Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αντικείμενο

Αντικείμενο

.

Χτυπάς το γυμνό πόδι σου στην πέτρα και βογκά η πέτρα

Αυτή πονά

Αυτή ματώνει

Σέρνει πίσω όλους τους αιώνες της

Μια αμαξοστοιχία που κινείται στο χρόνο

Αργά και σταθερά

Δεν είναι αναλλοίωτη

Ίσως έτσι μοιάζει στα εφήμερα μάτια σου

Που την κοιτούν και δακρύζει

Είναι τα μάτια σου καθρέφτες

Ανίκανα να απορροφήσουν οποιαδήποτε πληροφορία

Αντανακλούν μονάχα

Ίσως και λίγο παραμορφώνουν

Αν δεν μπορούν να εισπράξουν κάποιο μήνυμα

ας το στείλουν κάπου τυχαία

σαν σήμα S.O.S

σαν δέσμη από κάποιο φάρο

όχι πως υπάρχει χρόνος για σωτηρία

αλλά ας διαφυλαχθεί η πληροφορία πως κάπου κάποτε κάτι άξιζε να σωθεί

μια πέτρα που δακρύζει και ματώνει

πάνω στο χώμα

το απότιστο

εδώ και αιώνες

Τροφική αλυσίδα

Τροφική αλυσίδα

Εκείνο που είχε πια απομείνει ήταν ένα κουφάρι

Το μισό από ένα κουφάρι δηλαδή

Είχε βλέπετε πρωτύτερα βρεθεί μια σολομώντειος λύση

Ανάμεσα σε δυο θηρία

Που έκοψαν το θήραμα στα δυο

Και αφού χορτάσανε

Ξαπλώσανε στον ήλιο να χωνέψουν,

Έχουν περάσει μέρες από τότε

Τώρα μικρότερα ζώα, όρνεα ύαινες και ποντίκια,

ανταγωνίζονται για μια λίβρα σάρκας

ή έστω μια μικρή δαγκωνιά από ότι έχει μείνει κολλημένο στα κόκκαλα

η μπόχα του τους σπάει τα ρουθούνια

και κάνει το σάλιο τους να κυλάει απ το στόμα

 θα πάρει το κάθε ένα τη σειρά του

ανάλογα με τη θέση του στην τροφική αλυσίδα

κι ότι απομείνει στο τέλος

θα το αφήσουν για τους ανθρώπους εκείνους

που πεινάσαν από έρωτα

1-Χ-2

1-Χ-2

Από το ημερολόγιο της Έμμα-Χ

Αγαπητό ημερολόγιο, 12/04/1995.

Κακά μαντάτα! Όποιος θεωρεί πως ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση έχω να του πω πως ελπίζω ο Θεός να μη μοιάζει με μένα. Είμαι μια νέα κοπέλα 25 ετών και ομολογώ ότι δεν έχω κάνει ποτέ έρωτα, δεν έχω καν φιλήσει αγόρι και ποτέ δεν ήθελε να με γνωρίσει κάποιος τόσο καλά ώστε να μπορώ να τον αποκαλώ φίλο. Μερικές φορές, όταν συμβαίνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο στο κόσμο, το αποκαλούμε θαύμα της φύσης, στη δική μου περίπτωση, παρόλο που αυτό που μου συμβαίνει είναι εξαιρετικά σπάνιο, θα άρμοζε περισσότερο να πούμε ότι η φύση έκανε μάλλον κάποιο έγκλημα, παρά θαύμα.

Ποιο είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα είναι ότι είμαι μια γυναίκα 120 κιλών… ή πιο σωστά ήμαστε μια γυναίκα 120 κιλών. Εγώ και η αδερφή μου ήμαστε πολύ δεμένες, δεμένες με αίμα και σάρκα, η μια πλάτη στην άλλη, έχουμε τέσσερα πόδια, τέσσερα χέρια και δυο κεφάλια που αντίθετα με την παροιμία δεν είναι καλύτερα από ένα. Από μικρές κάνουμε τα πάντα μαζί. Κοιμόμαστε μαζί, βλέπουμε τηλεόραση μαζί, ακόμα και στη τουαλέτα… μαζί. Μόνο εμμηνόρροια έχουμε διαφορετικές ημέρες μόνο και μόνο για να ταλαιπωρούμαστε διπλά. Φαντάζομαι ότι αυτοί που μας γνωρίζουν θα στοιχημάτιζαν πως τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα για μας… κι όμως, κάνουν λάθος.

Μόλις σήμερα το πρωί πληροφορηθήκαμε από τον ειδικό γιατρό που μας παρακολουθεί από την ημέρα της γέννησής μας ότι είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί εγχείρηση αποκόλλησης. Έπρεπε να περιμένουμε 25 ολόκληρα χρόνια για να καταρρίψει ένα ιατρικό ανακοινωθέν και την τελευταία μας ελπίδα. Περιμέναμε όλον αυτόν τον καιρό το μυοσκελετικό σύστημα μας να αναπτυχθεί πλήρως ώστε να καταστεί δυνατόν να εκτελεστεί επέμβαση διαχωρισμού. Το κακό νέο είναι ότι κάποιοι δίσκοι στην σπονδυλική μας στήλη δεν γίνεται να λειτουργήσουν ανεξάρτητα. Ο γιατρός μας εξήγησε ότι ήταν αδύνατον να επιβιώσουμε και οι δύο μετά από μια τέτοια επέμβαση και ότι ήταν αδιανόητο και απαγορευμένο ηθικά να θυσιαστεί κάποια από της δύο μας για την «απελευθέρωση» της άλλης.

Είναι η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου… θέλω να πεθάνω.


Από το ημερολόγιο της Ροζέτα-Χ

Αγαπητό ημερολόγιο, 13/04/1995.

Εφιάλτες! Σήμερα κατά τη διάρκεια της νύχτας ξύπνησα από ένα τρομακτικό εφιάλτη, ένα από εκείνα τα όνειρα που μοιάζουν να προφητεύουν το μέλλον, ένα ζοφερό και δυσοίωνο μέλλον. Ήταν και η Έμμα ξύπνια ή την ξύπνησα εγώ στη σαστιμάρα μου. Μετά από το άσχημο μαντάτο που μας ανακοίνωσε ο Δρ. Ιωάννου δεν έχουμε ανταλλάξει και πολλές κουβέντες… ίσως να ακουστεί λίγο τραγελαφικό, μα γυρίσαμε η μία την πλάτη στην άλλη. Κάτι που ίσως να σχετίζεται με το όνειρο που τόσο με διατάραξε.

Ήμουν με την αδερφή μου σε ένα λοφίσκο γεμάτο από άνθη και πρασινάδες. Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος και ήταν μεσημέρι. Ένα ανεπαίσθητο αεράκι χάιδευε το δέρμα μας, περισσότερο μας δρόσιζε παρά μας ενοχλούσε. Εμείς τρέχαμε χαρούμενες και ξέγνοιαστες, τρέχαμε με το δικό μας ανεπιτήδευτο τρόπο, πλάτη με πλάτη σαν στραβοκάνικο σκυλί, σκοντάφτοντας και παραπατώντας, όμως νιώθαμε χαρούμενες σαν μικρά παιδιά. Σε μια στιγμή απροσεξίας γλιστρήσαμε στο υγρό χορτάρι, πέσαμε κάτω και αρχίσαμε να κατρακυλάμε το λόφο. Δεν θυμάμαι να πόνεσα, ίσως επειδή ήταν όνειρο, μα όταν προσγειωθήκαμε παρατήρησα ότι το χωριάτικο λουλουδάτο φόρεμα μας ήταν μουσκεμένο με αίμα, αίμα όχι δικό μου, μα δικό της.

Όταν γύρισα το λαιμό μου να την κοιτάξω είδα έντρομη ότι η Έμμα είχε αποκεφαλιστεί. Φώναξα, στρίγκλισα μα δεν ήταν κανείς εκεί να με ακούσει, φώναζα και ταυτόχρονα ένοιωθα περίεργα, στιγμή με τη στιγμή πιο ανάλαφρη. Την ξανακοίταξα και μου φάνηκε ότι το σώμα της άρχισε να μαζεύει, να ζαρώνει, να χάνεται, μέχρι που έγινε στάχτη και σκόρπισε στον άνεμο. Σηκώθηκα και περπάτησα για πρώτη φορά στα δύο μου πόδια, ένοιωσα σαν το μεταξοσκώληκα που βγαίνει από το κουκούλι έχοντας γίνει πεταλούδα…. άρχισα να φωνάζω πάλι, μα από χαρά και να δακρύζω, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ξύπνησα με αίσθημα πανικού.

Δεν μου άρεσε καθόλου το όνειρο, ήταν πέρα για πέρα μακάβριο, παρόλα αυτά δεν μπορούσα να αποκλείσω το μυαλό μου από το να εξετάζει την νέα αυτή προοπτική.


Από το ημερολόγιο της Έμμα-Χ

Αγαπητό ημερολόγιο, 14/04/1995.

Όνειρα! Ξαναείδα το ίδιο όνειρο απόψε, το όνειρο εκείνο που με βλέπω να πεθαίνω και την αδερφή μου να απελευθερώνεται, μόνο που αυτή τη φορά όταν ξύπνησα δεν μου έμοιαζε πια εφιάλτης, ήταν περισσότερο φαντασίωση και αυτό με έκανε να νιώθω αμφίσημα συναισθήματα. Η σκέψη που με θέλει να πεθαίνω για να ζήσει η Ροζέτα, φυσιολογικά είναι φρικτή και ακόμη πιο φρικτό είναι ότι κάτι τέτοιο ιατρικά είναι εφικτό. Το να δώσω τη ζωή μου για την αγαπημένη μου αδερφή ήταν και για εμένα μια δικαίωση, μια κλωτσιά στα αχαμνά της «μοίρας».

Από το πρωί ακόμα δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, πέρα από τα απαραίτητα. Ξυπνήσαμε, πλυθήκαμε, φάγαμε, είδαμε τηλεόραση· η κάθε μια στη δική της συσκευή μιας και ήταν αδιανόητο να κοιτάμε στην ίδια κατεύθυνση. Ύστερα κάναμε τις δουλειές του σπιτιού. Είναι αστείο το πως συμπεριφέρεται ο χρόνος, λένε πως όταν περνάς καλά τρέχει γρήγορα. Για ‘μας μοιάζει πάντα σταματημένος σαν στιγμιότυπο. Όμως περνά, περνά χωρίς αμφιβολία. Αλλά στη δική μας περίπτωση, όποιο σημείο και αν διαλέξουμε στη διάρκεια της ζωής μας, φαντάζει το ίδιο ασπρόμαυρο και άχαρο με οποιοδήποτε άλλο.

Τι θα έπρεπε να αλλάξει στον παράλληλο βίο μας που θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα καλύτερα; Τίποτα δεν θα μπορούσε να αλλάξει στον παράλληλο βίο μας, τίποτα εκτός και αν ο βίος μας σταματούσε να είναι παράλληλος… αν ο βίος μου σταματούσε… να είναι παράλληλος…

Από το ημερολόγιο της Ροζέτα-Χ

Αγαπητό ημερολόγιο, 15/04/1995.

Κόλαση! Δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου, δεν μένει καν χώρος για κάτι άλλο στο μυαλό μου, ντρέπομαι για μένα, ξέρω πως κάτι τέτοιο αποτελεί εισιτήριο για τη κόλαση. Αλλά μήπως στη κόλαση δεν είμαι και τώρα; Ντρέπομαι και να της μιλάω και για πρώτη φορά το θεωρώ ευλογία που δεν μας είναι δυνατόν να κοιταχτούμε στα μάτια, τα μάτια αποκαλύπτουν, τα μάτια προδίδουν.

Δεν ξέρω αν μια υποσυνείδητη σκέψη μου γέννησε το όνειρο ή το όνειρο μου γέννησε την σκέψη, πάντως σίγουρα το ένα ενισχύει το άλλο και δεν ξέρω άμα μπορώ να το αντέξω. Το πρωί εξαθλιώθηκε τόσο πολύ η ψυχή μου που άρχισα να καταστρώνω σχέδιο, ύστερα πανικοβλήθηκα και κατάφερα να απασχοληθώ με δραστηριότητες και να σταματήσω να το επεξεργάζομαι, προσωρινά… Τώρα όμως που δεν έχω με τίποτα άλλο να ασχοληθώ και είμαι στο κρεβάτι, οι άρρωστες σκέψεις κάνουν τσουλήθρα στο κεφάλι μου και είναι αδύνατον να τις περιορίσω.

Έπρεπε να το κάνω να φανεί σαν αυτοκτονία, όχι με ηλεκτρισμό, θα μας σκότωνε και τις δύο, όχι με όπλο θα ήταν επικίνδυνο, ίσως με δηλητήριο. Πώς όμως θα το έκανα χωρίς να το υποψιαστεί η Έμμα; Αρχικά θα έπρεπε να προμηθευτώ το δηλητήριο, ίσως να ήταν πιο εύκολο αν χρησιμοποιούσα κάτι καθημερινό όπως χλωρίνη, όμως η χλωρίνη μυρίζει έντονα. Ίσως θα ήταν καλύτερο να χρησιμοποιούσα οξύ, άμεσο και δραστικό, ελπίζω μόνο να μη φανεί ύποπτο στους ιατροδικαστές.

Άλλο ένα ζήτημα είναι πως θα την κατάφερνα να την κάνω να το πιεί; Ίσως αν της το έριχνα στο νερό που παίρνει πάντα δίπλα της στο κρεβάτι, θα το έβαζα πρώτα στο δικό μου ποτήρι και ύστερα στη πρώτη ευκαιρία θα το άλλαζα με το δικό της. Ήταν μια θαυμάσια ιδέα και θα το έκανα, θα το έκανα όσο το δυνατόν συντομότερα…

Από το ημερολόγιο της Έμμα-Χ

Αγαπητό ημερολόγιο, 16/04/1995.

