Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια
markouze-1

Δε μας τα λέει καλά ο Χέρμπερτ. Φωτογραφία από τα κινήματα του Μάη του 68 με τα οποία συνδέθηκε το όνομα του

Το άρθρο δημοσιεύθηκε και στην Katiousa

Για τη Σχολή της Φρανκφούρτης, δεν έχω διαβάσει πάρα πολλά πράγματα. Η επαφή μου με αυτήν συνοψίζεται στο έργο του Μαξ Χορκχάιμερ «Οι Εβραίοι και η Ευρώπη»1, σε κάποια αποσπάσματα από τη «διαλεκτική του διαφωτισμού» (Αντόρνο και Χορκχάιμερ) και σε αρκετές αναφορές τρίτων στο έργο τους καθώς και κάποια αποσπάσματα από κείμενα του Βάλτερ Μπέντζαμιν από τα οποία σχεδόν τίποτα δε θυμάμαι.

Στο συγκεκριμένο άρθρο πρόκειται να σταθώ σε έναν ισχυρισμό του Μαρκούζε σχετικό με μια από τις βασικές αντιφάσεις του καπιταλισμού. Το «πρόβλημα» είναι ότι αυτόν τον ισχυρισμό δεν τον διάβασα από κάποια πρωτογενή πηγή, αλλά σε κάποιο βιβλίο το οποίο αποπειράται μέσα σε μερικές δεκάδες σελίδες να συνοψίσει μερικές από τις βασικές αρχές της Σχολής της Φρανκφούρτης, εξού και το απολογητικό ύφος στον πρόλογό μου.

Παραθέτω το εν λόγω απόσπασμα:

«Στην ύστερη βεβαίως φάση ανάπτυξης της Σχολής, ο Μαρκούζε ασχολήθηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον με την επεξεργασία του δομικού υπόβαθρου της κριτικής θεωρίας, υποστηρίζοντας ότι η γνωστή αντίφαση ανάμεσα στις σχέσεις και τις δυνάμεις παραγωγής δεν ισχύει πλέον στον ώριμο καπιταλισμό. Σύμφωνα με το Μαρκούζε, οι παραγωγικές δυνάμεις στην ύστερη καπιταλιστική κοινωνία δημιουργούν τόσο πολύ πλούτο, ώστε, αντί να έρχονται σε σύγκρουση με την ατομική ιδιοκτησία, την ενισχύουν.»2

Πριν προχωρήσουμε στην κριτική της παραγράφου, ας εξηγήσουμε πολύ σύντομα την συγκεκριμένη αντίφαση. Για τον Μαρξ στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής –αλλά και σε όλους τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής- υπάρχουν μια σειρά από αναπόδραστες/άλυτες αντιφάσεις. Μια τέτοια θεμελιώδης αντίφαση είναι η αντίφαση ανάμεσα στις σχέσεις και στις δυνάμεις παραγωγής. Τι εννοούμε με αυτό; Ας το δούμε με ένα παράδειγμα από το απώτερο παρελθόν.

Κατά την περίοδο της ιστορίας που οι μεσαιωνικές παραδόσεις δεν είχαν ακόμη εξαφανιστεί, αλλά που είχε αποφασιστικά αρχίσει να αναδύεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, αυτή η αντίφαση ήταν ιδιαίτερα εμφανής. Ο καπιταλισμός ως πιο προοδευτικό οικονομικό σύστημα ριζοσπαστικοποίησε τα μέσα και τις μεθόδους παραγωγής με τέτοιο τρόπο που το προηγούμενο μοντέλο σχέσεων του ήταν εμπόδιο στο πολιτικό, στο κοινωνικό αλλά και στο οικονομικό επίπεδο. Η ριζοσπαστικοποίηση των μεθόδων παραγωγής ζητούσε με επαναστατικό τρόπο να διαρρήξει τις καθυστερημένες φεουδαρχικές σχέσεις, να εμπορευματοποιήσει τη Γη των ευγενών, να ανατρέψει την εξουσία που τους έδιναν οι τίτλοι ευγενείας εις βάρος της νέας «αριστοκρατίας», αυτής του πλούτου. Ο καπιταλισμός κατάφερε να λύσει αυτές τις αντιφάσεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην εποχή του (πχ με τη Γαλλική Επανάσταση στη Γαλλία) μόνο και μόνο για να δημιουργήσει τις δικές του. Αντιφάσεις οι οποίες αντίθετα με τα όσα υποστήριζε ο Μαρκούζε παραμένουν άλυτες μέχρι και σήμερα. Αυτές κατά τον Μαρξ, πρόκειται να λυθούν μόνο στον κομμουνισμό. Για την ακρίβεια, η ίδια η ύπαρξη των εσωτερικών του αντιφάσεων ένας από τους παράγοντες που [ενδέχεται να]/θα οδηγήσουν στην ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Ας επιστρέψουμε όμως στο επιχείρημα του Μαρκούζε, όπως αυτό παρουσιάζεται από τον Craib. Αλήθεια, πως είναι δυνατόν να έχει λυθεί αυτή η αντίφαση όταν παρατηρούνται τα εξής στην ώριμη καπιταλιστική κοινωνία:

Να μένουν αδιάθετες ολόκληρες στρατιές από ικανούς εργάτες σε όλο τον κόσμο (συστημική ανεργία), εργάτες οι οποίοι αν αξιοποιούνταν θα αυξάνονταν η συνολική διαθέσιμη παραγωγή. Ένας από τους λόγους που αυτοί οι εργάτες μένουν αναξιοποίητοι είναι το γεγονός πως οτιδήποτε δεν μπορεί να απορροφηθεί στον καπιταλισμό ως εμπόρευμα από την αγορά, δεν έχει νόημα να παραχθεί αφού δεν πρόκειται να αποφέρει κέρδος στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (το προϊόν που δεν πωλείται, αν δεν μπορούν να το αξιοποιήσουν με άλλο τρόπο, προτιμούν να το ρίξουν στη χωματερή αντί να το διαθέσουν δωρεάν ή σε ασύμφορη τιμή). Άσχετα λοιπόν με το τι ανάγκες έχει ο κόσμος από αγαθά πρώτης ανάγκης, τόσο η διανομή των αγαθών όσο και το σαμποτάρισμα της παραγωγής – εξαιτίας της φύσης του καπιταλισμού- δεν επιτρέπει την κάλυψη των αναγκών αυτών. Μάλιστα η φύση του καπιταλισμού, δηλαδή οι σχέσεις που αυτός παγιώνει, καθιστά την όποια καινοτομία στις μεθόδους παραγωγής και στις τεχνικές προβληματική για την ανθρωπότητα. Μια μηχανή, για παράδειγμα, που παράγει όσο θα παρήγαγαν 100 εργάτες, πετάει εκτός παραγωγής αυτούς τους εργάτες, αυξάνοντας έτσι την συνολική ανεργία.

Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, το επιχείρημα του Μαρκούζε μοιάζει κάπως αφελές, αφού κάθε άλλο παρά λυμένη είναι η αντίφαση ανάμεσα στις σχέσεις και στις δυνάμεις παραγωγής. Η ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής όχι μόνο καθυστερείται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά και στο βαθμό που παρατηρείται πρόοδος, αντί αυτή να ωφελεί την ανθρωπότητα, γυρίζει και της επιτίθεται. Το μεγάλο λάθος που κάνει ο Μαρκούζε κατά τη γνώμη μου, είναι ότι ερμηνεύει την εντατικοποίηση της παραγωγής του ύστερου καπιταλισμού και το φαινόμενο του υπερκαταναλωτισμού στη Δύση ως αέναη απελευθέρωση των δυνάμεων της παραγωγής, κάτι που δεν ισχύει.

Σε παλιότερο μου άρθρο είχα γράψει για την εγκατάλειψη του επαναστατικού χαρακτήρα του μαρξισμού από τα αναθεωρητικά ρεύματα και τους μετά-μαρξιστές. Στην κριτική μου συμπεριλαμβάνω και τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Πιστεύω στα ίδια πλαίσια απονεύρωσης του μαρξισμού, κινείται και η παραπάνω δήλωση του Μαρκούζε. Πάντως, όπως γράφω και στο προηγούμενο άρθρο, αν κάτι δείχνει αυτή η συνεχής ενασχόληση με το μαρξισμό, έστω και όταν υπηρετεί την αποδόμηση του, είναι ότι αυτός παραμένει σχετικός όσα χρόνια και αν περάσουν.

Φραγκίσκος Λαγωνικάκης(Poexania)

1 Έχω γράψει και μια εργασία πάνω στο «Οι Εβραίοι και η Ευρώπη», διαπιστώνω ότι δεν την έχω ανεβάσει στο net, αν δεν έχει χαθεί από τον υπολογιστή μου θα την ανεβάσω σύντομα. Ίσως μάλιστα να κάνω και κάποιες προσθήκες αφού σήμερα έχω μια λίγο καλύτερη εικόνα για τη Σχολή της Φρανκφούρτης ώστε να είμαι σε θέση να συνδέσω το συγκεκριμένο έργο με τις ευρύτερες θεωρητικές παραδόσεις της.

2 Ian Craib, Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία, από τον Πάρσονς στον Χάμπερμας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009, 12η έκδοση, σελ. 426.

Advertisements
hannah-thumb-large

Τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες διανοητές έχουν την ικανότητα να ξεπουλιούνται στον καπιταλισμό.

Ο λόγος για την παρακάτω δημοσίευση, με την οποία δεν θα ασχολιόμουν αν δεν την αναπαρήγαγαν στο FB άτομα φιλικά προσκείμενα στο ΚΚΕ και στις κομμουνιστικές ιδέες.

https://www.buzzfeed.com/tabathaleggett/female-philosophers-you-should-have-heard-of?utm_term=.dhmpJMbG1J#.qn6azZnwVz

Το συγκεκριμένο άρθρο, χρησιμοποιεί ως Δούρειο Ίππο την δικαιολογημένη ευαισθησία απέναντι στην γυναικεία ανισότητα προκειμένου να  προωθήσει μια σειρά από γυναίκες πανεπιστημιακούς και φιλόσοφους που στο μεγαλύτερο βαθμό υπηρετούν ή υπηρέτησαν την αστική ιδεολογία. Ας πούμε η Χάνα Άρεντ (η οποία υπήρξε ερωμένη του γερμανού αρχιναζί φιλόσοφου Χάιντεγκερ)  χρηματοδοτούνταν κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου από τη CIA για να κατασκευάζει θεωρίες όπως αυτή των δύο άκρων. Ενώ  αρκετές γυναίκες από αυτές που βρίσκονται στη λίστα είναι θεμελιώτριες του μεταμοντέρνου τρίτου κύματος (third wave) του φεμινισμού και των gender politics. Ενός «φεμινισμού» κομμένου και ραμμένου στα μέτρα των απαιτήσεων της αστικής/καπιταλιστικής κοινωνίας. Στις αναμεσάδες φυσικά μπαίνουν και κάποιες άλλες προσωπικότητες για ξεκάρφωμα όπως  η Υππατία και η Αλεξάνδρα Κολοντάι, όμως αυτό δεν αλλάζει την γενικότερη στόχευση του άρθρου.

Ποιός είμαι εγώ βέβαια που θα κρίνω τι αναδημοσιεύει κανείς; Για την ακρίβεια ας αναδημοσιεύει ότι  θέλει, απλά αν θεωρεί τον εαυτό του εχθρό των αστικών ιδεών και φίλο των κομμουνιστικών, καλό θα ήταν να γνωρίζει ότι το εν λόγω άρθρο ως σύνολο αγκαλιάζει τις πρώτες και εχθρεύεται τις δεύτερες.

Εδώ ένα πιο εκτεταμένο άρθρο μου σχετικό με τον φεμινισμό και την πατριαρχία

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

ΥΓ: Ελπίζω σύντομα να οικοδομηθεί ένας κόσμος στον οποίο δεν θα χρειάζεται να μας υπενθυμίζουν κάποια άρθρα το γεγονός ότι οι γυναίκες είναι εξίσου ικανές με τους άνδρες, επειδή αυτό θα είναι πια αυτονόητο.

Θυμηθείτε εδώ το Α’ μέρος

Αυτό που ήταν άλλοτε το παρελθόν σου, έχει τώρα μεταβληθεί σε μια μακρινή απροσδιόριστη ανάμνηση που ώρα με την ώρα σβήνει, ακριβώς όπως γίνεται με τα όνειρα όταν ξυπνάς. Η διαφορά είναι ότι συμβαίνει το αντίστροφο αυτή τη φορά, η πραγματικότητα είναι αυτή που χάνεται μέσα στο όνειρο, ή σωστότερα στον εφιάλτη. Ο εαυτός που άφησες πίσω στον κανονικό κόσμο έχει πια μαραθεί σαν το «πουκάμισο» που αφήνουν πίσω τους τα τζιτζίκια και έχει κοπεί ο ομφάλιος λώρος σου με αυτόν. Την κύρια σου ιδιότητα την προσδιορίζουν πλέον τα σιδερικά που βαστάς, τα ρούχα που φοράς, ο σχεδόν ζωώδης τρόπος που κινείσαι. Είσαι ένας κυνηγός, πάντα έτοιμος να επιτεθείς!

Από μακριά ακούγονται ουρλιαχτά…

Δεν σου εξήγησε κανείς τα κόλπα της δουλειάς, απλά ξύπνησες σε ένα σκοτεινό – αφιλόξενο κόσμο. Η πρόσληψη σου υπογράφηκε από τη στιγμή που σου δόθηκε το τεράστιο δρεπάνι, το πιστόλι με την περίτεχνη κάννη και μερικές ασημένιες σφαίρες. Τα υπόλοιπα σου τα «δίδαξαν» εν συντομία οι δαιμονισμένοι κάτοικοι της Yharnam καθώς σου επιτίθονταν με πυρσούς και με τσουγκράνες και αργότερα με νύχια και με δόντια.

bloodborne_fanart___fleshreaver_weapon_idea_by_daemonstar-d8pj852

Η φιλοσοφία των όπλων είναι η εξής: το ίδιο όπλο στη μια μορφή του μπορεί να είναι δρεπάνι και στην άλλη ψαλίδι. Στη μορφή του ψαλιδιού σου επιτρέπει να κρατάς στο άλλο χέρι πιστόλι ενω με τη μορφή του δρεπανιού φτάνει μακρύτερα, κάνει περισσότερη ζημιά αλλά απαιτεί και τα δυο χέρια για να το χειριστείς.

Υποτίθεται ότι τους μετέτρεψε σε αυτήν την παρανοϊκή εκδοχή του εαυτού τους κάποια αρρώστια, δεν μπορεί όμως να είναι μόνο αυτό, νιώθεις ότι κάποιο ρόλο έχει παίξει και η τεράστια κόκκινη πανσέληνος που δεσπόζει στον ουρανό. Ένα φυσικό φαινόμενο παροδικό οπουδήποτε αλλού μόνο που εδώ είναι μόνιμο, αφού η περιοχή έχει καταδικαστεί σε μια συνεχόμενη πανσέληνη νύχτα που κάνει τους υγρούς πλακόστρωτους δρόμους να γυαλίζουν, όπως επίσης και τα μάτια των κατοίκων. Αν κάποτε αυτή η Βικτωριανή πόλη ήταν στα καλά της δεν έχουν μείνει και πολλά να το μαρτυρούν. Πέρα από τις τρομακτικές – απανθρωπισμένες και επιθετικές υπάρξεις που καραδοκούν σε κάθε της σοκάκι – νιώθεις ότι υπάρχει κάτι ακόμα πιο απόκοσμο που κάνει τις τρίχες σου να ηλεκτρίζονται. Λες και όλοι αυτοί οι παράφρονες υπηρετούν με τους τρόπους τους κάποιους αρχαίους θεούς, ή δαίμονες, όχι ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά.

Έχει περάσει καιρός από τότε που προσπαθούσες ακόμη να βρεις διέξοδο από αυτόν τον εφιάλτη, όποιον δρόμο και αν ακολουθήσες αντί να σε απομακρύνει από αυτόν σε έσπρωξε ακόμη βαθύτερα μέσα του. Είσαι και εσύ πια μέρος του, βρίσκεσαι μάλιστα αρκετά ψηλά στην τροφική αλυσίδα. Αν μπορούσαν να σκεφτούν λογικά όλοι εκείνοι που τρέχουν να σου επιτεθούν θα έτρεχαν από την αντίθετη κατεύθυνση, ίσως έτσι να απέφευγαν να μετατραπούν σε αιμάτινους λεκέδες στην καπαρντίνα σου. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πράγματα που να μπορούν να σε νικήσουν, είναι ότι μέχρι να γίνει αυτό θα έχεις αφήσει πίσω σου μεγάλους σωρούς από αυτά που δεν μπόρεσαν.

Δε νιώθεις στεναχώρια, δεν νιώθεις χαρά, δεν νιώθεις πλέον ούτε περιέργεια, απλά συνεχίζεις σαν εργατικό μυρμήγκι να περιφέρεσαι και να εξολοθρεύεις. Ίσως αυτό να εξυπηρετεί τελικά κάποιον σκοπό, εσύ πάντως δεν τον αντιλαμβάνεσαι. Ένα μυρμήγκι, για να είμαστε δίκαιοι, έχει καλύτερη αντίληψη του γιατί ήρθε να κάνει αυτό που κάνει στον κόσμο.

Αρκετά ειπώθηκαν όμως… τα ουρλιαχτά ολοένα και πλησιάζουν, ακούγονται και ρουθουνίσματα. Το αυτί σου έχει μάθει να αναγνωρίζει τους λυκανθρώπους, τώρα θα μιλήσει το ασήμι…

Ο πρόλογος αφορά το παιχνίδι Bloodborne, είναι αυτό που θα λέγαμε ότι διαφοροποιείται περισσότερο από τα υπόλοιπα 4 παιχνίδια. Παραπάνω όμως λεπτομέρειες αργότερα, προς το παρόν θα κάνω μια σύντομη αναδρομή στην προσωπική μου μακρόχρονη εμπειρία από τα SoulsBorne.

wallpapersden.com_yharnam-architecture-bloodborne_3840x2160

Δείγμα από την αρχιτεκτονική του Bloodborne

Πριν από 6 ή 7 χρόνια έπεσε στα χέρια μου μια –μεταξύ μας- πειρατική έκδοση για PC του Dark Souls 1. Είχα ακούσει ανάμεικτες κριτικές, τα αρνητικά αφορούσαν περισσότερο την κακή μεταφορά του παιχνιδιού από τις κονσόλες στους υπολογιστές. Πριν ξεκινήσω φρόντισα να μοντάρω λίγο το παιχνίδι έτσι ώστε να αμβλυνθούν κάπως αυτά τα προβλήματα, οπότε θεωρήστε ότι η ομολογουμένως κακή μεταφορά δεν επηρέασε τόσο την πρώτη μου επαφή.

Υπήρξε φορά που να δοκιμάσατε κάποιο φαγητό που να σας φάνηκε αηδιαστικό, το οποίο με τον καιρό και με φιλότιμες προσπάθειες να το συνηθίσατε, μέχρι που τελικά να έγινε ένα από τα καλύτερα σας φαγητά; Κάπως έτσι συνέβη με εμένα και τα DarkSouls, μόνο που μου πήρε σχεδόν δυο χρόνια μετά την πρώτη μου επαφή για να τα ξαναπιάσω. Το πολύ να έπαιξα δυο ώρες την πρώτη φορά πριν το παρατήσω ξενερωμένος, μου είχε φανεί τελείως κενό και …άψυχο παρά τις μυριάδες ψυχές που άφηναν οι αντίπαλοι όταν τους πελεκούσες. Που να ήξερα…

Αργότερα βγήκε το DarkSouls 2 και είπα να τους δώσω μια ευκαιρία. Ίσως τελικά το πρώτο να μου είχε αφήσει μια ενδιαφέρουσα επίγευση στο λίγο που με απασχόλησε. Νταξ’ δεν πήρα και κανένα ρίσκο, πειρατικό το κατέβασα πάλι. Τα γραφικά δεν ήταν πολύ καλύτερα του πρώτου, το optimization όμως ήταν άψογο. Για κάποιο λόγο δεν το σταμάτησα στις δυο ώρες μέχρι που πέρασα το σημείο χωρίς επιστροφή. Και από εκεί και πέρα μιλάμε για τρελά ξενύχτια!

Για να πω την αμαρτία μου, την πρώτη φορά τελείωσα το 2 με cheats όταν έγινε πολύ δύσκολο. Παρόλα αυτά το ξαναξεκίνησα και το τελείωσα χωρίς cheats. Ύστερα βγήκαν τα 3 expansion του, τα αγόρασα πακέτο μαζί με το βασικό παιχνίδι, έπαιξα πάλι από την αρχή και τα τελείωσα όλα μαζί. Μετά γύρισα πάλι στο πρώτο και το τελείωσα δυο φορές, έπαιξα πάλι λίγο το δεύτερο και ύστερα καταπιάστηκα με το τρίτο που το κατέβασα πειρατικό. Αυτό δεν το τελείωσα γιατί κόλλησα στο τελευταίο boss και το παράτησα … προσωρινά. Αργότερα αγόρασα το Playstation 4 και προμηθεύτηκα τόσο το Bloodborne –που κυκλοφορούσε αποκλειστικά εκεί- όσο και το DarkSouls 3 μαζί με τα δυο expansions του. Το ένα το έχω τελειώσει ήδη 2-3 φορές και στο άλλο μου μένουν όλα κι όλα 2 boss για να το τελειώσω. Πρέπει πάντως να έχω αφιερώσει μέχρι τώρα καμιά 300αριά ώρες από τη ζωή μου και στα 4 μαζί.

Bloodborne™_20150427193122

Αν ο Νιλ Άρμστρονγκ είχει διαλέξει μια τέτοια μέρα να περπατήσει στη σελήνη δεν θα μαθαίναμε ποτέ ξανα νεα του

Αν θυμόσαστε όμως από το προηγούμενο άρθρο, υπήρχε ένα ακόμη στη σειρά, το DemonSouls, αυτό είναι το μόνο που για τεχνικούς λόγους δεν έχω ακόμη ασχοληθεί. Κυκλοφόρησε βλέπετε μόνο στο Playstation 3 οπότε για να το παίξω –που θα το παίξω- πρέπει είτε να δανειστώ από κάπου ένα Playstation 3 ή να αγοράσω ένα μεταχειρισμένο.

Ας εξετάσουμε σε αυτό το σημείο μερικές ιδιαιτερότητες του κάθε παιχνιδιού, θα τα πάρω με τη σειρά που κυκλοφόρησαν:

Demon Souls

Για το Demon Souls δεν έχω και πολλά να πω, κυκλοφόρησε το 2009 και από τα όσα έχω δει σε video στο Youtube μοιάζει πολύ με τα DarkSouls. Έχει και αυτό μεσαιωνική αισθητική και παρόμοιο gameplay, δεν ξέρω αν συνδέεται και σεναριακά.

Dark Souls 1

ToDarkSouls 1 μαζί με το expansion του “Artorias of the Abyss” είναι μάλλον αυτό που έχει τον πιο σφιχτοδεμένο χάρτη σε σχέση με τα υπόλοιπα παιχνίδια. Η διαρρύθμιση των περιοχών έχει σχεδιαστεί καταπληκτικά, και, από εκεί που δεν το περιμένεις μια κρυφή πόρτα από τις τελευταίες περιοχές του παιχνιδιού είναι δυνατόν να σε μεταφέρει σε κάποια από τις πρώτες. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα επόμενα της σειράς υπάρχει η επιλογή της τηλεμεταφοράς μεταξύ απομακρυσμένων περιοχών, στο πρώτο όμως αυτή η επιλογή ανοίγει μετά τη μέση του παιχνιδιού, κάτι που κάνει αυτά τα shortcuts νευραλγικά για την πρόοδο του παίκτη αφού συνεχώς χρειάζεται να πηγαινοέρχεται.

Dark Souls 2

Εμένα το DarkSouls 2 είναι το αγαπημένο μου. Θέλεις επειδή ήταν εκείνο που με κόλλησε, θέλεις επειδή είναι το πιο μεγάλο με τα περισσότερα Boss, θέλεις επειδή οι περιοχές του διαφοροποιούνται μεταξύ τους περισσότερο από όλα τα άλλα, δεν ξέρω ακριβώς. Πάντως είναι αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν το χειρότερο της σειράς. Άλλοι λένε ότι για Dark souls είναι αρκετά εύκολο, άλλοι λένε ότι τα Boss του αν και πολλά δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπα, άλλοι πάλι διαμαρτύρονται που ο χάρτης του δεν είναι το ίδιο λογικά σφιχτοδεμένος σε σχέση με το πρώτο. Αντικειμενικά πάντως υπήρχαν σημεία που εμένα μου φάνηκαν πολύ δύσκολα, ειδικά τα expansions του τα βρήκα πολύ πιο σκληρά από ό,τι το πρώτο Dark Souls. Όσο για τα Boss, δεν είναι ότι κάποιο με απογοήτευσε, αν και σίγουρα δεν ήταν όλα το ίδιο εμπνευσμένα. Πιστεύω πως αυτό που πραγματικά πείραξε τους περισσότερους, είναι πως το συγκεκριμένο δεν το υπέγραψε ο Hidetaka Miyazaki, δημιουργός των δυο πρώτων παιχνιδιών και super star του χώρου του gaming.

Bloodborne

Χωρίς το Bloodborne να διαφοροποιείται τελείως από τα Dark Souls και Demon Souls έφερε η αλήθεια είναι αρκετές αλλαγές. Κάποιες από αυτές αφορούν στην εμφάνιση και την ατμόσφαιρα, κάποιες άλλες αφορούν πειραματισμούς με μηχανισμούς του παιχνιδιού. Για εμένα το Bloodborne έχει την καλύτερη ατμόσφαιρα και από τα 5, επίσης έχει τα καλύτερα γραφικά και από τα 5. Αντίθετα με τα υπόλοιπα 4 το υπόβαθρο αυτή τη φορά δεν είναι μεσαιωνικό αλλά κάτι ανάμεσα σε εικόνες από αφηγήσεις του H.P. Lovecraft και Βικτωριανή εποχή.

Στο μεγαλύτερο κομμάτι του παιχνιδιού κινείσαι στην πόλη του Yharnam και τα περίχωρα της, συνεπώς στο παιχνίδι δεν υπάρχει η ίδια ποικιλία περιβαλλόντων με τα υπόλοιπα. Πάντως ό,τι υπάρχει είναι φτιαγμένο αριστοτεχνικά, ειδικά η αρχιτεκτονική των κτηρίων, ενώ στο επίπεδο της ευρηματικότητας του χάρτη μπορώ με ασφάλεια να πω ότι μόνο το πρώτο Dark Souls δικαιούται να κοιτάει το Bloodborne από ψηλά. Όμως και οι εχθροί εδώ είναι διαφορετικοί, εκεί που στα Souls έχεις να αντιμετωπίσεις κυρίως ζόμπι, δαίμονες και απέθαντους ιππότες, στο Bloodborne έχεις να κάνεις περισσότερο με λυκάνθρωπους και γενικότερα τέρατα του λυκόφωτος. Πάντως υπάρχουν και κοινοί αντίπαλοι μεταξύ των παιχνιδιών.

Στους βασικούς μηχανισμούς που αλλάζουν αξίζει να σημειωθεί το γεγονός πως εδώ το παιχνίδι είναι πολύ πιο επιθετικό και γρήγορο ενώ οι λιγοστές ασπίδες που υπάρχουν είναι μάλλον άχρηστες, εκτός και άμα κάποιος θέλει να τους βάλει 4 πόδια και να τις μετατρέψει σε τραπεζάκι του καφέ. Βέβαια το ότι είναι επιθετικό δεν σημαίνει ότι πας βουρ στον πατσά, απλά αντί να προσπαθείς να απορροφήσεις τα χτυπήματα των αντιπάλων με την ασπίδα σου μέχρι να βρεις κάποιο άνοιγμα, αποπειράσαι να τα αποφύγεις και να αντεπιτεθείς. Στη θέση της ασπίδας τώρα μπορείς να βαστάς κάποιο πιστόλι ή καραμπίνα, πολύ χρήσιμο για να σημαδεύεις εχθρούς από μακριά ή για να τους ακινητοποιείς για μερικά δευτερόλεπτα αν έχεις μάθει να πατάς τη σκανδάλη ακριβώς τη σωστή στιγμή. Τα όπλα που προορίζονται για μάχη σώμα με σώμα είναι πολύ ιδιαίτερα εδώ, ενώ έχουν όλα τουλάχιστον δυο μορφές, με τη μια να διαφέρει όπως η μέρα με τη νύχτα από την άλλη.

Ενδιαφέρον την ώρα της μάχης παρουσιάζει η λειτουργία να παίρνεις το αίμα σου πίσω. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν δεχθείς ένα χτύπημα και γρήγορα αντεπιτεθείς επιτυχημένα, παίρνεις πίσω την ζωή που έχασες. Πολλές φορές βέβαια στην προσπάθειά σου να πάρεις πίσω λίγη από τη ζωή που έχασες (είναι σαν μπάρα που με τα χτυπήματα αδειάζει σταδιακά) αντιδράς βιαστικά και χάνεις και τα αυγά και τα πασχάλια. Υπάρχουν φυσικά και άλλοι μηχανισμοί που διαφοροποιούνται, όμως δεν θα επεκταθώ γιατί μετά μπαίνουμε σε λεπτομέρειες.

Τέλος, χωρίς να σημαίνει ότι δεν με δυσκόλεψε αρκετά, βρήκα το Bloodborne μάλλον το ευκολότερο από τα 4 παιχνίδια και μάλλον το μικρότερο σε διάρκεια (συμπεριλαμβάνοντας και το expansion του).

                                                                     Ενα τυπικό Boss του Bloodborne

Dark Souls 3

Στο Dark Souls 3, προς ικανοποίηση των Miyazakiτσων, ο Miyazaki επιστρέφει στο τιμόνι και καταθέτει την … ψυχή του. Το περιβάλλον είναι πάλι μεσαιωνικό, τα γραφικά βελτιωμένα και οι περιοχές πιο ανοιχτές αλλά και πολλές φορές περισσότερο «άδειες». Αν και από γραφικής απόψεως είναι λες και βρίσκεσαι μέσα σε καρτ ποστάλ, η γενικότερη ατμόσφαιρα μάλλον κάπως χάνει. Λείπουν οι πολλές κλειστοφοβικές περιοχές και ο μέχρι κεραίας μελετημένος χάρτης του πρώτου, λείπει η επικοινωνία ανάμεσα στις διάφορες περιοχές, καθώς είναι ιδιαίτερα γραμμικό, και λείπει και η ποικιλία του δεύτερου. Κάτι σαν την σειρά Alien, που ενώ οι νεώτερες ταινίες έχουν πολύ καλύτερα ειδικά εφέ, οι πρώτες είναι αυτές που έχουν την αξεπέραστη ατμόσφαιρα και αισθητική.

Το παιχνίδι αν και δεν είναι κακό – και γενικότερα θεωρείται καλύτερο από το δεύτερο – για εμένα πάντως είναι εκείνο που μου άρεσε λιγότερο. Προσοχή, όχι ότι δεν το απόλαυσα, όχι ότι δεν κόλλησα, απλά κάτι σαν να έλειπε. Ίσως αν είχα παίξει πρώτα αυτό και μετά τα άλλα τρία να είχα διαφορετική εντύπωση, ίσως πάλι και όχι. Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι το Dark souls 3 έχει επιρροές από το Bloodborne. Πέρα από κάποιους παρόμοιους εχθρούς και τοποθεσίες μεταξύ των δυο τίτλων υπάρχει και σχετική αύξηση της ταχύτητας σε σύγκριση με τα προηγούμενα Dark Souls ενώ η ασπίδα, αν και παρούσα, είναι σίγουρα λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι παλιά. Φανταστείτε ότι ακόμη και εγώ, που είχα παίξει τα προηγούμενα με τη χρήση ασπιδών στο μέγεθος πόρτας, στο Dark Souls 3 έμαθα να παίζω χωρίς αυτές… φταίει και η θητεία μου στο Bloodborne ως ένα βαθμό.

Θα παρατηρήσατε ότι μέχρι τώρα δεν έχω αναφέρει σχεδόν τίποτα για την υπόθεση των παιχνιδιών, δεν είναι ότι δεν θέλω, είναι ότι δεν μπορώ. Τα Soulsborne είναι παιχνίδια που δε σου δίνουν μασημένη την τροφή, αυτό ισχύει όχι μόνο για το gameplay τους, το ίδιο και χειρότερο συμβαίνει και για την υπόθεσή τους. Πραγματικά, για να ξεδιαλύνεις τι στο καλό διαδραματίζεται γύρω από την περιπέτειά σου πρέπει να ψάξεις και την παραμικρή λεπτομέρεια σε επίπεδο Sherlock Holmes ή Ηρακλή Πουαρό. Ο τρόπος που το παιχνίδι σε τροφοδοτεί με πληροφορίες είναι περίεργος, ο τρόπος που παίρνεις τα quest είναι περίεργος (καταρχήν τα quests σου δεν καταγράφονται πουθενά), ο τρόπος που ολοκληρώνεις τα quest είναι περίεργος, ακόμη και το να καταλάβεις ότι πήρες ή ότι ολοκλήρωσες ένα quest είναι δύσκολο, δεν κάνω πλάκα. Αρκεί να σας πω ότι για να καταφέρω να παίξω τα expansion τους χρειάστηκε να ψάξω στο google, αφού για να ανοίξουν οι περιοχές τους χρειάζεται να προβείς σε μια σειρά από «αλχημείες» όπως το να κάτσεις σε ένα συγκεκριμένο σημείο με συγκεκριμένο τρόπο έχοντας στο Inventory σου ένα συγκεκριμένο αντικείμενο κλπ. Υπάρχουν παρόλα αυτά κάποιοι εκεί έξω που έχουν ιδρώσει και έχουν ενώσει όλες αυτές τις τελείες με αποτέλεσμα να έχουν βγάλει μια κάποια άκρη, πάντως οι απόψεις σε αρκετά σημεία διίστανται. Μπορείτε να αναζητήσετε στο youtube τις ενδιαφέρουσες ερμηνείες τους. Σε κάθε περίπτωση, μην περιμένετε από εμένα, εγώ απλά μπαίνω στο παιχνίδι, σκοτώνω εχθρούς, σκοτώνω boss, παίρνω levels, προχωράω παρακάτω, και δώστου πάλι από την αρχή.

Είχα υποσχεθεί στο πρώτο μέρος ότι θα σας μιλούσα για το multiplayer των τίτλων, όμως θα αναγκαστώ να αθετήσω αυτήν μου την υπόσχεση για τρεις λόγους. Πρώτον επειδή το άρθρο έχει βγει ήδη αρκετά μεγάλο, δεύτερον επειδή και εκεί τα πράγματα είναι αρκετά μπερδεμένα οπότε θα έπρεπε να γράψω καμπόσες αράδες για να σας δώσω έστω μια γεύση και τρίτον επειδή δεν κάθισα να κάνω το απαραίτητο reaserch (πρωτογενές ή δευερογενές) για να αισθάνομαι ότι έχω εγκύκλια άποψη. Εντελώς επιγραμματικά, υπάρχει δυνατότητα για συνεργασία μεταξύ παικτών και δυνατότητα για μάχες μεταξύ παικτών (PVP). Με το πρώτο έχω ασχοληθεί αρκετά και αυτό που έχω να πω είναι ότι κάνει το παιχνίδι αρκετά πιο εύκολο (για αυτό καλύτερα να το τελειώσετε πρώτα μια φορά με όσο το δυνατόν λιγότερη βοήθεια γιατί μέρος του παιχνιδιού είναι και η δυσκολία του), με το δεύτερο ασχολήθηκα λίγο και έχω να πω ότι είναι πολύ αγχωτικό. Πάντως και οι δυο όψεις του multiplayer έχουν πολλή πλάκα ειδικά αν παίξετε μαζί με φιλαράκια.

Αυτά προς το παρόν, ελπίζω να σας κίνησα την περιέργεια και να σας άνοιξα την όρεξη.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Δημοσιεύθηκε και στο Κατιούσα

Eπρεπε να σε είχε προϊδεάσει το όνομα της περιοχής «η αποβάθρα που δεν πατάει ανθρώπου πόδι»1 αλλά δεν βαριέσαι, έχει περάσει απροσδιόριστα πολύς καιρός από τότε που ήσουν ακόμη άνθρωπος. Τα σκελετωμένα σου χέρια κρατούν με δύναμη το σπαθί και την ασπίδα! Το πρώτο κάνει ικανοποιητική ζημιά στους αντιπάλους, η δεύτερη σε προστατεύει από 2-3 απανωτά χτυπήματα πριν αποδυναμωθείς σε βαθμό να μην μπορείς να την κρατήσεις σταθερά. Κι όμως, σε έχει γλιτώσει εκατοντάδες φορές, και εκατοντάδες άλλες δεν κατάφερε να σε γλιτώσει.

28378130_10156102116084194_4600216581579791300_n

Χαζεύω το όμορφο τοπίο με ρομαντική διάθεση στο Dark Souls 3, το τι ξύλο έφαγα μετά που πλησίασα στην πόλη δεν λέγεται

Έχεις ανέβει αρκετά ψηλά, βρίσκεσαι στην τρίτη πεζούλα. Στο βάθος διακρίνεται από τις λάμψεις του μέσα στη νύχτα ένα πειρατικό πλοίο, το να επιβιβαστείς σε αυτό είναι ο μόνος τρόπος να προχωρήσεις. Έχεις διανύσει τα μισά της διαδρομής από τη στιγμή που εγκατέλειψες το τελευταίο bonefire, δεκάδες τα πτώματα που ισοπέδωσες πίσω σου, δεκάδες βρίσκονται ακόμη όρθια μπροστά σου. Η φιλοσοφία σου απλή, «καλός απέθαντος είναι ο… νεκρός απέθαντος». Σκληρές και απανωτές μάχες σου έχουν εξαντλήσει τα αποθέματα, πολλοί τοξότες σε πονηρές ενέδρες και σκυλιά της κολάσεως μαζί με γιαταγανάδες να σου επιτίθονται από κάθε σημείο του ορίζοντα. Πρέπει όμως να προχωρήσεις λίγο ακόμη…

Περίεργο, επικρατεί ηρεμία… από τα δεξιά σου δεν βλέπεις κάποια απειλή, από τα αριστερά σου πανύψηλα βράχια… ευκαιρία να χαλαρώσεις και να πέσει ο σφυγμός σου, αν δηλαδή λειτουργούσε η καρδιά σου. Έτσι όπως ακολουθείς το μονοπάτι, από μια κρυφή εσοχή του βράχου εκτοξεύεται μια μορφή που όμοια της δεν έχεις ξαναδεί και σε ξαφνιάζει. Έχει σώμα φτιαγμένο σαν από στέρεη πίσσα, κενό βλέμμα και αφύσικα σε μήκος μπροστινά άκρα. Πηδάει μπροστά χωρίς καμία προειδοποίηση και σε χτυπάει δυνατά, σχεδόν σε ισοπεδώνει, άλλο ένα τέτοιο χτύπημα και τέλος. Χάνεις την ψυχραιμία σου και αρχίζεις να χτυπάς στα τυφλά. Θα είχες εξαντλήσει όλο τον αέρα στα πνευμόνια σου, αν είχες πνευμόνια… Από καθαρή τύχη ο αντίπαλος κείτεται μπροστά σου άψυχος, δαιμονική μορφή, ασυνήθιστη ακόμα και για ετούτα τα μέρη.

Ψαχουλεύεις στο σακίδιο σου, δεν σου βρίσκεται κανένα γιατρικό, αν προχωρήσεις λίγο ακόμη ίσως να υπάρχει παρακάτω κάποιο κατάλυμα που θα σου επιτρέψει να ανάψεις μια φωτιά και να αναδιοργανωθείς, είσαι πολύ μπροστά για να κάνεις πίσω. Μόλις μερικά βήματα πιο πέρα συναντάς ένα κτήριο με πλίνθινους τοίχους και ξύλινη πόρτα, ελπίζεις να είναι άδειο ή έστω να φιλοξενεί εύκολους αντιπάλους, σχεδόν κανείς σε αυτόν τον καταραμένο κόσμο δεν έχει φιλικές διαθέσεις απέναντί σου! Απλώνεις το χέρι και πιάνεις το ανάγλυφο από τη σκουριά πόμολο, σπρώχνεις την πόρτα –νομίζεις- προσεκτικά. Όλη η προσοχή του κόσμου δεν θα σου έφτανε για να σε προστατεύσει, όχι σε αυτήν σου την κατάσταση! Ένα τέρας ίδιο με το προηγούμενο πετάγεται και σπάει την πόρτα, τα αντανακλαστικά σου λειτουργούν και εκτινάσσεσαι πίσω αλλά πριν προλάβεις να νιώσεις έστω και ελάχιστα ασφαλής, ο πολυκαιρισμένος τοίχος γκρεμίζεται και ακόμη δυο τέτοιες μορφές πετάγονται μπροστά… Χωρίς καλά – καλά να το καταλάβεις ξυπνάς στο bonfire. Ηττήθηκες, όμως η κάθε ήττα στον κόσμο των soulsborne παιχνιδιών είναι και μια νέα αρχή, μια ευκαιρία να μάθεις από τα λάθη σου και να προχωρήσεις ακόμη παραπέρα!

Η παραπάνω μακροσκελής εισαγωγή αφορά ίσως την ΠΙΟ αγαπημένη μου σειρά παιχνιδιών, την σειρά SoulsBorne. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται ακριβώς για την ίδια σειρά αλλά για τρείς διαφορετικές περιπτώσεις videogame που όμως έχουν πάνω κάτω την ίδια φιλοσοφία και έχουν κατασκευαστεί από την ίδια εταιρία. Συγκεκριμένα είναι τα DarkSouls (1, 2 και 3), το Bloodborne και το DemonSouls. Η κοινότητα των φίλων των παιχνιδιών αυτών, τα έχει ονομάσει στο σύνολο τους SoulsBorne έτσι ώστε να τα συμπεριλαμβάνουν όλα με τη μια και να συνεννοούμαστε. Για να μην παρεξηγηθώ, τα εν λόγω παιχνίδια έχουν κάποιες χτυπητές διαφορές μεταξύ τους στο gameplay, την ατμόσφαιρα και σε κάποιες σημαντικές για τους φανατικούς λεπτομέρειες. Όμως, σε γενικές γραμμές αν σε κάποιον αρέσει το gameplay και η ατμόσφαιρα του ενός κατά πάσα πιθανότητα θα του αρέσουν και τα 5, ενώ οι σημαντικές μικροδιαφορές μεταξύ τους μπορεί να δημιουργούν γκρίνια και προστριβές αλλά δεν αποθαρρύνουν τους φαν.

Αντιδράσεις πειραματόζωων

Ας ξεκινήσουμε όμως με τις ομοιότητες:

Τα SoulsBorne παιχνίδια είναι δύσκολα, ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΑ για τον αμύητο παίκτη! Είναι δύσκολα σε τέτοιο βαθμό που αξίζει να αγοράσετε ένα από αυτά για δώρο σε κάποιον απονήρευτο φίλο σας και να κάτσετε να τον παρακολουθείτε την ώρα που παίζει… θα πέσει πολύ γέλιο… ή κλάμα, ανάλογα την οπτική γωνία. Πάντως ο θάνατος στη σειρά αυτή είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για τη δόξα, είναι η γνώση που έρχεται μέσα από τη διαδικασία δοκιμής και αποτυχίας, μέχρι η αποτυχία αυτή να μετατραπεί σε επιτυχία. Ας το θέσω κάπως έτσι… ο χαρακτήρας σου πατάει επί πτωμάτων για να πάει μπροστά, των δικών του πτωμάτων. Και είναι απίστευτα γλυκιά αυτή η στιγμή που ξεπερνάς μετά από πολλές προσπάθειες ένα εμπόδιο, ένα boss enemy, και προχωράς παρακάτω… σε βαθμό να σε κάνει να σηκωθείς από την καρέκλα σου να χοροπηδάς, δεν κάνω πλάκα!

Και ένα παράδειγμα για να γίνει σύγκριση μεγεθών επιτυχίας:

Παράδειγμα 1

  • -Φίλε τα έφτιαξα με ένα φωτομοντέλο
  • -Α… ωραία…

Παράδειγμα 2

  • -Φίλε έβγαλα τον Dancer of the Boreal Valley χωρίς βοηθούς με την πρώτη προσπάθεια!
  • -Τι λες ρε!!! Με δουλεύεις τώρα ε;;;;; Φίλε αν το κατάφερες είσαι ο ήρωας μου, με παντρεύεσαι;;;

Εναλλακτικά, όταν νιώθεις ότι χάνεις με άδικο τρόπο, ή όταν σου ακυρώνεται σημαντική πρόοδος (θα δούμε παρακάτω πώς γίνεται αυτό) σου έρχεται να σπάσεις το χειριστήριο, το mouse ή το πληκτρολόγιο… δηλαδή εντάξει το σπας, πάλι δεν κάνω πλάκα!

Ας εξετάσουμε όμως μερικούς βασικούς μηχανισμούς της σειράς:

Καταρχάς τα παιχνίδια αυτά μπορούν να κατηγοριοποιηθούν χοντρικά στο είδος των Role Playing Games (RPG ή στα ελληνικά παιχνίδια ρόλων), αλλά έχουν στοιχεία και από άλλες κατηγορίες. Στην ευρύτερη κατηγορία των RPG τα SoulsBorne αποτελούν διακριτή υποκατηγορία που τα ίδια δημιούργησαν, ενώ με τον καιρό βρήκαν αρκετούς μιμητές που εμπλούτισαν την κατηγορία αυτή. Ο κεντρικός ήρωας της σειράς είναι ένα ζόμπι πολεμιστής (ή μάγος, ή μαχαιροβγάλτης … ή ιερέας, ή συνδυασμός αυτών) και ο στόχος του είναι να σκοτώνει τέρατα (κυρίως undead) και να προχωράει από τη μια περιοχή στην επόμενη. Τα τέρατα εκτός από χρήσιμα αντικείμενα, όταν εκτελούνται, απελευθερώνουν την ψυχή τους (γιατί και τα ζόμπι έχουν ψυχή) που αμέσως μετά απορροφάται από τον χαρακτήρα του παίχτη. Στο Bloodborne, αντί για την ψυχή των αντιπάλων απελευθερώνεται το αίμα τους που στην ουσία κάνει το ίδιο. Ανάλογα με το πόσο δύσκολος είναι ο αντίπαλος δίνει περισσότερους πόντους ψυχής, και αυτοί οι πόντοι αποτελούν ένα είδος νομίσματος για το παιχνίδι. Ξοδεύοντάς τους μπορείς να αγοράσεις αντικείμενα, όπλα, αλλά και να βελτιώσεις τις ικανότητες του χαρακτήρα σου, να του αυξήσεις δηλαδή την δύναμή του, την αντοχή του κλπ. Υπάρχει όμως μια διαβολική καινοτομία στα συγκεκριμένα παιχνίδια, οι ψυχές που μαζεύεις χάνονται κάθε φορά που πεθαίνεις, εκτός και άμα τις έχεις καταναλώσει. Όσο τις κρατάς μαζί σου παίρνεις ρίσκο, αλλά υπάρχουν φορές που το ρισκάρεις ελπίζοντας ότι θα φτάσεις με ασφάλεια στο επόμενο bonfire. To bonfire είναι η γνωστή «πυρά» που μάθαιναν να ανάβουν όσοι έχουν κάνει πρόσκοποι, μόνο που στα SoulsBorne δεν χρησιμεύει για να ψήσεις μεζεδάκια αλλά ως μέσον τηλεμεταφοράς (από την μια πυρά στη άλλη) και ως τρόπος να ξοδευθούν οι ψυχές που έχουν μέχρι τότε μαζευτεί. Η διαδικασία αυτή ψιλόδιαφέρει από παιχνίδι σε παιχνίδι, όμως ακολουθείται η ίδια γενικότερη φιλοσοφία.

Τίποτα όμως στα SoulsBorne δεν γίνεται δίχως το ανάλογο κόστος, και αυτό διότι κάθε φορά που ο παίκτης κάθεται σε μια φωτιά, όλοι οι εχθροί του παιχνιδιού που έχει σκοτώσει αναγεννώνται. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά πυκνά θα θέλεις να πας λιιιιιιιγο παρακάτω, για να ανακαλύψεις το επόμενο bonfire και να σημειώσεις πρόοδο στο παιχνίδι. Το ζήτημα είναι ότι έτσι εξαντλείς τους πόρους σου, και αν το ρισκάρεις αρκετά κινδυνεύεις να χάσεις τις ψυχές που ως τότε έχεις μαζέψει, και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πότε το έχεις ρισκάρει αρκετά, παρά μόνο κατόπιν εορτής.

Πάντως το παιχνίδι –για να λέμε και του νεκρού το δίκιο- σου δίνει μια φορά την ευκαιρία, αν φτάσεις μέχρι το σημείο που πέθανες να ξαναμαζέψεις τις πολυπόθητες ψυχές. Αν όμως για κάποιο λόγο στο δρόμο πεθάνεις δεύτερη φορά –και μπορεί να πεθάνεις από εχθρούς, από παγίδες, από κατολισθήσεις, από γκρεμούς, από δηλητήρια, από λάβα κλπ- τότε οι ψυχές χάνονται οριστικά και πρέπει να τις μαζέψεις πάλι από την αρχή με σκληρή εργασία. Όλοι οι παίχτες είμαι σίγουρος έχουν πολλάκις χάσει τόση αξία ψυχών όση χρειάζεται για να αναβαθμιστούν 5-6 φορές κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του χαρακτήρα (δύναμη, αντοχή, ταχύτητα κλπ). Και αυτό πιστέψτε με, μπορεί να αποτελεί πισωγύρισμα ωρών.

Στο βίντεο αυτό βλέπετε την περιοχή που αφορά η εισαγωγική μου αφήγηση

Πάντως ο θάνατος πάνω στην εξερεύνηση –όσο εκνευριστικός και αν μοιάζει- συνιστά τον πιο σημαντικό μηχανισμό του παιχνιδιού και τον πιο ενδιαφέροντα συνάμα, είναι ένα από τα πράγματα που κάνουν το παιχνίδι να ξεχωρίζει. Το πόσο απρόσμενα, το πόσο εύκολα, το πόσο επαναλαμβανόμενα πεθαίνεις ειδικά στα boss (τελικοί «κακοί» μιας περιοχής), είναι αυτό που τελικά σε βελτιώνει σε σημείο ο χαρακτήρας που χειρίζεσαι να φτάσει να αποτελεί προέκταση του νευρικού σου συστήματος. Συνάμα, το να περάσεις από κάποια δύσκολα σημεία σου δίνει τέτοια ικανοποίηση που σε κάνει να νιώθεις απίστευτη ευφορία, αίσθημα ολοκλήρωσης και ικανοποίησης (οκ, είμαι αρρωστάκι με τη σειρά). Φανταστείτε να σε έχει συνθλίψει 100 φορές ένα boss, και κάθε φορά να γίνεσαι λιγάκι καλύτερος, να το μαθαίνεις λιγάκι παραπάνω. Το τι βρισίδια θα έχεις ρίξει μέχρι τότε δεν λέγεται, το πόσες φορές θα παρατήσεις το παιχνίδι μόνο και μόνο για να επιστρέψεις μετά από λίγο με ανανεωμένες τις ελπίδες και το τι καρδιοχτύπι θα σου έχει φέρει όλο αυτό σε κρίσιμες στιγμές δε λέγεται. Και πάνω εκεί πατάει ο «οργασμός» (με ή χωρίς εισαγωγικά) της επιτυχίας όταν τελικά τα καταφέρνεις. Στην πολυετή μου πείρα ως gamer δεν έχει βρεθεί άλλο παιχνίδι που να με έχει κάνει να σηκώνομαι να ζητωκραυγάζω σαν τρελός με την επιτυχία ή να χτυπιέμαι σαν δαιμονισμένος με την αποτυχία.

Η αλήθεια είναι ότι οι τίτλοι αυτοί μπορούν να γίνουν αρκετά πιο εύκολοι με συνεργατικό μεταξύ των παιχτών παιχνίδι. Αυτό δεν το συνιστώ σε όσους θέλουν να ζήσουν όλη τη μαγεία, όχι τουλάχιστον πριν τελειώσουν τον εκάστοτε τίτλο έστω μια φορά.2Μετά την πρώτη ολοκλήρωση καλό είναι να δει κανείς και τη συγκεκριμένη πλευρά, αφού προσφέρεται μια διαφορετική εμπειρία με τις δικές της αρετές.

Κάπου εδώ ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του άρθρου μου για τα SoulsBorne. Στο δεύτερο μέρος θα αναφερθώ στην πρώτη μου επαφή και γενικότερα στην προσωπική μου εμπειρία με την εν λόγω σειρά, στους μηχανισμούς του multiplayer και στις διαφορές των 5 τίτλων μεταξύ τους. Προλαβαίνετε πάντως ως τότε να προμηθευτείτε ένα από όλα προκειμένου να παίξετε και να πάρετε μια πρώτη [γλυκόπικρη] γεύση.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

1 Ελεύθερη μετάφραση από τα αγγλικά του No Mans Warf

2Κάθε φορά που το παιχνίδι τερματίζεται ξεκινάει από την αρχή σε μεγαλύτερο επίπεδο δυσκολίας, πάντως ο παίκτης κρατάει τις αναβαθμισμένες του ικανότητες και αρκετά από τα αντικείμενα που είχε μέχρι τότε συλλέξει.

Postmodernism

Μεταμοντερνισμός και σχετικισμός

Οι φρενήρεις ρυθμοί της σύγχρονης κοινωνίας, οι εξελίξεις στις επικοινωνίες και στις συγκοινωνίες και η απογείωση της πληροφορικής όπως είναι φυσικό προκαλούν σύγχυση σε όσους προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο μας, έναν κόσμο που μοιάζει να τρέχει σε ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Άπειρες πληροφορίες, υπερβολικός «θόρυβος», ψευδείς ειδήσεις, παρεμβάσεις των οποίων τις πλήρεις προεκτάσεις δεν μπορούμε να προβλέψουμε, αστάθεια και αβεβαιότητα. Όλα ετούτα μας δημιουργούν την εντύπωση ότι η αλήθεια είναι κάτι που πιθανόν να μην μπορούμε τελικά να προσεγγίσουμε. Η αισιοδοξία που μας έδωσε η επιστημονική και βιομηχανική επανάσταση, ότι κάποια στιγμή θα αποκωδικοποιήσουμε όλα τα μυστικά του κόσμου, αντικαταστάθηκε από ένα είδος αβεβαιότητας, που κατά ειρωνικό τρόπο έμοιαζε να μεγαλώνει όσο οι επιστήμες και η τεχνολογία εξελίσσονταν μέσα στον 20ο αιώνα. Στην επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη, ένα από τα παράγωγα αυτής της αβεβαιότητας σχηματοποιήθηκε σε αυτό που ονομάζουμε «σχετικισμό».

Ας ξεκινήσουμε δίνοντας έναν ορισμό του «σχετικισμού»:

«Σχετικισμός είναι η έννοια που υποστηρίζει ότι διαφορετικές οπτικές δεν έχουν καμία σχέση με την απόλυτη αλήθεια ή εγκυρότητα. Συμπληρωματικά, αυτές οι διαφορετικές οπτικές έχουν μόνο σχετική, υποκειμενική αξία, σύμφωνα με τις εκάστοτε διαφορές στην αντίληψη και στην θεώρηση. Η ουσία του σχετικισμού είναι ότι δεν υπάρχει καμία σταθερά που να είναι έγκυρη για όλους. Οι σχετικιστές πιστεύουν ότι δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, εφόσον δεν υπάρχουν εξωτερικά αντικειμενικά στάνταρ που να είναι αποδεκτά από όλους. […] «αυτό που είναι αληθές για εσένα δεν είναι αληθές για εμένα». […] Εφόσον ο σχετικισμός δεν υποτάσσεται σε καμία αντικειμενική εξωτερική αλήθεια ή αρχή, είναι ιδιοτελής και υπερήφανος και αντανακλά την αντίληψη ότι είναι καλύτερο ο καθένας να αποφασίζει για τον εαυτό του»1

Βλέπουμε εκτός των άλλων μια ροπή του σχετικισμού προς τον ατομι[κι]σμό. Εφόσον υποθέσουμε ότι αντικειμενικό κριτήριο δεν υπάρχει, υπάρχουν άπειρα υποκειμενικά κριτήρια. Όχι μόνο μια αλήθεια, πολλές αλήθειες. Άραγε, αν δεχθούμε τη λογική του σχετικισμού, σε ποια βάση θα αξιολογούμε τους διάφορους υποκειμενισμούς; Υπάρχει τρόπος; Σάμπως μέσα από το φίλτρο του δικού μας υποκειμενισμού; Μήπως έχουν όλες οι «υποκειμενικές αλήθειες» την ίδια αξία; Αν είναι έτσι να αντικαταστήσουμε στην θεραπεία των ασθενειών τα αντιβιοτικά με μαντζούνια και φυλαχτά.

Όχι να μην το κάνουμε…

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένα κριτήριο ανάμεσα στις διάφορες «εναλλακτικές θεραπείες» μπορεί να είναι η αποτελεσματικότητα. Ναι, θα υπάρχουν πάντα κάποιοι που θα επιμένουν ότι οι ματζουνοθεραπείες είναι πιο αποτελεσματικές, όμως τα πειραματικά δεδομένα δείχνουν κάτι ριζικά διαφορετικό. Όποιων η «υποκειμενική άποψη» γέρνει υπέρ των αντιβιοτικών, θα έχουν καλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν μια ασθένεια σε σχέση με εκείνους που προτιμούν τους μάγους γιατρούς. Η όποια δυσκολία να φτάσουμε στην αλήθεια, η πολλαπλότητα των συμφερόντων και των αντιλήψεων, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια χρυσή συνταγή, δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται να την προσεγγίσουμε. Η δήλωση ότι η Γη είναι σφαιρική –παρότι δεν πρόκειται για τέλεια σφαίρα- είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα σε σχέση με τη δήλωση ότι η Γη είναι επίπεδη.

Σε μεγάλο βαθμό, ο μεταμοντερνισμός θεμελιώθηκε επάνω στην αμφισβήτηση. Αμφισβήτηση του μοντέρνου, αμφισβήτηση των «μεγάλων αφηγήσεων», αμφισβήτηση του παρελθόντος, αμφισβήτηση των παραδόσεων, αμφισβήτηση των σταθερών κ.α. Αν κάτι αγαπάει το μεταμοντέρνο, είναι η αστάθεια και η μεταβολή, συνεπώς και απέχθεια για οτιδήποτε «κανονιστικό». Όλα τα παραπάνω, δείχνουν ότι υπάρχει «εκλεκτική συγγένεια» του μεταμοντέρνου με τον σχετικισμό.

Είπαμε παραπάνω ότι στα πλαίσια του σχετικισμού, η αλήθεια αποκτά έναν υποκειμενικό χαρακτήρα, είναι η αλήθεια του καθενός, και δεν υπάρχουν «μεγάλες αλήθειες». Σαν αντίληψη στην επιστημονική μέθοδο των ανθρωπιστικών επιστημών, όταν όλο αυτό φτάσει στα άκρα, μπορεί να προκαλέσει διάφορα «ζητήματα».

Ας πάρουμε για παράδειγμα την μέθοδο συλλογής πληροφοριών μέσω της προσωπικής συνέντευξης, μια μέθοδο που χρησιμοποιείται από κοινωνιολόγους, οικονομολόγους, πολιτικούς επιστήμονες, κ.α. Ένας ιστορικός που προσπαθεί να αντλήσει πληροφορίες μέσα από την εμπειρία των συνεντευξιαζόμενων, πρέπει πάντα να έχει στο νου το ότι οι πληροφορίες αυτές περνούν μέσα από το υποκειμενικό πρίσμα του κάθε ερωτώμενου. Δουλειά του ιστορικού είναι να αξιολογήσει το δείγμα του, να διασταυρώσει τις πληροφορίες μεταξύ τους, να ελέγξει τις πληροφορίες που αντλεί από τις συνεντεύξεις με άλλα ιστορικά στοιχεία, και μετά από μια σειρά ενεργειών να συνθέσει την «αφήγηση» του προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν πιο προσεκτικός στα συμπεράσματα του. Πρέπει επίσης να γνωρίζει τους περιορισμούς και τις παγίδες της μεθόδου του, και να φροντίσει να το κάνει ξεκάθαρο αυτό και σε όσους απευθύνεται.

Το να αποσπάσεις και να καταγράψεις απλώς κάποιες μαρτυρίες είναι η μισή δουλειά. Η σωστή απόσπαση και καταγραφή, βέβαια, αποτελούν από μόνες τους ένα στοίχημα (για παράδειγμα να μην κατευθύνεις τον συνεντευξιαζόμενο, να μην τον μπλοκάρεις, να τον βοηθάς να ανασύρει τις αναμνήσεις του κλπ) το οποίο πρέπει να κερδίσει ο ερευνητής. Οι μαρτυρίες όμως είναι πληροφορίες, και η πληροφορία για να μετατραπεί σε γνώση, χρειάζεται κόπο. Ο ερευνητής δεν πρέπει ούτε να αγνοήσει την αξία της εκάστοτε μαρτυρίας, ούτε όμως και να της επιτρέψει να διαμορφώσει εξ ολοκλήρου την οπτική του και κατ’ επέκταση τα αποτελέσματα των ερευνών του. Αυτό πολλές φορές είναι κάτι το οποίο γίνεται από λάθος, από αδυναμία και απειρία του ερευνητή, είτε ακόμη και από σκοπιμότητα. Η σκοπιμότητα αυτή μπορεί να έχει δυο πρόσημα α) να θέλει ο ερευνητής να κατασκευάσει με αντεπιστημονικό τρόπο τα αποτελέσματα της έρευνας. β) να θεωρεί ότι η οποιαδήποτε επεξεργασία των μαρτυριών, αποτελεί παρέμβαση στην «υποκειμενική αλήθεια» των συνεντευξιαζόμενων, άρα λαθροχειρία σύμφωνα με τις επιταγές του σχετικισμού.

Το β δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, όσον αφορά την α περίπτωση ας δούμε ένα παράδειγμα. Αναφορικά με την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, αν κάποιος περιοριστεί στην ιστορική του έρευνα σε συνεντεύξεις που θα πάρει από τους συνταγματάρχες και μείνει εκεί, τότε τα συμπεράσματα που θα βγάλει θα απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, και η περίοδος της χούντας θα μοιάζει πολύ ελκυστική. Όμως, στην πραγματικότητα, κανείς ιστορικός δεν νομιμοποιείται να συνθέσει την ιστορία της «επταετίας» στηριζόμενος μόνο στις μαρτυρίες των χουντικών. Επιπλέον, άμα όλες οι υποκειμενικές μαρτυρίες αντιμετωπίζονταν από τους επιστήμονες ως ισότιμες μεταξύ τους, τότε η κάθε απόπειρα για να εξαχθούν επιστημονικά συμπεράσματα θα ήταν μάταιη, διότι θα ήταν δυνατόν να ευρεθεί το οτιδήποτε ανάλογα με το ποιον ρωτούσαμε κάθε φορά.

Για να γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι, θα αναφερθούμε σε δυο επώνυμους ιστορικούς, το γνωστό δίδυμο Καλύβα – Μαραντζίδη, που είναι χαρακτηριστικά δείγματα θιασωτών της ιστορικής αναθεώρησης και της μετά – ιστορίας2. Στο έργο τους «Εμφύλια πάθη, 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμφύλιο», οι δυο ερευνητές στηρίζουν τα εξαγόμενα συμπεράσματα τους σε μεγάλο βαθμό σε προσωπικές μαρτυρίες. Φροντίζουν όμως να συνθέσουν το αφήγημά τους χρησιμοποιώντας συγκεκριμένου τύπου μαρτυρίες, από συγκεκριμένου προσανατολισμού μάρτυρες. Για παράδειγμα, δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις αφηγήσεις ταγματασφαλιτών ή ατόμων που εγκατέλειψαν το ΚΚΕ και εκφράζουν μίσος για αυτό. Ένα τέτοιο δείγμα, όμως, δεν είναι αντιπροσωπευτικό, και επιλέγεται όχι με σκοπό την προσέγγιση της αλήθειας και την ανακατασκευή της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά για ιδεολογικούς καθαρά λόγους, για χάρη των οποίων θυσιάζεται η όποια επιστημονικότητα του όλου εγχειρήματος.3 Ο ερευνητής είναι βεβαίως ελεύθερος να επιλέγει τους ερευνητικούς του στόχους. Στην κοινωνιολογία, για παράδειγμα, νομιμοποιείται κάποιος να εστιάσει στις αφηγήσεις των δοσιλόγων προκειμένου να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν και βίωναν αυτοί οι άνθρωποι την περίοδο της κατοχής. Αυτό που δεν νομιμοποιείται να κάνει ο οποιοσδήποτε ερευνητής, είναι να χρησιμοποιήσει αυτά τα ευρήματα για να δώσει μια γενικότερη εικόνα για την εν λόγω περίοδο. Στην περίπτωση του γνωστού δίδυμου, δεν είναι η έρευνα που οδηγεί στα όποια συμπεράσματα, αλλά τα προαποφασισμένα με ιδεολογικό τρόπο «συμπεράσματα» που οδηγούν την έρευνα, ακόμη και με τη διάπραξη μεθοδολογικών και επιστημονικών λαθροχειριών. Εδώ ένα παλαιότερο σχετικό μου άρθρο.

Αυτή η χαλαρή σχέση λοιπόν με την αντικειμενικότητα, είναι κάτι που νομιμοποιείται απόλυτα στα πλαίσια του σχετικισμού. Οι οπτικές των Καλύβα – Μαραντζίδη, του Ρίχτερ, του Πλεύρη, και άλλων, εφόσον δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο γενικό κριτήριο αντικειμενικότητας, μπορούν χωρίς τύψεις να διεκδικούν το δάφνινο στεφάνι της δικής τους αλήθειας που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την οποιαδήποτε άλλη αλήθεια εκεί έξω.

Η κοινωνική πραγματικότητα εν κενώ

Μια ακόμη τάση που υπάρχει σε πολλές μεταμοντέρνες «πειθαρχίες» στις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι το να μη λαμβάνεται υπόψη στην κατασκευή της θεωρίας [στο βαθμό που θα έπρεπε] ο υλικός κόσμος. Τέτοιου τύπου είναι η «φαινομενολογική κοινωνιολογία», η «εθνομεθοδολογία», η θεωρία της «συμβολικής διαντίδρασης», κ.α. Στην πραγματικότητα, αυτού του είδους η αντιμετώπιση του κοινωνικού εμφανίστηκε πρωτύτερα από τη μετανεωτερικότητα, όμως, οι μεταμοντέρνοι έδειξαν σε αυτήν μεγάλη συμπάθεια υιοθετώντας την, ενσωματώνοντας και αναπτύσσοντάς την στις δικές τους οπτικές. Είναι λες και η κοινωνία βρίσκεται μόνο στα κεφάλια των κοινωνικών υποκειμένων και στην όποια μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Σαν να διαδραματίζεται το κοινωνικό σε συνθήκες εργαστηρίου, όπου το περιβάλλον είναι κάτι δοσμένο και δεδομένο. Στους «ιδεότυπους» που κατασκευάζονται για την εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε όλες αυτές τις θεωρίες, παρατηρείται η επιρροή του μεθοδολογικού ατομισμού, αφού η κοινωνία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο μέσα από τους κοινωνικούς δρώντες, τα κοινά νοήματα, και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους σαν να είναι αυτοί πλανήτες στο κενό. Είναι –για να θυμηθούμε και τον Πλάτωνα- σαν να μην έχει προτεραιότητα ο ορατός υλικός κόσμος, αλλά ο επέκεινα κόσμος των ιδεών.

Αυτή η αδιαφορία για τον υλικό κόσμο αποτελεί ένα ακόμη «κουσούρι» των μεταμοντέρνων οπτικών. Το «υλικό», όμως, επηρεάζει άμεσα την καθημερινή ζωή, αρα κατ’ επέκταση τις κοινωνικές σχέσεις και την κατασκευή των κοινωνικών νοημάτων, για αυτό και οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν πρέπει να το αγνοούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οφείλει να γίνει ο κοινωνιολόγος ή ο ιστορικός, φυσικός επιστήμονας (αν και ίσως διεπιστημονικά είναι απαραίτητη συμβολή των φυσικών επιστημών πολλές φορές), όμως δεν μπορεί και να μην λαμβάνει υπόψη του το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η κοινωνική διαντίδραση. Και όταν λέμε περιβάλλον, εννοούμε τόσο το φυσικό περιβάλλον (γεωγραφία, κλίμα, πρώτες ύλες στο υπέδαφος κλπ) όσο και το κατασκευασμένο από τον άνθρωπο (πολεοδομία, κατοικία, αρχιτεκτονική, μορφές παραγωγής, είδη γεωργίας κ.α). Οι συλλογικές αναπαραστάσεις, για παράδειγμα, του χωριού, είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές της πόλης, ακριβώς επειδή το περιβάλλον μεταξύ των δυο είναι ολότελα διαφορετικό.

Κατευθυνόμενη έρευνα και σκοπιμότητα

Θέλω στο κλείσιμο να αναφερθώ εντελώς επιγραμματικά στο ζήτημα της προσπάθειας χειραγώγησης των ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτό ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει ξεχωριστό άρθρο, προς το παρόν όμως θα γράψω δυο – τρεις παραγράφους.

Ζούμε σε έναν κόσμο με δομημένα, ισχυρά συμφέροντα, τα οποία μετέχουν και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό όλες τις όψεις του κοινωνικού βίου. Το είδος το συμφερόντων που υπάρχουν στην κορυφή πηγάζουν από το είδος της κοινωνίας και της οικονομίας μέσα στην οποία ζούμε, την καπιταλιστική κοινωνία. Οι μεγάλοι καπιταλιστικοί όμιλοι (μονοπώλια) αποτελούν –γραφειοκρατικά- τη οργανωμένη μορφή την οποία παίρνουν αυτά τα συμφέροντα στην εποχή μας.

Αυτοί οι όμιλοι, μέσα από ινστιτούτα, από χρηματοδοτήσεις πανεπιστημίων, μέσα από τη δημιουργία υπερεθνικών οργανισμών, προσπαθούν να χειραγωγήσουν την έρευνα και την επιστήμη προς όφελός τους. Πέρα από την αύξηση της κερδοφορίας τους με άμεσο τρόπο, η χειραγώγηση της επιστήμης μπορεί να συμβάλει και στην προπαγάνδα των μονοπωλιακών ομίλων, έτσι ώστε να έχουν «ηθικό» πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Υπάρχει, όμως, ακόμα ένας λόγος που τα μονοπώλια και οι κρατικές και διακρατικές οντότητες των καπιταλιστικών κρατών χρησιμοποιούν την επιστήμη για προπαγανδιστικούς λόγους, και αυτό είναι για να την στρέψουν ενάντια στο γενικό συμφέρον που εξ αντικειμένου αυτά τα ιδιαίτερα [καπιταλιστικά] συμφέροντα καταπατούν. Χειραγωγούν, λοιπόν, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, για να παράξουν θεωρία τέτοια, που μέσω αυτής να ελέγχονται και οι μάζες. Αυτού του είδους η επιστήμη προσπαθεί να καλύψει, να κρύψει την υπαρκτή αντίθεση των συμφερόντων των πολλών και των λίγων, και με αυτόν τον τρόπο να καταστήσει τους πολλούς ακίνδυνους για το σύστημα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι στην εποχή της νιότης του καπιταλισμού, όταν ακόμη είχε κάτι να δώσει, παρατηρήθηκε μια έκρηξη εξέλιξης σε όλες τις επιστήμες. Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι την εποχή που αναδυόταν ο καπιταλισμός, χρησιμοποιούσε όλες του τις δυνάμεις, μεταξύ αυτών και την επιστήμη και την καινοτομία, για να στρέψει τις μάζες με επαναστατικό τρόπο απέναντι στην τότε κατεστημένη τάξη των ευγενών. Στην σημερινή εποχή, όλες οι παθογένειες του παρηκμάζοντος καπιταλιστικού συστήματος κληροδοτούνται και στην επιστήμη. Αυτή απαιτείται να δρα ως θεραπαίνιδα του, και μεταξύ άλλων να αποτρέπει τις μάζες από οποιαδήποτε σκέψη να του εναντιωθούν.

Όπως έλεγε ο Μαρξ, πέρα από τα μέσα παραγωγής, οι αστοί κατέχουν και τα μέσα προπαγάνδας/ιδεολογίας. Σε μεγάλο βαθμό η επιστήμη, είναι και αυτή στα χέρια τους ένα μέσο προπαγάνδας. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι αυτή η απέχθεια των μεταμοντέρνων για τις «μεγάλες αφηγήσεις», εξυπηρετεί τη «μεγάλη αφήγηση» του καπιταλισμού και του there is no alternative (TINA) -> δεν υπάρχει εναλλακτική.

Όλο αυτό λειτουργεί προς δυο κατευθύνσεις: από τη μία να αφοπλίζονται οι κοινωνικές/ανθωπιστικές επιστήμες από τα θεωρητικά εργαλεία που μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματική κριτική στον καπιταλισμό (αυτός είναι και ο λόγος που προωθούνται λογής-λογής «αυτιστικές» τάσεις οποίες δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους). Από την άλλη, η όποια παραγωγή της επιστήμης καταλήγει να υπηρετεί το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ως μορφή θετικής προπαγάνδας. Εκείνο είναι που καθορίζει το μοίρασμα της πίτας για την έρευνα, εκείνο είναι που δίνει στα κρυφά ή στα φανερά κονδύλια σε ινστιτούτα, πανεπιστήμια, και σε ερευνητές, εκείνο είναι που φροντίζει να θαφτεί η να δυσφημιστεί οποιαδήποτε θεωρία δύναται να προκαλέσει εναντίωση. Δεν είναι μόνο η Χάνα Άρεντ και η θεωρία της για τους δύο ολοκληρωτισμούς, αλλά και τόσοι άλλοι όπως ο Φουκουγιάμα με το ανιστόρητο κήρυγμα του για το τέλος της ιστορίας (ότι ο καπιταλισμός, τάχα, αποτελεί ιστορικά το τελευταίο σκαλοπάτι εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας), ο Χαινς Ρίχτερ που μαζί με Καλύβα/Μαραντζίδη υπηρετούν μια γενικότερη τάση αντεπιστημονικής αναθεώρησης της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου4 κλπ. Το μεταμοντέρνο, έρχεται σαν πολύτιμο θεωρητικό εργαλείο να ικανοποιήσει τις ανάγκες αυτού του είδους της «επιστήμης» με βαρύ κόστος για την πραγματική επιστήμη, αλλά και για την ευημερία της ανθρωπότητας.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

2 Μετά – Ιστορία: Τάση αναθεώρησης της ιστορίας μέσα από μεταμοντέρνα σχήματα και μεθόδους. Στους κόλπους της περιλαμβάνει και το ξαναγράψιμο της ιστορίας του Β ΠΠ, με πρόσφατο και εγχώριο παράδειγμα το έργο του Χάινς Ρίχτερ που παρουσιάζει τους ναζί εισβολείς στην Κρήτη ως θύματα και τον λαό που αντιστάθηκε ως θύτη. Αντίστοιχες αντιλήψεις παρουσιάζονται και στο έργο των Καλύβα – Μαραντζίδη, που θέλει τους αντιστασιακούς να είναι υπεύθυνοι για τις σφαγές των ναζί στη χώρα αφού –σύμφωνα με τη λογική των συγγραφέων– αν αυτοί δεν αντιστέκονταν οι ναζί δεν θα προέβαιναν σε αντίποινα και θα μας είχαν στα πούπουλα.

3 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους κυρίους Καλύβα – Μαραντζίδη: http://istorika-ntokoumenta.blogspot.gr/2017/05/23-1941-1949.html

4 Στα πλαίσια αυτής της αναθεώρησης οι θύτες γίνεται απόπειρα να παρουσιαστούν σαν θύματα και τα θύματα σαν θύτες. Παράλληλα, να υποβαθμιστεί η υπεράνθρωπη προσπάθεια και επιτυχία των σοβιετικών που τσάκισαν τις δυνάμεις του άξονα καθώς και να εξομοιωθεί το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με την ναζιστική Γερμανία και ο σοσιαλισμός με το ναζισμό.

43oleary

Δημοσιεύθηκε και στο Katiousa

O Μαρξ έγραφε ότι «Οι φιλόσοφοι έχουν μόνο εξηγήσει τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους. Ωστόσο το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε». Οι ιδέες του Μαρξ σε μεγάλο βαθμό άλλαξαν τον κόσμο, ειδικότερα από τις αρχές του 20ου αιώνα και μέχρι τα τέλη του. Παρόλα αυτά, ο «υπαρκτός» στην πρώτη αυτή ευρεία εφαρμογή του δεν στέριωσε και το γενικότερο πισωγύρισμα που έφερε η ανατροπή του επηρέασε τους πάντες και τα πάντα.

Φυσικά ανεπηρέαστος δεν έμεινε ούτε ο κόσμος της επιστήμης από το πέρασμα του σοσιαλισμού. Μεταξύ των δυο συστημάτων, του καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού η κόντρα ήταν τεράστια. Στις θετικές επιστήμες αυτή η κόντρα εκφράστηκε ως αγώνας δρόμου σε πολλούς τομείς, στα μαθηματικά, στην κατάκτηση του διαστήματος, στην φυσική, στις εξελίξεις στη βιομηχανία, κ.α. Στις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο στρατοπέδων εκφράστηκε κυρίως στο ποιοτικό και όχι στο ποσοτικό επίπεδο. Είχε να κάνει άμεσα με το πρίσμα μέσα από το οποίο έβλεπε τον κόσμο το κάθε σύστημα. Ατομικιστικές θεωρίες, όπως για παράδειγμα αυτή της ορθολογικής επιλογής, ήταν λογικό να εμφανιστούν στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, ενώ οι σοσιαλιστικές θεωρίες εστίαζαν κατά βάση στο συλλογικό.

Στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, αρχικά στον χώρο της αρχιτεκτονικής και της τέχνης, ξεκίνησε μετά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να εμφανίζεται ως τάση αυτό που ονομάστηκε «μεταμοντερνισμός», ενώ αργότερα ο μεταμοντερνισμός επηρέασε και τις επιστήμες. Μετά τις ανατροπές, οι ιδέες του μεταμοντερνισμού κυριάρχησαν παγκοσμίως στις τέχνες, την επιστήμη και την κουλτούρα, έγιναν το «Paradigm»της εποχής μας, για να παραπέμψω και στον Κουν. Δεν γνωρίζω πολλά για τις ειδικές συνθήκες εμφάνισης του μεταμοντέρνου, πιστεύω όμως ότι μετά τη γέννησή του, προωθήθηκε σαν ρεύμα από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Στο παρόν άρθρο δεν θα επεκταθώ ιδιαίτερα στους λόγους που η καπιταλιστική οικονομία ερωτεύτηκε τον μεταμοντερνισμό, αν και κάποιοι από αυτούς θα κάνουν την εμφάνισή τους στην ανάλυση που ακολουθεί.

Σκοπός μου είναι να δείξω ότι στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, και ειδικότερα στο κομμάτι των κοινωνικών/ανθρωπιστικών επιστημών, η παρατήρηση του Μαρξ ότι «οι φιλόσοφοι έχουν [μόνο] εξηγήσει τον κόσμο» μοιάζει να σφάλλει. Κι αυτό επειδή οι αρχές του μεταμοντερνισμού και ο τρόπος που έχουν αυτές επιδράσει στις κοινωνικές επιστήμες, ωθούν την διαδικασία παραγωγής της γνώσης να κάνει ένα ακόμη βήμα πίσω, δηλαδή από την εξήγηση προς την απλή περιγραφή [και χειρότερα].

Πριν προχωρήσω παρακάτω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα για να μην παρεξηγηθώ:

  • Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να τεκμηριώσει επιστημονικά τα όποια επιχειρήματά του. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται πολύς κόπος και άριστη γνώση της φύσης του μεταμοντερνισμού και της σχέσης του με την καπιταλιστική κοινωνία. Απόπειρά μου είναι να παραθέσω μερικούς [δικαιολογημένους] συλλογισμούς για το πώς το μεταμοντέρνο επιδρά αρνητικά στην επιστημονική έρευνα στις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες, και κάποιες ιδέες σχετικά με το γιατί αυτό συμβαίνει.
  • Χρησιμοποιώ τον όρο μεταμοντέρνο για να περιγράψω το κυρίαρχο – πολιτικά ορθό- [εναλλακτικοφανές] ιδεολογικό επικάλυμμα μιας κατά τη γνώμη μου μεταβατικής περιόδου. Μιας εποχής που προσπαθεί, στο επίπεδο της ιδεολογίας, να ντύσει με περίτεχνο τρόπο τη συντήρηση που ανακυκλώνεται –σε πολλούς τομείς της κοινωνίας- μην μπορώντας να δώσει οτιδήποτε προοδευτικό. Σε αυτές τις συνθήκες, το μεταμοντέρνο έρχεται ως από μηχανής θεός να υπηρετήσει τον καπιταλισμό και να «σώσει τα φαινόμενα».
  • Σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ ότι η έρευνα στις κοινωνικές επιστήμες χαρακτηρίζεται μόνο από το μεταμοντέρνο Paradigm, ισχυρίζομαι όμως ότι αυτό το Paradigm προωθείται από τα κέντρα εκείνα που καθορίζουν τον προσανατολισμό της επιστήμης στις μέρες μας.

Αφού έγιναν οι απαραίτητες επισημάνσεις, ας εξετάσουμε μερικές βασικές όψεις της μεταμοντέρνας παράδοσης στις επιστήμες μέσα από το πρίσμα του κεντρικού επιχειρήματος του άρθρου, το πισωγύρισμα δηλαδή από την εξήγηση των φαινομένων στην περιγραφή τους.

Η απέχθεια για τις «μεγάλες αφηγήσεις»

Αν κάτι απεχθάνονται οι μεταμοντέρνοι, είναι αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «μεγάλη αφήγηση». Τι είναι όμως η μεγάλη αφήγηση;

Χοντρικά, ως μεγάλη αφήγηση, οι μεταμοντέρνοι ορίζουν τις κοινωνικές θεωρίες εκείνες που εκφράζουν ολοκληρωμένες οπτικές περί του κοινωνικού γίγνεσθαι. Θεωρίες δηλαδή που έχουν ως αντικείμενό τους την κοινωνία σαν σύνολο και όχι επί μέρους κομμάτια της. Τέτοιες είναι ο φιλελευθερισμός, ο μαρξισμός, ο αναρχισμός κ.α. Άλλο ένα βασικό χαρακτηριστικό -των περισσοτέρων τουλάχιστον- «μεγάλων αφηγήσεων» (ιδιαίτερα εκείνων του 18ου και 19ου αιώνα) είναι ότι δεν περιορίζονται μόνο στην επιστημονική σφαίρα (στην περιγραφή ή στην εξήγηση) αλλά εκφράζουν και ένα πολιτικό πρόσταγμα για το μέλλον της κοινωνίας. Είναι θα λέγαμε προσανατολισμένες στην αλλαγή του κόσμου.

Με βάση τη μεταμοντέρνα αντίληψη, αυτού του είδους οι θεωρίες φλερτάρουν με τον «ολοκληρωτισμό»1. Δηλαδή, επειδή εκφράζουν ένα συνολικό όραμα για την κοινωνία, υπάρχει ο κίνδυνος –αν υιοθετηθούν από θεσμούς διακυβέρνησης- να επιβάλλουν αυτό το όραμα τους με αντιδημοκρατικές μεθόδους στα κοινωνικά υποκείμενα.2Σε προπαγανδιστικό επίπεδο, στο στόχαστρο μπήκαν τα σοσιαλιστικά κράτη, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και τα φασιστικά στο βαθμό που αυτό εξυπηρετούσε την κατασκευή της θεωρίας των δυο άκρων. Να σημειώσουμε ότι τους διέφυγε το γεγονός, πως τα φασιστικά κράτη δεν έπαψαν να είναι καπιταλιστικά –στο πεδίο αυτό δεν έγιναν συγκρίσεις από τους μεταμοντέρνους- αλλά και το γεγονός ότι ακόμα και στις πιο φιλελεύθερες δημοκρατίες η εργατική τάξη στενάζει ολοκληρωτικά κάτω από την καταπίεση της αστικής.

Επειδή όμως οφείλουμε να τα συνδέσουμε όλα αυτά με την επιστήμη, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Αυτή η απέχθεια για τις μεγάλες αφηγήσεις, επιστημονικά εκφράστηκε με την πολυδιάσπαση του πεδίου έρευνας. Από μόνο του κάτι τέτοιο δεν είναι αρνητικό, όμως θα πρέπει να τηρούνται και οι δύο φάσεις. Δηλαδή, ανάλυση του αντικειμένου έρευνας σε κομμάτια, που όμως θα ακολουθείται από σύνθεση των κομματιών αυτών έτσι ώστε να παράγεται γνώση υψηλότερου επιπέδου. Αν υποθέσουμε ότι το αντικείμενο έρευνας είναι ένα μεγάλο ψηφιδωτό, αν μείνουμε μόνο στην από κοντά παρατήρηση των ψηφίδων χάνουμε την μεγάλη εικόνα, όπως και αν αρκεστούμε στην από ψηλά παρατήρηση της εικόνας χάνουμε τα συστατικά της. Η μεταμοντέρνα έρευνα εστιάζει σε επίπεδο πρεσβυωπίας και ύστερα δεν κάνει την αντίστροφη διαδικασία απομάκρυνσης και σύνθεσης.

Σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται και στη φύση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής στην ώριμη φάση του. Ο συντονισμός των επί μέρους πεδίων έρευνας, έτσι ώστε να γίνει η σύνθεσή τους και να προκύψει η μεγάλη εικόνα είναι κάτι που χρειάζεται προσπάθεια σε μεγάλη κλίμακα, ας πούμε σε επίπεδο κράτους. Η πολυδιάσπαση των συμφερόντων των καπιταλιστικών κοινωνιών και η ανισόμετρη ανάπτυξη σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο είναι κάτι που δεν βοηθάει προς αυτήν την κατεύθυνση παρά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Υπάρχει, πιστεύω, και ένας ακόμη λόγος που οι μεταμοντέρνοι αρκούνται στο μεμονωμένο. Όπως θα δούμε και παρακάτω, υφίσταται άμεση σύνδεση του μεταμοντερνισμού με κρατικούς, διακρατικούς και ιδιωτικούς οργανισμούς του δυτικού κόσμου. Η CΙΑ, η ΕΕ, και μια σειρά από ιδιωτικά ιδρύματα χρηματοδοτούν διανοούμενους, think tanks, πανεπιστήμια, MKO, και ερευνητικά κέντρα. Προσανατολίζουν, έτσι, το αντικείμενο και το είδος της έρευνας με βάση τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία συνήθως δεν είναι ενιαία. Στις συνθήκες αυτές, η όποια παραγόμενη θεωρία, μοιραία, θα είναι μέσου ή χαμηλού επιπέδου.

Ας εξετάσουμε όμως και μια άλλη διάσταση:

Η μικρού και μέσου επιπέδου θεωρία, δεν είναι ικανή να ασκήσει ολοκληρωμένη κριτική στους κατεστημένους θεσμούς, ούτε και να δείξει προς μια οδό υπέρβασής τους. Ακόμη και επιστήμονες/διανοητές που έχουν τις καλύτερες των προθέσεων, αναγκαστικά είναι εξαρτημένοι από τη χρηματοδότηση στην έρευνα, και η χρηματοδότηση αυτή τους περιορίζει τις όποιες επιλογές.3

Κοινωνικά ζητήματα όπως αυτό της φτώχειας, της μετανάστευσης, της περιθωριοποίησης, της ανεργίας, εξαρτώνται σπάνια αποκλειστικά από τοπικούς παράγοντες, και συνδέονται συνήθως με το εθνικό ή και το διεθνές. Μια παγκόσμια οικονομική κρίση, για παράδειγμα, παράγει [και] φαινόμενα που μοιάζουν να είναι τοπικά, είναι αδύνατον όμως να κατανοήσουμε τις αιτίες τους χωρίς αναφορά στο παγκόσμιο επίπεδο!

Ας το δούμε και λίγο στην πράξη:

Οι καπιταλιστές προτιμούν να μην συνδέεται το σύστημα το οποίο υπηρετούν (και τους υπηρετεί) με τα δεινά που εξαιτίας της φύσης του προκαλούνται στις λαϊκές μάζες. Αυτός είναι και ο λόγος που στα πλαίσια της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, σπάνια γίνεται αναφορά σε αυτή με το όνομά της. Αντιθέτως, ακούμε τους «ειδικούς» να μιλούν για κρίση χρέους, κρίση αξιών, κρίση της «μεσαίας τάξης», κρίση θεσμών κλπ. Αποφεύγεται αυστηρά να συνδεθούν αυτά τα επί μέρους παράγωγα της καπιταλιστικής κρίσης μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην ενοχοποιηθεί το καπιταλιστικό σύστημα εν συνόλω.

Τέλος, αυτή η διακήρυξη της απέχθειας  των μεταμοντέρνων για μεγάλου επιπέδου θεωρία στην επιστήμη και η αγάπη τους για την πολυδιάσπαση, κρύβει από πίσω της ένα είδος πολεμικής στο ιδεολογικό επίπεδο με τον Μαρξισμό/Λενινισμο. Εναντιώνεται κοντολογίς στην αντίληψη των μαρξιστών λενινιστών περί συγκεντροποίησης της παραγωγής και κεντρικού ελέγχου. Της άποψης, δηλαδή, ότι μπορεί να συντονίζεται και να προγραμματίζεται η παραγωγή ενός κράτους σε όλους τους τομείς ενιαία. Υπό αυτήν την έννοια, η προσκόλληση στην πολυδιάσπαση, αποτελεί την άρνηση αυτής της δυνατότητας, άρα και την άρνηση μιας εκ των βασικών αρχών του κομμουνισμού. Η πραγματικότητα, βέβαια, τους διαψεύδει, αφού η παραγωγή στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ακολουθεί συνεχώς πορεία συγκεντροποίησης, με τα μονοπώλια να γίνονται όσο πάει και λιγότερα αριθμητικά ενώ μοιράζονται μεταξύ τους όλο και περισσότερο όγκο και κλάδους παραγωγής. Φυσικά, σε συνθήκες καπιταλισμού, ακόμα και αν οι τεχνικές συνθήκες το επιτρέψουν, δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης και απόλυτη συγκεντροποίηση με κεντρικό έλεγχο.

(Συνεχίζεται…)

1 Νομίζω η πατρότητα(ή η μητρότητα) του όρου με το σημερινό νόημα, ανήκει στην [χρηματοδοτούμενη από τη CIA Χάνα Άρεντ] και συγκεκριμενα προέρχεται από το έργο της, The origins of totalitarianism, στο οποίο εγκαινιάζει και τη θεωρία των δυο άκρων, δηλαδή μια απόπειρα εξίσωσης κομμουνισμού και φασισμού.«Αμερικάνικες και Ευρωπαϊκές αντικομμουνιστικές εκδόσεις , έλαβαν άμεση η έμμεση χρηματοδότηση(από τη CIA)[…]. Μεταξύ των διανοητών που προωθήθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από τη CIA ήταν οι IrvingKristol, MelvinLasky, IsaiahBerlin, StephenSpender, SidneyHook, DanielBell, DwightMacDonald, RobertLowell, HannahArendt, MaryMcCarthy, και μια σειρά από άλλους στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στην Ευρώπη, η CIA ενδιαφέρονταν κυρίως να προωθήσει την «Δημοκρατική Αριστερά» και πρώην αριστερούς, μεταξύ των οποίον βρίσκονταν οι, IgnacioSilone, StephenSpender, ArthurKoestler, RaymondAron, AnthonyCrosland, MichaelJosselson, και ο GeorgeOrwell.» Μετάφραση από https://monthlyreview.org/1999/11/01/the-cia-and-the-cultural-cold-war-revisited/

2Οι οπαδοί του μεταμοντερνισμού στο σύνολο τους, αντιλαμβάνονται ως «δημοκρατικές», μόνο τις διαδικασίες εκείνες που πηγάζουν από τον αστικό τύπο δημοκρατίας. Ενός τύπου δημοκρατίας κομμένου και ραμμένου να είναι συμβατός με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, σε κοινοβούλια που υπερισχύουν τα αστικά κόμματα. Στην πιθανότητα να υπερισχύσει κάποιο κομμουνιστικό κόμμα εκλογικά –και εφόσον αυτό το κόμμα δεν είναι εκφυλισμένο- οι αστικοί θεσμοί δεν λειτουργούν δημοκρατικά. Αντιθέτως, επικρατεί η βία και η νοθεία, ή στην χειρότερη περίπτωση έρχεται μια χούντα να βγάλει την αστική τάξη από το αδιέξοδο.

3 Και ειδικότερα στις ανθρωπιστικές επιστήμες η χρηματοδότηση αυτή δίνεται με μεγάλη φειδώ και αυστηρές προϋποθέσεις.

 

1027-intro_image-1366936941.png

Διαβάζουμε στο in.gr

«Εντύπωση και ερωτήματα προκάλεσε η ανακοίνωση της τιμής της γονιδιακής θεραπείας για την αντιμετώπιση της τύφλωσης, η οποία πρόσφατα εγκρίθηκε από την Αρχή Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA).

Συγκεκριμένα, η εταιρεία παραγωγής του φαρμάκου Lucturna ανακοίνωσε ότι το κόστος της θεραπείας ανέρχεται σε 425.000 ευρώ για κάθε μάτι, καθιστώντας την την ακριβότερη θεραπεία στον κόσμο, καθώς για την αποκατάσταση της όρασης και στους δύο οφθαλμούς θα απαιτούνται 850 χιλιάδες ευρώ.

Η δυνατότητα που έχει η θεραπεία της Spark στην αποκατάσταση της όρασης, είναι μία εφάπαξ θεραπεία και αξίζει υψηλή τιμή. Επιπλέον, με τα έσοδα θα γίνουν επενδύσεις και θα υπάρξουν ταχύτερα νέα φάρμακα που θα θεραπεύουν ανίατες μέχρι σήμερα ασθένειες»»

Η αλήθεια είναι ότι ιατρικές γνώσεις δεν έχω, έτσι δεν ξέρω ποια ακριβώς είδη τύφλωσης θεραπεύει το συγκεκριμένο φάρμακο, αυτό όμως που ξέρω είναι ότι απευθύνεται σε μια πολύ ειδική μερίδα τυφλών, εκείνων δηλαδή που είναι πολύ πολύ πλούσιοι. Δεδομένης της τιμής εκκίνησης, είναι άξιον απορίας πόσο καιρό θα χρειαστεί να περιμένουν όλοι οι υπόλοιποι, μη παραλήδες, τυφλοί μέχρι αυτή η θεραπεία να γίνει προσιτή και σε αυτούς.

Εδώ να μου πεις στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο στερούν πολύ πιο σεμνά και ταπεινά φάρμακα από τους μη έχοντες, φάρμακα που μέχρι πριν λίγα χρόνια υπήρχαν στις λίστες των ταμείων ασφάλισης και τα οποία κόπηκαν από αυτές στο όνομα της κρίσης και του «εξορθολογισμού των δαπανών» για την υγεία. Σε καιρούς δηλαδή που ο κοσμάκης είναι πιο απροστάτευτος, το κράτος τον τιμωρεί και από πάνω με περικοπές. Παράλληλα, κάποια άλλα φάρμακα που αφορούν σε πολύ σοβαρές ασθένειες βλέπουμε να ανατιμώνται σε δυσθεώρητα επίπεδα. Θα θυμόσαστε το περιστατικό με το φάρμακο για ασθενείς με Aids πριν από κάποια χρόνια το οποίο είχε ανέβει από τα 17,5 δολάρια στα 750,  ενώ και στη χώρα μας η απελευθέρωση των τιμών των φαρμάκων έφερε τσουχτερές αυξήσεις στην αγορά.  Στα πλαίσια ενός τέτοιους κοσμοϊστορικού πισωγυρίσματος για την ανθρωπότητα, η προσδοκία ενός μπατίρη τυφλού να δει το φως του μάλλον είναι από εκείνα τα πράγματα που τα βλέπουμε να συμβαίνουν μόνο στις ελληνικές ταινίες.

xr708_9.jpg

Το καλόπαιδο που εκτόξευσε την τιμή του φαρμάκου για το AIDS

Μα για σταθείτε… υπάρχει ακόμα στη γειτονιά του κόσμου ένα μικρό και φτωχό «χωριουδάκι», η Κούβα, στην οποία αντίστοιχα θαυματουργά φάρμακα και θεραπείες για ασθένειες όπως ο καρκίνος και το AIDS παρέχονται δωρεάν σε όλους όσους τα χρειάζονται. Αλήθεια, πως γίνεται εκεί η έρευνα –αφού όπως είπαμε πρόκειται για μια φτωχή και αποκλεισμένη χώρα- να κάνει τόσο τεράστιες προόδους και παράλληλα τα όποια ευρήματα της να ευεργετούν όλους όσους το έχουν ανάγκη;

Πρόκειται μάλλον για ζήτημα προτεραιοτήτων, αφού οι πλούσιες καπιταλιστικές χώρες που συντονίζουν την ιατροφαρμακευτική έρευνα του δυτικού κόσμου, ενδιαφέρονται μόνο για το κέρδος, έτσι προσαρμόζουν τις τιμές των φαρμάκων και των θεραπειών κατά πως νομίζουν ότι θα τους αποφέρουν περισσότερα στην τσέπη. Αντίθετα, στην Κούβα, που είναι μια μικρή χώρα που αγωνίζεται να παραμείνει σοσιαλιστική, στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η εξυπηρέτηση των ανθρωπίνων αναγκών.

Αυτός είναι και ο λόγος που στις μεν ΗΠΑ(και στον Δυτικό κόσμο γενικότερα), οι όποιες προόδοι στην επιστήμη δεν εγγυούνται την καλυτέρευση της ζωής του συνόλου του πληθυσμού, αλλά μόνο όσων έχουν τα απαραίτητα χρήματα για να αγοράσουν τα αγαθά που η επιστήμη και η τεχνολογία παράγει. Στη δε φτωχή Κούβα, με πολύ λιγότερα μέσα πετυχαίνουν να ικανοποιήσουν αποτελεσματικότερα και οριζοντίως όλες τις βασικές ανάγκες του υπάρχοντος πληθυσμού, και την ίδια στιγμή καταφέρνουν να στέλνουν βοήθεια σε χώρες που την έχουν ανάγκη. Είναι αυτό που λέμε «φταίει το σύστημα».

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

ΥΓ: Να σημειωθεί ότι το προσδόκιμο ζωής στην φτωχή Κούβα είναι τα 79,55 έτη ενώ στις κυρίαρχες ΗΠΑ 78,74(στοιχεία «Παγκόσμια Τράπεζα»). Αν συγκρίνουμε την Κούβα με χώρες της Λατινικής Αμερικής βρίσκεται στην τρίτη θέση στο δείκτη προσδόκιμου ζωής.

Στην Ελλάδα το προσδόκιμο είναι 80,82 με στοιχεία του 2012, σήμερα εξαιτίας της κρίσης μάλλον θα είναι χαμηλότερο. 

Όσον αφορά σε θανάτους νεογέννητων, στην Κούβα πεθαίνουν 4,7 νεογνά ανά 1000 γεννήσεις(στοιχεία 2014) στις ΗΠΑ 6,17 ανά 1000 γεννήσεις(στοιχεία 2014)(στην Ελλάδα είναι 4,78).

6515_crying_newborn.png

Το νεογνό της φωτογραφίας μόλις έμαθε οτι γεννήθηκε στις ΗΠΑ πλάνταξε στο κλάμα.

 

Αρέσει σε %d bloggers: