέλει κάποιος να βλάψει ένα ζώο, ιδιαίτερα όταν αυτό δεν σχετίζεται με την κάλυψη βασικών του ανθρωπίνων αναγκών, όπως είναι η πείνα ή η ανάγκη να ζει σε ένα καθαρό περιβάλλον, αντιμετωπίζεται και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται σε μια “πολιτισμένη” κοινωνία ως κάτι αποτρόπαιο. Το να απολαμβάνει κάποιος το βασανισμό ενός σκυλιού ή ενός γατιού, αλλά ακόμη και ενός ζώου που προορίζεται να γίνει τροφή, δεν είναι από τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα πρέπει να ενθαρρύνονται στην κοινωνία μας και μάλλον θα έπρεπε να εξετάζεται η σχέση τέτοιων συμπεριφορών με ψυχοκοινωνικές ανωμαλίες.

Εμφανίζεται όμως ένα φαινόμενο που μάλιστα βρίσκει αρκετή εξάπλωση στις μέρες μας, η φιλοζωία (εντός ή εκτός εισαγωγικών), να συμβαδίζει με τάσεις μισανθρωπισμού, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονες. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν λέω ότι αυτό χαρακτηρίζει όλους τους φιλόζωους, αλλά ότι υπάρχει μια αρκετά υπολογίσιμη μερίδα ανθρώπων, που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλόζωοι, και οι οποίοι εκφράζουν μισανθρωπικές ή αντικοινωνικές απόψεις. Αυτού του τύπου οι ομάδες βρίσκουν συνήθως πεδίο έκφρασης στα social media, ειδικότερα με αφορμή τον θάνατο της Μπριζίτ εμφανίστηκαν πολλοί τέτοιοι. Πχ σε σχόλια πού σημείωναν πως η Μπριζίτ Μπαρντό μπορεί να έλεγε πως αγαπούσε τα ζώα αλλά είχε εκφράσει ρατσιστικές και μισανθρωπικές απόψεις, υπήρχαν σχόλια του τύπου “και εγώ δεν γουστράρω τα δίποδα” ή “καλά έκανε και που είναι το πρόβλημα” ή “οι άνθρωποι είναι μάστιγα και καταστρέφουν ότι ακουμπούν” κλπ κλπ κλπ. Φυσικά άνθρωποι ήταν και εκείνοι που τα έγραφαν αυτά, αλλά ίσως να θεωρούσαν τον εαυτό τους διαφορετικό από άλλους ανθρώπους, δεν ξέρω. Αυτή όμως η μανία να χρεώνεται στον άνθρωπο κάποιο προπατορικό αμάρτημα, νομίζω ότι δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική και παραβλέπει τα θετικά στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ή αυτό -που έλεγε ο Ρούσσο νομίζω- ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για τα καλύτερα και για τα χειρότερα. Και επειδή ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό, τότε το προς τα ποια πλευρά θα διαμορφωθεί ο χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου, εξαρτάται και από το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει.

Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που περιγράφω πιο πάνω, αντιλαμβάνονται τον συνάνθρωπο τους σαν την προσωποποίηση του κακού στον κόσμο ενώ τα ζώα ως πανάγαθες υπάρξεις. Στην πραγματικότητα και τα ζώα είναι ιδιαίτερα βίαια, μια αλεπού μπορεί να σφάξει όλες τις κότες στο κοτέτσι, ενώ μια αρσενική γάτα μπορεί να αποκεφαλίσει όλα τα γατάκια της, όμως αυτό που διαφοροποιεί κατ εμέ αποφασιστικά τα ζώα από τον άνθρωπο, είναι ο μεγάλος βαθμός κατανόησης των ανθρώπινων πράξεων, του νοήματος και του σκοπού τους, χωρίς να σημαίνει ότι και οι άνθρωποι δεν πράττουν παρά την βούληση τους κάτω από πίεση ή από σύγχυση. Επίσης πολλές από τις ανθρώπινες πράξεις που στο σήμερα μπορούν να θεωρηθούν κακές, μπορεί την ώρα που διαπράττονταν να ήταν στο πλαίσιο κανονικότητας, δηλαδή οι δρώντες να μην είχαν στο μυαλό τους ότι έπρατταν κάτι κακό. Στο βαθμό ιδιαίτερα που είναι δύσκολο να ορίσεις μια εξωιστορική έννοια περί καλού και κακού, πρέπει ως ένα βαθμό να συνυπολογίζουμε και το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα μία πράξη. Όμως ας μην επεκταθούμε άλλο προς τα εκεί, ας μείνουμε ότι δεν μπορούμε να επιρρίπτουμε τις ίδιες ευθύνες σε εναν άνθρωπο και σε ένα ζωο για τις συμπεριφορές τους.

Ο άνθρωπος λοιπόν ως εξ αρχής μιαρό ον, σε σχέση με τα ζώα που είναι υποτίθεται φυσικές αναπαραστάσεις του καλού, μάλλον δεν γίνεται να σωθεί και επιβιώνει ως αναγκαίο κακό καταστρέφοντας τον πλανήτη. Ακολουθώντας αυτόν τον συλλογισμό και φτάνοντας τον στα άκρα, ίσως θα ήταν καλύτερα ο άνθρωπος να εκλείψει για να απελευθερωθεί από αυτόν ο πλανήτης. Ο άνθρωπός βέβαια δεν είναι η μόνη μορφή ζωής που έγινε αιτία να εξαφανιστούν άλλες μορφές ζωής με την επικράτηση του, θα μπορούσαμε να πούμε όμως ότι ο άνθρωπος είναι ικανός μέσα σε λίγο χρόνο να αλλάξει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει σε αντίθεση με άλλες φυσικές διαδικασίες οι οποίες παίρνουν πολύ χρόνο. Όμως ποιος άνθρωπος; Είμαστε όλοι εξ ίσου υπεύθυνοι για τις περιβαλλοντικές καταστροφές; Υπάρχει συλλογική ευθύνη; Είναι ο καθημερινός άνθρωπος εκείνος που αποφασίζει τους πολέμους, εκείνος που αποψιλώνει τα δάση, εκείνος που υπεραλλιεύει τις θάλασσες, εκείνος που πετάει τα απόβλητα; Χωρίς να σημαίνει ότι ο κάθε ένας από εμάς δεν έχει μερίδιο ευθύνης, εμείς γεννιόμαστε σε ένα λίγο πολύ δεδομένο κόσμο που καλούμαστε να ακολουθήσουμε τους κανόνες του. Ο κόσμος αυτός, επειδή είναι διαμορφωμένος έτσι ώστε κάποιοι με μεγάλη δύναμη να ευνοούνται από το πως λειτουργεί, αντιστέκεται στις αλλαγές, πόσο μάλλον στους ατομικούς δρώντες που αναγκαστικά υποτάσσονται για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Το να θεωρήσουμε τον άνθρωπο στην αφηρημένη του μορφή ως καρκινικό κύτταρο, προσωπικά μου φέρνε στο μυαλό την ναζιστική καμπάνια για τους ανάπηρους, που θεωρούσε ότι αυτοί θα έπρεπε να στειρωθούν ή να εξοντωθούν επειδή η ύπαρξη τους κοστίζει στην κοινωνία. Εγώ είμαι περισσότερο της άποψης ότι θα πρέπει να φτιάξουμε μια κοινωνία που να είναι κατάλληλη για να ζουν και οι ανάπηροι και όχι να τους θεωρήσουμε βάρος. Αντίστοιχα, θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε μια κοινωνία τέτοια που να μην καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον πέρα από τις δυνατότητες αναγέννησης του. Διαφορετικά τι; Να ευχόμαστε την εξαφάνιση μας από τον πλανήτη; Μήπως να την επιδιώκουμε κιόλας. Αυτές οι απόψεις είναι μαλθουσιανές και φλερτάρουν με τον οικο-φασισμό, ότι τάχα είμαστε πολλοί και θα πρέπει να μειωνόμαστε. Έτσι και αλλιώς, όσο σκατά και αν τα κάνουμε, νομίζω ότι στην γή είμαστε απλά μια μικρή παρένθεση, ούτε θα ξεκινήσει ολύτε θα τελειώσει με εμάς η ζωή. Επίσης όσοι θεωρούν τον άνθρωπο δεδομένα μιαρό, είναι σαν να αρνούνται την ροπή του ανθρώπου και προς θετικές συμπεριφορές, είτε ατομικά είτε κοινωνικά. Η αντίληψη ότι υπάρχει μόνο η καταστροφική φύση του ανθρώπου ή ότι κατ ανάγκη αυτή πάντα επικρατεί είναι μηδενιστική και απάνθρωπη. Θεωρώ δε, ότι όσοι άνθρωποι εκφράζουν μεν αγάπη προς τα ζώα αλλά μίσος προς τον άνθρωπο, ίσως να βρίσκουν ως δικαιολογία τα υποτιθέμενη αγάπη τους για τα ζώα, προκειμένου να αιτιολογήσουν τον μισανθρωπισμό τους με τον ίδιο τρόπο που κάποιος το παίζει πατριώτης όχι επειδή αγαπάει την πατρίδα του και τους συμπατριώτες του, αλλά για να αιτιολογήσει το μίσος του για τους ξένους.

Ακούγεται συχνά και το επιχείρημα ότι οι ανθρώποι στις σχέσεις πληγώνουν ενώ τα ζώα προσφέρουν ανιδιοτελή αγάπη. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους και κυρίως με τα σκυλιά διότι τα έχουμε αναπτύξει από τους λύκους ως ζώα συντροφιάς, οπότε και έχουν προσαρμοστεί σε αυτό τους το ρόλο. Οι άνθρωποι από την άλλη, με τους οποίους ερχόμαστε σε πολύ πιο σύνθετες και με πολύ περισσότερο νόημα σχέσεις, από την μια δεν είναι κτήματα μας, άρα δύναται να μας αφήσουν, και από την άλλη η διατάραξη της σχέσης με έναν άνθρωπο κοστίζει τόσο πολύ, ακριβώς επειδή είναι τόσο σύνθετη και απαραίτητη για εμάς. Δενόμαστε εννοείται και με τα ζωάκια, όμως κατά τη γνώμη μου πρόκειται για άλλου είδους σχέση που είναι και αυτή σημαντικη. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι μπορώ να υποκαταστήσω την ανθρώπινη σχέση (δεν εννοώ ερωτική) με την επαφή μου με τα ζώα, νομίζω θα ήμουν ένας πολύ πιο δυστυχισμένος άνθρωπος σε έναν κόσμο χωρίς άλλους ανθρώπους, χωρίς διάλογο, χωρίς ανταλλαγή ιδεών κλπ κλπ.

Πέρα από το ότι δεν μπορώ να αφορίσω με διανοητικά ακροβατικά την ίδια μου την ύπαρξη ως ανθρώπινο ον, μου φαίνεται επίσης αδιανόητο να θεωρώ ιδανικό κόσμο έναν κόσμο χωρίς ανθρώπους γιατί θεωρώ ότι ο άνθρωπος είναι η μορφή, στον πλανήτη μας τουλάχιστον, που συλλαμβάνει τον κόσμο συνειδητά στη μεγαλύτερη δυνατή συνθετότητα του σε σχέση με άλλα πλάσματα. Αποτελούμε τον πιο σύνθετο τρόπο να βιωθεί ο κόσμος και νομίζω ότι αυτό έχει σημασία. Είμαστε όμως πιο σημαντικοί από τα άλλα πλάσματα; Στο γνωστό συλλογισμό του τρένου, αν έπρεπε να βάλω το τρένο είτε σε μια γραμμή που θα πατούσε έναν τυχαίο άνθρωπο ή μια γάτα, θα το έβαζα στη γραμμή εκείνη που θα πατούσε τη γάτα. Δεν μπορώ να το τεκμηριώσω αυτό φτιάχνοντας μια πυραμίδα και βάζοντας τα σημαντικά ζώα και τα λιγότερο σημαντικά, αν και οι περισσότεροι από εμάς σίγουρα βάζουμε τις κατσαρίδες χαμηλότερα από τα σκυλιά φαντάζομαι.

Σε κάθε περίπτωση η αγάπη για τα ζώα (που αφορά κυρίως τα κατοικίδια για να λέμε την αλήθεια, κάτι που δείχνει ότι προτιμούμε τα εξημερωμένα ζώα δηλαδή τα ζώα που έχουν ενταχθεί και κυρίως όσα έχουμε εντάξει συνειδητά στα μέρη που ζουν οι άνθρωποι… γιατί και τα ποντίκια υπάρχουν εκεί που υπάρχουν άνθρωποι αλλά δεν τα βλέπουμε με φοβερή συμπάθεια) νομίζω ότι μπορεί άνετα να συνυπάρχει με την μη απόρριψη του είδους μας. Περιπτώσεις σαν αυτές της Μπαρντό δεν μπορώ παρά να τις θεωρήσω αντικοινωνικές και προβληματικές, το μίσος που εξέφραζε για άλλους ανθρώπους που δεν της έφταιγαν σε τίποτα δεν νομίζω ότι μπορεί να ισορροπήσει σε μια ζυγαριά που από την άλλη πλευρά θα έχει την αγάπη της για τα ζώα. Και φυσικά το πρόβλημα δεν είναι η Μπαρντό, αλλά ότι αυτές οι συμπεριφορές συναντώνται και σε άλλους ανθρώπους και τείνουν να ή/και έχουν γίνει ιδεολογία που μοιάζει να έχει όλο και περισσότερους αποδέκτες.

Read Full Post »

Κάνω Copy/Paste από το Facebook μερικά πράγματα που έγραψα για τον Καποδίστρια, μιας και έχει βγεί στην επικαιρότητα λόγω της γνωστής ταινίας του Σμαραγδή. Δεν έχω βάλει τόνους και συγνώμη, αλλά αρχικά δεν είχα σκοπό να το δημοσιεύσω εδώ.

Παντως ο Καποδιστριας, οσο η επανάσταση του 21 δεν ειχε νικήσει, φροντισε να κραταει τις αποστασεις του και αρνηθηκε να γινει αρχηγος της φιλικης εταιριας. Βλεπετε το Τσαρικο κρατος, του οποιου ηταν αξιωματουχος ο ιδιος, δεν ηθελε να ρισκαρει να ταυτιστει με την ελληνικη επανάσταση. Όταν ανελαβε τη διακυβερνηση του τοπου και εφοσον ηταν βέβαιο οτι η Ελλαδα θα εφτιαχνε κρατος (κατι που ίσως δεν ήθελε να δεχθει ο Μετερνιχ που έβλεπε με καχυποψια οποιαδήποτε αλλαγή του κόσμου μετά την ήττα του Ναπολέοντα και την επαναφορα του «Παλαιου Καθεστωτως»), και αυτο το κρατος «επρεπε» να έχει «πάτρωνες» τις μεγάλες δυνάμεις τις εποχης (αγγλια, γαλλια, ρωσια). Αυτες ανταγωνοζονταν για το ποια θα έχει την περισσότερη επιρροή στην υπο διαμορφωση ακόμα κρατική οντότητα. Η γεωγραφική θέση της χώρας, βλέπετε, ήταν σημαντική για το εμπόριο της Αγγλίας και σημαντική για τη Ρωσια ώστε να έχει θαλάσσιες εξόδους στην περιοχή. Η απόφαση λοιπον, από τον καποδιστρια αλλά και από την τσαρική Ρωσία, πάρθηκε όταν βρέθηκαν προ τετελεσμένου, μιας και ο «μεγάλος ασθενής», που αποκαλούνταν η οθωμανική αυτοκρατορία, είχε υποκύψει στα τραυματα του. Οταν δηλαδή τα ισχυρα κράτη κλήθηκαν να προλάβουν να βάλουν χέρι στην περιοχή, αφού το παλιο αφεντικό, η Υψηλη Πύλη, ειχε υποχωρήσει απο τον ηδη δυσκολο ελεγχο των κατακτημενων εδαφων της. Τωρα αν ο Καποδιστριας ηταν περισσοτερο πιονι του Τσαρου ή περισσότερο κυβερνητης των ελλήνων (και ποιων ελλήνων) έχει και αυτο τη σημασια του. Σημασία όμως έχει και ο τρόπος με τον οποίο κυβέρνησε, που με τα μετρα και τα σταθμά του πνεύματος του διαφωτισμού που διακατείχαν τους πρωτεργάτες και εμπνευστες της ελληνικής επανάστασης, θα λέγαμε οτι η διακυβέρνηση του απειχε πολύ απο τέτοια ιδεωδη.

Εχοντας πει τα παραπάνω δεν θα έλεγα οτι ηρθε να κυβερνησει εκ του ασφαλούς (κατι που μαρτυράται και απο τη δολοφονία του). Έπρεπε να πετύχει στο στοιχημα να καταφέρει να δαμάσει ολα εκεινα τα διαφορετικών συμφερόντων κοινωνικά στρώματα που είχαν πρωταγωνιστήσει την προηγούμενη περίοδο, κάτι που για πολλούς λόγους απέτυχε να κάνει. Δεν ηταν ομως στους πρωτεργάτες της απελευθέρωσης, αντίθετα κράτησε τις αποστάσεις του μέχρι να πάρει το πράσινο φως από τον Τσαρο και σιγουρα η πολιτικη του δεν ήταν φιλολαικη, πως θα μπορουσε να ηταν άλλωστε έχοντας τις καταβολές που είχε.

Σκοπος μου δεν ειναι ομως να δαιμονοποιησω τον Καποδιστρια, αλλα να σημειωσω πως ήταν ενα προσωπο της εποχης του το οποιο εφερε κυριως ιδεες συντηρητικες και οχι προοδευτικες για το μελλον της χωρας. Φυσικα η προσπαθεια αστικου εκσυγχρονισμου ενος κρατους που προερχονταν απο μια κοινωνια που ειχε μεινει τοσο πισω μπορει να εμοιαζε προοδευτικο, ήταν βλέπετε κατάλοιπο της καθυστερημένης οθωμανικης αυτοκρατοριας. Όμως σε σχεση με τις πιο προοδευτικες ιδεες που ειχε φερει στην ευρωπη η γαλλικη επανάσταση και ο διαφωτισμος και οι οποίες σε μεγάλο βαθμό ενέπνευσαν την ελληνική επανάσταση, υπήρχε μεγάλη απόσταση. Έτσι και αλλιως και εκείνες έδιναν τη δική τους μάχη με το «Ancient Regime» από καιρό.

Read Full Post »

Ένα ακόμα άρθρο του φίλου του Blog Μιχάλη Αθανασάκη που έχω την χαρά να φιλοξενήσω. Τροφή για σκέψη και για διάλογο σε κάθε του παράγραφο.

Από το τέχνη ως γεγονός στο content ως ροή (ή αλλιώς reel!): Μνήμη, κοινότητα και ηθική σε έναν κόσμο που τρέχει

In one of the key scenes in Alfonso Cuarón’s 2006 lm Children of Men, Clive Owen’s character, Theo, visits a friend at Battersea Power Station, which is now some combination of government building and private collection. Cultural treasures – Michelangelo’s David, Picasso’s Guernica, Pink Floyd’s inatable pig – are preserved in a building that is itself a refurbished heritage artifact. This is our only glimpse into the lives of the elite, holed up against the effects of a catastrophe which has caused mass sterility: no children have been born for a generation. Theo asks the question, ‘how all this can matter if there will be no-one to see it?’ The alibi can no longer be future generations, since there will be none. The response is nihilistic hedonism: ‘I try not to think about it’.

                                                                                                             Mark Fisher, Capitalist Realism

Ας ξεκινήσουμε από κάτι απλό και καθημερινό, σχεδόν ασήμαντο — από αυτά που, ακριβώς επειδή είναι καθημερινά, περνούν κάτω από το ραντάρ της συνείδησης.

Είναι βράδυ. Το κινητό στο χέρι. Ένα ατέλειωτο κύλισμα εικόνων: ένα δεκαπενταδεύτερο βίντεο με ένα “ρεφρέν” που σε χτυπάει αμέσως, ένα “αστείο” που θέλει να σε κάνει να γελάσεις χωρίς να σκεφτείς, ένα κομμάτι πολιτικού λόγου κομμένο έτσι ώστε να είναι είτε σκανδαλώδες είτε εξοργιστικό, και μετά πάλι μουσική, πάλι εικόνα, πάλι σχόλια, πάλι αντίδραση. Κι όσο συνεχίζεις, τόσο δυσκολεύεσαι να σταθείς σε κάτι. Σαν να μην έχεις χρόνο να κατοικήσεις μέσα σε μια ιδέα, μέσα σε ένα συναίσθημα, μέσα σε μια μνήμη.

Και τότε γεννιέται ένα ερώτημα που ίσως είναι το πιο σοβαρό της εποχής μας: μήπως δεν ζούμε απλώς μια περίοδο “ψυχαγωγικής υπερκατανάλωσης”, αλλά μια ιστορική φάση όπου ο πολιτισμός αλλάζει λειτουργία και σκοπό; Μήπως ο πολιτισμός, ήτοι η μουσική, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, η ποίηση,  μετακινείται από κοινωνικό γεγονός σε προϊόν; Από κοινή γλώσσα νοήματος σε ροή περιεχομένου; Ίσως να είναι ρητορικό το ερώτημα μιας και διαφαίνεται ότι η απάντηση είναι πασιφανής.

Το λέω έτσι, ωμά, γιατί η ωμότητα εδώ είναι χρήσιμη: δεν με απασχολεί αν “χάλασε η τέχνη”. Με απασχολεί κάτι βαθύτερο, ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία παράγει νόημα, μνήμη και κοινότητα. Κι αν αυτά αρχίσουν να υποχωρούν, τότε υποχωρεί και η ηθική βάση – όχι ως κήρυγμα, όχι ως υπόδειξη αλλά ως πρακτική ανθρωπιάς.

Υπάρχει μια παρεξήγηση που βολεύει πολύ το σύγχρονο καθεστώς: ότι ο πολιτισμός είναι κάτι σαν διακόσμηση ή διασκέδαση. Ένα “άλλο” πεδίο, παράλληλο προς την οικονομία και την πολιτική. Κάτι που κάνει τη ζωή πιο ανεκτή, πιο όμορφη, πιο υποφερτή. Ένα συμπλήρωμα, ένα xanax.

Όμως ο πολιτισμός ιστορικά ήταν κάτι άλλο: ήταν ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία έδινε μορφή στο συλλογικό της Είναι. Και το συλλογικό Είναι δεν είναι μια μεταφυσική ουσία που επιβάλλεται στα άτομα. Προκύπτει από το ατομικό, από τις κοινές συνισταμένες εκείνες που, ενώ εξατομικεύονται, παραμένουν αναγνωρίσιμες: πόνος, έρωτας, θνητότητα, φόβος, ελπίδα, ανάγκη για ρυθμό, ανάγκη για τελετουργία, ανάγκη για αφήγηση.

Η τέχνη, όταν λειτουργεί κοινωνικά, κάνει το ιδιωτικό βίωμα κοινότοπο χωρίς να το ακυρώνει. Σε κάνει να νιώσεις ότι δεν είσαι μόνος. Κι αυτή η δυνατότητα, η μετατροπή της μοναξιάς σε κοινό νόημα, είναι ο πυρήνας της κληρονομιάς. Όχι η “ποιότητα” με όρους γούστου αλλά η λειτουργία της.

Όταν η κουλτούρα μετουσιώνεται σε βιομηχανικά αγαθά εμπορικά διαθέσιμα, το βάθος δεν εξαφανίζεται, απλώς ηττάται συστηματικά και αυτή η “εμπορευματοποίησησ” της κουλτούρας δεν είναι απλώς το ότι υπάρχουν εμπορικά έργα. Αυτό υπήρχε πάντα. Η εμπορευματοποίηση είναι κάτι πιο δομικό: είναι η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος όπου το βασικό κριτήριο αξίας γίνεται η κλίμακα, η ταχύτητα, η αναγνωρισιμότητα, η αδιάκοπη παραγωγή, το μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Κι εδώ εμφανίζεται μια σχεδόν νομοτελειακή συνέπεια: η επιφάνεια ευνοείται. Όχι επειδή “οι άνθρωποι έγιναν χαζοί”, αλλά επειδή το σύστημα ανταμοιβής επιβραβεύει την άμεση πρόσληψη. Το “hook”, το “reel”, το “quote” που θα αναπαραχθεί. Το συναίσθημα που δεν χρειάζεται να ζυμωθεί, να αναρωτηθεί. Τη συγκίνηση που δεν απαιτεί σιωπή.

Το βάθος, αντιθέτως, είναι αργό. Θέλει χρόνο, δεύτερη ανάγνωση, υπομονή, επιστροφή. Θα έλεγα ότι θέλει μια μορφή εσωτερικής πειθαρχίας και υπομονής. Αλλά πώς να υπάρξει πειθαρχία όταν το καθημερινό βίωμα έχει γίνει ροή; Όταν η ίδια η προσοχή σπάει σε μικρά κομμάτια, σαν να εκπαιδεύεται να μην αντέχει τη διάρκεια; Νιώθουμε να τρέχουμε διαρκώς χωρίς να φτάνουμε πουθενά.

Ίσως η πολιτιστική οπισθοδρόμηση δεν είναι θέμα πχ “κακής μουσικής” ή “κακού σινεμά”, αλλά θέμα διάλυσης της δυνατότητας για διάρκεια.

Πλατφόρμες & ΜΜΕ

Οι πλατφόρμες δεν είναι ουδέτερες, είναι επιχειρήσεις μέσα στο ίδιο πλαίσιοκαι εδώ συχνά γίνεται ένα λάθος: να μιλάμε για πλατφόρμες και ΜΜΕ σαν να είναι αυτόνομες “πολιτισμικές δυνάμεις”, σχεδόν μεταφυσικές. Όμως είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κι ως τέτοιες έχουν μια συγκεκριμένη δομή κινήτρων: θα αξιοποιήσουν την ισχύ τους κατά τρόπο που διασφαλίζει ή αυξάνει τα κέρδη τους.

Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε συνωμοσίες. Αρκεί να κατανοήσουμε την απλή λογική: αν το κέρδος εξαρτάται από τον χρόνο που μένεις, από την ένταση της αντίδρασής σου, από την επαναληπτική σου επιστροφή, τότε η πλατφόρμα θα οργανώσει τον κόσμο σου έτσι ώστε να αντιδράς, να επιστρέφεις, να μένεις. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κουλτούρα γίνεται καύσιμο. Η αισθητική γίνεται μηχανισμός.

Και εδώ δένει το ζήτημα με κάτι ακόμη πιο σκληρό: την ανισότητα.

Ταξική Ανισότητα

Η καπιταλιστική επέκταση δεν είναι απλώς γεωγραφική. Είναι επέκταση σε σφαίρες ζωής που άλλοτε δεν οργανώνονταν αποκλειστικά από την αγορά (αξίζει να διαβάσεις το βιβλίο The Age of Surveillance Capitalism της Shoshana Zuboff). Και όσο αυτή η επέκταση οξύνεται, τόσο οξύνονται και οι ανισότητες. Και όσο οξύνονται οι ανισότητες, τόσο οι αξίες μετατοπίζονται.

Γιατί η ανισότητα δεν είναι αριθμός. Είναι εμπειρία. Είναι ανασφάλεια. Είναι φόβος. Είναι η αίσθηση ότι η ζωή είναι αγώνας δρόμου χωρίς γραμμή τερματισμού. Και μέσα σε τέτοιες συνθήκες, ο άνθρωπος σπρώχνεται (όχι πάντα συνειδητά) προς μια ηθική επιβίωσης. Προς τον κυνισμό ως άμυνα. Προς τον ανταγωνισμό ως “ρεαλισμό”. Προς το “ο καθένας μόνος του” ως φυσικό νόμο.

Άρα η πολιτιστική επιφάνεια και η ηθική μετατόπιση δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα, αλλά δύο όψεις της ίδιας υλικής κίνησης.

Μνήμη, κοινότητα, ηθική: μια αλυσίδα που σπάει

Εδώ είναι που το πρόβλημα παίρνει υπαρξιακή μορφή. Γιατί δεν μιλάμε απλώς για “γούστα”. Μιλάμε για το αν μια κοινωνία μπορεί να παραμείνει κοινωνία.

Μνήμη: Δεν πρόκειται μόνο για λήθη. Πρόκειται για αποσπασματοποίηση. Η ιστορία γίνεται στιγμιότυπο. Γίνεται αφήγημα που επιλέγεται εργαλειακά, είτε για να αυτοδικαιωθούμε είτε για να μισήσουμε. Κι όταν η μνήμη χάνει τη συνέχεια, χάνει και τη δύναμή της ως φρένο. Πχ «η Μεταπολίτευση μας κατέστρεψε», «όλοι ίδιοι είναι», «οι πολιτικοί φταίνε για όλα», μια τεράστια ιστορική περίοδος επομένως γίνεται ένα “κουμπί” συναισθήματος (θυμός/αηδία).

Κοινότητα: Ποτέ δεν ήμασταν τόσο “συνδεδεμένοι” και ποτέ δεν ήμασταν τόσο μόνοι. Η κοινότητα θέλει διάρκεια, ευθύνη, τριβή, συγχώρεση. Θέλει ενσώματη σχέση. Τα social media όμως συχνά παράγουν ταύτιση χωρίς κοινή ζωή. Και όταν δεν υπάρχει κοινή ζωή, το “ανήκειν” γίνεται εύκολο να αντικατασταθεί από αφηρημένες ταυτότητες που υπόσχονται ζεστασιά αλλά παράγουν πόλωση. Το βλέπεις όταν γίνεται ένα περιστατικό (μια πολιτική δήλωση, ένα έγκλημα, ένα σκάνδαλο, μια κρίση). Μέσα σε λίγες ώρες σχηματίζονται δύο “στρατόπεδα”, αλλάζεις φωτογραφία προφίλ/βάζεις hashtag, κάνεις repost, γράφεις οργισμένο σχόλιο, νιώθεις ότι “ανήκεις” σε κάτι γιατί χιλιάδες άνθρωποι λένε τα ίδια πράγματα, την ίδια στιγμή.

Ηθική βάση: Η απανθρωποποίηση δεν έρχεται με κεραυνό. Έρχεται με μικρές «δόσεις». Με τη γλώσσα που υποτιμά. Με το “έλα μωρέ, αστείο είναι”. Με τη συνήθεια να βλέπουμε ανθρώπους ως κατηγορίες, ως πρόβλημα, ως απειλή, ως αριθμούς. Χωρίς μνήμη που να θυμίζει πού οδηγεί αυτό, και χωρίς κοινότητα που να επιβάλλει όρια στην πράξη, η μετατόπιση γίνεται κανονικότητα. Βλέπε για παράδειγμα την τρέχουσα επικαιρότητα όπου οι μετανάστες/πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως «νούμερα» και «εισβολείς», ξεκινάει από τη γλώσσα στον δημόσιο λόγο (και σε καθημερινές κουβέντες) ακούγεται: «λαθρομετανάστες» (ο άνθρωπος γίνεται παρανομία), «κύματα», «ορδές», «εισβολή» (ο άνθρωπος γίνεται φυσικό φαινόμενο ή απειλή). Εδώ έρχεται η πρώτη “δόση”: να μη μιλάμε για πρόσωπα, αλλά για μάζα. Μετά έρχεται το “έλα μωρέ”, κάποιος λέει ένα “αστείο” ή ένα σκληρό σχόλιο («να τους στείλουν πίσω με όποιο τρόπο», «να τους βουλιάξουν» κλπ), Μετά γίνεται στατιστική, η συζήτηση μετατρέπεται σε «πόσοι είναι», «τι κοστίζουν», «τι επιβαρύνουν». Τέλος, η μετατόπιση περνά στην πράξη, όταν μετά συμβεί κάτι σκληρό (π.χ. κακή μεταχείριση, απώθηση, απάνθρωπες συνθήκες), ο κόσμος δεν σοκάρεται όσο θα σοκαριζόταν παλιότερα «έτσι είναι… τι να κάνουμε…», «είναι υπάνθρωποι…».

Και τότε, ίσως τότε, η πολιτική γίνεται θέαμα. Η ηθική γίνεται αισθητική. Και η ανθρωπιά γίνεται επιλογή, όχι το αυτονόητο.

Άμυνα χωρίς “επίσημη ταυτότητα”

Εδώ χρειάζεται προσοχή, για να μη διολισθήσουμε στο αντίθετο άκρο: η προστασία της πολιτισμικής κληρονομιάς δεν πρέπει να γίνει κρατική κατασκευή του Είναι. Μια κοινωνία που “ορίζει” από τα πάνω τι είναι και τι δεν είναι, κινδυνεύει να παράξει επίσημο κανόνα, άρα και αποκλεισμούς.

Η πραγματική προστασία είναι πιο ταπεινή και πιο ριζική: είναι η διατήρηση της δυνατότητας να υπάρξει λαϊκή μνήμη, εμπειρίες, κοινότητα, κριτική σκέψη, πολλαπλές φωνές. Είναι η διατήρηση ενός οικοσυστήματος μέσα στο οποίο το νόημα μπορεί να παράγεται συλλογικά και όχι να επιβάλλεται αλλά να ζυμώνεται ώστε να προκύπτει κάτι νέο, κάτι φρέσκο (θέση + αντίθεση = σύνθεση),  που ταυτίζεται με την κοινωνία η οποία νιώθει ταυτόχρονα ότι εκπροσωπείται από αυτό (άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί) και το κατανοεί.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το κεντρικό ερώτημα: σε έναν κόσμο όπου ο πολιτισμός τείνει να γίνεται προϊόν και η προσοχή νόμισμα, πώς θα κρατήσουμε την ανθρωπιά ως κοινό γεγονός; Πώς θα κρατήσουμε ζωντανό το δικαίωμα να θυμόμαστε, να συναντιόμαστε, να ντρεπόμαστε εκεί που πρέπει, και να λέμε – χωρίς υπεκφυγές – ότι κανένας άνθρωπος δεν περισσεύει;

 (για περαιτέρω ανάγνωση)

Shoshana Zuboff, The Age of Surveillance Capitalism

Theodor W. Adorno & Max Horkheimer, Dialectic of Enlightenment (κεφ. “The Culture Industry”)

Guy Debord, Η κοινωνία του θεάματος

Mark Fisher, Capitalist Realism

Zygmunt Bauman, Liquid Modernity

Read Full Post »