Παράδεισος! Το αποφάσισα, δεν υπήρχε σκέψη για υποχώρηση, θα έδινα τη δική μου ζωή για να ζήσει εκείνη, έτσι και αλλιώς σιγά τη ζωή. Στο κάτω κάτω υπάρχει η άποψη πως όταν χάνει τη ζωή του πεθάνει ένας δίδυμος, ο άλλος συνεχίζει με κάποιο τρόπο να ζει μέσω του αδερφού του που επιβιώνει. Μακάρι να είναι έτσι!

Θα έπαιρνα χάπια, ναι αυτό ήταν το σωστό μια χούφτα από τα ηρεμιστικά μου σε ένα ποτήρι νερό και θα έκαναν μια χαρά τη δουλειά τους. Αυτήν δεν θα την επηρέαζε, τα όργανα μας είναι ξεχωριστά στο 99%, έχουμε τελείως ανεξάρτητους οργανισμούς, αν εξαιρέσει κανείς το κοινό σημείο στην σπονδυλική μας στήλη.

Μιλήσαμε απόψε, μιλήσαμε αρκετά, θυμηθήκαμε τα παλιά, τηλεφωνήσαμε στους γονείς μας… τους μίλησα σα’ να ήταν η τελευταία φορά· δάκρυσα. Ήταν αγχωμένη σήμερα, αγχωμένη και έμοιαζε και ανυπόμονη, λες και ήξερε πως από αύριο θα ελευθερωνόταν. Της είπα πόσο την αγαπώ, μου το είπε και εκείνη και δάκρυσε. Μακάρι να μπορούσα να την αγκαλιάσω. Ποιος να το περίμενε ότι η τελευταία μέρα της ζωής μου θα είναι η πιο χαρούμενη…
Νύχτωσε. Είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, έχω ετοιμάσει από ώρα το ποτήρι και είμαι έτοιμη να το πιω, ελπίζω να με καταλάβετε εσείς που με αγαπάτε, φιλιά…

Από το ημερολόγιο της Ροζέτα-Χ

Αγαπητό ημερολόγιο, 16/04/1995.

Κάθαρση! Τα κατάφερα να πάρω το μπουκάλι με το οξύ την ώρα που κάναμε την καθαριότητα, κατάφερα να αλλάξω και τα ποτήρια προσποιούμενη ότι ήθελα να κοιτάξω λίγο έξω από το παράθυρο που ήταν από τη δική της πλευρά του κρεβατιού.

Είχα από πριν βάλει το ποτήρι με το οξύ κάτω από το κρεβάτι καθώς άλλαζα τα σεντόνια. Ήταν αναμενόμενο ότι παρόλο που ξεπέρασα τις φυσικές δυσκολίες είχαν προηγηθεί κάποιες ψυχολογικής φύσεως αναστολές, πόσο μάλλον όταν μου είπε ότι με αγαπάει, της το είπα και εγώ, όσο και αν φαίνετε περίεργο το πίστευα, ακόμη το πιστεύω. Πάντως τις αναστολές τις ξεπέρασα, ίσως είμαι ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο όμως τις ξεπέρασα.

Ύστερα από μόλις μερικά λεπτά αφότου ξαπλώσαμε, που φάνηκαν αιώνες (ναι ξέρω, κλισέ έκφραση), η Έμμα αποφάσισε να πιει από το ποτήρι. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τη σταματήσω όμως κρατήθηκα. λίγες στιγμές ηρεμίας και μετά σπασμοί, τόσο δυνατοί που παραλίγο να μας πετάξουν από το κρεβάτι, και ύστερα ακινητοποιήθηκε, ακινητοποιήθηκε μια για πάντα.

Δεν έπρεπε να τα χάσω, έπρεπε σαν καλή αδερφή να πάρω τηλέφωνο το γιατρό και να του πω τι συνέβη, όχι την αλήθεια φυσικά. Όμως ένιωθα να πνιγόμουν και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά… ίσως αν έπινα λίγο νερό από το ποτήρι της (αυτό δηλαδή που αντάλλαξα) να αισθανόμουν καλύτερα. Ήπια μερικές γουλιές και καταπολέμησα την κρίση πανικού που με είχε κυριεύσει, η γεύση του πάντως ήταν κάπως περίεργη. Κατάφερα και πήρα τηλέφωνο το γιατρό, κατάφερα να παίξω και το ρόλο μου σωστά, το μόνο που μαρτυρά την πράξη μου είναι αυτό το ημερολόγιο, και σκοπεύω να το κάψω, όμως καλύτερα να κοιμηθώ πρώτα λίγο. Αισθάνομαι τα μάτια μου να βαραίνουν…

Απόσπασμα τοπικής εφημερίδας, 17/04/1995

Νεκρή βρέθηκε σήμερα το πρωί η[..]. σύμφωνα με το ανακοινωθέν της αστυνομίας βρέθηκε κουλουριασμένη στο κρεβάτι της σε εμβρυακή στάση[…] η αυτόχειρας είχε στο παρελθόν αντιμετωπίσει ψυχολογικά προβλήματα και είχε νοσηλευτεί όπως μας ενημέρωσε ο θεράπων ιατρός της. Μας επιβεβαίωσε δε, ότι η νεαρή κοπέλα έπασχε από ένα σπάνιο είδος σύγχυσης προσωπικότητας που την έκανε να πίστευε ότι είχε σιαμαία αδερφή. Της δόθηκε εξιτήριο πριν από ένα μήνα όταν θεωρήθηκε ότι είχε θεραπευτεί… σύμφωνα με φήμες, δίπλα της βρέθηκε ένα ημερολόγιο που ίσως να αποτελεί το κλειδί του μυστηρίου η αστυνομία δεν έχει ακόμη δώσει σχετικές πληροφορίες στη δημοσιότητα[…]

Το δάσος στο πατάρι (Συλλυπητήριο)

Όταν φεύγει ένας φίλος

Υπάρχουν πράγματα μέσα σου που το γνωρίζουν πως χάθηκε

Μα, στην αρχή τουλάχιστον, είναι κυρίαρχα εκείνα

που σε κάνουν να νιώθεις ότι θα απαντήσει το τηλέφωνο αν τον καλέσεις

πως θα τον βρεις στη δουλειά, στη γειτονιά του, στο εξοχικό

ίσως από κεκτημένη ταχύτητα

ίσως επειδή όλα εκείνα που συνιστούν τον έναν ή τον άλλο άνθρωπο μέσα μας

δεν κλείνουν με διακόπτες

κρατάνε πάντα για λίγο ακόμη

ή και πολύ περισσότερο

αναμμένα

σαν το δέντρο που αποφεύγεις να ξεστολίσεις

επειδή φοβάσαι πως αν το ανεβάσεις στο πατάρι

θα μείνει εκεί για πάντα

Κι όμως γυρίζει

Κι όμως γυρίζει

##

Χιλιάδες χιλιόμετρα έχεις διανύσει

Και όμως κάνεις κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο

Όπως ακριβώς και ο δείκτης του ρολογιού

Και σαν τα πτερύγια του ανεμόμυλου

Έχεις φέρει χιλιάδες κύκλους τη μυλόπετρα

Δίχως κάτι να έχεις να αλέσεις

##

Ονειρεύεσαι, πως κάποια μέρα ένας ψιλόλιγνος στραβοκάνης

Θα έρθει καβάλα πάνω σε ένα ψωράλογο

Να σε μεταμορφώσει σε γίγαντα

Και τότε με μεγάλες δρασκελιές θα τρέξεις

Και κάθε τι θα σου μοιάζει καινούριο

Σαν παιδί που μόλις γεννήθηκε

##

Σαν παιδί που ακόμα δεν έμαθε

Ότι ταξιδεύει πάνω σε μια σφαίρα

Που εδώ και εκατομμύρια χρόνια

Κάνει τα ίδια εκατομμύρια χιλιόμετρα

Γύρω από μια άλλη μεγάλη πύρινη σφαίρα

Όπως ακριβώς και ο δείκτης του ρολογιού

Η πρώτη μου ιστορία με αφήγηση (της Χαράς Λιόλιου) είναι γεγονός.

Άσχετα με το αν η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να καταστεί ο πιο αποτελεσματικός υπηρέτης του καπιταλισμού, το να ψηφίζουν σε οποιαδήποτε χώρα κόμματα που βάζουν ως ιδεολογια τους το μισανθρωπισμο μπροστά, έχει τη σημασία του. ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ είναι πιστοί υπηρέτες του κεφαλαίου στην Ελλάδα και δεν το απειλούν ούτε στο χιλιοστό άσχετα αν αυτοπαρουσιάζονται ως προοδευτικοί! Όμως, το να ψηφιζαν οι Ελληνες και να έβγαζαν πρώτη τη Χρυσή Αυγή δεν θα ηταν το ίδιο, γιατί αυτό κατι θα σήμαινε για τους ψηφοφόρους/πολίτες, οτι η αποκτήνωση τους έχει χτυπήσει κόκκινο.

Το να βγαίνεις στα μπαλκόνια για το Λούλα είναι ολίγον τι σαν το top 20 ΠΑΣΟΚ voters, επίσης η τόσο μικρή ποσοστιαία διαφορά του με τον Μπολσονάρου, δείχνει πως ο ακροδεξιός λογος δεν έχει πάψει να εχει πέραση στην δύστυχη αυτή χώρα. Δεν είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της Βραζιλίας με το Λούλα στο τιμόνι, στο κατω κατω τον εχουν ξαναφαει στη μάπα και θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα(τριτη φορα «αριστερα»). Απλα, ξαναλεω, η ακροδεξιά ψήφος οσο αυξάνει, μαρτυρά παράλληλη αύξηση και της αποκτήνωσης στη βάση της κοινωνίας και αυτό δεν είναι κάτι θετικό.

Βέβαια -για να τα λέμε και αυτά- οι ευθύνες για το γιατί καλλιεργείται το έδαφος για την όποια αποκτήνωση του λαού, δεν βαραίνουν πρωτίστως τον κάθε Λούλα, αλλά σιγοψήνονται ή ξαναζεσταίνονται στον φούρνο της αστικής διακυβέρνησης του λεγομενου «δημοκρατικού τόξου» που προηγείται (βλεπε Λούλα στην συγκεκριμένη περίπτωση). Καταληκτικά, όσο λάθος είναι το να λέμε ότι η ακροδεξιά ψήφος δεν έχει διαφορά από την ψήφο σε παραδοσιακά αστικά κόμματα, τόσο λάθος είναι το να μην αντιλαμβανόμαστε την «συνέχεια» που υπάρχει στην πολιτική διακυβέρνηση μιας χώρας και να νομίζουμε πως ανοίγει νεα σελίδα, κάθε φορά που εναλλάσσονται τα όποια κόμματα στο τιμόνι της αστικής διαχείρισης, ξεχνώντας που βρίσκεται η πραγματική εξουσία.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

Άκουσα χθες ένα μέρος της εκπομπής του press project για το τραφικινγκ και ομολογώ πως δεν περίμενα να πουν τέτοιες χοντράδες.

Ακούστε κάπου εκεί από το 24.30 – 27.30 το επίμαχο σημείο. Εκφράζεται ξεκάθαρα η λογική πως αφού η πορνεία δεν είναι πορνεία αλλά σεξεργασία, γιατί να λέμε τον νταβατζή νταβατζή; Δεν θα μπορούσε απλά να είναι κάποιος μισθωτός ή φίλος της εκδιδόμενης ή η σχέση της βρε αδερφέ; Στο κάτω κάτω, λέω εγώ, η «σεξεργασία» είναι και ένας τρόπος να μειωθεί η ανεργία που ταλανίζει τη χώρα, ας την προωθήσουμε. Μιλάμε για χυδαία κανονικοποίηση της πορνείας και των όσων την περιβάλλουν. Αμα ρε παιδία η πορνεία είναι έτσι απλά μια εργασία, γιατί να χρειάζεται προστάτης; Αυτού του είδους οι κανονικοποιήσεις, λοιπον, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ξέπλυμα νοσηρών φαινομένων του καπιταλισμού. Είναι μέρος της ίδιας λογικής απέναντι στην χρήση ναρκωτικών, που θέλει το πρόβλημα να λύνεται αν ας πούμε οι χρήστες, αντί να παίρνουν τη δόση τους σε μισοχτισμένες οικοδομές και με μολυσμένες βελόνες, το κάνουν σε καθαρούς χώρους με αποστειρωμένες βελόνες και σε ένα περιβάλλον ευταξίας. Σαν να είναι αυτό μόνο το πρόβλημα με τα ναρκωτικά.

Ύστερα υπάρχει μια τάση διαχωρισμού της πορνείας σε καταναγκαστική και εθελοντική, λες και καταναγκασμός είναι μόνο το να σε πάρουν να σε χώσουν σε ένα κοντέινερ και να σε βάλουν να εκδίδεσαι. Για να πούμε κατά πόσο είναι ελεύθερη επιλογή η πορνεία πρέπει να συγκρίνουμε τα ποσοστά ανθρώπων των ανώτερων οικονομικών στρωμάτων που καταλήγουν στην πορνεία με τα ποσοστά ανθρώπων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, ή αν μπορούσαμε, να συγκρίνουμε τα ποσοστά πορνείας σε μια χώρα που οι πολίτες της θα είχαν λύσει οριζόντια τα βασικά τους προβλήματα  σε σχέση με μια χώρα γεμάτη εξαθλιωμένους, όπως είναι οι περισσότερες καπιταλιστικές χώρες.

Πάντως για τη χώρα μας, τα στοιχεία κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά είναι όπως δείχνει η παρακάτω έρευνα. (συγνώμη που είναι από το Lifo αλλά αξίζουν τα στοιχεία που δίνονται)

https://www.lifo.gr/now/greece/i-porneia-stin-ellada-ti-ehei-allaxei-me-toys-pelates-ta-kerdi-kai-ton-arithmo-ton?fbclid=IwAR3xabogIB90ut9g7qKrMCDcfLlptEiL6syK-Q_K9rK4Xz6EfntM4HlZ3-k

Όχι μόνο αυξάνονται τα άτομα που εκδίδονται, αλλά το κάνουν και για λιγότερα χρήματα. Μέσο όρο 11 ευρώ το 2017 στο πεζοδρόμιο. Βέβαια, δεν είναι το αντίτιμο το θέμα, αλλά ενα τόσο ευτελές αντίτιμο είναι απόδειξη ότι η οικονομική εξαθλίωση σχετίζεται αμεσα με την αύξηση της πορνείας. Απόδειξη  επίσης, ότι δεν αποτελεί ελεύθερη επιλογή αλλά αποτέλεσμα έλλειψης επιλογών η «μετάβαση» στην πορνεία. Επειδή μίλησα και για τα ναρκωτικά παραπάνω, είναι άξιο εξέτασης όχι το αν αλλά το κατά πόσο η πορνεία συνδέεται με την τοξικοεξάρτηση. Αλήθεια, είναι και αυτό ελεύθερη επιλογή, το να πουλάς σεξουαλικά το σώμα σου για να πάρεις πρέζα; Το να πεις την πορνεία σεξεργασία δεν λύνει το πρόβλημα και δεν είναι μια εργασία όπως οι άλλες ούτε αποτελεί πραγματικά ελεύθερη επιλογή στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Αντίθετα, είναι μια περιθωριακή κατάσταση με ότι αυτό συνεπάγεται και όπως και να το βαφτίσεις η ουσία δεν αλλάζει. Αυτό δεν σημαίνει πως τα άτομα που εκδίδονται δεν πρέπει να απαιτούν κάποια στοιχειώδη πράγματα και να αγωνίζονται συλλογικά, παράλληλα όμως δεν συνεπάγεται πως το ζήτημα της πορνείας λύνεται με επαγγελματικά δικαιώματα, διότι όπως και αν το κάνουμε, δεν ειναι ενα επάγγελμα σαν ολα τα άλλα, αλλά δείγμα αποτυχίας της κοινωνίας. Αυτά τα ολίγα…

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

ΥΓ: Θυμήθηκα τώρα δυο περιστατικά στη Γερμανία, μέσω των οποίων μάθαμε πως εκεί ο ανάλογος ΟΑΕΔ στέλνει άτομα να δουλέψουν σε οίκους ανοχής και με βάση το νόμο, αν δεν δεχθούν υπάρχει περίπτωση να χάσουν τα όποια προνόμια τους παρέχονται ως άνεργοι. Ακολουθούν τα σχετικά λινκ.

https://sisyphe.org/spip.php?article1573

https://www.news.gr/kosmos/paraxena/article/40873/germanikos-oaed-esteile-nearh-anergh-se-oiko.html

Αδαμιαία παρέλαση

Αδαμιαία παρέλαση

.

Πόσο ακόμα θέλει να γεμίσει αυτή η λακκούβα ποιος να ξέρει;

Κανείς δεν βλέπει πόσο μένει ακόμα

Ο ένας μετά τον άλλο τη σειρά του περιμένει

Να πέσει μέσα και να γίνει χώμα

.

Κάποιος χαμογελά πηδά με φόρα

Άλλον τον σπρώχνουνε δεν πάει μονάχος

Είναι παρέλαση όχι συντονισμένη

Μα βηματίζει όλο εμπρός κι ας έχει οχλαγωγία

.

Είναι βαθιά δε δείχνει να γεμίζει

Μα έτσι αγέμιστες φαινότανε όλες

Κι όπως μετά από αυτή θε να γεμίσουν κι άλλες

Έτσι γεμίσανε πριν από αυτή τόσες ακόμα

.


Στον πάτο καλικάντζαροι συνέχεια σκάβουν

δεν θέλουνε ποτέ η τρύπα να γεμίσει

μα όπως την πληγή όσο κι αν την ξύνεις

στο τέλος κάποτε αυτή θα κλείσει

.

Τέτοια του κόσμου ως τώρα είναι η ιστορία

Πάντα οι παλιοί να γίνονται θυσία

Κι απάνω τους μετά οι νέοι να πατήσουν

Ώσπου λακκούβα και αυτοί να συναντήσουν

.

Τέτοια του κόσμου ως τώρα είναι η ιστορία

Με χώμα ανθρώπινο οι λάκκοι να γεμίζουν

Και έτσι θα πάει μέχρι αδερφέ μου

Χώμα χωμάτινο οι ανθρώποι μάθουν να φτυαρίζουν

Φωτό.Βίκυ Νικολάου

Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με

Νύχτα, ομίχλη και βροχή, φυσικά φαινόμενα που συνοδεύουν τη Γη στο ταξίδι της αμέτρητα χρόνια τώρα. Φαινόμενα καθημερινά, συνηθισμένα κι όμως τρομοκρατούν το ανθρώπινο είδος από τη γέννησή του μέχρι και σήμερα, ακόμα και έχοντας μάθει ότι δεν είναι δυνάμεις θεών ή δαιμόνων, έστω και έτσι καταφέρνουν να κάνουν την καρδιά μας να χτυπά δυνατότερα, ιδιαίτερα όταν βρισκόμαστε σε λάθος τόπο και λάθος χρόνο.

Τα επί ενετοκρατίας πετρόχτιστα στενάκια της πόλης του Χάνιξ, δεν μπορεί κάποιος να τα διασχίσει με αυτοκίνητο, μόνο να τα περπατήσει καθώς είναι πολύ στενά και δαιδαλώδη. Μένουν σχεδόν αναλλοίωτα από τότε που κατασκευάστηκαν μέχρι τις μέρες μας. Φυσικά αυτό το χαώδες δίκτυο δεν φτιάχτηκε σε μια μέρα, αλλά συνεχώς επεκτείνονταν με οργανικό τρόπο, ανάλογα με τις ανάγκες της πόλης μέσα στο χρόνο, μέχρι να παγιωθεί στην τωρινή του μορφή. Τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες και νύχτες, προσφέρονται για ένα πρώτης τάξεως περίπατο στους κατοίκους, καθώς είναι πολυσύχναστα και σχετικα ασφαλή. Τις κρύες και βροχερές νύχτες του χειμώνα, όμως, είναι έρημα και τρομαχτικά. Σχεδόν έρημα δηλαδή, διότι πάντα υπάρχει και αυτό που οι παλιοί αποκαλούν «κακό συναπάντημα».

Αριστερά και δεξιά βρίσκονται χαμηλά σπίτια και άλλα με ένα ή δυο ορόφους, σαν τοιχεία σε ένα λαβύρινθο από ακανόνιστα δρομάκια που περνούν κάτω από καμάρες και ξύλινα μισοδιαλυμένα μπαλκονάκια που είναι αμφίβολο αν μπορούν να σηκώσουν πιά το βάρος και του πιο λιπόσαρκου ανθρώπου. Ένα πλέγμα από το οποίο δεν κατάφερε να αποδράσει ούτε ο ίδιος ο χρόνος, έτσι ώστε η αίσθηση που σου δίνεται όταν βρίσκεσαι στα σωθικά του, είναι πως και αυτός δεν είναι γραμμικός αλλά κυκλικός, όπως το φίδι που τρώει την ουρά του. Τα λιγοστά μη εγκαταλελειμμένα σπίτια της παλιάς πόλης κατοικούνται από μετανάστες και εξαθλιωμένους ναρκομανείς ή άστεγους που αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο κάτω από μισογκρεμισμένες στέγες, συγκάτοικοι με ποντίκια και έντομα, το ίδιο ανεπιθύμητοι όπως και εκείνα. Στην πραγματικότητα έχουν για παρέα τους και μια σειρά από ασθένειες, με πρώτη αυτή τη φτώχειας.

Το μέρος αυτό έχει μεγάλη ιστορική αξία, συνδεδεμένη με την πολυτάραχη ιστορία ολάκερου του νησιού. Είχε αρχίσει να χτίζεται από τους Ενετούς στις αρχές του 13ου αιώνα, που είχαν έρθει ως κατακτητές και είχε αλλάξει χέρια με τους Οθωμανούς Τούρκους δύο φορές, μέχρι οι δεύτεροι να σιγουρέψουν την κυριαρχία τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που μέσα στη συνοικία είχαν χτιστεί και τρεις μιναρέδες, με τον έναν μόνο να σώζεται ως τις μέρες μας. Οι ξακουστοί πειρατές του Αιγαίου, αργότερα, λάδωναν τον τοπικό Πασά, που τους προστάτευε και τον προστάτευαν, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τα σοκάκια ως κρυψώνα για τα πυρομαχικά, τα λαθραία και τα κλοπιμαία τους. Συνήθως κάποια από τα σπίτια χρησιμοποιούνταν ως μπουντρούμια, ενώ  στην γερμανική κατοχή αλλά και αργότερα στον εμφύλιο, πολλοί πατριώτες μαρτύρησαν η εκτελέστηκαν σε κάποιο ανήλιαγο υπόγειο. Το όποιο μοτίβο του γονιδιώματος της περιοχής περιείχε στη σύνθεση του πολύ πόνο, ανομία και θάνατο.

Μια νύχτα όπως είναι η σημερινή, λοιπόν, κάθε λογικός άνθρωπος θα αρνούνταν να διασχίσει την παλιά πόλη έστω και αν χρειάζονταν να κάνει ένα τεράστιο κύκλο για να πάει με τα πόδια από τη σημείο Α στο σημείο Β. Είναι καλύτερο να καθυστερήσεις κάπου παρά να μη φτάσεις ποτέ. Θυμάμαι, από τα παιδικά μου χρόνια, αποτελούσε μεγάλη παληκαριά για κάποιον να χωθεί στα υγρά στενά και να διανύσει μια εύλογη απόσταση. Υπήρχαν μάλιστα μια σειρά από φήμες για νέους που είχαν χαθεί για πάντα μην αφήνοντας κανένα ίχνος, λες και το μέρος τους είχε χωνέψει. Φυσικά με όλα αυτά, ειδικά όταν είσαι μικρός, δεν ξέρεις που σταματά το ψέμα και που ξεκινά η πραγματικότητα, αν υπήρχε έστω και ίχνος αλήθειας δηλαδή.

Μια τέτοια νύχτα διάλεξα, βροχερή, ομιχλώδη και άναστρη, για να κερδίσω εκείνο το στοίχημα που είχα βάλει με τον εαυτό μου από πολύ πιτσιρικάς. Να βρω δηλαδή το θάρρος, κάποτε, να διασχίσω από άκρη σε άκρη την παλιά πόλη κάτω από αυτές τι συνθήκες. Όταν ξεκίνησα από το σπίτι μου ήμουν πολύ αποφασισμένος, σε σημείο να μου φαίνεται όλο αυτό παιχνιδάκι, όμως με το που έφτασα στην εμπασιά, παρά τα 23 μου χρόνια, επανήλθε όλος αυτός ο απόκοσμος φόβος που ένιωθα και τότε που ήμουν μικρό παιδί. Είχε γίνει μέρος της ιδιοσυγκρασίας μου να προσπαθώ να απολαμβάνω κάθε έντονο συναίσθημα, ακόμη και τα αρνητικά, όμως τώρα που είχε έρθει η στιγμή της αλήθειας, αυτού του είδους οι ρομαντικές αντιλήψεις δεν με βοηθούσαν ιδιαίτερα. Αν και το μέρος ήταν γεμάτο στενάκια που απλώνονταν προς όλες τι κατευθύνσεις, υπήρχε μόνο μια είσοδος και μια έξοδος. Οι Ναζί είχαν φτιάξει ένα προστατευτικό τείχος γύρω από την υπόλοιπη συνοικία ώστε να μπορούν να ελέγχουν τους κρατουμένους τους και να προστατεύονται οι ίδιοι από επιδρομές της αντίστασης. Μετά το πέρας της κατοχής κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να ανοίξει νέες εισόδους. Προσωπικά θεωρούσα πως ήξερα καλά το δρόμο, τον είχα κάνει δεκάδες φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας, όμως δεν ήμουν και 100% σίγουρος ότι θα μπορούσα το ίδιο καλά να τον ακολουθήσω και στο σκοτάδι, πόσο μάλλον με ομίχλη.

Οπλισμένος μόνο με ένα αδιάβροχο και ένα ζευγάρι στεγανές μπότες, με ένα μικρό φακό, χωρίς φεγγάρι, έπρεπε να βρω το κουράγιο να χωθώ στη χολή της πόλης, μονάχος. Όπως κάποιος που πηδάει πρώτη φορά από αεροπλάνο, έκανα το πρώτο βήμα ελπίζοντας ότι τουλάχιστον αυτή η έκρηξη αδρεναλίνης θα με αποζημίωνε ενώ θα είχα και μια καλή ιστορία να πω όταν με το καλό θα ξαναβρισκόμουν στην σχετική ασφάλεια του σύγχρονου κόσμου. Οι ήχοι που δέσποζαν, πέρα από αυτούς των βροντών και του βρόχινου νερού που κυλάει, περιοριζόταν σε παρανοϊκά νιαουρίσματα γατιών, γαυγίσματα σκυλιών, και στο σφύριγμα που έκανε ο αέρας περνώντας ανάμεσα από τα συντρίμμια και τις σάπιες στέγες. Ο βηματισμός μου στην αρχή ήταν αργός, μα γινόταν γρηγορότερος λες και του έδιναν παράγγελμα “εν δυο” οι συνεχώς αυξανόμενοι χτύποι της καρδιάς μου, ενώ η ανάσα μου γίνονταν όλο και πιο έντονη.

Μερικές φορές διασταυρώθηκα με φιγούρες ημιανθρώπινες, τυλιγμένες όπως όπως σε αυτοσχέδια αδιάβροχα φτιαγμένα από σκουπιδοσακούλες ή φουσκωτά μπουφάν που είχαν ποτίσει από τη βροχή. Προσπαθούσα να μη ρίχνω το φακό πάνω τους. Έμοιαζαν σαν καρικατούρες βγαλμένες από ταινία τρόμου, ντυμένοι με κουρέλια να περιφέρουν σα κουρέλι τη σάρκα τους, ανήμποροι, ανίκανοι, ξεχασμένοι, συνάμα τρομοκρατημένοι και τρομακτικοί. Δεν απέκλεια βέβαια το ενδεχόμενο την ίδια εντύπωση να έδινα και εγώ στον όποιο εξωτερικό παρατηρητή.

Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι έτρεμα όχι από φόβο μα από κρύο· κατάφερα κοροϊδέψω  μέχρι κάποιο βάθος τη σκέψη μου, όμως στον πιο πρωτόγονο πυρήνα της, η αλήθεια ήταν αποτυπωμένη με τη γραφή εκείνη που επέτρεψε στον άνθρωπο να επιβιώσει ως είδος. Η ίδια εκείνη γραφή που θα αναγνώριζε και ο πρωτόγονος των σπηλαίων, μέσω της οποίας εκφράζονταν ο τρόμος για το άγνωστο και παράλληλα η γοητεία που αυτό μας ασκεί. Το σκηνικό επιδρούσε στη φαντασία μου όπως σε ένα ζωγράφο ο μαύρος καμβάς. Όμοια με τις φιγούρες του Καραβάτζιο που ήταν λες και γεννιόνταν από το σκοτάδι έτσι και εγώ περίμενα ότι πίσω από κάθε γωνιά κρυβόταν κάποιο πλάσμα της νύχτας, λες και πάνω σε κάθε σκεπή κουλουριαζόταν κάποιο νυχτεριδόφτερο σαρκοφάγο, έτοιμο να με αρπάξει, να με σηκώσει ψηλά και να με αφήσει να σκάσω στο έδαφος. Κι όσο σκοτείνιαζε η σκέψη μου, κι όσο πιο δυνατά ακουγόταν η καρδιά μου, τόσο περισσότερο ένιωθα μέσα μου το συναισθηματικό μεγαλείο που ένα κομμάτι του εαυτού μου αποζητούσε. Τρόμος πρωτόγνωρος, μοναδικός, έντονος σαν τον πρώτο έρωτα, ξαφνικός σαν αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τόσο γήινος όσο η βαρύτητα, τόσο απόκοσμος όσο τα αστέρια.

Μερικά παράθυρα από τα σπίτια που προσπερνούσα εξέπεμπαν ένα χλωμό φωτισμό, κοντοστάθηκα σε ένα από αυτά και αδιάκριτα κοίταξα μέσα. Το φως προερχόταν από μια αυτοσχέδια λάμπα πετρελαίου και έφτανε ίσα για να διακρίνω ανθρώπινα σακιά ξαπλωμένα το ένα πάνω στο άλλο σαν τα γουρούνια στο σφαγείο, ενώ η μυρωδιά από αλκοόλ ιδρώτα και καπνό με χτύπησε με το που πλησίασα το μισοδιαλυμένο παντζούρι. Τα κενά του παντζουριού είχαν επενδυθεί με μουσαμά, που ήταν και αυτός τρύπιος έτσι ώστε μεγάλο μέρος της βροχής να περνάει μέσα. Άθλιες συνθήκες ζωής για τουλάχιστον μια ντουζίνα ανθρώπους, σε ένα δωμάτιο απαλλαγμένο από έπιπλα ή κάθε άλλου είδους περιττή πολυτέλεια. Πραγματικά, είναι σαν να έχει σαρώσει κάποιος την ανθρώπινη σκόνη όλης της πόλης και να την έχει κρύψει σε ένα βρώμικο κελάρι, μη τύχει και τη δουν οι επισκέπτες και δυσαρεστηθούν.

Μια σπείρα από κεραμιδόγατες, αγνοώντας όπως φαίνεται τα έντονα καιρικά φαινόμενα,  ζευγάρωναν πίσω από τις σκιές κάνοντας αυτούς τους ψυχεδελικούς θορύβους που μοιάζουν με κλάμα μωρού. Ένα σκυλί γαύγιζε στο βάθος σαν μανιασμένο, όπως τον γείτονα που φωνάζει για να σταματήσει το πάρτι της απέναντι πολυκατοικίας ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί. Είχε περάσει αρκετή ώρα και θα μπορούσα να πω πως είχα χάσει το δρόμο μου, όμως θα ήταν σωστότερο να πω πως δεν έψαχνα πια να βρω κάποιο δρόμο. Περιφερόμουν σαν αποχαυνωμένος, με είχε αφομοιώσει η αισθητική και η καταραμένη ομορφιά αυτού του τοπίου. Οι πλάκες του δρόμου με το καφέ χρώμα που έπαιρναν στο σκοτάδι, έκαναν το πλακώστρωτο να μοιάζει με μια ατελείωτη μπάρα σοκολάτας, θυμήθηκα το παραμύθι το Χάνσελ και της Γκρέτελ, η μάγισσα μονάχα έλειπε ή μήπως όχι;

Τα σύννεφα είχαν σταδιακά αραιώσει και μια σκόρπια ομάδα από αστέρια είχε εμφανιστεί στον ουρανό, το φεγγάρι που αποκάλυψαν ήταν γεμάτο και τεράστιο, τώρα το τοπίο είχε περάσει από την κινηματογραφική σκοτεινιά στον νωχελικό φωτισμό της θεατρικής σκηνής. Ένα φεγγάρι κόκκινο, ίσως εξαιτίας της υγρασίας, τρομαχτικό σαν μάτι αρπαχτικού που αναζητά θήραμα. Αν ο Νιλ Άρμστρονγκ διάλεγε μια τέτοια μέρα για να κάνει τον περίπατο του στη σελήνη δεν θα είχε επιστρέψει ποτέ.

”Ένα μικρό βήμα για μένα λοιπόν”, ψιθύρισμα, και συνέχισα την πορεία μου δίχως να συνειδητοποιώ πια ότι τρέμω, δίχως να ακούω τη καρδιά μου που χτυπούσε πιο δυνατά από ποτέ. Ήταν λες και είχα προσαρμόσει το πνεύμα μου στην μαγεία του τοπίου, μια μαγεία που ήταν ασύμβατη με τις αισθήσεις μου, ασύμβατη με τις σωματικές μου λειτουργίες, ενώ ίσα που επικοινωνούσε με κάποια συναισθήματα που πάντα φυλάσσονταν στην ανθρώπινη ψυχή, όμως ποτέ δεν της γίνονταν οικεία. Τόσο έξω από την καθημερινότητα μας όσο έξω είναι το νέκταρ και η αμβροσία από την καθημερινή μας διατροφή.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, λίγο πριν αρχίσω να νιώθω ότι θα μπορούσα να ξεπεράσω τους περιορισμούς της σάρκας και να απλωθώ σε άνω των τριών διαστάσεις, ένα στρίγκλισμα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν δυο αλήτες που μετέφεραν ένα μεγάλο σκουπιδοτενεκέ, από αυτούς με τα ροδάκια, εκείνα ήταν που στρίγκλιζαν. Ήταν το λάφυρό τους από την επιδρομή που είχαν κάνει στη πόλη. Είναι απίστευτο τι μπορεί να βρει κανείς στα σκουπίδια… ειδικά αν έχει τρεις μέρες να φάει. Κουβαλούσαν το κάδο λες και ήταν παιδιά που είχαν κλέψει το σάκο του Αϊ-Βασίλη, φαινόταν η χαρά τους από το τρόπο που περπατούσαν, φαινόταν η μπαγαποντιά τους από το τρόπο που με κοίταξαν όταν πέρασαν από δίπλα μου. Ένιωθαν πως είχαν κάνει κάτι κακό, ποιος ξέρει τι θα τους έκανε η αστυνομία αν τους ανακάλυπτε. Ίσως βέβαια και να φοβόνταν μήπως τους αρπάξουν το θησαυρό, για αυτό ήταν επιφυλακτικοί. Μπορεί εκείνα τα παιδιά, που είχαν πάρει ένα κομμάτι κάρβουνο αντί για δώρο, να ήταν διατεθημένα ακόμη και να σκοτώσουν τον Άγιο Βασίλη προκειμένου να του κλέψουν το σάκο του· οποιοσδήποτε φοράει κόκκινα ρούχα, φωνάζει δυνατά “χο, χο, χο” και κυκλοφορεί τη νύχτα είναι σκέτη πρόκληση άλλωστε.

Ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις, άκουσα πραγματικές φωνές παιδιών να έρχονται από λίγο παρακάτω. Παιδιά στις τρεις η ώρα τη νύχτα να παίζουν; Αυτό ήταν λίγο περίεργο, βέβαια τι ήταν φυσιολογικό σε αυτό το μέρος· τίποτα. Κατευθύνθηκα προς το σημείο, όσο πλησίαζα άρχισα να διακρίνω και ένα ζωώδες ουρλιαχτό ανάμεσα στις παιδικές, εκείνες, φωνές. Κάποτε έμοιαζε με κλαψιάρικο νιαούρισμα και κάποτε με άγριο αλύχτισμα. Προσπέρασα δυο ακόμα στενά όταν βρέθηκα στο, προορισμό μου, τα παιδιά ήταν μαζεμένα σε μια μικρή πλακόστρωτη πλατεία. Μέτρησα πέντε, έδειχναν να ήταν απασχολημένα με κάτι, προσπάθησα να δω καλύτερα. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους ήταν μια μαξιλαροθήκη, η οποία ήταν δεμένη στην άκρη της και ήταν γεμισμένη με κάτι… γεμισμένη με κάτι που κουνιόταν και ούρλιαζε και πάλευε να ελευθερωθεί. “Θεέ μου, ήταν η γάτα που άκουγα!”, σκέφτηκα.

Ένα ξανθό αγόρι περίπου πέντε χρονών, είχε αρπάξει τη μαξιλαροθήκη και άρχισε να την περιφέρει πάνω από το κεφάλι του σαν λάσο, μόλις έκανε μερικές περιστροφές την χτύπησε στο πάτωμα με δύναμη. Το ζώο από μέσα αλυχτούσε με τρόπο που θα σπάραζε την καρδιά ακόμα και σε χασάπη, όμως εκείνα τα παιδιά δεν έδειχναν ίχνος συμπόνιας. Μεταξύ τους ήταν και δύο μικρά κοριτσάκια ντυμένα στα λευκά που γελούσαν έχοντας τα χέρια τους μπροστά από το στόμα. Ήταν σαν να ένιωθαν ότι έκαναν κάτι πονηρό και να έκρυβαν την χαρά τους. Τα παιδιά έδειχναν να το χαίρονται και ένα-ένα άρχισαν να ποδοπατούν το άμοιρο ζωντανό που μάταια πάλευε για τη ζωή του. Το κλώτσαγαν, το έσερναν, το χτύπαγαν από ‘δω και από ‘κει, μέχρι που το ύφασμα της μαξιλαροθήκης ξεκίνησε να βάφεται κόκκινο, σε λίγα δευτερόλεπτα είχε μουσκέψει πλήρως και έσταζε.

Συνέχισαν το παιχνίδι τους μέχρι που το πράγμα στη μαξιλαροθήκη σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε να κουνιέται. Τότε κι εκείνα, σαν να τελείωσε η μπαταρία στο αγαπημένο τους τρενάκι, έχασαν τον ενθουσιασμό τους και έπαψαν να ασχολούνται μαζί του. Ίσως τόση ώρα έπρεπε να είχα επέμβει, μα δε το έκανα, υπήρχε κάτι το απόκοσμο στα μάτια αυτών των παιδιών, υπήρχε μια υποψία λάμψης τόσο αμυδρής, όπως όταν βάζουμε ένα φακό κάτω από τα σκεπάσματα και λίγο από το φως διαπερνά την κουβέρτα. Το πιο λογικό ήταν πως αυτό ήταν η ιδέα μου… προφανώς είδα σε αυτά τα παιδιά μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά λόγω της ζωώδους πράξης που είχαν διαπράξει, μια πράξη που δεν μπορεί να τη δικαιολογήσει ούτε το γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν άγρια παιδιά του δρόμου. Έτσι έμεινα αμίλητος και κρυμμένος να τα χαζεύω μέχρι που εξαφανίστηκαν στα στενά. Βρισκόμουν σε υπερένταση και δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά.

Η αναπνοή μου κόπηκε όταν ένα χέρι μου τράβηξε το ρούχο, γύρισα αστραπιαία να δω τι ήταν. Το παράθυρο του σπιτιού του οποίου ο τοίχος μου παρείχε κάλυψη τόση ώρα είχε ανοίξει και μια μαυροφορεμένη φιγούρα είχε απλώσει το χέρι της πάνω μου. Μου πέρασε από το μυαλό ότι ήταν ο ίδιος ο Χάρος.

– “Αλίμονο μας! Είδες τι έκαναν;”, φώναξε με γερασμένη φωνή η μαυροφορούσα

που τελικά δεν ήταν ο Χάρος, αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα.

– “Ποια ήταν αυτά τα παιδιά;”, τη ρώτησα.

– “Αυτά δεν είναι πια παιδιά, είναι τελώνια, και δεν έχουν όνομα, ποτέ δεν είχαν, δε βαφτίστηκαν ποτέ και θάφτηκαν χωρίς να τα λειτουργήσει παπάς, σαν τα ζώα. Αλίμονό μας!”, ξαναφώναξε, έκανε το σταυρό της και τραβήχτηκε πάλι στις σκιές, κλείνοντας με δύναμη το παράθυρο.

Δε ξέρω τι με οδήγησε να το κάνω αυτό, ίσως η περιέργεια του ανθρώπου να ξεπερνάει σε ένταση τον φόβο του μερικές φορές. Μακάρι να μην ήμουν τόσο περίεργος και να είχα φύγει. Δεν έφυγα. Προχώρησα προς το κέντρο της πλατείας και αφού κάλυψα το χέρι μου με το μανίκι του αδιάβροχου, έσκυψα και έπιασα τη μαξιλαροθήκη. Όταν την άνοιξα τίποτα δεν μπορούσε να με προϊδεάσει για το τι θα έβρισκα μέσα της. Ακόμα και τώρα δε μπορώ να το εκφράσω με άμεσο τρόπο, δεν έρχονται τα λόγια στο στόμα μου. Μπορώ να πω μόνο το εξής: ότι δεν κλαίνε μόνο οι γάτες σα τα μωρά, μερικές φορές κλαίνε και τα μωρά σαν γάτες…

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

Αρέσει σε %d bloggers: