Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια
Shhhh-1
Δημοσιεύτηκε εχθές στα parakritika ενα άρθρο κάποιου κυρίου Κλωθάκη το οποίο αναφέρεται στην κινητοποίηση των Επιτροπών Ειρήνης της Κρήτης που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 14/4/2019 έξω από την ΝΑΤΟΪΚΗ βάση της Σούδας. Παραθέτω το άρθρο ως έχει και από κάτω θα κάνω κάποια σχόλια.

«Οι αρμονικές σχέσεις σε μια κοινωνία επιτυγχάνονται με δουλεία κατ’ αρχήν από τις οργανωμένες δομές της ίδιας της κοινωνίας και ακολούθως από τους ίδιους του πολίτες με ατομικές ή συλλογικές ενέργειες.

Όλοι οι πολίτες οφείλουν να σέβονται τους θεσμούς της κοινωνίας , να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις τους και να λειτουργούν εντός των ορίων που έχουν τεθεί στα πλαίσια της δημοκρατίας και της ατομικής ελευθερίας.

Στα πλαίσια αυτά, οι πολίτες οφείλουν να ενεργούν σεβόμενοι τους συνανθρώπους τους και να λειτουργούν με τρόπο αρμονικό εντός των θεσμοθετημένων και εθιμικών κανόνων. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι διεθνείς συνθήκες της χώρας μας για την Ε.Ε., το ΝΑΤΟ και με τρίτες χώρες.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η επικείμενη διαδήλωση μιας ομάδας ανθρώπων έξω από τις βάσεις της Σούδας αντίκειται στους κοινωνικούς κανόνες , διαταράσσει την αρμονία της τοπικής κοινωνίας και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με όσα έχουν αποφασιστεί από την βουλή των Ελλήνων.

Για τους λόγους αυτούς, καταδικαστέα είναι κάθε μορφή αποκλεισμού , βίας, αμφισβήτησης των κανόνων δικαίου και διατάραξης της κοινωνικής συνοχής στον νομό Χανίων.

Νίκος Κλωθάκης
Οικονομολόγος MSc»

 

Ξεκινάει ο Κ. Κλωθάκης το άρθρο του μιλώντας για αρμονικές σχέσεις, αλήθεια, αρμονικές σχέσεις με ποιούς; Με αυτά τα καθάρματα που αιματοκυλούν λαούς καταστρέφοντας χώρες, που εκβιάζουν, που λειτουργούν σαν νταβατζήδες του πλανήτη ολόκληρου, που θέλουν να έχουν τον τελευταίο λόγο για το ποιός θα ζήσει και ποιός θα πεθάνει, που στεγνώνουν οικονομικά χώρες, που ελέγχουν κυβερνήσεις, που ανεβάζουν δικτάτορες στην εξουσία; Αρκεί να δει κάποιος πως έχουν καταντήσει χώρες όπως το Ιράκ, τη Λιβύη, τη Συρία, το Αφγανιστάν κ.α, προκειμένου να κατάβει το ποιόν τους.

Συνεχίζει μιλώντας για σεβασμό στους θεσμούς και στους νόμους… δεν μας λέει όμως σε ποιούς θεσμούς και ποιούς νόμους. Τους νόμους των κατασχέσεων, τους νόμους που υποθηκεύουν ιστορικά μνημεία στο υπερταμείο, τους νόμους που θα ρίξουν στα μαλακά τους ναζί εγκληματίες της Χρυσής Αυγής, τους νόμους που βάζουν καθαρίστριες στις φυλακές και σέρνουν καστανάδες και υπερήλικες χορταρομαζώχτρες στα αστυνομικά τμήματα; Μας ζητάει λοιπόν ο κύριος κλωθάκης να σεβόμαστε νόμους, ας είναι και νόμοι της ζούγκλας, και να τηρούμε απέναντι τους το νόμο της σιωπής και της υποταγής… Αφού είναι νόμιμο, δεν μπορεί, θα είναι και ηθικό.

Παρακάτω μας προτρέπει να σεβόμαστε τις διεθνείς συνθήκες της χώρας μας με την Ε.Ε το ΝΑΤΟ και τρίτες χώρες. Ο σεβασμός αυτός, κατά τη γνώμη του, μας επιβάλλει να μην τους ενοχλούμε με κινητοποιήσεις έξω από τα σφαγεία τους, μπαίνοντας έτσι εμπόδιο στην επιτέλεση του θεάρεστου έργου τους. Με λίγα λόγια, δεν δικαιούμαστε δια να ομιλούμε… Γίνεται όμως να μη μιλάμε όταν η χώρα μας γίνεται στόχος εξαιτίας τους, γίνεται να μη μιλάμε όταν οι θάλασσες μας ξεβράζουν συνέχεια νεκρά παιδάκια απ΄τους πολέμους τους, γίνεται να μη μιλάμε όταν τα στρατά τους αντιμετωπίζουν την πόλη μας -τα Χανιά- σαν πορνείο πολυτελείας, γίνεται να μη μιλάμε όταν χύνεται τόσο αίμα;

ΟΧΙ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ!

Και διερωτώμαι…

Πως λέγεται άραγε αυτός που δεν βάζει άχνα όταν συμβαίνει μπροστά στα μάτια του ένα συνεχές έγκλημα γιγαντιαίων διαστάσεων; Πως λέγεται αυτός που βάζει το δάχτυλο μπροστά στο στόμα κάνοντας σου και εσένα σινιάλο να σεβαστείς την ομερτά και να μη βγάλεις άχνα; Στην προκειμένη περίπτωση λέγεται Νίκος Κλωθάκης, γενικότερα όμως λέγεται συνένοχος…

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

cartouche-18th-c-map-black-sea

Πίνακας που απεικονίζει σύναψη ρωσοτουρκικής συνθήκης.

Αν κάποιος επιθυμεί να διερευνήσει τις απαρχές της σύγχρονης ελληνικής ναυτιλίας, τότε πρέπει να κάνει μια μεγάλη στάση στον τελευταίο αιώνα της οθωμανικής κατοχής, ειδικότερα από τα μέσα του 18ου και μέχρι τις αρχές του 19ου. Οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικράτησαν εκείνη την περίοδο έδωσαν μια ώθηση στην ελληνική ναυτιλία και γενικότερα στο εμπόριο. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε συνοπτικά τις συνθήκες αυτές στην προσπάθεια μας να κατανοήσουμε τους κύριους άξονες αυτής της διαδικασίας.

Η τουρκοκρατία οδήγησε στην γενικότερη ανατροπή της βυζαντινής οικονομίας, η οποία μέχρι τότε είχε αρκετά πράγματα να επιδείξει στον τομέα του εμπορίου, ακόμη και αν αυτή, στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, είχε υπονομευθεί από την εμπορική ανάπτυξη των ανταγωνιστικών ιταλικών πόλεων (διαβάστε εδώ σχετικό παλιότερο μου άρθρο). Η σπίθα της παράδοσης αυτής συνέχιζε να σιγοκαίει ακόμα και στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Από μια έκθεση του αντιπροσώπου του βασιλιά της Γαλλίας Ερρίκου Δ’ (1560 – 1610) στην Πόλη, μαθαίνουμε πως οι Έλληνες έμποροι έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο εμπόριο του σιταριού, πράμα που ανησυχούσε τη γαλλική κυβέρνηση. Ακόμη γνωρίζουμε πως κάποιοι Έλληνες το 16ο αιώνα είχαν ιδρύσει την «Ανατολική Εταιρία των Ελλήνων» με αντικείμενο της το εμπόριο με την κεντρική και δυτική Ευρώπη και με την Αμερική.[1]  

 

Η ιστορική Συγκυρία

 

Μέχρι το 18ο αιώνα το εμπόριο των υπόδουλων Ελλήνων ήταν σχετικά στάσιμο, όμως από εκεί και πέρα, τόσο η αποσταθεροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και μια σειρά από άλλες διεθνείς εξελίξεις έδωσαν ευκαιρίες στους Έλληνες εμπόρους και πλοιοκτήτες να εξελιχθούν. Στην παρούσα ενότητα θα εξετάσουμε τους παράγοντες εκείνους που συνέβαλλαν σε αυτή την εξέλιξη.

Αρκετοί παράγοντες σχετίζονται με τις μεταβολές που σημειώθηκαν στη φύση του εξωτερικού εμπορίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι «διομολογήσεις», για παράδειγμα, ήταν συμφωνίες μεταξύ της αυτοκρατορίας με επιλεγμένους εμπόρους του της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση του εξωτερικού εμπορίου για λογαριασμό της Υψηλής Πύλης. Στην διαδικασία αυτή άρχισαν να μετέχουν ως μεσάζοντες και οι Έλληνες πλοιοκτήτες και έμποροι, που γνώριζαν επαρκώς το χώρο της Μεσογείου και του Αιγαίου, καθώς και τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους. Στα πλαίσια αυτά, τα ελληνικά πλοία έπλεαν είτε με Οθωμανική σημαία, είτε με τη σημαία του κράτους για λογαριασμό του οποίου γίνονταν οι συναλλαγές με τους Οθωμανούς.[2]

Η οικονομική απώλεια που υπέστη το οθωμανικό κράτος εξαιτίας της εκτεταμένης χρήσης του συστήματος προστασίας ξένων σημαιών το οδήγησε στην αλλαγή πολιτικής. Επί σουλτάνου Σελίμ Γ’ (1802) δόθηκαν προνόμια (μείωση τελωνιακών δασμών, απαλλαγές καπετάνιων από τον κεφαλικό φόρο[3] κ.α.) στους μη μουσουλμάνους πλοιοκτήτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που αποφάσιζαν να ταξιδεύουν με οθωμανική σημαία στο εξωτερικό εμπόριο. Υπάρχουν μεταξύ 1804 – 1821 1423 καταγραφές στα οθωμανικά αρχεία «χριστιανών ραγιάδων» που ταξίδευαν και εμπορεύονταν στη μεσόγειο με οθωμανική σημαία.[4] Στην εικόνα 1 υπάρχουν πιο εκτενή στοιχεία για το μέγεθος του ελληνικού στόλου.

στολος

Εικόνα 1: Πηγή Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 – 1939, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 2019, Α1 Τόμος σελ. 111.

Μετά τη «Συνθήκη του Κάρλοβιτς» (1699),[5] που είχε σαν αποτέλεσμα να αντιδράσει η Υψηλή Πύλη θέτοντας σε δυσμένεια τους εμπορικούς εκπροσώπους και τα πλοία πολλών δυτικών κρατών, ήρθαν να καλύψουν το κενό οι Έλληνες πλοιοκτήτες που άδραξαν την ευκαιρία. Αργότερα, ο αποκλεισμός από το 1752 – 1783 των ξένων πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα από τους Οθωμανούς, εδραίωσε ακόμη περισσότερο τη θέση των Ελλήνων πλοιοκτητών και εμπόρων στην ευρύτερη περιοχή.[6]

Η πείρα των Ελλήνων καπετάνιων από τα χρόνια τα οποία επιδίδονταν στην πειρατεία, και εξαιτίας της πειρατείας, τους έκανε ιδανικούς για να αναλαμβάνουν τις πιο επικίνδυνες αποστολές. Έτσι χρησιμοποιήθηκαν από τους Βρετανούς κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου (1756 – 1753) αλλά και από τη Ρωσία στους δύο πολέμους της με την Τουρκία στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Οι συνθήκες[7] –υπέρ της Ρωσίας- που υπογράφηκαν μετά από τους ρωσοτουρκικούς πολέμους  επέκτειναν και ενίσχυσαν την ακτίνα δράσης της Ρωσίας η οποία παραχώρησε  αποκλειστικά προνόμια στους Έλληνες πλοιοκτήτες και εμπόρους. Επιπλέον, ο βρετανικός ναυτικός αποκλεισμός της Γαλλίας, εξαιτίας των Ναπολεόντειων Πολέμων (1803 – 1815), εκτόπισε τον γαλλικό στόλο από τη Μεσόγειο, ευνοώντας ακόμη περισσότερο τον ελληνικό. Την διαμάχη μεταξύ των δυο αυτών μεγάλων ναυτικών δυνάμεων (Γαλλίας και Αγγλίας) οι Έλληνες πλοιοκτήτες από την πλευρά τους, την εκμεταλλεύθηκαν ποικιλοτρόπως, συμμαχώντας με τους Βρετανούς.. [8]

Γράψαμε πιο πάνω ότι οι Έλληνες ναυτικοί αναλάμβαναν να φέρουν εις πέρας ριψοκίνδυνους στόχους. Στο να «ψηθούν» σε αντίξοες συνθήκες συντέλεσε τόσο η ανάμειξη τους στην πειρατεία – που αποτέλεσε σύμφωνα με τον Κορδάτο το προζύμι του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου – όσο και η προσπάθεια προστασίας των ίδιων από την πειρατεία.  Ακριβώς επειδή η Μεσόγειος και το Αιγαίο ήταν θάλασσες που μαστίζονταν πειρατές (εκτός από τους Έλληνες ήταν φημισμένοι πειρατές και οι Αλγερινοί), η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει στα ελληνικά πλοία να φέρουν οπλισμό. Στο να είναι εμπειροπόλεμοι οι Έλληνες ναυτικοί, συνέβαλλε και το γεγονός ότι υπηρετούσαν υποχρεωτικά στο τουρκικό ναυτικό, ενώ ο μέγας δραγουμάνος[9] του στόλου ήταν Ρωμιός Φαναριώτης.[10] Την εμπειρία τους αυτή -όπως και τον εξοπλισμό τους- οι Έλληνες ναυτικοί και πλοιοκτήτες την χρησιμοποίησαν αργότερα για τις ανάγκες τις επανάστασης.

Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι ώθηση στην ανάπτυξη του εφοπλιστικού κλάδου έδωσε και η γενικότερη οικονομική εξέλιξη εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα και στα κέντρα όπου δραστηριοποιούνταν οι Έλληνες επιχειρηματίες. Στην επόμενη ενότητα πρόκειται να εξετάσουμε ενδεικτικά κάποιες τέτοιες περιπτώσεις.

Τα σημαντικά κέντρα της ελληνικής ναυτιλίας

 

Το μεγαλύτερο μέρος της συσσώρευσης του κεφαλαίου της ελληνικής αστικής τάξης πραγματοποιήθηκε τόσο στα εμπορικά κέντρα των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών, όσο και στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια).[11]Ο Ένγκελς σημείωνε ότι στο χρηματιστήριο του Μάντσεστερ οι Έλληνες αγοραστές αυξάνονται σε αριθμό και σημασία, ενώ τα ελληνικά ακούγονταν εκεί παράλληλα με τα γερμανικά και τα αγγλικά.[12]

Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης σημειώνει μεγάλη εμπορική δραστηριότητα, πολλά προϊόντα ανταλλάσσονται εκεί και πολλά πλεούμενα πηγαινοέρχονται. Εκτός των άλλων χρησίμευε και ως διαμετακομιστικό κέντρο για το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από και προς τη Δύση, αυτός είναι και ο λόγος που εγκαθίσταντο εκεί πρόξενοι από διάφορες χώρες. Δραστηριοποιούνται εκεί έμποροι διαφόρων εθνικοτήτων (Τούρκοι, Εβραίοι, Σλάβοι, Γάλλοι), οι Έλληνες όμως είναι εκείνοι που κατέχουν τα πρωτεία. Εκεί διακινείται και η ντόπια παραγωγή της Μακεδονίας, που είναι κατά κύριο λόγο τα καπνά και το βαμβάκι.[13]

Άλλο σημαντικό λιμάνι ήταν αυτό της Πάτρας που αποτελούσε την μεγαλύτερη εμπορική σκάλα της Πελοποννήσου. Από εκεί πέρναγε όλη η εξαγωγή σταφίδας προς Τριέστι, Αγκώνα, Νεάπολη, Γένοβα, Μασσαλία ενώ επέστρεφαν στην Ελλάδα προϊόντα από τα λιμάνια αυτά. Η Πάτρα είχε μάλιστα καταφέρει να έχει μεγάλη ανεξαρτησία (τέλεια αυτοδιοίκηση αναφέρει ο Κορδάτος) από την αυτοκρατορία, και ξεχωριστά προνόμια.[14]

Άλλες περιοχές εντός της [σημερινής] ελληνικής επικράτειας που είχαν αξιοσημείωτη παραγωγή ήταν η Θεσσαλία (παραγωγή μαλλιού) η Λιβαδιά (κτηνοτροφία), τα Μαντεμοχώρια στη Χαλκιδική (ορυχεία), τα Αμπελάκια στη Θεσσαλία (βαμβακουργία), τα Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο, κ.α. Τα αγαθά που παράγονταν ή μεταποιούνταν στις περιοχές αυτές δεν περιορίζονταν μόνο στην ελληνική αγορά αλλά ανταλλάσσονταν και στο εξωτερικό. Υπήρχαν και περιπτώσεις που Έλληνες επιχειρηματίες από αυτά τα μέρη, άνοιγαν υποκαταστήματα και στο εξωτερικό.[15] Στην εικόνα 2 βρίσκουμε κάποια συγκεντρωτικά στοιχεία για το εξαγωγικό εμπόριο της Ελλάδας στα τέλη του 18ου αιώνα.

56742577_10157062805754194_8902442154828234752_n

Εικόνα 2: Πηγή Γ. Κορδάτου, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Νεώτερη 1453 – 1821, εκδόσεις 20ος αιώνας, Β’ έκδοση, τόμος 16, σελ. 279.

Νησιά όπως η Ύδρα, τα Ψαρά, οι Σπέτσες, η Σάμος, η Σκόπελος, είχαν καταφέρει να αποσπάσουν προνόμια από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Είχαν δικό τους διοικητή και κανονίζανε τις περισσότερες υποθέσεις τους μόνα τους. Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και αργότερα με τη ρωσοτουρκική συνθήκη του 1808 (συνθήκη συμμαχίας ανάμεσα στη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία) οι Οθωμανοί έχασαν τη δικαιοδοσία τους σε πολλά ακόμη νησιά, ενώ δίνονταν προνομιακός χώρος στη Ρωσία που εμφανίζονταν ως προστάτιδα δύναμη.[16]

Παραθέτω κάποια από τα άρθρα της συνθήκης:

«Η επτάνησος ρεπούμπλικα[17] των Κορυφών να είναι υπό τη διοίκηση της Ρωσίας», «Η Ρωσία να έχει άδεια μέχρι να τελειώσουν οι εννέα χρόνοι της συμμαχίας να περνά 300.000 στρατεύματα από ξηράς για να κυνηγά τους εχθρούς της και τους εχθρούς της Τουρκίας.», «Όσα καράβια άφησαν τις σημαίες τους με τη βία, αν τις ζητήσουν πίσω να τους δοθούν», «Όσοι από τους Έλληνες θέλουν να γίνονται στρατιώτες στη Ρωσική αρμάδα να τους δίνεται η άδεια.» […][18]

Η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, από ξερονήσια, μετατράπηκαν σε πολυσύχναστους κόμβους. Ο στόλος τους ήταν ανταγωνιστικός του αγγλικού και  σημαία τους είχε την πρώτη θέση στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.[19] Τα νησιά αυτά, και ιδιαίτερα η Ύδρα, έπαιξαν μάλιστα πολύ σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 21.

 

Εκσυγχρονισμός της ελληνικής ναυτιλίας

 

Πέρα όμως από την εκτατική και την ποσοτική ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, έγιναν –μοιραία- και κάποια βήματα εκσυγχρονισμού της. Αναπτύχθηκε ο τραπεζικός τομέας και η λογιστική, που αποτελούν βασικούς παράγοντες για την απελευθέρωση μιας οικονομίας προς τον καπιταλισμό. Οι πλοιοκτήτες και γενικότερα οι έμποροι άρχιζαν να εφαρμόζουν τη διπλογραφία και να κρατούν εμπορικά βιβλία, κάτι που τους ήταν σχεδόν άγνωστο πριν από τα τέλη του 18ου αιώνα.[20]

Επιπλέον, για να μειώσουν το ρίσκο των ταξιδιών, οι καραβοκυραίοι ξεκίνησαν να ασφαλίζουν τα εμπορεύματα τους σε ειδικευμένους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Η πρώτη εταιρία ναυτικής ασφάλειας ιδρύθηκε στο Τριέστι γύρω στα 1792, ενώ από το 1801 άρχισαν να ιδρύονται και άλλες.[21]

 

Η παρακμή

 

Μετά το 1812 άρχισε να παρατηρείται μια τάση παρακμής της ελληνικής ναυτιλίας που έφτασε στο ναδίρ λίγο πριν το  ξέσπασμα της επανάστασης. Παράγοντες που συνέβαλλαν σε αυτό ήταν:

– Η ανάκτηση από τη Γαλλία, των θέσεων της στην Ανατολική Μεσόγειο.

– Η μείωση της εμπορικής κίνησης στα Βαλκάνια εξαιτίας της Δεύτερης Σέρβικης Εξέγερσης (1815 – 1817) ενάντια στην οθωμανική κατοχή.

– Ακόμα, η Ευρώπη άρχισε να εισάγει μεγάλες ποσότητες βαμβακιού από την Αμερική, που ανταγωνίζονταν το ελληνικό ως εμπορικό προϊόν, και που η μεταφορά του γίνονταν με βρετανικά κυρίως πλοία.[22]

– Άλλη μια συγκυρία που επηρέασε αρνητικά ήταν η μεγάλη πτώση της τιμής των σιτηρών μετά το 1815.

– Γενικότερα, μετά από τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων οι Έλληνες πλοιοκτήτες δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τα υψηλά κέρδη της πολεμικής περιόδου. Η μείωση του ρίσκου – που δε δίσταζαν να αναλάβουν οι Έλληνες πλοιοκτήτες- και η άμβλυνση των πολεμικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, τους αφαίρεσε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που τους εγγυόταν αυξημένα κέρδη.

Καθώς οι μεγάλες δυνάμεις ανακτούσαν τις θέσεις τους στη Μεσόγειο, οι Ρωμιοί ναυτικοί καταδικάζονταν στην ανεργία. Παράλληλα, η κρίση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δημιουργούσε ένα ακόμη πλήγμα στο Ελληνόκτητο εμπόριο αφού μειώνονταν ο όγκος των συναλλαγών που γίνονταν για λογαριασμό της.[23]

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι ότι η ελληνική ναυτιλία ήταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το Οθωμανικό κράτος και από τις «προστάτιδες» ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η μη ύπαρξη ενός εθνικού αστικού κράτους καθιστούσε το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο ιδιαίτερα ευάλωτο και εξαρτημένο από τις ιστορικές συγκυρίες. Ταυτόχρονα, εμποδίζονταν η αυτοτελής ανάπτυξη μιας ενιαίας αγοράς και μιας αλληλοτροφοδοτούμενης και ολοκληρωμένης οικονομίας, βάζοντας έτσι όρια στην γενικότερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αυτή η περίοδος δεν ήταν καθοριστική ή ότι δεν άφησε παρακαταθήκες για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Αντιθέτως, αυτοί οι περιορισμοί αύξησαν σε ένα βαθμό την συσσωρευμένη πίεση που οδήγησε στην επαναστατική έκρηξη των επόμενων χρόνων.

 

 

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Γ. Κορδάτου, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Νεώτερη 1453 – 1821, εκδόσεις 20ος αιώνας, Β’ έκδοση, τόμος 16, σελ. 274.

[2] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 – 1939, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 2019, Α1 Τόμος, σελ. 107.

[3] Φόρος που επιβάλλονταν στους μη μουσουλμάνους κάτοικους της αυτοκρατορίας.

[4] «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ…» ο.π. σελ. 108 – 109.

[5] Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς σφράγισε τον τερματισμό του πολέμου που ξεκίνησε το 1683 ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στον Ιερό Συνασπισμό του Λινζ ((Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία, Δημοκρατία της Βενετίας, Τσαρική Αυτοκρατορία κ.α.) Ο πόλεμος τελείωσε με ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η δε Συνθήκη του Κάρλοβιτς θεωρείται ως η εποχή της παρακμής της. («Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ»… ο.π. σελ. 107).

[6] «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ…» ο.π. σελ. 107 – 108.

[7] Πρόκειται για τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και τη Συνθήκη του Ιασίου.

[8] «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ…» ο.π. σελ. 108 – 109.

[9] Αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυριολεκτικά η λέξη σημαίνει διερμηνέας όμως οι δραγουμάνοι συνήθως είχαν και άλλες αρμοδιότητες όπως αυτόν του μεσάζοντα κ.α.

[10] Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία…», ο.π. σελ. 280.

 

[11] «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ…» ο.π. σελ. 113.

[12] Κ. Μαρξ – Φρ. Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, εκδ. Γνώσεις, Αθήνα, 1985, σελ. 106.

[13] Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία…», ο.π. σελ. 276.

[14] Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία…», ο.π. σελ. 278.

[15] Στο ίδιο, σελ. 276 – 278.

[16] Στο ίδιο, σελ. 283.

[17] Εννοεί την Επτάνησο Πολιτεία (1800 – 1807), από την περίοδο που καταλύθηκε από τους Οθωμανούς και τους Ρώσους η γαλλική κατοχή στα Επτάνησα, στα οποία επιτράπηκε να έχουν ημιαυτόνομο καθεστώς κάτω από την «προστασία» της Ρωσίας.

[18] Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία…», ο.π. σελ. 283.

[19] Στο ίδιο, σελ. 281.

[20] Στο ίδιο, σελ. 288.

[21] Στο ίδιο, σελ. 288.

[22] «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ…» ο.π. σελ. 112.

[23] Στο ίδιο, σελ. 112.

April_10

Είναι γενικώς αποδεκτό στους κομμουνιστές, ότι η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας φέρνει παράλληλα και την άνοδο της ταξικής πάλης ανάμεσα στις δύο κύριες τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, την εργατική και την αστική. Αυτό είναι κάτι που μας το μαρτυρά και η ιστορική έρευνα, αφού παρατηρούμε ότι τόσο η σοσιαλιστική θεωρία, όσο και οι αγώνες της εργατικής τάξης, παίρνουν σχήμα και μορφή παράλληλα με τα στάδια τα οποία διέρχεται ο καπιταλισμός. Πολλές μάλιστα από τις ιδέες που υιοθέτησε το εργατικό κίνημα –όπως αυτό της καθολικής ψήφου- μας έρχονται από την «Γαλλική Επανάσταση», μια επανάσταση στη βάση της αστική. Ήταν άλλωστε μια επανάσταση στην οποία συμμετείχαν ευρύτερες λαϊκές μάζες, και, ασχέτως αν αυτές τελικά προδόθηκαν, τίποτα δεν ήταν το ίδιο την επόμενη ημέρα.

Το σύνολο αυτό των ιδεών που διαχύθηκαν από τα τέλη του 18ο αιώνα μέσω της μεγάλης επανάστασης, δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ασυγκίνητες τις εργατικές τάξεις των διαφορών εθνών και βασιλείων. Όμως, αυτές οι ιδέες δεν θα έπιαναν τόπο αν δεν είχε προηγηθεί η ανάλογη πρόοδος στις σχέσεις και τα μέσα παραγωγής. Οι καπιταλιστικές σχέσεις που ξήλωσαν της παραδοσιακές, κατάλοιπα της φεουδαρχίας, έδωσαν παράλληλα και στην εργατική τάξη την ευκαιρία να βγει στο προσκήνιο με πιο οργανωμένο και αποφασιστικό τρόπο από ότι στο παρελθόν. Αυτό άρχισε να καρποφορεί μέσα από διάφορες εργατικές ενώσεις, οι οποίες υπερέβαιναν τον απλό συνδικαλιστικό χαρακτήρα και άρχισαν να εκφράζουν μια σειρά από πολιτικά αιτήματα.

Προπομπός όλων αυτών των ενώσεων μπορεί να θεωρηθεί «Η Συνομωσία των Ίσων» στη Γαλλία, που βασίζονταν σε ένα σχέδιο που κατάρτησε το 1793 ο Φρανσουά – Νοέλ Μπάμπεφ (1760 – 1797) με τίτλο «νομοθεσία των ξεβράκωτων», που σκοπό είχε να εξασφαλίσει τέλεια ισότητα. Κεντρικός άξονας της θεωρίας του ήταν η πεποίθηση ότι η πολιτική ισότητα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς οικονομική ισότητα. Για αυτές του τις ιδέες και πρακτικές ο Μπάμπεφ καρατομήθηκε το 1797.[1] Ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες ενώσεις όπως η «Ενωση των Προγραμμένων 1834-1836», η «Ενωση των Δικαίων 1836-1839», οι «Αδελφωμένοι Δημοκράτες» που ιδρύθηκε στο Λονδίνο από Άγγλους και άλλους Ευρωπαίους εξόριστους και το κίνημα των Χαρτιστών στην Αγγλία.[2]

 

Στο Ηνωμένο Βασίλειο είχε προηγηθεί των Χαρτιστών ο «Εθνικός Σύνδεσμος για την Προστασία της Εργασίας» (1830) με αρχηγό τον Τζον Ντόχερτι. Πυρήνας αυτού του συνδέσμου ήταν η «Μεγάλη Γενική Ένωση του Ηνωμένου Βασιλείου» (1829) που αποτελούνταν από εργάτες των βαμβακοκλωστηρίων της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας. Ο Εθνικός Σύνδεσμος φιλοδοξούσε να ενώσει όλους τους εργάτες της βιομηχανίας του ΗΒ. Τα λίγα χρόνια της ύπαρξης της η ένωση κατάφερε να φτάσει τα 100.000 μέλη, ενώ εξέδιδε και εφημερίδα με τιράζ 3.000 αντιτύπων.[3] Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό πολλών εξ αυτών των ενώσεων ήταν η επιδίωξη οργάνωσης των εργατών σε διευρυμένο γεωγραφικό επίπεδο, ακόμη και διεθνές.

Το 1838 η «Ένωση Εργατών του Λονδίνου» δημοσιοποίησε μια δέσμη αιτημάτων που είχαν την ονομασια «Χάρτης του Λαού» από την οποία πήραν και οι Χαρτιστές το όνομα τους.[4]

Τα αιτήματα αυτά ήταν:

  1. Γενικό εκλογικό δικαίωμα για όλους τους άντρες από το 21ο έτος της ηλικίας τους. Στο πρώτο σχέδιο του Χάρτη, είχε προβλεφτεί και το εκλογικό δικαίωμα των γυναικών, το οποίο σβήστηκε πάλι στη διάρκεια της συζήτησης. Δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί η χειραφέτηση των γυναικών, ούτε στο νεαρό εργατικό κίνημα[27].
  2. Μυστική ψηφοφορία (εφαρμόστηκε το 1872).
  3. Πληρωμή επιδομάτων στους βουλευτές για να υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής ως βουλευτών στο Κοινοβούλιο και των απόρων εργατών (εφαρμόστηκε το 1911).
  4. Κατάργηση του κριτηρίου έγγειας ιδιοκτησίας για τους βουλευτές. Μέχρι τώρα ήταν εκλέξιμοι μόνο εκείνοι οι βουλευτές, που είχαν γαίες αξίας 300 λιρών (πολύ ψηλό ποσό εκείνη την εποχή. Μπορούμε να το συγκρίνουμε με 4.000 χρυσά Μάρκα, περίπου, στη γερμανική Αυτοκρατορία). (Το 1918 καταργήθηκε κάθε κριτήριο ιδιοκτησίας στο αγγλικό εκλογικό Δίκαιο).
  5. Καταμερισμός σε όμοιες εκλογικές περιφέρειες. Υπήρχαν εκλογικές περιφέρειες με ελάχιστους μονάχα κατοίκους ή και καθόλου, εκτός από τον ιδιοκτήτη της γης. Ηταν τα λεγόμενα «Rotten Boroughs» («σάπιες περιφέρειες»), που ωστόσο, μπορούσαν να εκλέξουν τον ίδιο αριθμό βουλευτών με τις πολυπληθείς συνοικίες της πόλης, ιδιαίτερα εκείνες στις οποίες βρίσκονταν συνωστισμένοι οι προλετάριοι. Υπήρχαν «εκλογικές περιφέρειες» οι οποίες βρίσκονταν στο πάτο της θάλασσας εξαιτίας της μετακίνησης των ακτών.

Ο ιδιοκτήτης της γης έκανε, την ημέρα των εκλογών, μια βόλτα με τη βάρκα για να ανταποκριθεί στο «εκλογικό καθήκον» του. (Το αίτημα αυτό έγινε διαδοχικά πράξη από το 1885 μέχρι το 1915).

  1. Ετήσιες βουλευτικές εκλογές. (Αυτό το φανερά μη-ρεαλιστικό αίτημα δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί).[5]

Τον Ιούλη του 1839 ο «Χάρτης του Λαού» υπογεγραμμένος από 1.200.000 ανθρώπους υποβλήθηκε στο κοινοβούλιο όπου και μετά από μερικές μέρες απορρίφθηκε. Αυτό οδήγησε σε εργατικές απεργίες την ίδια ημέρα (12 Ιούλη) οι οποίες πνίγηκαν στο αίμα από τις αρχές με 10 δολοφονίες εργατών και με συλλήψεις των ηγετών. Το 1840, μετά από την απελευθέρωση των φυλακισμένων Χαρτιστών, ιδρύθηκε ο «Εθνικός Συνεταιρισμός του Χάρτη», που αριθμούσε 40.000 μέλη (τα οποία πλήρωναν τακτικές συνδρομές) οργανωμένα σε 400 τοπικά τμήματα και θεωρήθηκε το πρώτο μαζικό προλεταριακό κόμμα.[6]

Τον Απρίλη του 1842 οι Χαρτιστές κατέθεσαν νέα αίτηση στο κοινοβούλιο που αυτή το φορά συνοδευόταν από 3.315.000 υπογραφές. Στην αίτηση αυτή συμπεριλαμβάνονταν και νέα αιτήματα για μείωση των φόρων και αύξηση των μισθών. Η δεύτερη αίτηση, όπως και μια Τρίτη που έγινε το 1848 απορρίφθηκαν.[7]

Μετά το 1848, τόσο για εξωτερικούς όσο και για εσωτερικούς λόγους (αντιπαράθεση στο εσωτερικό ανάμεσα σε ριζοσπαστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις) το κίνημα των Χαρτιστών παρήκμασε. Ορισμένοι από τους πρωτοπόρους Χαρτιστές συνδέθηκαν με τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Ένγκελς ενώ στον τύπο των χαρτιστών δημοσιεύθηκε η πρώτη αγγλική μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Ο Λένιν χαρακτήρισε το κίνημα των Χαρτιστών ως την προτελευταία λέξη προς το μαρξισμό.[8]

Σε κάθε περίπτωση, η πάλη της εργατικής τάξης για οργανωμένη παρέμβαση στην πολιτική κάθε άλλο παρά σταμάτησε στους Χαρτιστές. Αντίθετα, τα επόμενα χρόνια αυτή η επιθυμία ατσαλώθηκε, και οδήγησε μάλιστα σε πρωτοφανείς στόχους, όπως αυτόν της κατάληψης ολόκληρης της εξουσίας. Φωτεινός σταθμός σε αυτήν την πορεία στάθηκε η Παρισινή Κομμούνα το 1871, ενώ η Οκτωβριανή επανάσταση έδειξε πως η σύσταση ενός εργατικού κράτους δεν αποτελεί ουτοπία. Οι μελλοντικοί αγώνες πρόκειται να αξιοποιήσουν όλη αυτή τη συσσωρευμένη πείρα, δυνατότερα, αποτελεσματικότερα και οριστικά.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

 

 

 

 

 

[1] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 – 1939, Α1 Τόμος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2019, σελ. 56.

[2] https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=5/9/2010&id=12462&pageNo=11

[3] https://www.komep.gr/2001-teyxos-3/gia-thn-politikh-organosh-ton-kommoyniston-sthn-istoria-a-meros

[4] Δοκίμιο Ιστορίας, ο.π, σελ. 56.

[5] https://www.komep.gr/2001-teyxos-3/gia-thn-politikh-organosh-ton-kommoyniston-sthn-istoria-a-meros

[6] Δοκίμιο Ιστορίας, ο.π, σελ. 57.

[7] Ο.π σελ. 57.

[8] Ο.π σελ. 57.

 

Women_Strike-New_York-1857

Ο καπιταλισμός ως σύστημα αλλοτριωτικό, επεμβαίνει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας και διαστρέφει τα νοήματα για να μας τα παρουσιάσει μέσα από το δικό του πρίσμα. Αυτό συνήθως σημαίνει κυνισμός ή/και εμπορευματοποίηση ή/και συντήρηση ή/και εκμετάλλευση κλπ. Είναι φυσικό ότι από τον οδοστρωτήρα της αλλοτρίωσης δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν κάποιες επέτειοι που από στη ρίζα τους, από την ιστορία τους (και ακριβώς εξαιτίας της ιστορίας τους) αντιτάσσονται στο σύστημα το καπιταλιστικό.

Τα δυο πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα επετείων είναι αυτό της «Εργατικής Πρωτομαγιάς» (που στην πραγματικότητα είναι παγκόσμια ημέρα απεργίας) και της «Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας», αμφότερα συνδεδεμένα με αγώνες για την χειραφέτηση της ανθρωπότητας. Στην περίπτωση της Πρωτομαγιάς έχει γίνει προσπάθεια να σβηστεί από το μυαλό του κόσμου οποιαδήποτε σύνδεση με την απεργία του Σικάγο (και παράλληλα να κινηθεί η αγορά με αφορμή την άνοιξη τα λουλούδια την χασαποταβέρνα και τα καύσιμα των εξορμήσεων) και αντίστοιχα για την «Ημέρα της Γυναίκας»  να ξεθωριάσει η μνήμη των αγώνων  των εργατριών στην κλωστοϋφαντουργία το 1857  και όλοι οι μετέπειτα αγώνες (και παράλληλα να κινηθεί η αγορά, τα ανθοπωλεία, τα στριπτιτζάδικα, τα μπαρ κλπ).

Οι ημέρες μνήμης αυτές, στην αγωνιστική τους μορφή, είναι για τον καπιταλισμό ότι είναι για το διάολο το λιβάνι. Τούτος είναι και ο λόγος που η προσπάθεια μετάλλαξης τους από το κυρίαρχο σύστημα γίνεται συνειδητά. Για την «Ημέρας της Γυναίκας», ειδικότερα, η διαστρέβλωση είναι πολυεπίπεδη. Μπορεί, ας πούμε, να παρουσιάζεται η συγκεκριμένη μέρα ως φιέστα, που στην ακραία της μορφή καταλήγει στο στριπτιτζάδικο (σαν μια μέρα το χρόνο που οι γυναίκες «δικαιούνται» να ξεσαλώσουν στους ναούς τους σεξ ως πελάτες κι όχι ως εκθέματα). Υπάρχει όμως και η αγαπησιάρικη εκδοχή. Αυτή συνοψίζεται σε δηλώσεις όπως, «εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς γυναίκες γιατί είναι η ομορφιά της ζωής», «εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς γυναίκες γιατί είναι η έκφραση του έρωτα (δηλαδή τις γουστάρω επειδή μου κάθονται), «εγώ λατρεύω τις γυναίκες επειδή μας φροντίζουν καθημερινά και δε μας λείπει τίποτα (κοινώς, κάνουν τις δουλειές του σπιτιού αντί για εμάς). Τα παραπάνω δεν είναι από μόνα τους αρνητικά, είναι όμως αρνητικά μαζί με κάποια συμφραζόμενα που συνήθως συμπεριλαμβάνουν ή με κάποια άλλα που δεν συμπεριλαμβάνουν. Ας πούμε, η ξερή λατρεία της γυναίκας, αναφερόμενη στα εξωτερικά της χαρακτηριστικά (εξωτερική ομορφιά), μπορεί να συμβάλει στην αντικειμενοποίηση της. Ο θαυμασμός της γυναίκας για το ρόλο της ως δούλα του σπιτιού ενδέχεται να διαιωνίζει αυτή την ανισορροπία στη σχέση άνδρα και γυναίκας. Η εμμονή με τη σεξουαλική διάσταση, υποβαθμίζει την γυναίκα ως ολοκληρωμένο άνθρωπο. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι καμία από τις παραπάνω εκδηλώσεις θαυμασμού δεν εκφράζει κάποιου είδους πρόταγμα για την ανατροπή της αδικίας με βάση το φύλο η οποία ζει και βασιλεύει στα χρόνια μας.

Όσα όμως και να γράψω εδώ, δεν πρόκειται να περιγράψω τόσο καλά αυτό το χάσμα ανάμεσα στην αγωνιστική και στην «αγοραία» αντίληψη για την συγκεκριμένη ημέρα όσο τα δυο παρακάτω βίντεο. Στο ένα εμφανίζεται ο Αχ. Μπέος, ο δήμαρχος Βόλου, ενώ στο άλλο ο Κ. Πελετίδης (το βίντεο με τον Πελετίδη είναι από το 2018), ο δήμαρχος της Πάτρας, σε δηλώσεις με αφορμή την εν λόγω επέτειο.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

φωτ. 5

Ο Αλή Γκογκώ σε καρτ ποστάλ της εποχής

Γιώργος Πιτσιτάκης, Δάσκαλος – Ιστορικός Ερευνητής

Επικοινωνία: pitsitakisg@gmail.com

Χανιά, Νοέμβρης 2018

Στιγμιότυπα από τη ζωή και τη δράση                                 του Αλή Γκογκώ στα Χανιά

                                                                                                                                                          O Ιβάβης Αληγκογκός ή Γκογκώ ή Κογκό ή Κιονγκού του Χατζηιβραήμ με καταγωγή     από το Κογκό της Αφρικής, που γεννήθηκε το 1882[1] και κατοικούσε στο πάνω Κουμ Καπί ήταν μαζί με το Σαλή Χελιδονάκη και την Αμπλά Νουριγιέ Μαρμαράκη από τους πλέον δημοφιλείς Αφρικανούς των Χανίων. Με τις πράξεις, τις ιδιομορφίες και τη συμπεριφορά του, θετική ή αρνητική, μα και τη στάση των άλλων απέναντί του, κατάφερνε, εκούσια ή ακούσια, να συγκεντρώνει πάνω του τα βλέμματα και τα φώτα της επικαιρότητας και να γίνεται επίκεντρο γεγονότων και καταστάσεων.

Αρκετά είναι ως τώρα τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί γι’ αυτόν τον πανύψηλο, γεροδεμένο χαλικούτη σε βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες και στο διαδίκτυο. Διασώζεται και ένα σημαντικό φωτογραφικό υλικό που τον απεικονίζει αλλά υπάρχει και η προφορική παράδοση που κουβαλά μέχρι τις μέρες μας ιστορίες με τον Αλή Γκογκώ. Βέβαια όλα αυτά δεν συγκροτούν ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο ενός μαύρου αχθοφόρου στα τέλη του 19ου και στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, διότι η ιστορία στις κάθε λογής καταγραφές της, κατά κανόνα «περιφρονεί» τον απλό λαό και ιδιαίτερα τη φτωχολογιά, της γης τους κολασμένους που πρώτοι υφίστανται την εκμετάλλευση. Και ο Αλή Γκογκώ, ανάμεσα στις σκόνες και τις λάσπες του τσαντιρομαχαλά του πάνω Κουμ Καπί και την πολύβουη ζωή της κοσμοπολίτικης Παλιάς Πόλης, ξεχώριζε με την ιδιαίτερη φιγούρα του, πολλές φορές γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, μα όταν βρισκόταν σε πίεση γινόταν προκλητικός για τα χρηστά ήθη της εποχής. Έτσι για να προσθέσουμε μερικές ψηφίδες στο θέμα, προχωρήσαμε σε μια μικρή έρευνα σε εφημερίδες, περιοδικά και εκδόσεις από την περίοδο της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και εντεύθεν όπου καταγράψαμε στιγμιότυπα από τη ζωή και τη δράση του Αλή Γκογκώ στα Χανιά που παραθέτουμε παρακάτω.

Ο Αλή Γκογκώ κατά την Κρητική Πολιτεία

Ο Κ. Λ. Κωνσταντινίδης στη στήλη του «Εκλεκταί Συνεργασίαι» στην ετήσια έκδοση «Ημερολόγιο Χανίων 1940» του Αλέξανδρου Μπαλάσκα, σημειώνει για τον Αλή Γκογκώ[2]: «Ο εβενώδης αυτός αράπης με την καλή καρδιά και την κωμική του εμφάνιση υπήρξεν το ανφάν – γκατέ[3] των Στρατευμάτων τους Διεθνούς Κατοχής και ο πλέον ενδιαφέρων εύθυμος τύπος των Χανιών της εποχής εκείνης. Εξηρίζετο με ένα γυαλί της γκαζόζας, εκάπνιζεν από δύο ρώθωνας συγχρόνως και κάτω από την γλώσσαν του έκρυβεν τα αργυρά νομίσματα της ημερησίας του εισπράξεως. Η φήμη του είχεν φθάσει και πέραν των Χανίων και συνέβη πολλές φορές ξένοι τουρίσται ή επισκέπται να ζητήσωσιν να ίδουν τον Αλή Γκογκό και να πάρουν φωτογραφίας του. Εξ άλλου ήτο ο ευνοούμενος του μέλανος γυναικείου κόσμου των Χανιών και γιαυτό κάθε πρωτομαγιά, που οι αράπισσες πηγαίνανε να εορτάσουν στο Κλαδισσό, επικεφαλής της πομπής είχον τον Αλή Γκογκό με την θρυλλική του τραμπούσκα. Αυτός σειόμενος και καμαρώνων εκτυπούσε την τραμπούσκα του και τραγουδούσε με κωμικούς μορφασμούς το “έχασα τη γαϊδούρα μου με ξύλα φορτωμένη… ντε γαϊδούρα, ντε, ψου γαϊδούρα, ψου”. Αι ακολουθούσαι αράπισσαι και χαλικούτισαι με στριγκλώδεις λαρυγγισμούς και με ρυθμικά παλαμάκια εσυνώδευαν τον Καρούζον των ο οποίος εις το τέλος εκάστης στροφής, αντί κορώνας, εξαπέλυεν μίαν… τρομακτικήν ζάρπαν! Και τώρα είναι εύκολον να φαντασθή κανείς τι εγίνετο από την παρακολουθούσαν την πομπήν χριστιανοτουρκική μαρίδα».

φωτ. 1

Καρτ Ποστάλ επί Κρητικής Πολιτείας. Ο Αλή Γκογκώ «επί του δρόμου του Δημοτικού Κήπου» ή στην οδό Περιπάτου (σημερινή Τζανακάκη).

Η μαντάμ Ορτάνς και ο Αλή Γκογκώ

Ο Παντελής Πρεβελάκης (1909 – 1986) στο πρώτο του μυθιστόρημα «Το χρονικό μιας Πολιτείας» (1938) αναφέρεται στην περίοδο της Κρητικής Πολιτείας με την παρουσία των εγγυητριών μεγάλων δυνάμεων και στον Αλή Γκογκώ, βάζοντας την μαντάμ Ορτάνς ν’ αφηγείται: «[…] Μπαρκαριστήκαμε μήνα Νοέμπρη από τη Μαρσίλια, χασομερήσαμε κάμποσες βδομάδες στο πόρτο της Νάπολης, ανήμερα την πρωτοχρονιά φτάναμε στον κόρφο της Σούδας. […] Εμένα είταν της τύχης μου να με πάρει στην καπιτάνα του ο Ρούσος ναύαρχος ο Αντρέωφ. Το ίδιο βράδυ αρχίνησε το χαροκόπι. […] Κάλεσε τότε (ο Αντρέωφ) τους άλλους αμιράληδες (σ.σ. ναυάρχους) στην καπιτάνα του να συμβουλευτούνε, κλείσανε τις πόρτες, με πήραν και μένα μέσα. Η κουβέντα και το κρασί τους βάσταξε ως τα μεσάνυχτα, ήπιαν ξεροσφύρι το καταπέτασμα. Τις μικρές ώρες ο Ρούσος σηκώθηκε, τους αγκάλιασε έναν-ένα, τους φίλησε κι από τα δυό μάγουλα και σκόλασε το κονσούλτο[4]. Έδωσε δεύτερη κλειδιά στις πόρτες και παράγγειλε να του βάνουν κρασί απ’ το παράθυρο. Εμένα με γδύσαν, μου χύναν το κρασί στο μεσόστηθο και το ρουφούσαν απάνω στον αφαλό μου. Στα χαλάσματα της νύχτας, ο Κανεβάρο άνοιξε την πόρτα, φώναξε ένα μούτσο και τον έστειλε στη στεριά να φέρει τον Αλή Γκογκό. Είταν ένας Αράπης βαρκάρης, κομμένος στο σίδερο, και τα μουστάκια του ακόμα είταν από σύρμα στριμένο· του βάλαν δυο ναπολεόνια στο χέρι, τόνε γδύσαν κι αυτόν και του είπανε νάρθει να κοιμηθεί μαζί μου απάνω στο μπιλιάρδο. Σβήσαν τις λάμπες, το φτενό φέγγος από το χαραμέρι[5] κι από τα φανάρια της σκάλας φώτισε την κάμαρα. Εγώ κοιμόμουν μεθυσμένη και ψόφια. Ο Αράπακας ανέβηκε στο μπιλιάρδο, γονάτισε σαρκομανισμένος μπρος στα πόδια μου, ένιωσα ένα σύγκρυο στη ράχη μου μόνο που τον είδα. Κείνη τη στιγμή, ο Αντρέωφ έκαμε νόημα, άνοιξαν την πόρτα και χύθηκε μέσα το θεόρατο καραβόσκυλο που τάιζαν οι Ρούσοι. Άρπαξε τον Αλή Γκογκό από το κωλομέρι, αυτός τινάχτηκε ουρλιάζοντας σαν το τσακάλι, άφησε ένα κομάτι κρέας στα δόντια του σκύλου κι έπεσε από το παραθύρι στη θάλασσα, με τα ναπολεόνια στο στόμα. Το μεσημέρι της άλλης μέρας με βρήκε να ψήνουμαι στο στρώμα από τον πυρετό. Μ’ είχανε πουντιάσει οι άτιμοι, είτανε φως φανάρι πως δεν τη γλύτωνα. Βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος, γιατρός στο μοσκόβικο καράβι, με κοίταξε σα θυγατέρα του. Άλλη ψυχή δε γνοιάστηκε να ρωτήσει τι κάνω. Άρχισα με τα πολλά να παίρνω πάνω μου […]. Ύστερα συλλογίστηκα να φύγω, γιατί δεν μπορούσα να δω στα μάτια μου τους αμιράληδες. Ο ίδιος εκείνος ο Αλή Γκογκός ήρθε στα σκοτεινά και με πήρε με τη βάρκα του από το καράβι. Πέρασα τη νύχτα μαζί του, με πόνεσε σαν άνθρωπος. Από κει φύγαμε μ’ έβαλε σε σπίτι στα Χανιά, πάλεψα δώδεκα χρόνους τους Κρητικούς, τα θεριά […]».

Τα παραπάνω γραφόμενα του Πρεβελάκη σχολιάζει στη μελέτη του ο Χανιώτης ποιητής και λογοτέχνης Γιώργης Μανουσάκης (1933 – 2008)[6]: «[…] Οι δυο πρώτοι μήνες της παραμονής της Ορτάνς στη Σούδα παρουσιάζονται στο “Χρονικό μιας πολιτείας” με πολύ ζωηρά χρώματα: Μια ζωή αδιάκοπου μεθοκοπήματος, ερωτικής κραιπάλης κι άσωτης διασπάθισης χρημάτων κι αγαθών πάνω στη ρούσικη και στις άλλες ναυαρχίδες. Αναμφίβολα η εικόνα είναι σπρωγμένη ως την υπερβολή. Είν’ η μεγέθυνση της ερωτικής ζωής των ξένων και δυνατών από τη λαϊκή φαντασία και σαν τέτοια βρίσκεται μέσα στο πνεύμα και στο ύφος της “μυθιστορίας” του Πρεβελάκη. Ο συγγραφέας άλλωστε θα ομολογήσει αργότερα πως “ο χρονικογράφος δεν καταγράφει εδώ με ψυχραιμία τα γεγονότα”. Δεν πρέπει επομένως, να ζητήσομε μήτε ακρίβεια στα περιστατικά που περιγράφονται μήτε αντικειμενικότητα. Παρατηρούμε πως η Ορτάνς συμμετέχει χωρίς ενθουσιασμό, αναγκαστικά στα όργια των ναυάρχων των Μεγάλων Δυνάμεων […]». Για τον Αλή Γκογκώ, γράφει: «[…] για να “διασκεδάσουν” καλύτερα οι ναύαρχοι σκαρώνουν εκείνη τη βάρβαρη κι απάνθρωπη σκηνή σε βάρος δυο ανυπεράσπιστων ανθρώπων, της Ορτάνς και του αράπη Αλή Γκογκό. Ο δύστυχος βαρκάρης δεν προλαβαίνει να πραγματοποιήσει το μυθικό γι’ αυτόν όνειρο, να πλαγιάσει με τη Φραντσέζα πόρνη, που βρίσκεται σε μια κατάσταση τέλειας αυτοεγκατάλειψης από το μεθύσι, όταν το πελώριο καραβόσκυλο της ρούσικης ναυαρχίδας χύνεται καταπάνω του, αποκόβοντας ένα κομμάτι από τη σάρκα του. Είναι μια φοβερή σκηνή που επισφραγίζει τον τέλειο ηθικό ξεπεσμό του ευρωπαϊκού στόλου. “Οι αναίσχυντες πράξεις τους προεικονίζουν την έκλυση των ηθών που έχει γενικευθεί σήμερα στη Δυτική Ευρώπη. Μπροστά σ’ ένα ομόθρησκο λαό που θυσιάζεται για την ελευθερία του, οι εκπρόσωποι του δυτικού πολιτισμού φέρνονται σαν άθεος και λάγνος συρφετός”, θα σχολιάσει ο Παντελής Πρεβελάκης. Το παραπάνω επεισόδιο σημαίνει στο “Χρονικό” και το τέλος της εφήμερης κι αμφίβολης δόξας της Ορτάνς. Αρπάζει ένα σοβαρό κρυολόγημα, από το οποίο τη σώζει, με τις καθόλου ανιδιοτελείς περιποιήσεις του, ο γέρο-γιατρός της ρωσικής ναυαρχίδας. Ο Αλή Γκογκός της συμπεριφέρεται πιο ανθρώπινα, όταν τη φέρνει με τη βάρκα του στην πολιτεία, μακριά από τα ευρωπαϊκά καράβια και τους ναυάρχους. […]».

Λίγους μήνες πριν από την Ένωση της Κρήτης ο Αλή Γκογκώ έχει ήδη χάσει την μαντάμ Ορτάνς η οποία έχει εγκαταλείψει τα Χανιά μετά την επανάσταση του Θερίσου και φαίνεται να προκαλεί με τα καμώματά του, επισύροντας την οργή των μουσουλμάνων των Χανίων. Αποκαλυπτική είναι η παρακάτω είδηση που με τίτλο «Τύφλωσις Αλή Γκογκώ» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα Έρευνα[7]: «Προχθές την νύχτα οι Οθωμανοί Μπελούφ Μπεχλουλάκης, Μεχμέτ Βρατσάκης και Εμίρ Τυράκης επετέθησαν κατά του γνωστού αιθίοπος Αλή Γκογκώ τραυματίζοντας αυτόν διά μαστιγίου εις τον αριστερόν οφθαλμόν. Συνεπεία του τραύματος τούτου η όρασις του Αλή Γκογκώ απωλέσθη. Οι δράσται προέβησαν εις την πράξιν των ταύτην διότι ο Αλή Γκογκώ ήτο μεθυσμένος και δεν επιτρέπεται εις τους οθωμανούς να κάμνωσι χρήσιν οινοπνευματοδών ποτών κατά τας ημέρας του Ρεμαζανίου».

φωτ. 2

Ο Αλή Γκογκώ με την τραμπούσκα του στην προέκταση της οδού Πεταλάδικα (σημερινή Νικηφόρου Επισκόπου) πίσω από το Ωδείο

Αλή Γκογκώ: Από την Ένωση στην Ανταλλαγή

Μετά την Ένωση ο συνήθως ξυπόλητος αγωγιάτης μα και συνοδός χανουμισσών συνήθιζε πότε πότε να κάνει τις σκανταλιές του. Αλλά ακόμη κι αν ήταν αθώος, επειδή του είχε βγει το όνομα, ήταν ο πρώτος υποψήφιος που οι περισσότεροι θα υποψιάζονταν αν γίνονταν μια επιλήψιμη πράξη στην πόλη. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω επεισόδιο που δημοσιεύτηκε στον τύπο και γίνεται προσπάθεια να τον εμπλέξει. Την εποχή εκείνη στον «Κινηματογράφον Δημοτικού Κήπου»[8] προβάλλονταν κάθε βράδυ «Θαυμάσιαι ταινίαι εκ του Ελληνοτουρκικού (Βαλκανοτουρκικού) πολέμου μεγάλης διαρκείας και ειλημμέναι εκ του φυσικού» οι οποίες διαφημίζονταν με καθημερινές καταχωρήσεις στον τοπικό τύπο[9] της μορφής «Απόψε νέον πρόγραμμα με ωραιοτάτας, μεγάλης διαρκείας και γενικού ενδιαφέροντος ταινίας». Όμως οι κινηματογραφόφιλοι που πήγαιναν να παρακολουθήσουν τις ταινίες υφίστανται ένα μαρτύριο που τους αφαιρεί το δικαίωμα ν’ απολαύσουν το νέο λαϊκό είδος θεάματος (σ.σ. τότε ο κινηματογράφος ήταν ακόμη βωβός)  που αργότερα εξελίχθηκε στην 7η τέχνη. Η κωμικοτραγική είδηση στη Νέα Έρευνα με τίτλο «Η πέτρινη βροχή» με τον Αλή Γκογκώ, ως συνήθως, να είναι μεταξύ των βασικών υπόπτων, υπογραμμίζει[10]: «Οι θεατρινιζόμενοι τας ημέρας αυτάς εις τον κινηματογράφον του Δημοτικού Κήπου είνε ανάστατοι με ένα μυστηριώδες κάπως επεισόδιον που λαμβάνει χώραν εις βάρος της… κεφαλής των. Κάθε βράδυ εις το μέσον της παραστάσεως, την ώραν που ο καθένας είνε προσηλωμένος εις τα “deaux morceaux” (δύο κομμάτια – μέρη) του παριστανομένου δράματος ή εις την ευκαμψίαν των κινήσεων του Ρεγαρδέν και του Prince μια βροχή από πέτρες, ή δια να είμεθα ακριβέστεροι, από χαλίκια, πίπτουσα μπροστά του, στο πλάγι του, ή και εις αυτήν την κεφαλήν του με κίνδυνον αιματώματος, αν μη διαρρήξεως, αυτής, τον κάμνει να αφήση την εξέλιξιν της παραστάσεως και να φροντίση, όχι πλέον εις το πώς να επιδείξη τα καλοφτιασμένα μαλλιά της κεφαλής του, αλλά εις το πώς να προστατεύση αυτήν από της πετριές, ξανατοποθετών το καπέλλο του επάνω της. Με της πετριές αυτές, που ρίπτονται από μυστηριώδη χέρια, όπως άλλοτε ερρίπτετο η περίφημη σκόνη που είχε το ιδίωμα να ερεθίζη της μύτες και να προκαλή το “θιάρμισμα”, κάθε βράδυ ένας σωρός επεισόδια συμβαίνουν εις τον Κινηματογράφον. Όσον αστείον και διασκεδαστικόν όμως είνε το τοιούτον δια τους – εννοείται – έχοντας το ευτύχημα να μην τους βρίσκουν η πέτρες και όσον ωραίον αν φαίνεται εις μερικούς φρουρούς, όπως τους φαίνονται ωραίαι και αι ασχημίαι και ελεεινότητες του Αλή Γκογκό, διά των οποίων έσχον την τιμήν να ασχοληθώσι τας ημέρας αυτάς ο κ. Πωλιουδάκης και ο κ. «Φιλαλήθης», δε θα κάμη άσχημα ο κ. διευθυντής της Αστυνομίας να διατάξη τας περιπόλους να ρίπτουν κάθε βράδυ και κανένα βλέμμα εις το όπισθεν του Κινηματογράφου χωράφιον και περιορίσουν ούτω τους αγυιόπαιδας[11] τον τρελλόν, όποιος από τους δυό είναι ο ένοχος, διότι δεν είναι υποχρεωμένος ο κόσμος να θεατρίζηται υπό την διαρκή απειλήν του σπασοκεφαλιάσματος».

Τον καιρό εκείνο ένα σοβαρό θέμα απασχολεί την χανιώτικη κοινωνία. Από τον Σύλλογο Κυριών και Δεσποινίδων έχει προταθεί η λειτουργία συσσιτίων για τη σίτιση 300-500 φτωχών της πόλης τα οποία να στεγαστούν στο ισόγειο του Γυμνασίου. Στις στήλες των εφημερίδων «Σύνταγμα» και «Νέα Έρευνα» φιλοξενούνται γνώμες πολιτών με απόψεις υπέρ ή κατά του χώρου στέγασης των συσσιτίων στις οποίες συνεχίζεται η στοχοποίηση και οι καχυποψίες  για τον Αλή Γκογκό. Δύο μέρες μετά στην ίδια εφημερίδα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο Εμμ. Πωλιουδάκης[12]: «[…] Διά την επιδειχθησομένην προσπάθειαν και καλήν θέλησιν υπό των Κυριών να τηρήσωσι καθαριότητα ουδείς εστίν ο αντιλέγων. Εάν όμως επρόκειτο περί μικράς ποσότητος φαγητών. Αλλά την στιγμήν όπου θα μαγειρεύονται φαγητά διά 300 – 500 πτωχούς καθ’ ημέραν, είναι αδύνατον να μη προξενηθώσι ακαθαρσίαι και τα εκ τούτου παρομαρτούντα κακά να επελθώσι, όταν λάβητε υπ’ όψιν σας, ότι και εις τας οικογενειακάς κουζίνας με όλην την καλήν θέλησιν των οικοδεσποινών τους δεν λείπουν τοιαύται. Συνεπώς το Μαγειρείον του Σισιτίου (το ισόγειον του Γυμνασίου) θα καταστή εστία παντός μικροβίου, και τόπος συνεντεύξεως των σκύλων, γατών και ορνίθων της πόλεως προς συλλογή των απορριπτομένων περισσευμάτων μετά το γεύμα των πτωχών. Τι θέλετε να πρωτοκάμουν αι καλαί Κυρίαι τους Επιτροπής; Το Συσσίτιον να επιβλέπωσι; τους πειναλέους πτωχούς να καθησυχάζωσι; τον Μάγειρον να επιβλέπωσι; ή να προλαμβάνωσι και ησυχάζωσι τους διαγωνιζώμενους προς λήψιν του Συσσιτίου; Διότι βεβαίως αι κυρίαι δεν θα κρατώσι φραγγέλιον διά να δέρωσι τους ατακτούντας, αλλά μόνον λόγους γλυκείς, και Ευαγγελικούς, και παρηγόρους θ’ απευθύνωσι προς τους πάσχοντας από πείνης, ους ανέλαβον, συμφώνως τους τα Ευαγγελικά ρήματα, να χορτάσωσι και θρέψωσι. […] Εις το Συσσίτιον λοιπόν θα προσέρχονται μόνον οι επαίται και τα κατώτατα της κοινωνίας στρώματα, ενώ οι πραγματικώς άξιοι ελέους θα απέχουν. Από τον φρενοβλαβή Αλή Γκογκό και τους ομοίους του προβλέπω ότι θα προκαλούνται ζάρπαι και ανησυχίαι και θα εκστομίζονται ύβρεις και λόγοι όπερ βεβαίως δεν είναι ορθόν και ηθικόν ν’ ακούωσι ούται οι μαθηταί, ούται αι το Συσσίτιον επιβλέπουσαι κυρίαι και Δεσποινίδες της πόλεως. Εκ μιας περικοπής του δημοσιεύματός σας μανθάνω ότι διεγράφη ο Αλή Γκογκός εκ των μελλόντων να συσσιτιώσι. Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει επιτρέψατε μοι να σας είπω ότι παραβαίνετε το Ευαγγέλιον όπερ σας διατάσσει τους πάντας να τρέφητε. Εάν το τοιούτον επαληθεύση σημαίνει ότι θα διαγραφώσι και τινές οι οποίοι διά να τύχωσι του ευεργετήματος του Συσσιτίου, βεβαίως θα αναγκάζονται να σας παρουσιάζουν μπιλιετάκια. Αλλά τότε το συσσίτιον θα μεταβάλλη σκοπόν. […] Πιστεύω εν τούτοις ότι κατόπιν της εξεγέρσεως της κοινής γνώμης δεν θα επιτραπή η εγκατάστασις μαγειρείων εις το υπόγειον του Γυμνασίου, ότι θα κατανοηθή το άτοπον υπό των αρμοδίων και ότι αποτέλεσμα τούτου θα ήναι να αναζητηθή καταλληλότερος χώρος όπως στεγασθή το Συσσίτιον υπέρ της ευοδώσεως του οποίου και ημείς ευχόμεθα».

φωτ. 3

Ο Αλή Γκογκώ στο Σαντριβάνι το 1915. Πίσω του διακρίνεται το «Ιμαρέτ» (πτωχοκομείο).

Ένα καυτό απόγευμα του Ιούλη του 1947 μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη, ο «Θεριακλής» χρονογράφος του περιοδικού «Κρητική Ψυχή» καθώς ρεμβάζει στο λιμάνι καπνίζοντας το ναργιλέ του, κοιτάζει ασυναίσθητα δυο εργατικούς τύπους του λιμανιού που αλληλοπειράζονται. Κάποιος συμπληρώνει τη σκηνή με το γνωστό εκείνο σάλπισμα την επική ζάρπα. Άθελα του ανάμεσα στους καπνούς του ναργιλέ του αναστοράται κάτι παρόμοιο μεταξύ δύο άλλων τύπων του Αλή Γκογκό και του Μαμαλούκου προ εικοσιπενταετίας, δηλαδή στις αρχές του 1920 στα παπλωματάδικα[13] και στο χρονογράφημά του, σημειώνει[14]: «[…] Ο Αλή Γκογκός και ο Μαμαλούκος, ήταν οι πρωταγωνιστές. Η μαστοράντζα οι υποκινηταί. Το σύνηθες θύμα στη συνάντηση των δύο τύπων ο Μαμαλούκος. Ένας έρημος στον κόσμο γέρω – ζητιάνος και τρομερά τσιγκούνης. Ευρέθη διά πρώτην φοράν την ημέραν εκείνην σε πλεονεκτική θέση απέναντι του γίγαντος Αλή Γκογκό, γιγαντόσωμου μαύρου αχθοφόρου. Ο τελευταίος μεθυσμένος μετέφερε τρικλίζοντας ένα τεράστιο πιθάρι, ενώ 4 τσιγάρα εσχημάτιζαν πραγματική τζιμινιέρα. Ένα από κάθε ρουθούνι και δυό στο στόμα. Οι υποκινηταί ενεθάρρυναν τον φύσει δειλό και συντηρητικό Μαμαλούκο να επωφεληθή της μοναδικής περιπτώσεως και να εκδικηθή τον Αλή Γκογκό για τα τόσα βασανιστήρια που σε προηγούμενες συναντήσεις και υπό αντιθέτους όρους του έκανε. Και όταν ένας σοβαροφανής και ως εκ τούτου αρκετή εγγύησιν διά την ασφάλειαν του Μαμαλούκου παρέχων, έσπρωξε το χέρι του τελευταίου σε μίαν ανάρμοστον επαφήν και εις ευαίσθητον μέρος του Αλή Γκογκό, επήλθε το μοιραίον. Ο γίγας Αλή Γκογκός, εκτιναχθείς αποτόμως, έχασε την ισορροπίαν του και άφησε το πιθάρι να πέση σε χίλια συντρίμια. Αυτό ήταν! Ο Μαμαλούκος προ της τεραστίας αυτής συμφοράς και αναλογισθείς τα επακόλουθα εσωριάσθη κυριολεκτικώς στο καταβρεγμένο πλακόστρωτο και με γοερές κραυγές εκαλούσε εις βοήθειαν κλαίοντας τα παιδιά του, που ποτέ δεν εγνώρισε γιατί ήταν άγαμος. Ο Αλή Γκογκός μόλις συνήλθε από την συμφοράν, επέπεσεν δίκην μαινομένου θηρίου εναντίον του κραυγάζοντος Μαμαλούκου, όπως ημπορούσε, με τα χονδρά χέρια του και τα τεράστια πόδια του ήρχισε να τον χτυπά. Η κατάσταση για τον κακομοίρη τον Μαμαλούκο ήταν τραγική. Ευτυχώς ο τοποθέτης χωροφύλακας ήταν κοντά. Άκουσε τις φωνές και έτρεξε εις βοήθειαν. Ο Αλή Γκογκός τόβαλε στα πόδια. Ο γέρω Μαμαλούκος σώθηκε».

Το 1923 στην ανταλλαγή για να μη φύγει από τα Χανιά που τόσο αγαπούσε, λέγεται ότι, πήδηξε από το καράβι ενώ εκείνο ξεκινούσε το ταξίδι του. Τον βρήκαν και τον ανέβασαν με το βίντσι για να ανταλλαγεί κι αυτός σαν… Τούρκος! (η είδηση γι’ αυτό το γεγονός – αν υπήρξε – δεν έχει δημοσιευτεί στον τύπο της εποχής).

Η φήμη αυτής της δεσπόζουσας λαϊκής φυσιογνωμίας, του φτωχού κι ατημέλητου μεροκαματιάρη καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη και μαζί της ασχολήθηκε ο λαϊκός ποιητάρης – ριμαδόρος ο οποίος κάνει αναφορά στ’ όνομά του στο παρακάτω τετράστιχο:

«Στ’ Αλή Γκογκό στο Μαχαλά  /  στ’ Αλή Γκογκό τη ρούγα, / αγάπησα ένα αητό /                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                              με τη χρυσή φτερούγα».

φωτ. 4

Ο Αλή Γκογκώ με άλλους Χανιώτες μπροστά από Οθωμανικό κτίριο των Χανίων.

Σημειώσεις

  • Στα κείμενα που είναι μέσα σε εισαγωγικά διατηρήθηκε η ορθογραφία, η γραμματική και η διατύπωση του πρωτότυπου με μόνη επέμβαση τη μεταφορά τους στο μονοτονικό.

  • Οι φωτογραφίες που παρατίθενται είναι από το αρχείο του Ευθύμη Λεκάκη.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

  • Πρεβελάκης Παντελής, Το χρονικό μιας πολιτείας (1938), εκδ. Εστία, Ιούλιος 2009.

  • Μανουσάκης Γιώργης, Η Μαντάμ Ορτάνς και τα τέσσερα λογοτεχνικά ποτραίτα της, έθετο στο περιοδικό Έρεισμα, Χανιά 1996.

  • Μπαλάσκας Αλέξανδρος, Ημερολόγιο Χανίων 1940.

  • Κρητική Ψυχή, Μηνιαίο Εγκυκλοπαιδικό Περιοδικό, Όργανο της Βενιζελικής Φιλελεύθερης Νεολαίας, υπεύθ. Αλέξ. Δρουδάκης, Σεπτέμβριος 1947, Χανιά.

  • Εφημερίδα Νέα Έρευνα, διάφορα φύλλα.

  • Εφημερίδα Σύνταγμα.

[1] Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Αλή Γκογκώ μου δόθηκαν από τον συγγραφέα, νομικό και ιστορικό ερευνητή Ευθύμη Λεκάκη. Ο Αλή Γκογκώ ζούσε με τον πατέρα και την οικογένειά του κι είχε έναν αδελφό τον Χασάν.

[2] Αλέξανδρος Μπαλάσκας, Ημερολόγιο Χανίων 1940, Εκλεκταί Συνεργασίαι, Κ. Λ. Κωνσταντινίδου, Αλή Γκογκό, σελ. 40 – 41.

[3] Δάνειο από τα Γαλλικά. Είναι η Γαλλική φράση, (enfant = παιδί, gâté = κακομαθημένο, χαϊδεμένο)

[4] κονσούλτο (ιταλ. consulto) = συζήτηση, διαπραγμάτευση, συνομιλία, συνδιάλεξη, κουτσομπολιό. (Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης).

[5] το χάραμα, η χαραυγή. Λέξη από τα Επτάνησα.

[6] Γιώργης Μανουσάκης, Η Μαντάμ Ορτάνς και τα τέσσερα λογοτεχνικά πορτραίτα της, σελ. 8 – 11, περιοδικό Έρεισμα, Χανιά 1996.

[7] εφημερίδα Νέα Έρευνα, Τύφλωσις Αλή Γκογκώ, σελ. 4, 1 Αυγούστου 1913.

[8] Εκτός από τον Κήπο κινηματογράφοι λειτουργούσαν και σε άλλα σημεία της πόλης όπως στη Σπλάντζια και στην αίθουσα του Χρυσόστομου. Η εφημερίδα «Σύνταγμα» (18 Ιανουαρίου 1913) μας πληροφορεί: «Εν τω προηγουμένω φύλλω εγράφομεν, ότι ο κινηματογράφος της Σπλάντζιας συνεκέντρωνεν οπωσδήποτε περισσοτέρους θεατάς. Αλλά προ ημερών, εσπέραν τινά, δεν γνωρίζομεν πως παρήχθησαν κρότοι επί της σκηνής, αποτέλεσμα ίσως εκρήξεως της βενζίνης, το δε ακροατήριον εκενώθη υπό των έντρομων θεατών, παρ’ ολίγον μάλιστα να συμβώσι και δυστυχήματα ένεκα της αθρόας φυγής. Έκτοτε και οι θεαταί του κινηματογράφου τούτου δεν είναι περισσότεροι εκείνων του Χρυσοστόμου, όστις επίσης εξακολουθεί λειτουργών, με κενόν ακροατήριον. Πέρυσι και εις τους δύο λειτουργούντας τότε κινηματογράφους τα ακροατήρια ήσαν πλήρη καθ’ εκάστην εσπέραν, η αποτυχία δε αυτών εφέτος αποδοτέα εις την οικονομικήν δυσπραγίαν, εις ην διατελεί ο τόπος ένεκα του πολέμου, όστις εσταμάτησεν εν τη νήσω όλην την κίνησιν».

[9] Ενδεικτικά Νέα Έρευνα, 28-29 Μαΐου και 21 Ιουνίου 1913.

[10] εφημερίδα Νέα Έρευνα, Η πέτρινη βροχή, σελ. 3, 9 Σεπτεμβρίου 1914.

[11] αλητόπαιδες, παιδιά αλήτες.

[12] εφημερίδα Νέα Έρευνα, Συσσίτιον – Γυμνάσιον, σελ. 2-3, 11 Σεπτεμβρίου 1914.

[13] Η σημερινή οδός Μπετόλο.

[14] Κρητική Ψυχή, Μηνιαίο Εγκυκλοπαιδικό Περιοδικό, Όργανο της Βενιζελικής Φιλελεύθερης Νεολαίας, υπεύθ. Αλέξ. Δρουδάκης, Εγώ και ο ναργιλές μου, Ο Αλή Γκογκός και ο Μαμαλούκος, σελ. 6, τεύχος 1, Σεπτέμβριος 1947, Χανιά.

 

european-union

Τα αποσπάσματα από το ριζοσπάστη

Το κείμενο που αποκαλύπτουμε έχει τίτλο «Οδηγός ανάλυσης Κόστους – Οφέλους» για τα έργα αντιπλημμυρικής προστασίας. Συγγραφέας του είναι το «Flood CBA», μία επίσημη «πλατφόρμα» που χρηματοδοτείται από την ΕΕ και μάλιστα από τη Γενική Διεύθυνση Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας της ΕΕ, προκειμένου να παράσχει στα κράτη «τεχνογνωσία» και εργαλεία στο σχεδιασμό της αντιπλημμυρικής προστασίας, ενσωματώνοντας και εξειδικεύοντας τις σχετικές Οδηγίες της ΕΕ.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2012 και μετά την ολοκλήρωση μιας πρώτης φάσης εργασιών και μελετών, τα συμπεράσματα των οποίων παρουσιάστηκαν σε ειδική εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, ανανέωσε τη θητεία του, που διαρκεί μέχρι σήμερα. Αναπτύσσει μάλιστα δράση στα κράτη – μέλη, με συμμετοχή σε σεμινάρια που οργανώνουν Περιφέρειες σχετικά με την αντιπλημμυρική προστασία.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα έγινε κατά παραγγελία της ΕΕ, η οποία αναφέρει μάλιστα πως έρχεται να καλύψει ένα κενό στις μελέτες κόστους – οφέλους για έργα που σχετίζονται με την πολιτική προστασία και τα έργα υποδομής. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει «Δημιουργία Βάσης Δεδομένων για μελέτες κόστους – οφέλους στο σχεδιασμό έργων προστασίας από τις πλημμύρες» και υλοποιείται παράλληλα σε έξι κράτη – μέλη της ΕΕ.

Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από το εν λόγο πρόγραμμα(οι υπογραμμίσεις δικές μου):

«Είναι οικονομικά αποδοτικότερο να προστατευθούν από την πλημμύρα εκείνοι με τα μεγαλύτερα περιουσιακά στοιχεία (δηλ. εύπορες οικογένειες ή πολύτιμα εργοστάσια) από το να προστατευθούν εκείνοι που είναι φτωχοί και με πενιχρά περιουσιακά στοιχεία».

«Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις που δεν φαίνονται «δίκαιες», αλλά η δικαιοσύνη δεν είναι μέρος της ανάλυσης κόστους – οφέλους».

«Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτήν την πιθανή επίδραση «αδικίας»με δύο τρόπους: Χρησιμοποιώντας σταθμίσεις μέσα στην Ανάλυση Κόστους – Οφέλους για να αυξηθούν τα φαινομενικά οφέλη για την προστασία των οικονομικά ασθενέστερων. Κατά συνέπεια η Ανάλυση Κόστους – Οφέλους αλλοιώνεται υπέρ ορισμένων εκβάσεων, όπως καθορίζονται πολιτικά. Επίσης, δεδομένου ότι οι περισσότερες αμυντικές δαπάνες πλημμυρών ανεβάζουν τη γενική φορολογία, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η κοινή γνώμη πρέπει να αποφασίζει πώς ξοδεύονται τα δημόσια χρήματα».


Σχόλιο δικό μου: ΠΟΣΟ ΠΙΟ ΚΑΘΑΡΑ ΝΑ ΤΟ ΠΟΥΝ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΑΛΛΑ ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΩΝ; ΠΟΣΟ ΠΙΟ ΚΑΘΑΡΑ ΝΑ ΤΟ ΠΟΥΝ ΟΤΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΦΤΩΧΟΣ ΘΑ ΚΑΕΙΣ ΘΑ ΠΝΙΓΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΤΑΠΛΑΚΩΘΕΙΣ ΑΠΟ ΣΥΝΤΡΙΜΙΑ; ΤΙ ΑΚΟΜΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΡΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΟΧΗ ΣΟΥ;

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Αξίζει να διαβαστεί το πλήρες άρθρο του ριζοσπάστη εκεί

Αρέσει σε %d bloggers: