Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια
Φωτό.Βίκυ Νικολάου

Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με

Νύχτα, ομίχλη και βροχή, φυσικά φαινόμενα που συνοδεύουν τη Γη στο ταξίδι της αμέτρητα χρόνια τώρα. Φαινόμενα καθημερινά, συνηθισμένα κι όμως τρομοκρατούν το ανθρώπινο είδος από τη γέννησή του μέχρι και σήμερα, ακόμα και έχοντας μάθει ότι δεν είναι δυνάμεις θεών ή δαιμόνων, έστω και έτσι καταφέρνουν να κάνουν την καρδιά μας να χτυπά δυνατότερα, ιδιαίτερα όταν βρισκόμαστε σε λάθος τόπο και λάθος χρόνο.

Τα επί ενετοκρατίας πετρόχτιστα στενάκια της πόλης του Χάνιξ, δεν μπορεί κάποιος να τα διασχίσει με αυτοκίνητο, μόνο να τα περπατήσει καθώς είναι πολύ στενά και δαιδαλώδη. Μένουν σχεδόν αναλλοίωτα από τότε που κατασκευάστηκαν μέχρι τις μέρες μας. Φυσικά αυτό το χαώδες δίκτυο δεν φτιάχτηκε σε μια μέρα, αλλά συνεχώς επεκτείνονταν με οργανικό τρόπο, ανάλογα με τις ανάγκες της πόλης μέσα στο χρόνο, μέχρι να παγιωθεί στην τωρινή του μορφή. Τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες και νύχτες, προσφέρονται για ένα πρώτης τάξεως περίπατο στους κατοίκους, καθώς είναι πολυσύχναστα και σχετικα ασφαλή. Τις κρύες και βροχερές νύχτες του χειμώνα, όμως, είναι έρημα και τρομαχτικά. Σχεδόν έρημα δηλαδή, διότι πάντα υπάρχει και αυτό που οι παλιοί αποκαλούν «κακό συναπάντημα».

Αριστερά και δεξιά βρίσκονται χαμηλά σπίτια και άλλα με ένα ή δυο ορόφους, σαν τοιχεία σε ένα λαβύρινθο από ακανόνιστα δρομάκια που περνούν κάτω από καμάρες και ξύλινα μισοδιαλυμένα μπαλκονάκια που είναι αμφίβολο αν μπορούν να σηκώσουν πιά το βάρος και του πιο λιπόσαρκου ανθρώπου. Ένα πλέγμα από το οποίο δεν κατάφερε να αποδράσει ούτε ο ίδιος ο χρόνος, έτσι ώστε η αίσθηση που σου δίνεται όταν βρίσκεσαι στα σωθικά του, είναι πως και αυτός δεν είναι γραμμικός αλλά κυκλικός, όπως το φίδι που τρώει την ουρά του. Τα λιγοστά μη εγκαταλελειμμένα σπίτια της παλιάς πόλης κατοικούνται από μετανάστες και εξαθλιωμένους ναρκομανείς ή άστεγους που αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο κάτω από μισογκρεμισμένες στέγες, συγκάτοικοι με ποντίκια και έντομα, το ίδιο ανεπιθύμητοι όπως και εκείνα. Στην πραγματικότητα έχουν για παρέα τους και μια σειρά από ασθένειες, με πρώτη αυτή τη φτώχειας.

Το μέρος αυτό έχει μεγάλη ιστορική αξία, συνδεδεμένη με την πολυτάραχη ιστορία ολάκερου του νησιού. Είχε αρχίσει να χτίζεται από τους Ενετούς στις αρχές του 13ου αιώνα, που είχαν έρθει ως κατακτητές και είχε αλλάξει χέρια με τους Οθωμανούς Τούρκους δύο φορές, μέχρι οι δεύτεροι να σιγουρέψουν την κυριαρχία τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που μέσα στη συνοικία είχαν χτιστεί και τρεις μιναρέδες, με τον έναν μόνο να σώζεται ως τις μέρες μας. Οι ξακουστοί πειρατές του Αιγαίου, αργότερα, λάδωναν τον τοπικό Πασά, που τους προστάτευε και τον προστάτευαν, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τα σοκάκια ως κρυψώνα για τα πυρομαχικά, τα λαθραία και τα κλοπιμαία τους. Συνήθως κάποια από τα σπίτια χρησιμοποιούνταν ως μπουντρούμια, ενώ  στην γερμανική κατοχή αλλά και αργότερα στον εμφύλιο, πολλοί πατριώτες μαρτύρησαν η εκτελέστηκαν σε κάποιο ανήλιαγο υπόγειο. Το όποιο μοτίβο του γονιδιώματος της περιοχής περιείχε στη σύνθεση του πολύ πόνο, ανομία και θάνατο.

Μια νύχτα όπως είναι η σημερινή, λοιπόν, κάθε λογικός άνθρωπος θα αρνούνταν να διασχίσει την παλιά πόλη έστω και αν χρειάζονταν να κάνει ένα τεράστιο κύκλο για να πάει με τα πόδια από τη σημείο Α στο σημείο Β. Είναι καλύτερο να καθυστερήσεις κάπου παρά να μη φτάσεις ποτέ. Θυμάμαι, από τα παιδικά μου χρόνια, αποτελούσε μεγάλη παληκαριά για κάποιον να χωθεί στα υγρά στενά και να διανύσει μια εύλογη απόσταση. Υπήρχαν μάλιστα μια σειρά από φήμες για νέους που είχαν χαθεί για πάντα μην αφήνοντας κανένα ίχνος, λες και το μέρος τους είχε χωνέψει. Φυσικά με όλα αυτά, ειδικά όταν είσαι μικρός, δεν ξέρεις που σταματά το ψέμα και που ξεκινά η πραγματικότητα, αν υπήρχε έστω και ίχνος αλήθειας δηλαδή.

Μια τέτοια νύχτα διάλεξα, βροχερή, ομιχλώδη και άναστρη, για να κερδίσω εκείνο το στοίχημα που είχα βάλει με τον εαυτό μου από πολύ πιτσιρικάς. Να βρω δηλαδή το θάρρος, κάποτε, να διασχίσω από άκρη σε άκρη την παλιά πόλη κάτω από αυτές τι συνθήκες. Όταν ξεκίνησα από το σπίτι μου ήμουν πολύ αποφασισμένος, σε σημείο να μου φαίνεται όλο αυτό παιχνιδάκι, όμως με το που έφτασα στην εμπασιά, παρά τα 23 μου χρόνια, επανήλθε όλος αυτός ο απόκοσμος φόβος που ένιωθα και τότε που ήμουν μικρό παιδί. Είχε γίνει μέρος της ιδιοσυγκρασίας μου να προσπαθώ να απολαμβάνω κάθε έντονο συναίσθημα, ακόμη και τα αρνητικά, όμως τώρα που είχε έρθει η στιγμή της αλήθειας, αυτού του είδους οι ρομαντικές αντιλήψεις δεν με βοηθούσαν ιδιαίτερα. Αν και το μέρος ήταν γεμάτο στενάκια που απλώνονταν προς όλες τι κατευθύνσεις, υπήρχε μόνο μια είσοδος και μια έξοδος. Οι Ναζί είχαν φτιάξει ένα προστατευτικό τείχος γύρω από την υπόλοιπη συνοικία ώστε να μπορούν να ελέγχουν τους κρατουμένους τους και να προστατεύονται οι ίδιοι από επιδρομές της αντίστασης. Μετά το πέρας της κατοχής κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να ανοίξει νέες εισόδους. Προσωπικά θεωρούσα πως ήξερα καλά το δρόμο, τον είχα κάνει δεκάδες φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας, όμως δεν ήμουν και 100% σίγουρος ότι θα μπορούσα το ίδιο καλά να τον ακολουθήσω και στο σκοτάδι, πόσο μάλλον με ομίχλη.

Οπλισμένος μόνο με ένα αδιάβροχο και ένα ζευγάρι στεγανές μπότες, με ένα μικρό φακό, χωρίς φεγγάρι, έπρεπε να βρω το κουράγιο να χωθώ στη χολή της πόλης, μονάχος. Όπως κάποιος που πηδάει πρώτη φορά από αεροπλάνο, έκανα το πρώτο βήμα ελπίζοντας ότι τουλάχιστον αυτή η έκρηξη αδρεναλίνης θα με αποζημίωνε ενώ θα είχα και μια καλή ιστορία να πω όταν με το καλό θα ξαναβρισκόμουν στην σχετική ασφάλεια του σύγχρονου κόσμου. Οι ήχοι που δέσποζαν, πέρα από αυτούς των βροντών και του βρόχινου νερού που κυλάει, περιοριζόταν σε παρανοϊκά νιαουρίσματα γατιών, γαυγίσματα σκυλιών, και στο σφύριγμα που έκανε ο αέρας περνώντας ανάμεσα από τα συντρίμμια και τις σάπιες στέγες. Ο βηματισμός μου στην αρχή ήταν αργός, μα γινόταν γρηγορότερος λες και του έδιναν παράγγελμα “εν δυο” οι συνεχώς αυξανόμενοι χτύποι της καρδιάς μου, ενώ η ανάσα μου γίνονταν όλο και πιο έντονη.

Μερικές φορές διασταυρώθηκα με φιγούρες ημιανθρώπινες, τυλιγμένες όπως όπως σε αυτοσχέδια αδιάβροχα φτιαγμένα από σκουπιδοσακούλες ή φουσκωτά μπουφάν που είχαν ποτίσει από τη βροχή. Προσπαθούσα να μη ρίχνω το φακό πάνω τους. Έμοιαζαν σαν καρικατούρες βγαλμένες από ταινία τρόμου, ντυμένοι με κουρέλια να περιφέρουν σα κουρέλι τη σάρκα τους, ανήμποροι, ανίκανοι, ξεχασμένοι, συνάμα τρομοκρατημένοι και τρομακτικοί. Δεν απέκλεια βέβαια το ενδεχόμενο την ίδια εντύπωση να έδινα και εγώ στον όποιο εξωτερικό παρατηρητή.

Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι έτρεμα όχι από φόβο μα από κρύο· κατάφερα κοροϊδέψω  μέχρι κάποιο βάθος τη σκέψη μου, όμως στον πιο πρωτόγονο πυρήνα της, η αλήθεια ήταν αποτυπωμένη με τη γραφή εκείνη που επέτρεψε στον άνθρωπο να επιβιώσει ως είδος. Η ίδια εκείνη γραφή που θα αναγνώριζε και ο πρωτόγονος των σπηλαίων, μέσω της οποίας εκφράζονταν ο τρόμος για το άγνωστο και παράλληλα η γοητεία που αυτό μας ασκεί. Το σκηνικό επιδρούσε στη φαντασία μου όπως σε ένα ζωγράφο ο μαύρος καμβάς. Όμοια με τις φιγούρες του Καραβάτζιο που ήταν λες και γεννιόνταν από το σκοτάδι έτσι και εγώ περίμενα ότι πίσω από κάθε γωνιά κρυβόταν κάποιο πλάσμα της νύχτας, λες και πάνω σε κάθε σκεπή κουλουριαζόταν κάποιο νυχτεριδόφτερο σαρκοφάγο, έτοιμο να με αρπάξει, να με σηκώσει ψηλά και να με αφήσει να σκάσω στο έδαφος. Κι όσο σκοτείνιαζε η σκέψη μου, κι όσο πιο δυνατά ακουγόταν η καρδιά μου, τόσο περισσότερο ένιωθα μέσα μου το συναισθηματικό μεγαλείο που ένα κομμάτι του εαυτού μου αποζητούσε. Τρόμος πρωτόγνωρος, μοναδικός, έντονος σαν τον πρώτο έρωτα, ξαφνικός σαν αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τόσο γήινος όσο η βαρύτητα, τόσο απόκοσμος όσο τα αστέρια.

Μερικά παράθυρα από τα σπίτια που προσπερνούσα εξέπεμπαν ένα χλωμό φωτισμό, κοντοστάθηκα σε ένα από αυτά και αδιάκριτα κοίταξα μέσα. Το φως προερχόταν από μια αυτοσχέδια λάμπα πετρελαίου και έφτανε ίσα για να διακρίνω ανθρώπινα σακιά ξαπλωμένα το ένα πάνω στο άλλο σαν τα γουρούνια στο σφαγείο, ενώ η μυρωδιά από αλκοόλ ιδρώτα και καπνό με χτύπησε με το που πλησίασα το μισοδιαλυμένο παντζούρι. Τα κενά του παντζουριού είχαν επενδυθεί με μουσαμά, που ήταν και αυτός τρύπιος έτσι ώστε μεγάλο μέρος της βροχής να περνάει μέσα. Άθλιες συνθήκες ζωής για τουλάχιστον μια ντουζίνα ανθρώπους, σε ένα δωμάτιο απαλλαγμένο από έπιπλα ή κάθε άλλου είδους περιττή πολυτέλεια. Πραγματικά, είναι σαν να έχει σαρώσει κάποιος την ανθρώπινη σκόνη όλης της πόλης και να την έχει κρύψει σε ένα βρώμικο κελάρι, μη τύχει και τη δουν οι επισκέπτες και δυσαρεστηθούν.

Μια σπείρα από κεραμιδόγατες, αγνοώντας όπως φαίνεται τα έντονα καιρικά φαινόμενα,  ζευγάρωναν πίσω από τις σκιές κάνοντας αυτούς τους ψυχεδελικούς θορύβους που μοιάζουν με κλάμα μωρού. Ένα σκυλί γαύγιζε στο βάθος σαν μανιασμένο, όπως τον γείτονα που φωνάζει για να σταματήσει το πάρτι της απέναντι πολυκατοικίας ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί. Είχε περάσει αρκετή ώρα και θα μπορούσα να πω πως είχα χάσει το δρόμο μου, όμως θα ήταν σωστότερο να πω πως δεν έψαχνα πια να βρω κάποιο δρόμο. Περιφερόμουν σαν αποχαυνωμένος, με είχε αφομοιώσει η αισθητική και η καταραμένη ομορφιά αυτού του τοπίου. Οι πλάκες του δρόμου με το καφέ χρώμα που έπαιρναν στο σκοτάδι, έκαναν το πλακώστρωτο να μοιάζει με μια ατελείωτη μπάρα σοκολάτας, θυμήθηκα το παραμύθι το Χάνσελ και της Γκρέτελ, η μάγισσα μονάχα έλειπε ή μήπως όχι;

Τα σύννεφα είχαν σταδιακά αραιώσει και μια σκόρπια ομάδα από αστέρια είχε εμφανιστεί στον ουρανό, το φεγγάρι που αποκάλυψαν ήταν γεμάτο και τεράστιο, τώρα το τοπίο είχε περάσει από την κινηματογραφική σκοτεινιά στον νωχελικό φωτισμό της θεατρικής σκηνής. Ένα φεγγάρι κόκκινο, ίσως εξαιτίας της υγρασίας, τρομαχτικό σαν μάτι αρπαχτικού που αναζητά θήραμα. Αν ο Νιλ Άρμστρονγκ διάλεγε μια τέτοια μέρα για να κάνει τον περίπατο του στη σελήνη δεν θα είχε επιστρέψει ποτέ.

”Ένα μικρό βήμα για μένα λοιπόν”, ψιθύρισμα, και συνέχισα την πορεία μου δίχως να συνειδητοποιώ πια ότι τρέμω, δίχως να ακούω τη καρδιά μου που χτυπούσε πιο δυνατά από ποτέ. Ήταν λες και είχα προσαρμόσει το πνεύμα μου στην μαγεία του τοπίου, μια μαγεία που ήταν ασύμβατη με τις αισθήσεις μου, ασύμβατη με τις σωματικές μου λειτουργίες, ενώ ίσα που επικοινωνούσε με κάποια συναισθήματα που πάντα φυλάσσονταν στην ανθρώπινη ψυχή, όμως ποτέ δεν της γίνονταν οικεία. Τόσο έξω από την καθημερινότητα μας όσο έξω είναι το νέκταρ και η αμβροσία από την καθημερινή μας διατροφή.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, λίγο πριν αρχίσω να νιώθω ότι θα μπορούσα να ξεπεράσω τους περιορισμούς της σάρκας και να απλωθώ σε άνω των τριών διαστάσεις, ένα στρίγκλισμα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν δυο αλήτες που μετέφεραν ένα μεγάλο σκουπιδοτενεκέ, από αυτούς με τα ροδάκια, εκείνα ήταν που στρίγκλιζαν. Ήταν το λάφυρό τους από την επιδρομή που είχαν κάνει στη πόλη. Είναι απίστευτο τι μπορεί να βρει κανείς στα σκουπίδια… ειδικά αν έχει τρεις μέρες να φάει. Κουβαλούσαν το κάδο λες και ήταν παιδιά που είχαν κλέψει το σάκο του Αϊ-Βασίλη, φαινόταν η χαρά τους από το τρόπο που περπατούσαν, φαινόταν η μπαγαποντιά τους από το τρόπο που με κοίταξαν όταν πέρασαν από δίπλα μου. Ένιωθαν πως είχαν κάνει κάτι κακό, ποιος ξέρει τι θα τους έκανε η αστυνομία αν τους ανακάλυπτε. Ίσως βέβαια και να φοβόνταν μήπως τους αρπάξουν το θησαυρό, για αυτό ήταν επιφυλακτικοί. Μπορεί εκείνα τα παιδιά, που είχαν πάρει ένα κομμάτι κάρβουνο αντί για δώρο, να ήταν διατεθημένα ακόμη και να σκοτώσουν τον Άγιο Βασίλη προκειμένου να του κλέψουν το σάκο του· οποιοσδήποτε φοράει κόκκινα ρούχα, φωνάζει δυνατά “χο, χο, χο” και κυκλοφορεί τη νύχτα είναι σκέτη πρόκληση άλλωστε.

Ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις, άκουσα πραγματικές φωνές παιδιών να έρχονται από λίγο παρακάτω. Παιδιά στις τρεις η ώρα τη νύχτα να παίζουν; Αυτό ήταν λίγο περίεργο, βέβαια τι ήταν φυσιολογικό σε αυτό το μέρος· τίποτα. Κατευθύνθηκα προς το σημείο, όσο πλησίαζα άρχισα να διακρίνω και ένα ζωώδες ουρλιαχτό ανάμεσα στις παιδικές, εκείνες, φωνές. Κάποτε έμοιαζε με κλαψιάρικο νιαούρισμα και κάποτε με άγριο αλύχτισμα. Προσπέρασα δυο ακόμα στενά όταν βρέθηκα στο, προορισμό μου, τα παιδιά ήταν μαζεμένα σε μια μικρή πλακόστρωτη πλατεία. Μέτρησα πέντε, έδειχναν να ήταν απασχολημένα με κάτι, προσπάθησα να δω καλύτερα. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους ήταν μια μαξιλαροθήκη, η οποία ήταν δεμένη στην άκρη της και ήταν γεμισμένη με κάτι… γεμισμένη με κάτι που κουνιόταν και ούρλιαζε και πάλευε να ελευθερωθεί. “Θεέ μου, ήταν η γάτα που άκουγα!”, σκέφτηκα.

Ένα ξανθό αγόρι περίπου πέντε χρονών, είχε αρπάξει τη μαξιλαροθήκη και άρχισε να την περιφέρει πάνω από το κεφάλι του σαν λάσο, μόλις έκανε μερικές περιστροφές την χτύπησε στο πάτωμα με δύναμη. Το ζώο από μέσα αλυχτούσε με τρόπο που θα σπάραζε την καρδιά ακόμα και σε χασάπη, όμως εκείνα τα παιδιά δεν έδειχναν ίχνος συμπόνιας. Μεταξύ τους ήταν και δύο μικρά κοριτσάκια ντυμένα στα λευκά που γελούσαν έχοντας τα χέρια τους μπροστά από το στόμα. Ήταν σαν να ένιωθαν ότι έκαναν κάτι πονηρό και να έκρυβαν την χαρά τους. Τα παιδιά έδειχναν να το χαίρονται και ένα-ένα άρχισαν να ποδοπατούν το άμοιρο ζωντανό που μάταια πάλευε για τη ζωή του. Το κλώτσαγαν, το έσερναν, το χτύπαγαν από ‘δω και από ‘κει, μέχρι που το ύφασμα της μαξιλαροθήκης ξεκίνησε να βάφεται κόκκινο, σε λίγα δευτερόλεπτα είχε μουσκέψει πλήρως και έσταζε.

Συνέχισαν το παιχνίδι τους μέχρι που το πράγμα στη μαξιλαροθήκη σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε να κουνιέται. Τότε κι εκείνα, σαν να τελείωσε η μπαταρία στο αγαπημένο τους τρενάκι, έχασαν τον ενθουσιασμό τους και έπαψαν να ασχολούνται μαζί του. Ίσως τόση ώρα έπρεπε να είχα επέμβει, μα δε το έκανα, υπήρχε κάτι το απόκοσμο στα μάτια αυτών των παιδιών, υπήρχε μια υποψία λάμψης τόσο αμυδρής, όπως όταν βάζουμε ένα φακό κάτω από τα σκεπάσματα και λίγο από το φως διαπερνά την κουβέρτα. Το πιο λογικό ήταν πως αυτό ήταν η ιδέα μου… προφανώς είδα σε αυτά τα παιδιά μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά λόγω της ζωώδους πράξης που είχαν διαπράξει, μια πράξη που δεν μπορεί να τη δικαιολογήσει ούτε το γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν άγρια παιδιά του δρόμου. Έτσι έμεινα αμίλητος και κρυμμένος να τα χαζεύω μέχρι που εξαφανίστηκαν στα στενά. Βρισκόμουν σε υπερένταση και δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά.

Η αναπνοή μου κόπηκε όταν ένα χέρι μου τράβηξε το ρούχο, γύρισα αστραπιαία να δω τι ήταν. Το παράθυρο του σπιτιού του οποίου ο τοίχος μου παρείχε κάλυψη τόση ώρα είχε ανοίξει και μια μαυροφορεμένη φιγούρα είχε απλώσει το χέρι της πάνω μου. Μου πέρασε από το μυαλό ότι ήταν ο ίδιος ο Χάρος.

– “Αλίμονο μας! Είδες τι έκαναν;”, φώναξε με γερασμένη φωνή η μαυροφορούσα

που τελικά δεν ήταν ο Χάρος, αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα.

– “Ποια ήταν αυτά τα παιδιά;”, τη ρώτησα.

– “Αυτά δεν είναι πια παιδιά, είναι τελώνια, και δεν έχουν όνομα, ποτέ δεν είχαν, δε βαφτίστηκαν ποτέ και θάφτηκαν χωρίς να τα λειτουργήσει παπάς, σαν τα ζώα. Αλίμονό μας!”, ξαναφώναξε, έκανε το σταυρό της και τραβήχτηκε πάλι στις σκιές, κλείνοντας με δύναμη το παράθυρο.

Δε ξέρω τι με οδήγησε να το κάνω αυτό, ίσως η περιέργεια του ανθρώπου να ξεπερνάει σε ένταση τον φόβο του μερικές φορές. Μακάρι να μην ήμουν τόσο περίεργος και να είχα φύγει. Δεν έφυγα. Προχώρησα προς το κέντρο της πλατείας και αφού κάλυψα το χέρι μου με το μανίκι του αδιάβροχου, έσκυψα και έπιασα τη μαξιλαροθήκη. Όταν την άνοιξα τίποτα δεν μπορούσε να με προϊδεάσει για το τι θα έβρισκα μέσα της. Ακόμα και τώρα δε μπορώ να το εκφράσω με άμεσο τρόπο, δεν έρχονται τα λόγια στο στόμα μου. Μπορώ να πω μόνο το εξής: ότι δεν κλαίνε μόνο οι γάτες σα τα μωρά, μερικές φορές κλαίνε και τα μωρά σαν γάτες…

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

Οι ασύμμετροι

Οι ασύμμετροι

Κεφάλαιο 1, φύλαξη

2/10/2017 προς 3/10/2017

 κάπου στην Κρήτη

Τα ταβερνάκια της περιοχής ήταν έτοιμα να κλείσουν, οι τελευταίοι θαμώνες αποχεραιτιόνταν και τραβούσαν για όπου είχαν παρκάρει τα αυτοκίνητα τους. Το μέρος είχε αποκτήσειμεγάλη τουριστική φήμη τα τελευταία 9 – 10 χρόνια και αυτό ήταν κάτι που άλλαξε τα πάντα ριζικά. Άλοτε το παραλιακό μέτωπο και το γραφικό λιμανάκι βρίσκονταν εκεί για να εξυπηρετούν τις ανάγκες των ημιεπαγγελματιών ψαράδων, τις βαρκούλες τους, τα μικρά καϊκάκια τους. Τώρα τα πάντα είχαν μετατραπεί σε τουριστικό αξιοθέατο, το λιμανάκι, οι βαρκούλες, ακόμα και οι ίδιοι οι ψαράδες, όσοι είχαν απομείνει, οι σιλουέτες τους είχαν ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα στις πατρίδες όλου του κόσμου μέσα στις φωτογραφικές μηχανές των επισκεπτών.

Εκεί που κάποτε βρίσκονταν μικρά χαμόσπιτα, τώρα είχαν ανοίξει καφετέριες και ταβέρνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια και ξενοδοχεία, «μεσαίας κλίμακας τουριστική εκμετάλλευση» το ονόμαζε ένα άρθρο στην τοπική εφημερίδα. Το παλιό καφενείο, που λειτουργούσε για 50 χρόνια, είχε γίνει τώρα κατάστημα που πουλούσε φουσκωτά στρώματα, καρτ ποστάλ και λάδια για το μαύρισμα, παράλληλα διαχειριζόταν ενοικιαζόμενες ξαπλώστρες στην παραλία και έφτιαχνε και καφέδες στο χέρι με δυο ευρώ.

Τώρα όμως ήταν τέλος Οκτώβρη και παρά τον ήπιο καιρό που κρατούσε ακόμα, οι τουρίστες είχαι για τα καλά αραιώσει και η πιάτσα μετά τις 12 ερήμωνε. Όταν έκλεινε και το τελευταίο λαμπιόνι στους πάγκους και στις βιτρίνες, το μέρος μπορούσε να ξεγελάσει τον μοναχικό διαβάτη ότι βρίσκονταν ακόμη 30 χρόνια στο παρελθόν. Ίσως και 130, αν δεν υπήρχαν μερικά παρανόμως παρκαρισμένα μοτοποδήλατα εδώ και εκεί ως απομεινάρια του σύγχρονου πολιτισμού. Τέτοια ώρα, όλα ηρεμούσαν ακούγονταν μόνο ήπια ο ήχος του κύματος ή καμιά φορά τα τεντώματα των σχοινιών με τα οποία δένονταν οι βάρκες. Και απάνω από αυτό το ηχητικό «χαλί», μερικές φορές ακούγονταν οι ήχοι από το βίαιο ζευγάρωμα των γατιών ή από κάποια σκυλιά που πότε πότε είχαν αυπνίες … και πιο σπάνια κάποια παρέα από νέους που άραζαν στις ξαπλώστρες με μπύρες στο χέρι κάνοντας φασαρία με φάλτσες φωνές και χαχανητά.

Στο ταβερνάκι που έκλεισε τελευταίο τα φώτα του δυο φιγούρες έκαναν την καθιερωμένη τους συναναστροφή. Ήταν ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού και ο σεκιουριτάς της περιοχής, που όπως κάθε νύχτα εδώ και περίπου μια βδομάδα ο πρώτος έφτιαχνε στο δεύτερο καφέ σε ποτηράκι από φελιζόλ για να βγάλει τη βάρδια. Βλέπετε, οι ξενοδόχοι κάποια στιγμή απόφάσισαν ότι θα ήταν καλή διαφήμιση για τους επισκέπτες αν φαίνονταν ότι η περιοχή φυλάσσονταν και έτσι αποφάσισαν να πληρώσουν όλοι μαζί για υπηρεσίες security.

«Ορίστε, 4 κουταλιές ζάχαρη και γάλα», «Να ΄σαι καλά φίλε, στην υγειά σου» είπε ο σεκιουριτάς την ώρα που έπιανε το ποτηράκι. Ήταν ψηλός, παχουλός και με ξυρισμένο κεφάλι. «Τίποτα ρε… Να σε ρωτήσω, μέχρι τι ώρα δουλεύεις αν επιτρέπεται;» τον ρώτησε ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας. «Κάθομαι από τις 12 μέχρι τις 7, υπηρεσία φύλαξης, περιπολίες, επαγρύπνηση».

Η φωνή του φύλακα ήταν κάπως βαθυά και μπασα. Φορούσε στρατιωτικές αρβύλες και πράσινο παντελόνι που έμοιαζε με αυτό της στολής εξόδου του ελληνικού στρατού. Το είχε ζωσμένο πάνω από τον αφαλό, με την αντίστοιχη στρατιωτική  ζώνη, φτιαγμένη από κάνναβη. Το πάνω μέρος της στολής έμοιαζε να είναι ένα δυο νούμερα μικρότερο από όσο θα έπρεπε, για αυτό και ήταν τσιτωμένο πάνω από την κοιλιά του, σαν έτοιμο να σκάσει. Το σύνολο συμπλήρωνε μια μάυρη γραβάτα, από αυτές που έδεναν με λάστιχο και τις αγόραζαν οι μαθητές για να τις φορέσουν στην παρέλαση.

«Παίρνεις τουλάχιστον διπλό μεροκάματο, νυχτερινό;» ρώτησε ο ιδιοκτήτης χωρίς να καταλαβαίνει ότι γίνονταν αδιάκριτος, όμως τέτοιες ερωτήσεις είναι ψωμοτύρι στις μικρές λαϊκές γειτονιές. «4 ευρώ η ώρα, και έχω αγοράσει τη στολή του φύλακα και το φακό του φύλακα» απάντησε, πιάνοντας με το χέρι ένα μακρύ μαύρο φακό που είχε ζωσμένο στα δεξιά της ζώνης και γυρίζοντας τον έτσι που να τον δείξει στον συνομιλητή του. Το μέγεθος του φακού μαρτυρούσε ότι είχε φτιαχτεί για να χρησιμοποιείται σε ώρα ανάγκης σανγκλοπ. «Έλα ρε, εσύ αγόρασες τον εξοπλισμό, δεν στον έδωσε η εταιρία;» ρώτησε με ειλικρινή έκπληξη ο ιδιοκτήτης. «Όχι, η εταιρία μας δίνει μόνο τα διακριτικά που έραψε η κυρά Μαρία» είπε δείχνοντας με το χέρι ένα υφασμάτινο σήμα «TalosSecurity» στο ύψος του στήθους, είχε άλλα δυο παρόμοια ραμμένα στους ώμους.

Τον ιδιοκτήτη ο νυχτοφύλακας τον είχε γνωρίσει πριν από μερικές μέρες, αρχικά του είχε φανεί ύποπτος γιατί τον πέτυχε να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα του μαγαζιού του στις 3 η ώρα τη νύχτα. Τον είχε πλησιάσει προσεχτικά, έχοντας ανά χείρας τον φακό, έτοιμος [σχεδόν ευχόμενος να χρειαστεί] να τον χρησιμοποιήσει με τη δεύτερη του ιδιότητα, αυτή του γκλοπ. Φτάνοντας σε απόσταση αναπνοήςκαι ρίχνοντας τη δέσμη του φακού στα μούτρα του ταβερνιάρη, εκείνος γύρισε το κεφάλι σαστισμένος κάνοντας μια χαζή γκριμάτσα με τα μάτια μισόκλειστα. Έμοιαζε να είχε πιεί και λιγάκι για αυτό και ζοριζόταν να ανοίξει με το κλειδί. «Ξέχασα το κινητό μέσα» είπε απευθυνόμενος στο φύλακα. Ο φύλακας αναγνωρίζοντας τον κατέβασε αμέσως τη δέσμη του φακού, «φοβήθηκα ότι θα ήσουν κανένας Αλβ.. εεε κλέφτης» του είπε απολογητικά. «Δεν πειράζει, κάτσε, θα φτιάξω στα γρήγορα δυο καφεδάκια, το χρειάζομαι και εγώ, το χρειάζεσαι και εσύ».Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα χωρίς κανείς τους να μιλήσει… «πως τον θες;», «α… φραπέ, τέσσερεις κουταλιές ζάχαρη και γάλα». Ο μαγαζάτορας μπήκε μέσα και ξαναβγήκε ύστερα από περίπου ένα πεντάλεπτο με τους καφέδες, «ορίστε» είπε καθώς έτεινε το ένα από τα δυο ποτηράκια από φελιζόλ που κρατούσε στο χέρι του. «Ευχαριστώ», απάντησε ξερά ο φύλακας, από μέσα του αναρωτήθηκε άμα έπρεπε να ζητήσει συγνώμη που τον πέρασε για Αλβανό, ύστερα σκέφτηκε ότι ο μαγαζάτορας θα έπρεπε να τον ευχαριστεί και από πάνω που είχε τα μάτια και τα αυτιά του ανοιχτά.

Κανείς δεν ρώτησε το όνομα κανενός σε αυτήν τους την πρώτη συνάντηση, ούτε και σε κάποια από τις επόμενες, ο σεκιουριτάς δεν το έκανε επειδή δεν τον ενδιέφερε και ο μαγαζάτορας επειδή στη στολή του σεκιουριτά υπήρχε ένα πράσινο ταμπελάκι με ραμμένο το ονοματεπώνυμο του «Γιώργος Κατηφόρης».

Ο Κατηφόρης, έχωσε το φακό στη θέση του και γύρισε την πλάτη και τραβώντας την πρώτη ρουφηξιά, τον είχε πετύχει ο πούστης, τόσο καλό δεν τον έκανε ούτε η κυρία Μαρία, η μάνα του. Ήταν άπειρες οι περιπτώσεις που είχε επιστρέψει τον καφέ σε κάποια χαζή σερβιτόρα επειδή δεν του τον είχε ανακατέψει όσο θα έπρεπε με αποτέλεσμα κομματάκια ζάχαρης να φράζουν το καλαμάκι, κάτι που σιχαίνονταν.

Κεφάλαιο 2, ιδιωτική πρωτοβουλία

3/10/2017 προς 4/10/2017

Η προηγούμενη βάρδια είχε περάσει ήρεμα και ξεκούραστα, κυρίως είχε περάσει χωρίς να τον ταλαιπωρήσει ιδιαίτερα η νύστα. Υπήρχαν φορές που η νύστα τον είχε τσακίσει, αυτά ήταν τα «καλά» του να δουλεύεις νύχτα. Πάντως ούτε απόψε φαίνονταν πιθανό να του έρθει υπνηλία, αυτό επειδή η θερμοκρασία είχε πέσει απότομα και δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος, δεν είχε φέρει ούτε το σκούφο, οπότε το κρύο θα τον κρατούσε στην τσίτα.Κουκούλιασε τα χέρια του γύρω από την κούπα του καφέ, που αυτή τη φορά τον είχε ζητήσει ζεστό, ύστερα ακούμπησε εναλλάξ τα χέρια του στα φουσκωτά μάγουλα του που ξεπάγιαζαν και ύστερα στην καράφλα του. «Τι θυσίες κάνω για να σας κρατάω ασφαλείς ρε κουφάλες, ενώ θα μπορούσα να είμαι στη ζεστασιά του σπιτικού μου», σκέφτηκε. Στην πραγματικότητα το σπίτι του δεν ήταν και τόσο ζεστό αφού τα τελευταία δυο χρόνια τα λεφτά δεν επαρκούσαν για πετρέλαιο, ενώ το μικρό ηλεκτρικό θερμαντικό σώμα που μοιράζονταν με την κυρά Μαρία ανέβαζε σε τρελά επίπεδα τον λογαριασμό του ρεύματος άμα δεν πρόσεχες.

Πάντως η σύμβαση του με την εταιρία security είχε λήξει από τα τέλη Σεπτέμβρη, οι πελάτες στην περιοχή δεν είχαν πληρώσει για φύλαξη από τον Οκτώβρη και μετά. Η παράνομοι όμως δεν παίρνουν άδεια το χειμώνα, πως ήταν δυνατόν να μένει περιοχή χωρίς ασφάλεια; «Είμαι υπεύθυνο άτομο» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του, η αλήθεια είναι όμως ότι γούσταρε να φοράει τη στολή. Ένιωθε τόσο «άνετος» μέσα της που για φωτογραφία εξωφύλλου του στο Facebookείχε τραβήξει μια σέλφι εν ώρα υπηρεσίας με το ένα χέρι του στη ζώνη και ένα βλέμμα που ο ίδιος το καταλάβαινε ως βλοσυρό και απειλητικό. Στην πραγματικότητα είχε συγκεντρώσει δυο «like»και 7 «χαχα» αφού οι λίγοι που την είδαν νόμιζαν ότι είχε πάρει για πλάκα αυτήν την πόζα.

Ξεκίνησε την συνηθισμένη του περιπολία, την έκανε κάθε νύχτα πάνω από 15 φορές, εκτός από όταν ένιωθε κουρασμένος, στις περιπτώσεις αυτές πέρναγε την περισσότερη ώρα καθισμένος σε κάποιο τραπεζάκι από αυτά που δεν έβαζαν μέσα οι ταβέρνες το βράδι. Η περιπολία του ξεκινούσε από την ανατολική πλευρά της περιοχής, κατέβαινε τα σκαλάκια από τον πεζόδρομο στο λιμάνι, το περπάταγε κατά μήκος, ύστερα συνέχιζε στην αμμουδιά μέχρι το τέλος της παραλίας, μετά ανέβαινε πάλι στον πεζόδρομο και επέστρεφε στην «βάση» ακολουθώντας τον πεζόδρομο. Η όλη αυτή γύρα με κανονικό περπάτημα έπαιρνε περίπου ένα τέταρτο, αυτός έκανε παραπάνω ώρα αφού χρειάζονταν να είναι προσεχτικός. Έριχνε τη δέσμη του φακού μέσα από τις τζαμαρίες στα κλειστά μαγαζιά για να σιγουρευτεί ότι δεν βρίσκονταν κανείς μέσα. Θα έκανε το ίδιο στα καΐκια, αλλά οι ιδιοκτήτες τους πολλές φορές πήγαιναν από αχάραχτα να προετοιμάσουν τις αλιευτικές τους εξορμήσεις και έτσι η δέσμη του φακού συχνά έπεφτε πάνω σε ενοχλημένες αγριωπές φάτσες.

Όταν είχε κρύο περπατούσε περισσότερο, αυτό τον κρατούσε ζεστό, έτσι αν και δεν είχε φτάσει ούτε στο μέσο περίπου της βάρδιας του, είχε κάνει τον κύκλο τουλάχιστον 10 φορές έχοντας διανύσει επτά με οκτώ χιλιόμετρα. Κάθε δυο βόλτες σταματούσε για ένα τσιγάρο, όταν είχε ξεκινήσει στο πακέτο είχε 5 μέσα, ήλπιζε ότι θα κατάφερνε να βγάλει τη νύχτα, όμως εκείνη τη στιγμή έσβηνε το τελευταίο με την αρβύλα του. Έπιασε με το αριστερό του χέρι την κουπαστή και άρχισε να κατεβαίνει τη στενή τσιμεντένια σκάλα προς το λιμάνι. Ήθελε προσοχή, είχε παραπατήσει τρείς φορές στα κακοφτιαγμένα σκαλιά, ήταν πρωτόγονα κατασκευασμένα αφού το τσιμέντο έδενε μεταξύ τους μερικές ακανόνιστου σχήματος και μεγέθους πέτρες. Το χειρότερο όμως ήταν πως η κλίση των σκαλοπατιών ήταν κατηφορική και μεταξύ τους υπήρχε ασυμμετρία στο ύψος. Την πρώτη φορά μάλιστα που παραπάτησε, γλίστρησε και πέφτοντας χτύπησε με τον πισινό απότομα, από τότε ακόμα τον πόναγε κάποιες φορές. Τις επόμενες, κατάφερε –αν και κωμικά- να σταθεί στα πόδια του.

 Παρά την ψύχρα η θάλασσα ήταν ήρεμη μέσα και έξω από το λιμάνι.Στις σφοδρές κακοκαιρίεςο μικρός λιμενοβραχίονας δεν επαρκούσε για να συγκρατήσει τα κύματα, με αποτέλεσμα να γίνονται ζημιές στα καΐκια και στις βάρκες. Αυτός ήταν και ο λόγος που όλα τα σκάφη ήταν εφοδιασμένα με μεγάλα λάστιχα, που κρέμονταν στα πλευρά τους ώστε να απορροφούν τα μεταξύ τους χτυπήματα και να μην «τραυματίζονται».

 Το καθρέφτισμα από τα φανάρια του δρόμου στο νερό, οι βαρκούλες  και οι γαλήνιοι ήχοι της θάλασσας δημιουργούσαν ρομαντική ατμόσφαιρα που τραβούσε τα ζευγαράκια ακόμη και τις πιο προχωρημένες ώρες της νύχτας, αν και τους χειμερινούς μήνες αυτό ήταν κάτι αρκετά σπάνιο. Πάντως, αν κάτι απεχθάνονταν περισσότερο από όλα ο Γιώργος ήταν τα «τρυπωμένα» ζευγαράκια στα σκοτεινά σημεία της παραλίας και του λιμανιού. Όταν κάθονταν λαθραία και ερωτοτροπούσαν στις ξαπλωτούρες είχε εντολή να επεμβαίνει και να τους διώχνει, όμως, αν δεν παραβίαζαν την ατομική ιδιοκτησία εκείνων που πλήρωναν το αφεντικό του, ήταν καλύτερο να μην πλησιάζει. Όσες φορές το έκανε, η κατάσταση κατέληξε σε άβολους καβγάδες, μια φορά μάλιστα το ενοχλημένο ζευγάρι κάλεσε την αστυνομία.

Σε κάθε βάρδια, ιδέες μεγαλείου περνούσαν από το μυαλό του. Ήλπιζε ότι θα τσάκωνε στα πράσα κάποιο ληστή ή ακόμη καλύτερα, κάποιον βιαστή και τότε όλοι θα αναγνώριζαν την αξία του, ίσως μάλιστα να τον ερωτεύονταν και το θύμα. Δεν ήταν σαν τους άλλους security, αυτός έκανε καλά τη δουλειά του, οι υπόλοιποι απλώς έβαζαν μια στολή και περίμεναν την ώρα να περάσει για να πάρουν το μεροκάματο. Κάθε τόσο, ψυχαναγκαστικά, τσέκαρε με τα χέρια του τον εξοπλισμό του, το σπρέι πιπεριού, το φακό, τις χειροπέδες που έκρυβε στην τσέπη του τζάκετ. Έπρεπε να το κάνει, διαφορετικά είχε συνέχεια εκείνο το συναίσθημα που φεύγεις από το σπίτι και νομίζεις ότι έχεις αφήσει το γκάζι ανοιχτό.

Ακούστηκε ένα χλατς και ένιωσε το δεξί του πόδι να βυθίζεται σε κάτι μαλακό. «Σκατά» ψιθύρισε, ως δήλωση μπορεί να μην ήταν και πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Έριξε τη δέσμη του φακού προς τα κάτω, αυτό που είχε πατήσει σίγουρα δεν ήταν σκατά, όμως τι ήταν; Σήκωσε το πόδι του και μέρος του υλικού κρεμάστηκε από την αρβύλα του σαν λειωμένο τυρί του τοστ, χρειάστηκε να τιναχτεί για να κοπεί. Αυτό που έβλεπε έμοιαζε με μεγάλος παχύρευστος λεκές από ένα απροσδιόριστο πολύχρωμο ζελέ. Όταν το κοίταξε λίγο πιο προσεχτικά θα ορκίζονταν ότι είχε τρίχωμα, το οποίο όμως ήταν χωνεμένο στο εσωτερικό του γλοιώδους υλικού.Έψαξε τριγύρω και δεν άργησε να βρει ένα σπασμένο σκουπόξυλο, επέστρεψε στο σημείο και έχωσε την άκρη του σκουπόξυλου στον πολτό. Άρχισε να αναδεύει το σκουπόξυλο όπως οι μάγισσες αναδεύουν στα καρτούν την κουτάλα μέσα στη χύτρα. Ένιωσε το ξύλο να ακουμπάει σε κάποια πιο σκληρά κομμάτια και άρχισε να τα τραβά έξω από το μείγμα. Κατάφερε να «ψαρέψει» 5-6 αλλά ήταν ακόμη καλυμμένα με το ζελέ και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς έβλεπε. Έτρεξε και πήρε το μισοάδειο μπουκαλάκι νερό που είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι, στο σημείο από το οποίο ξεκινούσε η περιπολία του. Ξέπλυνε τα κομμάτια και αυτό που αποκαλύφθηκε τον έκανε να ανατριχιάσει, ήταν κόκκαλα, αν έπρεπε να στοιχηματίσει θα έλεγε ότι ταίριαζαν σε κάποιο ζώο μεγέθους γάτας, ένας τρόπος υπήρχε να βεβαιωθεί. Έπιασε πάλι το σκουπόξυλο και συνέχιζε να βγάζει κομμάτια μέσα από το σωρό, μέχρι που τράβηξε κάποιο λίγο μεγαλύτερο και στρογγυλωπό. Όταν το ξέπλυνε διαπίστωσε ότι ήταν όντως κρανίο από γάτα. Δεν χρειάζονταν να είσαι ειδικός για να καταλάβεις κάτι τέτοιο, όμως τι στο διάβολο μετέτρεψε τη γάτα σε μια τέτοια άμορφη μάζα, σίγουρα όχι η φυσική αποσύνθεση, ούτε αυτό χρειάζονταν να είσαι ειδικός για να το καταλάβεις. 

Έβγαλε από την τσέπη το κινητό του και τράβηξε μερικές φωτογραφίες, για καλή του τύχη δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με αυτό κατά τη διάρκεια της βάρδιας και έτσι είχε ακόμη μπαταρία, διαφορετικά θα είχε αδειάσει σε λιγότερο από δυο ώρες. Οι φωτογραφίες δεν βγήκαν και οι πιο καθαρές του κόσμου, το φλας έκανε το υλικό να γυαλίζει έντονα κάτι που έκρυβε τις λεπτομέρειες, ενώ χωρίς φλάς ο κόκκος της νυχτερινής λήψης έκανε τόσα «χιονάκια» που πάλι δεν έβγαζες άκρη.

Όλο αυτό του κράτησε το ενδιαφέρον περίπου ένα εικοσάλεπτο, ύστερα επέστρεψε στην ρουτίνα του μην μπορώντας να βγάλει πιο προχωρημένα συμπεράσματα, αν και κάθε φορά που περνούσε από το σημείο το έφεγγε με το φακό. Μέχρι την ώρα που ξημέρωσε, το παχύρευστο υλικό είχε ξεραθεί και έμοιαζε πια με φυσιολογικό κουφάρι νεκρού ζώου. Το πόσο γρήγορα είχε ξεραθεί όλη αυτή η άμορφη μάζα τον έκανε να σκεφτεί πως ότι κι αν ήταν αυτό που σκότωσε το ζωντανό έπρεπε να το είχε κάνει κατά τη διάρκεια της βάρδιας του. Το λογικό αυτό συμπέρασμα τον έκανε να νιώθει περήφανος, ήταν καλός όχι μόνο στη φύλαξη αλλά και στην ανάλυση. Θα έπρεπε κανονικά να τον έκαναν ντετέκτιβ, αυτό ήταν κάτι που το πίστευε πραγματικά αν και ποτέ δεν είχε προσπαθήσει να μπει στην αστυνομία. Έτσι όπως τα έβλεπε, αυτοί οι μαλθακοί γραφειοκράτες θα έπρεπε να του κάνουν πρόταση.

Είχε πια γυρίσει στο σπίτι του και βρίσκονταν ήδη κάτω από δυο κουβέρτες, το κρύο και η υγρασία είχαν ποτίσει τους τοίχους και έκαναν οποιαδήποτε μετάβαση από το κρεβάτι προς την τουαλέτα ζήτημα θαρραλέας απόφασης, το σκεφτόσουνα δηλαδή  δυο και τρείς φορές για να πας να κατουρήσεις. Είχε το κινητό στην πρίζα κάμποση ώρα και η μπαταρία είχε φτάσει στο 45, το πήρε στα χέρια του και άρχισε να το περιεργάζεται. Αφού είδε πως δεν είχε μηνύματα σε καμία πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, άνοιξε το φάκελο με τις φωτογραφίες για να τις ερευνήσει με την ησυχία του. Αν και οι φωτογραφίες δεν ήταν καθαρές, υπήρξε κάτι που του τράβηξε την προσοχή και το οποίο δεν το είχε παρατηρήσει στην επιτόπια «έρευνα». Από το σημείο που βρίσκονταν αυτό που κάποτε ήταν γάτα και μέχρι την άκρη του ντόκου υπήρχε μια υγρή διαδρομή περίπου 1,5 μέτρο. Έμοιαζε δηλαδή σαν κάτι να βγήκε από τη θάλασσα, ίσως και η ίδια η γάτα. Αυτό όμως δεν εξηγούσε γιατί σε εκείνο ακριβώς το σημείο στάθηκε και έλιωσε σαν παγωτό. Μήπως κάτι που πετάχτηκε από το νερό έφερε τη γάτα σε αυτή την κατάσταση; Όμως τι θα μπορούσε να ήταν αυτό το κάτι; Βλακείες, μάλλον είχε κυλήσει το νερό που έριξε ο ίδιος με το μπουκαλάκι. Έσβησε και άφησε το κινητό πλάι στο κομοδίνο, έκλεισε το παντζούρι από πάνω του για να μην μπαίνει φως και αποκοιμήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά θεωρώντας ότι είχε βρει όλες τις απαντήσεις.

Κεφάλαιο 3: Για μια ρουφηξιά καφέ

7/10/2017 προς 8/10/2017

Κλείδωσε το ποδήλατο του σε μια μεταλλική σωλήνα, η ώρα ήταν 11.45, είχε φτάσει στον τόπο ευθύνης του λίγο νωρίτερα. Είχε χειμωνιάσει για τα καλά οι ταβέρνες καμιά φορά έκλειναν και πριν τις 11.30, πόσο μάλλον σήμερα που ήταν καθημερινή. Δεν ήθελε να χάσει τον δωρεάν καφέ, ήταν δυο τα μαγαζιά που τον κέρναγαν αλλά το ένα το είχε μόνο για ρεζέρβα,χρησιμοποιούσεφτηνό καφέ και ήταν σα να έπινες χώμα. Προμηθεύτηκε το φραπέ και έκατσε σε ένα τραπέζι απέναντι να σκαλίσει το κινητό του.Κατέληξε να τσεκάρει τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει την προηγούμενη εβδομάδα.

«Ω ρε φίλε τα είδες και εσύ;» άκουσε μια φωνή ακριβώς πίσω από τον ώμο του, έστριψε και είδε κεφάλι που είχε χωθεί δίπλα στο δικό του και κοίταζε την οθόνη του κινητού. Ήταν η Βαγγέλω, μια από τις πολλές γραφικές περσόνες που σύχναζαν στην γειτονιά. «Έχουμε πολλούς σαλεμένους, έρχονται επειδή είναι κατηφορικά, μετά συναντάνε θάλασσα και επειδή βαριούνται να ανέβουν την ανηφόρα ξεμένουν εδώ», του είχε πει κάποτε κάποιος κάτοικος της περιοχής αστειευόμενος. Τη Βαγγέλω μπορούσες να τη συναντήσεις οποιαδήποτε στιγμή να γυροφέρνει και να μιλάει φωναχτά στον οποιονδήποτε, δεν χρειάζονταν να τον γνωρίζει. Η φωνή της ήταν μπάσα, σχεδόν αντρική (ίσως για αυτό και να τη φώναζαν Βαγγέλω και όχι Βαγγελιώ), ηλικιακά έδειχνε κάπου μεταξύ 40 και 50. Φορούσε συνήθως- όπως και τώρα- τζιν παντελόνι και ασορτί ζακέτα με αθλητικά παπούτσια.  Τα μαλλιά της ήταν κάπως απεριποίητα και αν κάποιος δεν ήταν αποσπασμένος στο να κοιτάει φωτογραφίες στο κινητό του, θα μπορούσε να μύρισει την κολόνια της – την οποία μάλλον τη λούζονταν – από χιλιόμετρα.

«Ξέρεις τι το έκανε αυτό;», τον ρώτησε με έναν τόνο που έδειχνε ότι εκείνη ήξερε. Ο Γιώργος, που συνήθως απέφευγε να πιάσει κουβέντα μαζί της ήταν αρκετά περίεργος να ακούσει τι είχε να πει. «Όχι, εσύ ξέρεις;» τη ρώτησε έχοντας μια έκφραση αποδοκιμασίας. «Είναι οι «ασύμμετροι», τους έχω δει να βγαίνουν από τη θάλασσα και να το κάνουν αυτό στις γάτες όταν νομίζουν ότι εκεί γύρω δεν είναι κανείς, ούτε να νιαουρίσουν δεν προλαβαίνουν». «Οι ασύμμετροι, τι είναι αυτοί και που το ξέρεις ότι τους λένε έτσι;» ρώτησε ο Γιώργος ξύνοντας χαρακτηριστικά το κεφάλι του. «Εγώ τους ονόμασα, είναι οι ασύμμετροι γιατί είναι ασύμμετροι, κρύβομαι στις βάρκες τα βράδια και τους βλέπω, σε βλέπω και εσένα που περνάς και χαμπάρι δεν με παίρνεις». Η αλήθεια είναι ότι ηΒαγγέλω, εκτός από τους «ασύμμετρους», όποιοι και αν ήταν αυτοί, ισχυρίζονταν ότι είχε δει τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον Παύλο Μελά και τον Άρη Βελουχιώτη, ο τελευταίος μάλιστα της είχε μιλήσει, στους υπόλοιπους είχε μιλήσει εκείνη πρώτη αλλά δεν της απάντησαν.

«Να πιώ μια ρουφηξιά καφέ;» ρώτησε η Βαγγέλώ και χωρίς να περιμένει απάντηση έσκυψε να ρουφήξει από το καλαμάκι. Ο Γιώργος έβαλε αστραπιαία το χέρι του και την έσπρωξε πίσω πριν ολοκληρώσει την κίνηση της. «Φύγε μωρή χαζή, να πάρεις το δικό σου καφέ!» της φώναξε νευριασμένος. «Σκατά, έπρεπε να πάρω ζεστό καφέ, χωρίς καλαμάκι», σκέφτηκε, όμως πώς να είχε προβλέψει την σαλεμένη. Αυτή άρχισε να τρέχει πανικόβλητη και να γκαρίζει με όλη τη δύναμη της φωνής της, «α στο διάολο μωρέ χοντρέ, να πας στο διάολο, δεν σου ξαναλέω τίποτα!». Έκανε πως θα τρέξει να την κυνηγήσει, όχι ότι θα την προλάβαινε, αυτή πάντως άρχισε να τρέχει ακόμη πιο γρήγορα και σταμάτησε να φωνάζει μέχρι που εξαφανίστηκε σε μια στροφή παρακάτω.

«Μαλακισμένη» είπε μέσα απ’ τα δόντια του, κάθε φορά που του μίλαγε ήταν για να του ζητήσει τσιγάρο, όχι ότι της είχε δώσει και ποτέ, αλλά το να πάει ρουφήξει έτσι από μόνη της τον καφέ του ήταν το κάτι άλλο. Ήταν σίγουρος ότι όλο αυτό το είχε σκαρφιστεί για να τον πλησιάσει αρκετά ώστε να του πιεί τον καφέ, ασύμμετροι και αηδίες, θα έπρεπε να εύχεται να μην τον ξαναπετύχει στο δρόμο της. Κοίταξε το κινητό και είδε ότι ήταν ώρα να πιάσει δουλειά, περίμενε ακόμη δυο τρία λεπτά να ηρεμήσει και ξεκίνησε την πρώτη του περιπολία για απόψε. Εκείνη τη νύχτα δε συνέβη τίποτα παράξενο, ούτε και τίποτα ασύμμετρο.

Κεφάλαιο 4: Μια παλιά ιστορία

8/10/2017 προς 9/10/2017

Σταμάτησε με το ποδήλατο στο περίπτερο και ζήτησε λαχανιασμένος ένα πακέτο Camel σκληρό, το πλήρωσε με όσα ψιλά κατάφερε να μαζέψει από εδώ και από εκεί, ίσως και να ήταν το τελευταίο πακέτο που θα μπορούσε να πληρώσει με τα δικά του λεφτά για φέτος. Είχε περάσει σχεδόν δεκαπενθήμερο από την τελευταία του πληρωμή, την τελευταία του για τους επόμενους 5 – 6 μήνες δηλαδή και τα λεφτά από τη σύνταξη της μάνας του ίσα που έφταναν για τα απολύτως βασικά. «Χήρα στρατηγού» την αποκαλούσε περιπαιχτικά, στην πραγματικότητα ο πατέρας του, που είχε πεθάνει από την «κακή αρρώστια» εδώ και μια δεκαετία, ήταν μόνιμος υπαξιωματικός του στρατού και είχε απολυθεί με το βαθμό του ανθυπολοχαγού.«Καλύτερα να μου ζητούσες ρέστα από πενηντάρικο» του είπε χαμογελαστά ο περιπτεράς την ώρα που μετρούσε το σωρό με τα δεκάλεπτα, όμως δεν το έπιασε το αστείο και δεν αντέδρασε.Πήρε στα χέρια του το πακέτο και υποσχέθηκε στον εαυτό του να του κρατήσει τουλάχιστον μια εβδομάδα, στην πραγματικότητα του κράτησε κάτι λιγότερο από δυο εικοσιτετράωρα, και δεν είναι ότι πρόλαβε να καπνίσει όλα τα τσιγάρα.

Έκανε πετάλι για λίγο ακόμη στην ευθεία, κατέβηκε την μεγάλη κατηφόρα που οδηγούσε στην παραλιακή, έδεσε το ποδήλατο και έσπευσε προς το καθιερωμένο ραντεβού του με τον τσάμπα καφέ. «καλώς τον» είπε ο ιδιοκτήτης που είχε κλείσει ήδη τα φώτα και είχε κάτσει σε ένα εξωτερικό τραπέζι ρεμβάζοντας και κοιτώντας τη θάλασσα που ήταν λάδι. «καλησπέρα, όλα εντάξει;» τον ρώτησε ο φύλακας με ένα τόνο που ήταν σαν να περίμενε να του δώσει πλήρη αναφορά συμβάντων. «Καλά μωρέ, πεθάναμε στη δουλειά πάλι σήμερα» απάντησε ειρωνικά ο ταβερνιάρης. «Και άμα είχατε τόση δουλειά γιατί κλείσατε τόσο νωρίς; Ούτε 11 δεν είναι…», «με τσάκωσες Σαΐνη[1]… πλάκα κάνω, δεν είχαμε καθόλου δουλειά, δυο παρέες και αυτές λειψές… Σάββατο σου λέει ο άλλος». «Λοιπόν, θα σου πω αυτό και θα πάω να σου φτιάξω τον καφέ σου. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να έχει βγάλει κάποιος την παρέα του για να τους κεράσει και αυτοί να το ξέρουν, θέλουν να του κάνουν οικονομία και δεν παραγγέλνουν σχεδόν τίποτα. Ότι χειρότερο, αυτοί, και οι «έχουμε τσιμπήσει κάτι σπίτι», ε άμα έχεις τσιμπήσει στο σπίτι ρε φίλε τι πας στην ταβέρνα, για να μας βάλεις να σου πλένουμε πιάτα και ποτήρια;» είπε ο ταβερνιάρης και σηκώθηκε απρόθυμα να πάει να φτιάξει τον καφέ. «Νεςθέλω σήμερα…» φώναξε ο Γιώργος, «ότι θέλει το παιδί» ακούστηκε από μέσα.

Όταν βγήκε με το καφεδάκι ο Γιώργος πήρε το θάρρος να τον ρωτήσει «δεν μου λες, έχεις ακούσει τίποτα παράξενες ιστορίες εδώ πέρα;», «καλύτερα να με ρώταγες αν έχω ακούσει καμία φυσιολογική, τι παράξενες εννοείς». «Να, η Βαγγέλω χθες μου μίλαγε για κάτι πλάσματα που τα λέει ασύμμετρους, μάλλον ζουν στη θάλασσα και τρώνε γάτες». Ο μαγαζάτορας δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και άρχισε να γελάει δυνατά. «Αχαχαχαχα, γάτες σαν…. σαν τον Αλφ τον εξωγήινο δηλαδή; Να ‘σαι καλά, με έκανες και γέλασα». Ύστερα όταν είδε ότι ο συνομιλητής του δεν φάνηκε να το διασκεδάζει καθόλου πρόσθεσε. «Κοίτα, δεν πιστεύω σε τέτοια παραφυσικά αλλά θα σου πω μια ιστορία που μου έχει πει ο πατέρας μου και θα σου σηκωθεί η τρίχα. Αν έχεις χρόνο δηλαδή.», «έχω ακόμα ένα τέταρτο» απάντησε.

«Όταν ήταν νέος ο πατέρας μου, εκεί στα δεκατέσσερα δεκαπέντε, είχε ένα φίλο στη γειτονιά, μεγαλύτερο του, πιο πολύ σαν μεγάλο αδερφό δηλαδή παρά σαν φίλο. Ξέρεις, τον βοηθούσε στα διαβάσματα, του έδινε να κάνει βόλτες με τη βέσπα του και άλλα τέτοια. Ο φίλος του αυτός λοιπόν, κάποια στιγμή μπάρκαρε και για να μη στα πολυλογώ, μετά από κάνα μήνα ο πατέρας μου πήρε γράμμα με μια φωτογραφία του φίλου του με τη στολή του ναύτη, ήταν τραβηγμένη στο λιμάνι του Μπάρι. Τη φωτογραφία αυτή ο πατέρας μου την πήρε, την κορνίζωσε και την έβαλε πάνω σε κάποιο έπιπλο. Μια νύχτα που σηκώθηκε να πάει να πιεί νερό από την κουζίνα, όπως περνούσε δίπλα από το καδράκι άκουσε ένα κρακ, το πήρε στα χέρια του και παρατήρησε ότι το τζαμάκιέχε ραγίσει από πάνω προς τα κάτω, ακριβώς στη μέση του κεφαλιού του φίλου του, είχε δεν είχε περάσει ένα εξάμηνο από τότε που έβαλε την κορνίζα. Κάτι δεν του πήγε καλά, ξέρεις, σαν προαίσθημα, όμως η ώρα ήταν τρείς και έτσι ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Μετά από μια δυο μέρες ήρθαν τα μαντάτα ότι το καράβι στο οποίο δούλευε ο φίλος του είχε βουλιάξει και πήρε μαζί του 11 μέλη από το πλήρωμα, μαζί και το φίλο του. Ξέρεις ποιο είναι το πιο ανατριχιαστικό, ότι το τζάμι από το κάδρο έσπασε ακριβώς τη μέρα και την ώρα του ατυχήματος!»

Ο Γιώργος είχε μείνει να τον κοιτάζει σαν χαμένος, είχε το ποτήρι το καφέ κρατημένο ψηλά να αχνίζει μπροστά στο πρόσωπο του χωρίς να πίνει καφέ για περίπου ένα λεπτό. Όταν βγήκε από την κατάσταση αποχαύνωσης είπε με την μπάσα φωνή του τραβώντας πάνω το μανίκι του. «Πω ρε φίλε, πραγματικά ανατρίχιασα, δες». «Ξέρω ότι μπορεί και να μη με πιστεύεις, όμως δε μου λέει ψέματα ο πατέρας μου» είπε ο ταβερνιάρης, στην πραγματικότητα ο Κατηφόρηςδεν είχε νιώσει ίχνος δυσπιστίας. Πέρασε τη βάρδια του χωρίς κάποιο περιστατικό, όχι όμως ήρεμος, η ιστορία είχε επίδραση πάνω του και ο δυνατός αέρας που άρχισε να φυσάει λίγο μετά τα μεσάνυχτα δεν βοηθούσε και πολύ. Ο αέρας πάντα δημιουργεί απόκοσμους ήχους ή τους καλύπτει.

Κεφάλαιο 5: Η επαφή

9/10/2017 προς 10/10/2017

Είχε καταφέρει να κάνει αρκετή οικονομία στα τσιγάρα, το πακέτο δεν είχε φτάσει καν στη μέση, είχε δείξει ιδιαίτερη αυτοσυγκράτηση, ήξερε πως από τώρα και έπειτα θα δυσκολεύονταν να αγοράζει πακέτο. Δεν είχε πρόβλημα με τις τράκες, όμως τέτοια ώρα που εργάζονταν δεν συναντιέσαι και με πολύ κόσμο για να του ζητήσεις τσιγάρο. Η ιστορία που είχε ακούσει την προηγούμενη τον επηρέαζε ακόμα για αυτό ήταν στην τσίτα, όμως όσο προχωρούσε η νύχτα είχε κάπως ξεχαστεί.

Η ώρα ήταν κάπου τρείς τα ξημερώματα, είχε κάνει ήδη αρκετές περιπολίες, όταν περνώντας από την κάτω πλευρά, στο λιμανάκι, άκουσε ίσα ίσα ένα παφλασμό. Γύρισε να κοιτάξει προς το μέρος προέλευσης του ήχου και είδε κάτι που τον παραξένεψε. Σαν να φούσκωνε λίγο η θάλασσα και να δημιουργούνταν μια καμπούρα στην επιφάνεια της. Ύστερα παρατήρησε ότι η «καμπούρα» κινούνταν προς την κατεύθυνση του μόλου, κάθετα προς την προβλήτα που αυτός βρίσκονταν. Χωρίς να την αφήσει από τα μάτια του άρχισε να πλησιάζει με πολύ προσεχτικές κινήσεις, όταν έφτασε περίπου στην άκρη της προβλήτας, περίπου 15 μέτρα από την «καμπούρα», εκείνη άρχισε να σηκώνεται και να γλείφει το τοίχωμα του μόλου. Από εκείνη την απόσταση, παρατήρησε πως επρόκειτο για μια παράξενη φουσκωμένη μάζα απροσδιορίστου σχήματος η οποία συστέλλονταν και διαστέλλονταν σαν να αναπνέει. Έγλειφε και ανέβαινε το τοίχωμα σαν τεράστιος γυμνοσάλιαγκας, παίρνοντας κάποτε στρογγυλό σχήμα, κάποτε μακρόστενο ενώ μερικές φορές η επιφάνεια του πράγματος γίνονταν τόσο ακανόνιστη όσο ένα σακί με πατάτες. Το μέγεθος του ήταν περίπου όσο ενός θαλάσσιου ελέφαντα. Δεν τον είχε ακούσει, αν δηλαδή αυτό το πράγμα είχε την αίσθηση της ακοής. Από εκείνη την απόσταση δεν μπορούσε να παρατηρήσει και πολλά μέσα στο σκοτάδι, σκέφτηκε να βγάλει από την τσέπη του το κινητό για να τραβήξει βίντεο, αν είχε ακόμα μπαταρία, όμως δεν πρόλαβε να το κάνει.

Ακούστηκε από πίσω του ένα γρήγορο ποδοβολητό και πριν καταφέρει να αντιδράσει, κάποιος τον έσπρωξε με φόρα σαν αθλητής φούτμπολ. Έχασε την ισορροπία του και έπεσε στη θάλασσα. Στην αρχή, εξαιτίας του σοκ δεν ένιωσε το παγωμένο νερό, το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο όμως, που έβγαλε το κεφάλι του στην επιφάνεια, το κρύο τον τσίμπησε απότομα νιώθοντας έτσι ένα δεύτερο σοκ. Αν ήταν κάποιος με αδύναμη καρδιά ίσως και να τα είχε κακαρώσει. «Στο είπα μαλάκα, στο είπα και δεν με πίστευες, τώρα τι έχεις να πεις ρε χοντρέ;» Πριν ακόμα γυρίσει το κεφάλι του προς τα εκεί κατάλαβε πως ήταν η Βαγγέλω, αυτή η καριόλα παραφύλαγε και όταν βρήκε την ευκαιρία τον έσπρωξε στο νερό. Θα έσφιγγε τα δόντια του από τα νεύρα αν δεν ήταν ήδη σφιγμένα από το κρύο. Αυτή έτρεξε και εξαφανίστηκε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ύστερα εκείνος θυμήθηκε το πλάσμα. Στο σημείο που το είχε δει τελευταία φορά δεν βρίσκονταν τώρα τίποτα. «Σκατά» φώναξε και αμέσως αγχώθηκε, φοβήθηκε ότι το πλάσμα ειχε βυθιστεί μέσα στο νερό ακριβώς από κάτω του. Θα τον άρπαζε και θα κατέληγε σαν τη γάτα, ένας σκελετός με τρίχες, όχι και τόσες πολλές τρίχες ομολογουμένως. Αμέσως άρχισε να κολυμπάει προς την άκρη της αποβάθρας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, εκεί υπήρχαν κάποια βραχάκια που θα τον βοηθούσαν να σκαρφαλώσει και να βγει στην ξηρά, αν προλάβαινε.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής ένιωθε κάτι να του γαργαλάει τις γάμπες, ίσως ήταν φύκια, ίσως και όχι. Κατάφερε να φτάσει στα βράχια και να βγει από τη θάλασσα, όμως δεν του αρκούσε αυτό, ασυναίσθητα απομακρύνθηκε 20 βήματα από το νερό. Έπρεπε να ηρεμήσει, αμέσως έβαλε το χέρι στην τσέπη για να πιάσει το πακέτο με τα τσιγάρα … τι ειρωνεία, ήταν μούσκεμα, το ίδιο και το κινητό. «Πουτάνα» αναφώνησε. Η στολή του είχε γίνει 10 κιλά και τα άρβυλα του είχαν γεμίσει νερό και πλατσούριζαν σε κάθε του βήμα. Δεν περίμενε να τελειώσει η βάρδια, γύρισε σπίτι, έτσι και αλλιώς ήταν αφεντικό του εαυτού του. Θα είχε χρόνο αργότερα να επεξεργαστεί στο μυαλό του τι ήταν αυτό που είχε δει.

Κεφάλαιο 6: Η ενέδρα

10/10/2017 προς 11/10/2017

Έπρεπε κάτι να κάνει, έπρεπε κάτι να κάνει με τη Βαγγέλω, δεν θα την άφηνε έτσι, όμως προηγούνταν το πλάσμα. Ήθελε με κάποιο τρόπο να το «τσακώσει», ζωντανό ή νεκρό. Η κυρά Μαρία του είχε από την προηγούμενη έτοιμη και σιδερωμένη τη δεύτερη στολή του, όταν εκείνη τον ρώτησε γιατί γύρισε από τη δουλεία με την άλλη γεμάτη θαλασσινό νερό,αυτός της είπε να γυρεύει τη δουλειά της.

Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου τη νύχτα, χρησιμοποίησε την ένταση που ένιωθε για να καταστρώσει ένα πανέξυπνο –έτσι τουλάχιστον πίστευε ο ίδιος- σχέδιο. Επιτέλους, η μανία της μάνας του με τις γάτες θα του φαίνονταν χρήσιμη. Βγήκε έξω με το που άνοιξαν τα μαγαζιά. Πήγε κατευθείαν σε ένα petshop και έδωσε τα τελευταία του χρήματα καθώς και 5 ευρώ που πήρε από τη μάνα του για να αγοράσει ένα μικρό κολάρο για σκύλο. Ύστερα γύρισε στο σπίτι, έδεσε στο κολάρο ένα κομμάτι σπάγκο και περίμενε καρτερικά να νυχτώσει.

Είχε πάει δέκα και η κυρά Μαρία ήδη βρίσκονταν στον τρίτο ύπνο, ο ίδιος είχε καταφέρει να κοιμηθεί περίπου ένα τρίωρο το μεσημέρι μετά το φαγητό. Το χρειαζόταν για να πάρει δυνάμεις για ότι θα ακολουθούσε μετά. Κατευθύνθηκε στο ψυγείο και άρπαξε μια κονσέρβα για γάτες, η άχρηστη η μάνα του έδινε μια περιουσία στα γατιά, δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό. Στο άλλο χέρι κρατούσε το μικρό κολάρο με το σπάγκο. Το άφησε για λίγο στον πάγκο της κουζίνας και άνοιξε την κονσέρβα. Ύστερα το ξαναπήρε στα χέρια του και βγήκε έξω. Με το που άφησε την κονσέρβα στο πάτωμα πλησίασαν κατευθείαν 3 γάτες. Άρχισε να καλοπιάνει τη μικρότερη χαϊδεύοντας την όσο αυτή ήταν απασχολημένη με το φαγητό. Έδειχνε ενοχλημένη αλλά δεν μπορούσε να βγάλει τη μουσούδα της από την κονσέρβα. Με προσεχτικές κινήσεις της πέρασε το κολάρο που κανονικά προοριζόταν για σκύλο. Όταν η ασπρόμαυρη γάτα το κατάλαβε ήταν ήδη αργά για αυτήν. Όσο και αν προσπαθούσε να το αφαιρέσει με διάφορες κινήσεις των μπροστινών της ποδιών, στάθηκε αδύνατον. Ο Γιώργος τράβηξε τον σπάγκο, την έφερε μέσα και την έριξε σε ένα μεγάλο σακίδιο. Το άφησε λίγο ανοιχτό για να αναπνέει και άρχισε να ετοιμάζεται για τη βάρδια. Η γάτα στην αρχή αφηνίασε αλλά μετά από λίγη ώρα ηρέμησε, κάθε λίγο την τσέκαρε να δει αν ήταν ακόμη ζωντανή. Την ήθελε για ζωντανό δόλωμα, είχε περισσότερες πιθανότητες έτσι.

Το κινητό είχε χαλάσει για τα καλά για αυτό δανείστηκε την παλιατζούρα της μάνας του, θα του ήταν χρήσιμο μόνο για να βλέπει την ώρα, εκτός και αν του έρχονταν η όρεξη να παίξει φιδάκι.Αποπειράθηκε να στεγνώσει το φακό μήπως και επανερχόταν, δοκίμασε και άλλο ζευγάρι μπαταρίες αλλά μάταια. Βέβαια σαν γκλοπ θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς πρόβλημα για αυτό και τον τοποθέτησε στη ζώνη του όπως συνήθιζε. Αυτή τη φορά κάτι του έλεγε ότι θα χρειαζόταν να τον χρησιμοποιήσει και η σκέψη αυτή τον έκανε να νιώθει υπέροχα. Πριν φύγει πήρε τον αναπτήρα που άφηνε η μάνα του δίπλα στο γκαζάκι καθώς και ένα εντομοκτόνο από το ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη. Τα έχωσε στην πλαϊνή τσέπη της στολής του. Είχε δει αρκετές ταινίες για να γνωρίζει ότι η φωτιά σκοτώνει σχεδόν όλα τα τέρατα, έπρεπε να έχει εναλλακτικό σχέδιο στην περίπτωση που δεν αρκούσε ο φακός.Στην ανάγκη θα το έκαιγε το μπάσταρδο.

Έφτασε στον τόπο φύλαξης λίγο πριν από τις 12, όμως προτιμούσε να μην ξεκινήσει τόσο νωρίς, δεν ήθελε κάποιος περαστικός να του χαλάσει το σχέδιο. Έβγαλε προσεχτικά τη γάτα από το σακίδιο, δεν γλίτωσε τις γρατζουνιές, όμως θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα ή και καλύτερα αν είχε σκεφτεί να πάρει μαζί του γάντια. Έδεσε τον σπάγκο στο πόδι τις καρέκλας εξασφαλίζοντας έτσι ότι το γατί θα είναι πιο άνετα, αλλά ότι δεν θα του ξεφύγει κιόλας. Εκείνο μετά από μια περίοδο σαστιμάρας ηρέμησε και συμβιβάστηκε με την κατάσταση. Ελάχιστοι περαστικοί πέρασαν για την επόμενη μια μιάμιση ώρα από το σημείο που κάθονταν, ύστερα κανείς, οι περισσότεροι κοίταξαν με περιέργεια το γατί με το κολάρο όμως δεν είπαν τίποτα.

Εσκεμμένα δεν είχε πάρει καφέ από την ταβέρνα –για λόγους ασφαλείας ήθελε να αποφύγει τις ερωτήσεις- όμως έτσι και αλλιώς ένιωθε τόση ένταση που δεν του χρειάζονταν. Όταν το ρολόι έδειξε τρείς σηκώθηκε από την θέση του σέρνοντας και το γατί με το σπάγκο. Εκείνο δεν αντιστάθηκε πολύ και τον ακολούθησε. Κατέβηκε τη σκάλα και περπάτησε προσεχτικά μέχρι το σημείο που είχε συναντήσει το πλάσμα, ύστερα έσκυψε και έδεσε το γατί σε ένα μεταλλικό κρίκο από αυτούς που δένονται οι βάρκες. Αφού σιγουρεύτηκε πως δεν βρίσκονταν κάποιος ψαράς εκεί δίπλα άρχισε να απομακρύνεται. Το γατί αρχικά έκανε να τον ακολουθήσει, όμως το σταμάτησε ο τεντωμένος σπάγκος μετά από μερικά βήματα.Ύστερα έριξε δυο απορημένα νιαουρίσματα. «Αυτό είναι καλό, αν το γατοβόρο πλάσμα διαθέτει ακοή θα του τραβήξει την προσοχή με αυτόν τον τρόπο» σκέφτηκε ο Κατηφόρης.

Είχε απομακρυνθεί αρκετά και γονατίζοντας κρύφτηκε πίσω από έναν μεγάλο μπόγο από δίχτυα, φρόντισε φυσικά να κρατήσει οπτική επαφή με το σημείο που είχε αφήσει το «δόλωμα». Δεν είναι ότι ένιωθε τέλεια που μάλλον θα χρειάζονταν να θυσιάσει το γατί, όμως είχε βρει τον τρόπο να το δικαιολογήσει στον εαυτό του. Είχε διαβάσει κάπου για ένα διαστημικό σκύλο, τη Λαΐκα, εκείνη θυσιάστηκε στο όνομα της εξερεύνησης του διαστήματος. Έτσι και αυτό το μικρό γατάκι επρόκειτο να θυσιαστεί στο όνομα της εξερεύνησης του ανεξήγητου. Ο βυθός άλλωστε ήταν το ίδιο μυστηριώδης όσο το διάστημα.

Είχε περάσει πάνω από μια ώρα, η στάση στην οποία κάθονταν τον είχε κουράσει και είχε μουδιάσει, όμως δεν είχε χάσει τις ελπίδες του. Το γατί ήταν σχετικά ήρεμο αν και πού και πού νιαούριζε. Κάποια στιγμή είχε τραβήξει δίπλα του και μια άλλη γάτα η οποία μετά από τις τυπικές συστάσεις –δηλαδή να μυρίσει το ένα γατί τον κώλο του άλλου- έχασε το ενδιαφέρον της και εξαφανίστηκε. Ακόμα και αν έμενε δεν θα υπήρχε πρόβλημα, δυο δολώματα είναι καλύτερα από ένα, έτσι δεν λένε; Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο πλοπ, ο Γιώργος έψαξε να βρει από πού προέρχονταν και ενθουσιάστηκε όταν είδε αυτήν την μικρή καμπούρα να διασχίζει τη θάλασσα προς την κατεύθυνση της γάτας. Το σχέδιο του έδειχνε να είναι αποτελεσματικό, έπρεπε όμως να κάνει λίγη ακόμη υπομονή αν ήθελε να το δει να ολοκληρώνεται.

Το πλάσμα γλίστρησε στο νερό χωρίς να βγάζει κανένα ήχο. Όταν μετά από λίγο έφτασε στα τοιχώματα του μόλου άρχισε να τα σκαρφαλώνει το ίδιο σιωπηλά. Έτσι όπως ανέβαινε έμοιαζε με τεράστια κάμπια, μπορούσε όπως ήταν φανερό να πάρει όποιο σχήμα το βολεύει στην κάθε περίσταση. Το γατί δεν έδειχνε να είχε καταλάβει το οτιδήποτε, τουλάχιστον μέχρι να ξεπροβάλει από την από την αποβάθρα ένα μεγάλο μέρος του όγκου του πλάσματος. Ύστερα κύρτωσε τη ράχη του και με σηκωμένες τις τρίχες έκανε προς το πλάσμα αυτόν τον ήχο που κάνουν οι γάτες λίγο πριν επιτεθούν. Το πλάσμα απείχε τώρα το πολύ μισό μέτρο απ΄ το γατάκι και συνέχισε να κυλάει προς αυτό. Τώρα είχε βάλει το κύριο μέρος του όγκου του μπροστά, σαν να ήθελε να φτάσει μια ώρα αρχύτερα. Το γατί άφησε τις αγριάδες και άρχισε να τρέχει, όμως το σταμάτησε απότομα ο σπάγκος. Το έπιασε πανικός και στην προσπάθεια του να ξεφύγει έγινε ένα κουλούρι με το σχοινί, χειροτερεύοντας έτσι τα πράγματα. Όχι πως διαφορετικά θα είχε κάποια ελπίδα να γλιτώσει.

Όταν το πλάσμα έφτασε δίπλα στο γατί σήκωσε αργά τον όγκο του και όταν βρέθηκε από πάνω του τον έριξε απότομα. Το άμοιρο ζώο εξαφανίστηκε κάτω από το βάρος του φρικιαστικού κυνηγού. «Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» ψιθύρισε ο Γιώργος και κατάλαβε πως είχε φτάσει η ώρα να αποδείξει ότι το μεγαλύτερο των ψαριών σε αυτήν την αναμέτρηση ήταν ο ίδιος. Πετάχτηκε και άρχισε να τρέχει –στο βαθμό που του επέτρεπαν τα μουδιασμένα του άκρα να πεταχτεί και να τρέξει- προς τη μεριά του τέρατος. Στη διαδρομή –που δεν ήταν πάνω από 15 μέτρα- ξέζωσε από την μέση του το φακό και έκανε έφοδο με σηκωμένο το χέρι. Ο «ασύμμετρος» που ήταν απασχολημένος με το δείπνο του άργησε πολύ να τον αντιληφθεί, για την ακρίβεια τον αντιλήφθηκε τη στιγμή που κατέβαινε το γκλοπ για να χτυπήσει το πάνω μέρος του σώματος στου, αν και στην πραγματικότητα δεν έδειχνε να έχει πάνω και κάτω, ήταν όλο μια μάζα.

Από αυτήν την απόσταση ο Γιώργος παρατήρησε πως το σώμα του ήταν καλυμμένο από μικρά τριχίδια, ενώ ένα κολλώδες υγρό έμοιαζε να βγαίνει από χιλιάδες μεγαλωπούς πόρους στη ρίζα των τριχιδίων. Όταν ο φακός χτύπησε την επιφάνεια του τέρατος το δέρμα του υποχώρησε λίγο προς τα μέσα και απορρόφησε το χτύπημα. Ύστερα, με πολύ μεγάλη ταχύτητα, κάτι που ο Κατηφόρης δεν είχε προβλέψει, ένα μέρος της επιφάνειας του σώματος του προεκτάθηκε σαν λάστιχο και του γράπωσε το χέρι. Τόσο η έκπληξη όσο και ο πόνος έκαναν τον Γιώργο να ουρλιάξει πολύ δυνατά. Τα τριχίδια όπως αποδείχθηκε ήταν πολύ σκληρά και του τρύπησαν το δέρμα, ενώ ο κολλώδης ιδρώτας του τέρατος τον έκαψε. Αν η γρατζουνιά της γάτας τον πονούσε ένα αυτό τον πονούσε δέκα. Τράβηξε το χέρι του αφήνοντας το φακό να χωνευτεί μέσα στο σώμα του τέρατος ενώ μεγάλο μέρος του δέρματος του είχε μείνε και αυτό κολλημένο πάνω του. Το πάνω μέρος της παλάμης του ήταν ένα καυτό σιχαμερό κόκκινο πράγμα. Μετά την αρχική έκπληξη ξαναβρήκε το θάρρος του, ίσως απλά ενεργοποιήθηκε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Έβαλε το άθικτο του χέρι στην τσέπη και έπιασε πρώτα το σπρέι, ύστερα έπιασε όσο καλύτερα μπορούσε το σπρέι με το άλλο χέρι και έβγαλε από την τσέπη τον αναπτήρα. Αν δεν είχε κάνει μερικά βήματα πίσω το τέρας θα τον είχε αγκαλιάσει ολόκληρο, όμως τώρα πρόλαβε να του πιάσει για ελάχιστα δευτερόλεπτα το πόδι. Κατάφερε πάλι να ξεφύγει όμως όχι χωρίς ακόμα ένα φρικιαστικό τραύμα.

«Τώρα ήρθε η σειρά μου γαμίδι!» φώναξε. Για καλή του τύχη –αν και είχε ξεχάσει να τα τσεκάρει- τόσο το σπρέι όσο και ο αναπτήρας είχαν ακόμα υγρό. Για ακόμη πιο καλή του τύχη ο αναπτήρας άναψε με την πρώτη. Το επόμενο δευτερόλεπτο φωτιά απλώθηκε στην επιφάνεια του πλάσματος. Εκείνο λαμπάδιασε σαν να ήταν ποτισμένο με οινόπνευμα, ίσως είχε να κάνει με το όξινο υγρό που έβγαζε από τους πόρους. Αμέσως άρχισε να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει έτσι που έμοιαζε με σπυρί που έχει γεμίσει πύον και είναι έτοιμο να σκάσει. «Σου αρέσει βρωμιάρη;» φώναξε ξανά ο Κατηφόρης, που τώρα ήξερε πως είχε το πάνω χέρι. Το πλάσμα άρχισε να κινείται προς το νερό, όλη αυτήν την ώρα δεν έκανε κανένα ήχο, μόνο φούσκωνε και ξεφούσκωνε. Κατάφερε να κυλήσει στο πλάι της αποβάθρας στην προσπάθεια του ίσως να σωθεί, όμως δεν ήταν η μέρα του ή πιο σωστά η νύχτα του. Όταν ο μεγαλύτερος του όγκος είχε κρεμαστεί στην αποβάθρα βούτηξε άτσαλα προς το νερό. Προς στιγμήν ο Γιώργος πίστεψε ότι θα καταφέρει να διαφύγει, όμως την στιγμή που ακούμπησε στο νερό έσκασε με δύναμη σαν παραφουσκωμένο νερόστρωμα. Ίσως ήταν η εναλλαγή καυτόυ – κρύου. Το αποτέλεσμα ήταν να επιπλεύσει για λίγη ώρα ως παχύρευστη φλεγόμενη πετρελαιοκηλίδα στην επιφάνεια και ύστερα να διαλυθεί λες και δεν είχε υπάρξει ποτέ.

Με το που ο Κατηφόρης συνήλθε από τον αρχικό του εκστασιασμό, δηλαδή μετά από τουλάχιστον ένα πεντάλεπτο, συνειδητοποίησε το πρόβλημα που είχε προκύψει. Είχε εξαφανιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να μαρτυρά την περιπέτεια του… όχι όχι, τον άθλο του. Τα μόνα πειστήρια ήταν τα τραύματα του (που θα έκαναν βδομάδες να επουλωθούν και όχι χωρίς να αφήσουν σημάδια) και ο σκελετός μαζί με τις τρίχες από την άτυχη γάτα, καθώς και μερικά κομμάτια σάρκας μιας και το πλάσμα δεν είχε προλάβει να την απορροφήσει πλήρως. Αυτά όμως δεν αποδείκνυαν τίποτα, το πιο πιθανόν είναι πως άμα ανέφερε το περιστατικό σε κάποιον αυτός θα τον πέρναγε για τρελό. Οποιοσδήποτε εκτός από τη Βαγγέλω φυσικά, όμως αυτή ήταν έτσι και αλλιώς τρελή οπότε η μαρτυρία της θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Αποφάσισε τελικά πως θα ήταν προτιμότερο να βρει μια πειστική δικαιολογία για όλα, μάλλον θα ήταν καλύτερα έτσι. Είχε τουλάχιστον αποδείξει στον εαυτό του πόσο γαμάτος ήταν, αν υπάρχουν και άλλοι ασύμμετροι ξέρουν που θα τον βρούν. Ο υπόλοιπος κόσμος θα έπρεπε να περιμένει έχοντας άγνοια, όντας όμως ασφαλής. Έστω οι γάτες του…

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)


[1] Από τα δημοφιλή κινούμενα σχέδια «Αστυνόμος Σαΐνης»

Ιδέα φωτογραφημένη σε μάρμαρο

Περνά γυμνή μπροστά απ’ τα αγάλματα. Εκείνα γυρίζουν το κεφάλι τους και την κοιτούν. Κατανοούν ότι αυτή είναι το πρότυπο, τώρα κατεβάζουν το κεφάλι. «Και εκείνη ποιός την έφτιαξε;» Αναρωτιούνται τα μάρμαρα. «Δεν την έφτιαξε κανείς» είπε ο τραγωδός «απλώς μας αποκαλύφθηκε».

Μόνος στο σπίτι

Μόνος στο σπίτι

Έφτασε ο Αύγουστος, ο κύριος και η κυρία πήγανε διακοπές

Πήραν μαζί και τη μπέμπα

Αφήκαν όμως το σκυλί

Δίχως να ζητήσουν από κάποιον να το ταΐζει

Δίχως να ζητήσουν από κάποιον να το ποτίζει

Όχι πως ήθελαν να το τιμωρήσουν, απλά το ξέχασαν

Και εκείνο

Εκεί έξω στην αυλή

Καλόβολο όπως ήταν

Ούτε γαύγισε, ούτε έσκουξε

Μονάχα έκατσε εκεί και έσκασε απ τη ζέστη

Σάμπως τι να έκανε άλλο;

Ήταν ήρεμο σκυλί

Χαιρόταν όποτε του πέταγαν κανένα κοψίδι απ το δικό τους τραπέζι και κούναγε την ουρά του

Μα αυτό γινόταν όλο και πιο σπάνια

Και έτσι έμαθε να μη διαμαρτύρεται αλλά να υπομένει

μέχρι που ξεχάστηκε εντελώς.

Παράλληλα σύμπαντα

Παράλληλα σύμπαντα

Μου είπες πως μένεις σε άδειο σπίτι

Μα εγώ το βλέπω γεμάτο έπιπλα, καναπέδες, τηλεοράσεις.

Δεν μπορείς καν να  το πεις λιτό

Και το μπαλκόνι σου, μου λες, βλέπει στο σκουπιδότοπο

Όμως έξω βλέπω θάλασσα και μαγαζιά και φωνές

Φωνές που ακούγονται χαρούμενες

Λες κάτι γίνεται με το θόρυβο τη νύχτα που δεν σε αφήνει να κλείσεις μάτι

Όμως το μόνο που ακούγεται αργά το βράδυ είναι ο παφλασμός των κυμάτων

Κάτι που σίγουρα σε νανουρίζει

Δεν ξέρω φίλε μου γιατί συνεχώς διαμαρτύρεσαι

Δεν καταλαβαίνω γιατί έχεις όλα αυτά τα προβλήματα

Μήπως λίγο υπερβάλεις;

Εγώ, πάντως, μια χαρά σε βρίσκω…

Phantom Limb

Phantom Limb

Αυτός ο κόσμος χάνει τα άκρα του

μα για όλους εμάς που ήμασταν εκεί πριν τους πρόσφατους ακρωτηριασμούς

τα μέλη αυτά υπάρχουν ακόμα και μας πονάνε

κάθε που πιάνουν τα κρύα και οι συννεφιές

Είναι κάτι παραπάνω απο αναμνήσεις,

σαν τα φαντάσματα

υπάρχουν και μας στοιχειώνουν

κι όταν ξεχνιόμαστε

το πρωί καμιά φορά που πρωτοξυπνάμε

νιώθουμε ακόμη πως είμαστε ολάκεροι

μέχρι να κάνουμε πως θα σηκωθούμε

και βιώσουμε την ανημπόρια μας

Πέφτουμε έτσι όπως πέφτει ο κόσμος και σπάει

και σηκωνόμαστε

όπως και πριν άλλοι απο εμάς εσηκώθηκαν

και όπως θα σηκωθούνε και άλλοι μετά απο μας

να κάνουν και εκείνοι δυο τρια βήματα πριν σπάσουν

και ίσως κάποτε να διαπιστωθεί αν τελικά αυτός ο κόσμος

είναι το νεογνό που μαθαίνει τώρα σιγά σιγά, στα πρώτα του βήματα

ή ο ξεμωραμένος γέρος στα στερνά του

Index Librorum Prohibitorum

Index Librorum Prohibitorum

Λέω κάτι να σώσω απ τα ποιήματα

Μα τι να κρατήσω;

Το κάθε ένα τους περιγράφει και ένα ναυάγιο

ή κάποια επιστολή που δεν απαντήθηκε

ή ένα ταξίδι που δεν έγινε

Απ αυτά όλα τι να σώσω;

Άμα δεν είχαν γραφτεί ποτέ ίσως και να ‘χε γίνει το ταξίδι ή αν είχε γίνει το ταξίδι ίσως ποτέ να μη γράφονταν

Ας υπήρχε στη θέση τους μια κάρτ ποστάλ

Τουλάχιστον, αν ήταν πιο παλιά θα μπορούσα να τα βάλω σε κούτες και να τα πουλήσω σε κάποιο παλαιοπωλείο

Θα φιγουράριζαν ανάμεσα στις άλλες αντίκες

Κάποιος κύριος θα τα ξεσκονίζε μαζί με τα κομοδίνα και τα γραμμόφωνα

Μέχρι να γίνουν και εκείνα σκόνη και να αποσυντεθούν

Και μετά όλα να σωριαστούν σε ένα αμμόλοφο

κόκκοι από χρήσιμα πράγματα και άχρηστα

Χρήσιμα όπως είναι για παράδειγμα τα κομοδίνα

Και άχρηστα όπως είναι για παράδειγμα τα ποιήματα

Σκάλωμα

Σκάλωμα

Εκεί στο λαμπερό ήλιο στέκεις σαν τον υπνοβάτη και περιμένεις. Η ελπίδα είναι ζωγραφισμένη στα μάτια σου, πατάει πάνω σε ένα σαρκαστικό χαμόγελο, δυο διαφορετικές εκφράσεις στο ίδιο πρόσωπο.

Μη δίνεις ραντεβού με το φεγγάρι το καταμεσήμερο, όσες φορές και αν σου πει πως θα ‘ρθει δεν θα ‘ναι εκεί. Σου έχουν πάρει τις νύχτες … σου έχουν πάρει τις νύχτες.

Σταγόνες ιδρώτα και σταγόνες που δεν είναι ιδρώτας κυλούν στο μάγουλο σου και ύστερα χάνονται ανάμεσα σε γκρίζα δάση. Τις γεύεσαι, είναι αλμυρές όπως το θαλασσινό νερό, για αυτό και δεν σε ξεδιψάνε.

Ακουμπάς πάνω στην κουπαστή και κοιτάζεις τη θάλασσα, όχι κουπαστή πλοίου μα τα ασημένια κάγκελα του μπαλκονιού σου. Έχεις αγκυροβολήσει και εσύ και ο ήλιος , το φεγγάρι κάπου μακριά σου πίνει κρασί έχοντας για κούπα ένα πηγάδι.

Το φεγγάρι δεν ξέρει κολύμπι και τα απλωμένα σεντόνια σου όσο και αν τα φουσκώνει ο άνεμος δεν είναι πανιά. Δεν θα έρθει η νύχτα και έτσι δεν θα ξημερώσει καινούρια μέρα, το φανερώνουν πια και τα μάτια σου.

Της Ελλάδος τα παιδία

Της Ελλάδος τα παιδία

Της Ελλάδος τα παιδιά κρύβονται στους ίσκιους

Πηχτούς ίσκιους, βρώμικους ίσκιους

Κι αν τύχει και το όνομα τους ακουστεί

Μπορεί και να μην είναι για καλό

Της Ελλάδος τα παιδιά κρύβονται στους θάμνους

Πυκνούς θάμνους, αγκαθωτούς θάμνους

Κι αν τύχει και ένα τους πετάξει έξω απ τα φυλλώματα

Ίσως το λαβώσει κάποιο δίκανο

Της Ελλάδος τα παιδιά κρύβονται στην άμμο

Υγρή άμμος, κρύα άμμος

Η θάλασσα τους βρέχει τα πόδια

Εκείνα δεν κρυώνουν πια …

με γυρισμένη την πλάτη τους μας κοιτάνε στα μάτια.

Της Ελλάδος τα παιδιά κρύβονται στο χώμα

Της Ελλάδος τα παιδιά έχουν μαχαιριές

Της Ελλάδος τα παιδία έχουν νερό στους πνεύμονες

Της Ελλάδος τα παιδιά τα ακούμε όταν πια δεν μπορούν να φωνάξουν

Της Ελλάδος τα παιδία δεν έχουν πατρίδα δεν έχουν εθνικότητα δεν έχουν θρησκεία

Απλά εδώ με τον έναν ή τον άλλο τρόπο … κατέληξαν

Μετοχή

Πόσο κοστίζει η ζωή αναρωτήσου

έχει αξία όση της δίνει η γροθιά και η φωνή σου

Πόσο στοιχίζει η ζωή αναρωτήσου

σώπασε ή φώναξε, ξύπνα ή κοιμήσου

Πόσο αξίζει η ζωή αναρωτήσου

στόν όποιο δρόμο σου, δεν είσαι μόνος σου, όλο τον κόσμο παίρνεις μαζί σου.

Αρέσει σε %d bloggers: